← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γιώργος Πολυκάρπου, Αρ. Υπόθεσης: 3097/11, 20/11/2012

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γιώργος Πολυκάρπου, Αρ. Υπόθεσης: 3097/11, 20/11/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B78 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3097/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή ν Γιώργος Πολυκάρπου Κατηγορούμενου ------------------------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 20/11/2012. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Δημητρίου Για την Κατηγορούμενη: κ. Κ. Χ΄΄Πιέρας. Κατηγορούμενη παρούσα. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει Κατηγορία αμελής οδήγησης στην οποία αρνήθηκε ενοχή και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες, τον Αστ. 3526 Γιάννο Ευθυμίου (Μ.Κ.1) και τον κ. Μάριο Κουριεύς (ΜΚ.2). Ο κατηγορούμενος, μετά που κρίθηκε ένοχος εκ πρώτης όψεως με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής. Επίσης, δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως ο εξεταστής του επίδικου δυστυχήματος, ο οποίος επισκέφθηκε τη σκηνή, ετοίμασε αρχικά πρόχειρο σχέδιο (τεκμήριο 2) και ακολούθως βάση αυτού συμμετρικό σχέδιο της σκηνής (τεκμήριο 3). Περαιτέρω, ανέφερε ότι έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 4) και ακολούθως αφού του επέστησε τη προσοχή του στο νόμο τον κατηγόρησε γραπτώς και ο κατηγορούμενος του απάντησε «ο λόγος που έκαμα το άξιτεν είναι το λεωφορείο για τη δεν είχα οπτική επαφή». Σε περαιτέρω εξέταση του και επεξηγώντας το σχέδιο της σκηνής προκύπτει ότι το επίδικο δυστύχημα επεσυνέβη στην οδό Γρίβα Διγενή στη Ερήμη. Ο δρόμος στο σημείο που έγινε η σύγκρουση έχει πλάτος 15 μέτρα και προχωρώντας βόρεια ο δρόμος στενεύει και το πλάτος του γίνεται 7,50 μέτρα. Ο δρόμος δεν διαχωρίζεται με οποιεσδήποτε γραμμές. Στο σημείο που αρχίζει να στενεύει, στην αριστερή άκρη του δρόμου με βόρεια κατεύθυνση υπήρχε σταθμευμένο λεωφορείο. Το πλάτος του εν λόγο λεωφορείου ήταν 2,40 μέτρα και καταλάμβανε ίσο μέρος του δρόμου. Το μήκος του είναι 12 μέτρα. Το πλάτος του δρόμου που απομένει στο σημείο, αν αφαιρεθούν τα 2,40 μέτρα που καταλαμβάνει στο δρόμο το λεωφορείο, είναι 5,10 μέτρα. Περαιτέρω, στο σχέδιο σημειώνονται οι πορείες των δύο ενεχόμενων οδηγών. Με το γράμμα Α1 στο τεκμήριο 3 σημειώνεται η πορεία του κατηγορούμενου, ο οποίος ήταν ο οδηγός της μοτοσυκλέτας με αρ. εγγραφής KVB 680, μεγάλου κυβισμού, η οποία πορεία φαίνεται να αρχίζει από νοτιοδυτικά και να συνεχίζει προς βόρεια στην οδό Γρίβα Διγενή. Με το γράμμα Β2 σημειώνεται η πορεία του παραπονούμενου ο οποίος οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα με αρ. εγγραφής ΗΕΥ 280, επίσης μεγάλου κυβισμού, η οποία φαίνεται να κατευθυνόταν από την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας δηλαδή με νότια κατεύθυνση. Το σημείο σύγκρουσης σημειώνεται με το γράμμα Χ και αυτό βρίσκεται εντός της οδού Γρίβα Διγενή σε απόσταση 3,60 μέτρων από την ανατολική άκρη του δρόμου. Επίσης, απέχει περίπου 10 μέτρα από το σημείο που ο δρόμος αρχίζει να στενεύει και από το πίσω μέρος του λεωφορείου. Με το γράμμα Α σημειώνεται η μοτοσυκλέτα του κατηγορούμενου και βρίσκεται εντός της οδού Γρίβα Διγενή και το μπροστινό της μέρος απέχει περίπου 1 μέτρο από το πίσω μέρος του λεωφορείου. Με το σημείο ΚΛ1 σημειώνεται κηλίδα λαδιού η οποία φαίνεται να ξεκινά από το πίσω μέρος της μοτοσυκλέτας του κατηγορούμενου, όπως βρέθηκε και καλύπτει μια απόσταση 3,00 περίπου μέτρων προς τα πίσω. Επίσης, απέχει περίπου 2,50 μέτρα από το σημείο σύγκρουσης και βρίσκεται δυτικότερα αυτού. Με το σημείο ΚΛ2 σημειώνεται κηλίδα λαδιού η οποία απέχει 12 περίπου μέτρα από το σημείο σύγκρουσης προς νότια και 3,10 μέτρα από την ανατολική άκρη του δρόμου. Η μοτοσυκλέτα του παραπονούμενου, σύμφωνα με τον μάρτυρα δεν ανευρέθηκε στη σκηνή καθότι σύμφωνα με πληροφορίες αυτή μετακινήθηκε πριν την άφιξη του. Ο Μ.Κ.2 ήταν ο παραπονούμενος ο οποίος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης την κατάθεση του που έδωσε στην Αστυνομία για το επίδικο δυστύχημα (τεκμήριο 6). Από το σύνολο της μαρτυρίας του προκύπτει ότι η εκδοχή του είναι ότι αυτός κατά τις 18/06/2010 οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του με αρ. εγγραφής ΗΕΥ 280 μάρκας SUZUKI GSXR 1100 έχοντας ως συνεπιβάτη την αρραβωνιαστικιά του στην οδό Γρίβα Διγενή με νότια κατεύθυνση. Σε κάποιο σημείο του δρόμου είδε ένα λεωφορείο σταθμευμένο στην δεξιά πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του δηλαδή στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Καθώς προχωρούσε προς τα νότια και περνώντας δίπλα από το σταθμευμένο λεωφορείο βρέθηκε ξαφνικά αντιμέτωπος στην λωρίδα του με μια άλλη μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού με αποτέλεσμα να συγκρουστεί μαζί της πλαγιομετωπικά, στα δεξιά του και στη συνέχεια σύρθηκε τόσο αυτός όσο και η αρραβωνιαστικιά του στην άσφαλτο για 30 περίπου μέτρα. Ακολούθως, μεταφέρθηκαν με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο όπου διαπιστώθηκε ότι έφεραν διάφορους τραυματισμούς. Ο κατηγορούμενος, όπως έχει αναφερθεί και ανωτέρω επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής. Πέραν τούτου όμως, ενώπιον του Δικαστηρίου έχει κατατεθεί και η γραπτή του κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία σχετικά με το επίδικο δυστύχημα (τεκμήριο 4). Σύμφωνα με αυτή, η εκδοχή που ο κατηγορούμενος πρόβαλε είναι ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο αυτός οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του με αρ. εγγραφής KVB 680 στην οδό Γρίβα Διγενή με βόρεια κατεύθυνση. Σε κάποιο σημείο της εν λόγο οδού λόγο του ότι ο δρόμος στένευε και είχε σταθμευμένο λεωφορείο στα αριστερά, αυτός πήρε την ευθεία στο δεξιό φανάρι του λεωφορείου και πριν περάσει το λεωφορείο περίπου 4 - 5 μέτρα, ξαφνικά είδε μπροστά του μια μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού και χωρίς να μπορέσει να κάνει τίποτε κτύπησαν πλαγιομετωπικά στη δεξιά του πλευρά. Επίσης, αναφέρει ότι ακριβώς απέναντι από το λεωφορείο είχε σταθμευμένο στην άλλη λωρίδα όχημα μάρκας MAZDA 323 άσπρο. Από τη σύγκρουση έπεσε στο οδόστρωμα στη δεξιά πλευρά και από πάνω του η μοτοσικλέτα του. Η άλλη μοτοσικλέτα κατέληξε περίπου 15 μέτρα πίσω του προς την ανατολική πλευρά. Από την μαρτυρία η οποία έχει τεθεί ενώπιον μου και παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων προκύπτουν τα ακόλουθα γεγονότα: Κατά τις 18/06/2010 ο παραπονούμενος οδηγούσε τη μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού με αρ. εγγραφής ΗΕΥ 280 έχοντας συνεπιβάτη την αρραβωνιαστικιά του στην οδό Γρίβα Διγενή στην Ερήμη με νότια κατεύθυνση. Ο κατηγορούμενος οδηγούσε τη μοτοσικλέτα με αρ. εγγραφής KVB 680 στην ίδια οδό έχοντας αντίθετη κατεύθυνση δηλαδή κατευθυνόταν βόρεια. Η οδός Γρίβα Διγενή στη νότια πλευρά της όπως φαίνεται στο σχέδιο έχει πλάτος 15,00 μέτρων και στην συνέχεια προς βόρεια στενεύει και το πλάτος της γίνεται 7,50 μέτρα. Στο σημείο που ο εν λόγο δρόμος αρχίζει να στενεύει, κατά τον ουσιώδη χρόνο υπήρχε στην δυτική άκρη του σταθμευμένο ένα λεωφορείο μήκους 12 μέτρων και πλάτους 2,40 μέτρων το οποίο καταλάμβανε αντίστοιχο μέρος του δρόμου. Σε κάποιο σημείο του δρόμου οι δύο πιο πάνω αναφερόμενες μοτοσυκλέτες συγκρούστηκαν μεταξύ τους πλαγιομετωπικά με αποτέλεσμα τον τραυματισμό των οδηγών τους και της συνεπιβάτιδας του παραπονούμενου. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να ανευρεθεί από την προσκομισθείσα μαρτυρία ο τρόπος με τον οποίο οι δύο ενεχόμενοι οδηγοί οδήγησαν τις μοτοσικλέτες τους τη δεδομένη στιγμή και το σημείο που επήλθε η σύγκρουση. Ως εκ τούτου επιβάλλεται να προβώ σε αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας με σκοπό να καταλήξω σε σχετικά ευρήματα. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως εξεταστής της υπόθεσης. Ο μάρτυρας αυτός κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο με απώτερο σκοπό και στόχο να το βοηθήσει να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος καταθέτοντας τα σχέδια της σκηνής και την πραγματική μαρτυρία που εντόπισε στη σκηνή. Δεν έχει διαφανεί σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του ότι αυτός ήταν μεροληπτικός κατά τη διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος ή ότι είχε οποιαδήποτε σχέση είτε με τον κατηγορούμενο ή με τον παραπονούμενο. Παρόλα αυτά όμως, ο μάρτυρας αυτός θεωρείται εμπειρογνώμονας και θα πρέπει να δώσει στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα εχέγγυα έτσι το ίδιο το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει στο δικά του ασφαλή συμπεράσματα. Αναφορικά με το σχέδιο της σκηνής που ετοίμασε και τις σχετικές μετρήσεις που σημείωσε σε αυτό διαπιστώνω ότι αυτές προέκυψαν κατόπιν επίσκεψης του ίδιού στη σκηνή και εξέτασης της. Δεν έχουν σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του αμφισβητηθεί ούτε έχει προκύψει οτιδήποτε με το οποίο να καταδεικνύεται ότι αυτές ενδεχομένως να είναι λανθασμένες. Περαιτέρω, σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης, ο μάρτυρας ανέφερε ότι το σημείωσε κατόπιν πραγματικής μαρτυρίας που εντόπισε στη σκηνή και συγκεκριμένα από τα σημάδια που άφησαν στο δρόμο οι δύο μοτοσικλέτες. Η θέση του αυτή δεν έτυχε αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση του ούτε διαφάνηκε ότι μπορεί το εν λόγο σημείο να είναι λανθασμένο. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και τις εξηγήσεις που έδωσε ο μάρτυρας αποδέχομαι τόσο τις μετρήσεις που φαίνονται στο σχέδιο όσο και το σημείο σύγκρουσης που σημειώθηκε επί αυτού. Πέραν των πιο πάνω, από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού δεν έχει προκύψει ότι ο παραπονούμενος κατά το χρόνο της σύγκρουσης οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα ή ότι αυτός έτρεχε. Ο μάρτυρας δεν προέβηκε σε οποιεσδήποτε εξετάσεις για το ζήτημα αυτό. Επίσης, οι αναφορές του σε σχέση με την απόσταση που βρέθηκαν οι δύο μοτοσικλέτες στις τελικές τους θέσεις και οι λόγοι που έδωσε για το γεγονός αυτό, ήταν απλώς δικοί του υπολογισμοί και απόψεις στις οποίες δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα και να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι ο παραπονούμενος έτρεχε ή κινείτο με μεγαλύτερη ταχύτητα από τον κατηγορούμενο. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας εξέφρασε τη θέση και την άποψη ότι ο κατηγορούμενος προτού κινηθεί δεξιότερα στην πορεία του λόγω του ότι ο δρόμος στένευε έπρεπε να προχωρήσει και να σταματήσει πίσω από το λεωφορείο και αφού κοιτάξει και βεβαιωθεί ότι δεν ερχόταν άλλο όχημα εξ' αντιθέτου να προχωρήσει. Η θέση αυτή του μάρτυρα σε σχέση με το ποιό καθήκον είχε ο κατηγορούμενος και κατά πόσο το παρέβηκε υπό τις περιστάσεις είναι έργο του Δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτήν. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, αποδέχομαι τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και όλα τα τεκμήρια που κατέθεσε, εκτός των πιο πάνω διευκρινήσεων. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος αποτελεί πραγματική μαρτυρία και ο μάρτυρας θεωρείται εμπειρογνώμονας που σκοπό έχει να διαφωτίσει το Δικαστήριο αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη ένα δυστύχημα. Να διευκρινιστεί ότι το σχέδιο από μόνο του δεν αποδεικνύει τον τρόπο που έγινε ένα δυστύχημα αλλά αποτελεί σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας της υπόλοιπης μαρτυρίας για την εξαγωγή των ορθών συμπερασμάτων. (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 307, Γιαννάκης Σοφοκλέους v. Aστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 218, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1362, Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1388). Ο Μ.Κ.2 ήταν ο παραπονούμενος ο οποίος ανέφερε στο Δικαστήριο τον τρόπο που ο ίδιος αντιλήφθηκε ότι επήλθε η σύγκρουση με τη μοτοσυκλέτα του κατηγορούμενου. Ο μάρτυρας αυτός μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα κατά την ώρα που κατέθετε και κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του δεν έχει κλονιστεί η αξιοπιστία του. Προκύπτει επίσης, ότι στο μεγαλύτερο της μέρος η αντεξέταση του είχε διευκρινιστικό χαρακτήρα και του ζητήθηκε να εξηγήσει τον τρόπο που οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του αμέσως πριν από τη σύγκρουση. Από τις αναφορές του μάρτυρα σε σχέση με το θέμα αυτό, προκύπτει ότι αυτός εξήλθε από παρακείμενη πάροδο η οποία βρισκόταν σε απόσταση 12- 15 μέτρων μπροστά από το λεωφορείο, έστριψε δεξιά και κατευθύνθηκε στην οδό Γρίβα Διγενή με νότια κατεύθυνση. Πριν τη σύγκρουση τηρούσε την ίδια πορεία και θέση στο δρόμο και συμφώνησε ότι όταν περνούσε δίπλα από το λεωφορείο η απόσταση από αυτό μπορεί να ήταν στο 1,50 μέτρο και από την αριστερή άκρη του δρόμου 3,60 μέτρα. Επίσης, προκύπτει από τη μαρτυρία του ότι μπροστά και δεξιά του αμέσως πριν από τη σύγκρουση δεν είχε ορατότητα καθότι βρισκόταν το σταθμευμένο λεωφορείο και δεν μπορούσε να δει τη μοτοσυκλέτα του κατηγορούμενου. Την είδε 2΄΄ - 3΄΄ πριν από τη σύγκρουση όταν αυτή βρέθηκε μπροστά του. Πέραν των πιο πάνω, δεν έχει προκύψει από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού ότι κινείτο με υπερβολική ταχύτητα. Αντεξεταζόμενος για το θέμα αυτό ανέφερε ότι η ταχύτητα του δεν θα μπορούσε να είναι πάνω από 50 - 60 Χ.Α.Ω καθότι εισήλθε στην εν λόγο οδό από παρακείμενο δρόμο που βρισκόταν γύρω στα 24 μέτρα πριν από το σημείο που αρχίζει να στενεύει ο δρόμος. Τέλος, ο μάρτυρας εξέφρασε και τη θέση ότι οδηγούσε κανονικά στη λωρίδα κυκλοφορίας του και ο κατηγορούμενος κινήθηκε σε αυτήν και τον κτύπησε. Η θέση αυτή είναι υποκειμενική και το ζήτημα αυτό θα πρέπει να ανευρεθεί από την πραγματική μαρτυρία και τις αναφορές του μάρτυρα αναφορικά με το σημείο που οδηγούσε στο δρόμο αμέσως πριν από τη σύγκρουση, δεδομένου και της μη ύπαρξης διαχωριστικής γραμμής στο δρόμο. Έχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω, την εντύπωση που απεκόμισα από το μάρτυρα αυτόν κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα και το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας του, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ σε αυτή και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων και ως εκ τούτου την αποδέχομαι. Από την αντίπερα όχθη, ο κατηγορούμενος επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής. Η ενέργεια του αυτή αποτελεί δικαίωμα του και με κανένα τρόπο δεν μπορεί να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα ενοχής του ούτε μπορεί να τύχει οποιουδήποτε αρνητικού σχολίου (βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139 και Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Όσον αφορά τη γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σ' αυτές. Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου και να απορρίψει άλλο ασχέτως αν αυτό αποτελεί άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Είναι φυσικό να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως, ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359). Από την γραπτή κατάθεση του κατηγορούμενου, κρίνω ότι μπορώ να αποδεκτώ τη θέση του ότι κατά την 18/06/2010 οδηγούσε το μοτοσυκλέτα του με αρ. εγγραφής KVB 680 βόρεια στην οδό Γρίβα Διγενή. Επίσης, αποδέχομαι τη θέση του ότι όπως πήγαινε είδε ξαφνικά μπροστά του μια μοτοσικλέτα με την οποία συγκρούστηκαν πλαγιομετωπικά. Αναφορικά με τη κίνηση που έκανε πριν τη σύγκρουση, δεν μπορεί να προσδοθεί βαρύτητα στη θέση του ότι έπιασε την ευθεία στο δεξιό φανάρι του λεωφορείου και ότι η σύγκρουση έγινε 4 - 5 μέτρα πριν περάσει το λεωφορείο. Η θέση αυτή δεν συνάδει με την πραγματική μαρτυρία και συγκεκριμένα με το σημείο σύγκρουσης αλλά και την υπόλοιπη μαρτυρία που έκανε αποδεκτή το Δικαστήριο. Περαιτέρω, αποδέχομαι από τη κατάθεση του τη θέση του για τους τραυματισμούς που υπέστη από το δυστύχημα και το γεγονός ότι μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο. Πέραν των πιο πάνω, δεν μπορώ να αποδεκτώ οποιοδήποτε άλλο μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου καθότι δεν συνάδει ή δεν υποστηρίζεται από άλλη αποδεκτή μαρτυρία. Δεδομένης λοιπόν της ανωτέρω αξιολόγησης της μαρτυρίας των εμπλεκομένων στο επίδικο δυστύχημα καθώς επίσης και της μαρτυρίας που παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων, τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Στις 18/06/2010 και περί ώρα 17:30, ο παραπονούμενος οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα μεγάλου κυβισμού με αρ. εγγραφής ΗΕΥ 280 έχοντας συνεπιβάτη την αρραβωνιαστικιά του στην οδό Γρίβα Διγενή, στην Ερήμη της Επαρχίας Λεμεσού έχοντας νότια κατεύθυνση. Ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του, επίσης μεγάλου κυβισμού, με αρ. εγγραφής KVB 680 από την αντίθετη κατεύθυνση δηλαδή έχοντας βόρεια κατεύθυνση. Το πλάτος της οδού Γρίβα Διγενή νότια είναι 15 μέτρα. Κινούμενος βόρεια δηλαδή στην κατεύθυνση που ακολουθούσε ο κατηγορούμενος, το πλάτος του δρόμου στενεύει και γίνεται 7,50 μέτρα. Εκεί που αρχίζει να στενεύει ο δρόμος υπήρχε στην αριστερή άκρη του, σύμφωνα με την πορεία του κατηγορούμενου, σταθμευμένο ένα λεωφορείο μήκους 12 μέτρων και πλάτους 2,40 μέτρων το οποίο καταλάμβανε αντίστοιχο μήκος και πλάτος στο δρόμο. Το χρησιμοποιήσιμο μέρος του δρόμου που απόμενε στο σημείο που ήταν το λεωφορείο είναι 5,10 μέτρα. Ο δρόμος δεν διαχωρίζεται με οποιαδήποτε γραμμή ούτε στο σημείο αυτό ούτε σε άλλο σημείο του δρόμου. Ο παραπονούμενος οδηγούσε την πιο πάνω μοτοσυκλέτα του στην πιο πάνω οδό με ταχύτητα γύρω στα 50 - 60 Χ.Α.Ω. τηρώντας απόσταση 1,50 μέτρο περίπου από το σταθμευμένο λεωφορείο και 3,60 μέτρα περίπου από την αριστερή άκρη του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του. Στο σημείο αυτό του δρόμου κινείτο από την ώρα που αυτός εξήλθε από παρακείμενη πάροδο που βρισκόταν γύρω στα 12 - 15 μέτρα πριν και πίσω από το λεωφορείο σύμφωνα με την πορεία του. Κινούμενος νότια στο πιο πάνω σημείο του δρόμου είδε ξαφνικά μπροστά του τη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος και χωρίς να μπορέσει να κάνει οτιδήποτε συγκρούστηκε με αυτήν πλαγιομετωπικά. Η ορατότητα του παραπονούμενου αμέσως πριν από τη σύγκρουση εμποδιζόταν από το σταθμευμένο λεωφορείο και δεν μπορούσε να δει πίσω από αυτό ούτε γνώριζε πώς ο κατηγορούμενος βρέθηκε στο σημείο εκείνο μπροστά του. Ο κατηγορούμενος κινούμενος προς βόρεια, πριν από τη σύγκρουση είδε ξαφνικά μπροστά του τη μοτοσυκλέτα του παραπονούμενου και χωρίς να μπορέσει να κάνει οτιδήποτε κτύπησαν πλαγιομετωπικά. Η ορατότητα του κατηγορουμένου, στην περίπτωση που αυτός αμέσως πριν από τη σύγκρουση κινείτο πίσω από το σταθμευμένο λεωφορείο εμποδιζόταν από αυτό. Η σύγκρουση των δύο μοτοσικλετών έλαβε χώρα σε απόσταση περίπου 10 μέτρων πριν από το πίσω μέρος του σταθμευμένου λεωφορείου και στο σημείο εκεί ο δρόμος έχει πλάτος 15 μέτρων. Το σημείο σύγκρουσης απέχει 3,60 μέτρα από τη δεξιά άκρη του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του κατηγορουμένου. Από τη σύγκρουση όλοι οι εμπλεκόμενοι στο δυστύχημα τραυματίστηκαν και μεταφέρθηκαν με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Ο παραπονούμενος διαπιστώθηκε ότι έφερε διάφορους μώλωπες και εκδορές ενώ η συνεπιβάτιδα του διαπιστώθηκε ότι υπέστη κάταγμα δεξιού γονάτου και δεξιού δακτύλου χεριού. Ο κατηγορούμενος διαπιστώθηκε ότι έφερε κάταγμα στο δεξιό χέρι. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια ( βλ. Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78 και Ανδρέας Νεοφύτου v. Aστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 217/09, Ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2011). Επίσης, αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με απόφραξη του δρόμου και η απόφραξη αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας (βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ 1696). Περαιτέρω, έχει νομολογηθεί η αρχή ότι σύγκρουση στο κέντρο του δρόμου εξυπακούει αμέλεια και των δύο οδηγών λόγω έλλειψης παρατηρητικότητας και οδήγησης στη λανθασμένη πλευρά του δρόμου (βλ. Baker v. Market Harborough Co - Operative Society Ltd [1953] 1 W.L.R. 1472, Evagorou and Others v. Kefalas and Others
(1982)1 C.L.R. 619 και Teclima Ltd v. Salamis Tours Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 317). Επίσης, παραπέμπω και στην Δέσπω Καλογήρου και Άλλος v. Xριστίνας Αντωνιάδου, δια του πατρός της Ανδρέα Αντωνίου
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1444 όπου η σύγκρουση έγινε στο κέντρο σχεδόν του δρόμου και η ευθύνη καταμερίστηκε στους δύο οδηγούς επί τω ότι ενώ πλησίαζαν στροφή, στην οποία η ορατότητα ήταν περιορισμένη, όφειλαν να τηρούν την αριστερή πλευρά του δρόμου και όχι να οδηγούν στο μέσο του δρόμου. Τέλος, σε περίπτωση ύπαρξης εμποδίου στο δρόμο τότε ένας οδηγός θα πρέπει να το παρακάμψει με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να μην θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια του εξ' αντιθέτου διερχόμενου οδηγού (βλ. Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51). Δεδομένων των πιο πάνω νομικών αρχών και των ευρημάτων του Δικαστηρίου, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου κατά την οδήγηση του μοτοσικλέτας του, τη δεδομένη στιγμή, στο βαθμό που έχει προκύψει από την ενώπιον μου μαρτυρία, υπολείπεται από αυτή του μέσου συνετού οδηγού. Από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο δρόμος στην πορεία του κατηγορούμενου παρουσίαζε μια ιδιομορφία. Στένευε και στο σημείο που άρχιζε να στενεύει υπήρχε και εμπόδιο δηλαδή το σταθμευμένο λεωφορείο το οποίο ήταν ορατό για τον κατηγορούμενο. Το καθήκον που είχε ο κατηγορούμενος υπό τις περιστάσεις ήταν να τηρεί τη δέουσα παρατηρητικότητα στο δρόμο και στην περίπτωση που το σταθμευμένο λεωφορείο αποτελούσε εμπόδιο στην ορατότητα του να οδηγούσε το όχημα του με τον ενδεδειγμένο τρόπο με μοναδικό σκοπό να ελέγξει την εξ' αντιθέτου κινούμενη τροχαία κίνηση και αφού βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές τότε να συνεχίσει την πορεία του. Ο κίνδυνος άλλο όχημα να κινείται από την αντίθετη κατεύθυνση ήταν προβλεπτός και υπαρκτός υπό τις περιστάσεις στον οποίο έπρεπε να στρέψει την προσοχή του. Προχωρώντας να εξετάσω κατά πόσο ο κατηγορούμενος εκπλήρωσε τα πιο πάνω καθήκοντα και υποχρεώσεις που είχε και έχοντας υπόψη μου τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος στο σημείο που κινήθηκε ή οδήγησε τη μοτοσικλέτα του, ήταν σχεδόν στο κέντρο του δρόμου της πορείας που θα ακολουθούσε αφού ο δρόμος αμέσως μετά και σε απόσταση 10 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης στένευε και το πλάτος του ήταν 7,50 μέτρα. Είναι φανερό και προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος είτε προτού κινηθεί δεξιότερα, δεν το έπραξε με τον ενδεδειγμένο τρόπο και συγκεκριμένα δεν κινήθηκε σιγά σιγά και παράλληλα να ελέγχει και την τροχαία κίνηση που ενδεχομένως να υπήρχε στην αντίθετη κατεύθυνση και αφού βεβαιωνόταν ότι ήταν ασφαλές να συνεχίσει την πορεία του στο σημείο εκείνο ή οδηγούσε σε τέτοιο ύψος του οδικού δικτύου όπου το σταθμευμένο λεωφορείο δεν αποτελούσε εμπόδιο για τον έλεγχο της εξ' αντιθέτου κινούμενης τροχαίας κίνησης και παρά την ύπαρξη επαρκέστατης ορατότητας, λόγο μη επαρκούς προσοχής και παρατηρητικότητας δεν αντιλήφθηκε την παρουσία του άλλου διερχομένου οδηγού με αποτέλεσμα οι πιο πάνω αμελής πράξεις και/ή παραλείψεις του να αποτελούν μέρος των γενεσιουργών αιτιών του δυστυχήματος. Αυτά προκύπτουν από τα γεγονότα αφού καθίσταται φανερό, ότι αν ενεργούσε ως όφειλε θα αντιλαμβανόταν έγκαιρα την παρουσία του άλλου ενεχόμενου οδηγού, ανεξάρτητα του σημείου εντός του δρόμου στο οποίο οδηγούσε το εν λόγο πρόσωπο και είτε θα απέφευγε τη σύγκρουση δια συγκεκριμένης οδικής ενέργειας ή θα ακινητοποιούσε το όχημα του ώστε ο άλλος ενεχόμενος οδηγός να συνεχίσει την πορεία του. Το ότι δεν ενήργησε με τον ενδεδειγμένο τρόπο προκύπτει και από το γεγονός ότι σύμφωνα με τον ίδιο η αντίληψη ως προς την παρουσία του άλλου ενεχόμενου οδηγού στο δρόμο ήταν στιγμιαία και αμέσως πριν τη σύγκρουση παρά το γεγονός ότι αν το λεωφορείο δεν αποτελούσε εμπόδιο, η ορατότητα είναι απεριόριστη προς το μέρος από όπου κινείτο ο άλλος ενεχόμενος οδηγός. Συνάγεται από τα ανωτέρω, ότι είτε ο κατηγορούμενος οδηγούσε χωρίς να επιδεικνύει την απαραίτητη και δέουσα προσοχή και παρατηρητικότητα στο δρόμο με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί την παρουσία του άλλου ενεχόμενου οδηγού ως όφειλε ή οδηγούσε σε σημείο που η παρουσία του σταθμευμένου λεωφορείου αποτελούσε εμπόδιο για τον ίδιο για να αντιληφθεί την εξ' αντιθέτου διερχόμενη τροχαία κίνηση και αντί να οδηγήσει με τον ενδεδειγμένο υπό τις περιστάσεις τρόπο ως ανωτέρω αναφέρεται, οδήγησε τη μοτοσυκλέτα του σε τέτοιο σημείο του οδικού δικτύου χωρίς προηγουμένως να εξετάσει την τροχαία κίνηση με αποτέλεσμα να βρεθεί αντιμέτωπος με την διέλευση της άλλης ενεχόμενης μοτοσυκλέτας και να επέλθει η σύγκρουση. Από τη στιγμή που ελλείπει οποιαδήποτε σήμανση επί της ασφάλτου του οδικού δικτύου, κάθε οδηγός αναμένεται να κάνει λογική χρήση του δρόμου και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν εμπόδια να μην θέτει το όχημα του χωρίς προηγουμένως να ελέγξει επαρκώς, σε σημείο κοντά στο μέσο του δρόμου. Η έλλειψη ισχυρισμού και θέσης του κατηγορούμενου αναφορικά με τον ακριβή τρόπο που οδήγησε το όχημα του και η μη αποδοχή του σχετικού ισχυρισμού του κατηγορούμενου ως αυτός αναφέρεται ανωτέρω στην αξιολόγηση της γραπτής του κατάθεσης, στερούν του Δικαστηρίου τη δυνατότητα να μπορεί να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα αναφορικά με τις ακριβείς συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το δυστύχημα. Το έργο του Δικαστηρίου δυσχεραίνεται και από το γεγονός ότι ούτε ο παραπονούμενος είναι κατατοπιστικός ως προς τον τρόπο που οδήγησε ο κατηγορούμενος. Παρόλα αυτά όμως, τα γεγονότα όπως τα απέδειξε η κατηγορούσα αρχή, τόσο με την προφορική όσο και με την πραγματική μαρτυρία, οδηγούν σε ένα και μόνο συμπέρασμα και αυτό πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος υπό τις περιστάσεις οδήγησε αμελώς (βλ. Χαράλαμπος Ιωάννου v. Aστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 399 και Wilkinson's Road Traffic Offences, seventh edition, p.p. 221-222). Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε άλλη εκδοχή ούτε έχει προκύψει ότι ενδεχομένως ο κατηγορούμενος να οδήγησε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο πέραν των πιο πάνω που έχω αναφέρει και αυτός να μην υπολείπεται του μέσου συνετού οδηγού. Επομένως, για τους λόγους που αναφέρω ανωτέρω και ελλείψει οποιασδήποτε άλλης εξήγησης από τον κατηγορούμενο, οποιοσδήποτε εκ των δύο τρόπων οδήγησης του και αν ισχύει ο κατηγορούμενος κρίνεται ότι οδήγησε αμελώς με αποτέλεσμα η οδική του συμπεριφορά να αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών του δυστυχήματος. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να λεχθεί ότι το κατά πόσο ο παραπονούμενος δεν τηρούσε την άκρη αριστερή λωρίδα της πορείας του υπό τις περιστάσεις και κινείτο σε τέτοιο σημείο του δρόμου ενώ ήταν και αυτού περιορισμένη η ορατότητα του είναι κάτι που εκφεύγει του σκοπού της παρούσας διαδικασίας. Στην παρούσα εξετάζεται η οδική συμπεριφορά του κατηγορούμενου και μόνο. Το κατά πόσο ο παραπονούμενος φέρει μερίδιο ευθύνης για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος και ποιο είναι αυτό είναι κάτι που ενδεχομένως να αποφασιστεί στα πλαίσια αστικής διαδικασίας και όχι εδώ. Η παρούσα υπόθεση είναι ποινική και κρίνεται κατά πόσο ο κατηγορούμενος παρέλειψε να λάβει τα δέοντα μέτρα υπό τις περιστάσεις (βλ. Νικολάου ν. Αστυνομίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. 748). Δεδομένων όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την υπόθεση της εναντίον του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............ Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final (Αναφορά: amelia cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.