← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Kωνσταντίνος Παπαδημήτρης, Αρ. Υπόθεσης: 2927/11, 15/10/2012

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Kωνσταντίνος Παπαδημήτρης, Αρ. Υπόθεσης: 2927/11, 15/10/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B70 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2927/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν Kωνσταντίνος Παπαδημήτρης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 15 Οκτωβρίου, 2012. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Δημητρίου. Για τον Κατηγορούμενο: κα M. Θεριστή. Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος μετά από παραδοχή βρέθηκε ένοχος στις ακόλουθες κατηγορίες: 1η Κατηγορία: Αμελής οδήγηση 3η Κατηγορία: Εγκατάλειψη τόπου ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας. Να σημειωθεί ότι δεύτερη κατηγορία που αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος διακόπηκε και προστέθηκε η τρίτη κατηγορία. Τα γεγονότα, όπως εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση, είναι ως ακολούθως: Στις 05.10.07 και περί ώρα 17:30 ο κατηγορούμενος οδηγούσε τη μοτοσικλέτα με αρ. εγγραφής ΗΧP 168 στην οδό Ρήνου στη Λεμεσό έχοντας βόρεια κατεύθυνση και τηρώντας χαμηλή ταχύτητα. Την ίδια στιγμή ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΑΒΝ 039 στον ίδιο δρόμο με αντίθετη κατεύθυνση δηλαδή νότια. Φθάνοντας στη διασταύρωση της πιο πάνω οδού με την οδό Άτλαντος, χωρίς να αντιληφθεί τον παραπονούμενο επιχείρησε να στρίψει δεξιά ανακόπτοντας την πορεία του με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με αυτόν μετωπικά. Από τη σύγκρουση ο παραπονούμενος έπεσε από το μοτοποδήλατο του με αποτέλεσμα να τραυματιστεί. Μεταφέρθηκε στο Τμήμα Α' Βοηθειών όπου διαπιστώθηκε ότι έφερε εκδορές στο γόνατο και στα χέρια. Η μοτοσυκλέτα έφερε ζημιές. Μετά το δυστύχημα, ο κατηγορούμενος εγκατέλειψε τη σκηνή προς άγνωστη κατεύθυνση. Ακολούθως την ίδια ημέρα και περί ώρα 19:00 ο κατηγορούμενος πήγε από μόνος του στον Αστυνομικό Σταθμό του Αγ. Ιωάννη και ανέφερε ότι είναι ο οδηγός του οχήματος με αρ. εγγραφής ABN 039 το οποίο ενωρίτερα ενεπλάκη σε τροχαίο δυστύχημα στην οδό Ρήνου και επειδή φοβήθηκε εγκατέλειψε τη σκηνή του δυστυχήματος. Κατηγορήθηκε γραπτώς για τα πιο πάνω αδικήματα στις 04.02.08 και απάντησε παραδέχομαι την 1η κατηγορία αλλά δεν παραδέχομαι τη 2η διότι έφυγα από τη σκηνή διότι φοβήθηκα και ήρθα από μόνος μου αργότερα και ανέφερα το δυστύχημα. Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και βαρύνεται με 2 βαθμούς ποινής. Επίσης, υπάρχουν και €20 έξοδα της διαδικασίας. Η κα Θεριστή, στην αγόρευση της προς μετριασμό της ποινής, ανέφερε ότι ο λόγος που ο κατηγορούμενος εγκατέλειψε τη σκηνή του δυστυχήματος ήταν διότι φοβήθηκε και περιήλθε σε κατάσταση άγχους, σύγχυσης και πανικού. Ήταν ηλικίας δεκαεννιά χρονών τότε, υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία και η ηλικία του ήταν τέτοια που δεν του επέτρεπε να διαχειριστεί καταστάσεις όπως εκείνη που βρέθηκε. Επίσης, ανέφερε ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο κατηγορούμενος ήταν χαμηλή και ο τραυματισμός του θύματος ήταν πολύ ελαφρύς. Περαιτέρω, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος λίγες ώρες μετά το ατύχημα και όταν άρχισε να ηρεμεί, ο ίδιος επισκέφθηκε τον Αστυνομικό Σταθμό Αγ. Ιωάννη όπου και ανέφερε το δυστύχημα και παραδέκτηκε ότι τη συγκεκριμένη στιγμή ήταν ο οδηγός του οχήματος που ενεπλάκη στο εν λόγω δυστύχημα. Πέρα από τα πιο πάνω, η συνήγορος του κατηγορουμένου ισχυρίστηκε ότι η παρούσα περίπτωση θα πρέπει να διαχωριστεί από τις σοβαρές περιπτώσεις ατόμων που οδηγώντας εγωιστικά και προκαλούν σοβαρό τραυματισμό, εγκαταλείπουν τη σκηνή του δυστυχήματος με απώτερο σκοπό τη διαφυγή, εξαφάνιση και πλήρη αποφυγή των συνεπειών και ευθυνών του. Τόνισε, περαιτέρω, την έμπρακτη μεταμέλεια του κατηγορούμενου για τις πράξεις του, το λευκό του ποινικό μητρώο καθώς επίσης και την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου και το γεγονός ότι δεν επρόκειτο για σοβαρό δυστύχημα ούτε οι συνθήκες ήταν τέτοιες που καθίστατο απομακρυσμένη η παροχή βοήθειας στο θύμα. Συνεχίζοντας, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος έχει αποζημιώσει πλήρως τόσο τις υλικές ζημιές όσο και τα τραύματα του θύματος τα οποία προκλήθηκαν από την αμέλεια του. Σε σχέση με τις προσωπικές του συνθήκες υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας η οποία ετοιμάστηκε κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου. Σε αυτή αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 26 ετών, άγαμος, άνεργος. Διαμένει με τους γονείς του και τα δύο του αδέλφια σε ανώγειο κατοικία τριών υπνοδωματίων και συντηρείται οικονομικά από τους γονείς του. Υπηρέτησε τη θητεία του κανονικά στην Εθνική Φρουρά και στη συνέχεια φοίτησε για τρία χρόνια σε Πανεπιστήμιο στην Αγγλία και πήρε πτυχίο Νομικής. Το 2011 επέστρεψε στην Κύπρο και έκανε την πρακτική του εξάσκηση σε δικηγορικό γραφείο και στην παρούσα περίοδο δίνει εξετάσεις για την απόκτηση άδειας εξασκήσεως του επαγγέλματος του. Οι σχέσεις του με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του είναι πολύ καλές και ο κατηγορούμενος δεν δημιούργησε οποιοδήποτε πρόβλημα στο παρελθόν. Πέραν των πιο πάνω, η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου αναφέρθηκε στο χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή. Η ποινική δίωξη ανέφερε προωθήθηκε τέσσερα και πλέον χρόνια μετά χωρίς να ευθύνεται ο κατηγορούμενος. Εν τω μεταξύ είπε, οι προσωπικές του συνθήκες έχουν αλλάξει. Κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων αυτός ήταν ηλικίας 19 χρονών, εθνοφρουρός. Σήμερα είναι απόφοιτος πανεπιστημίου στο κλάδο Νομικής, κάνει την άσκηση του για απόκτηση άδειας εξασκήσεως του επαγγέλματος του δικηγόρου και σε πολύ λίγο χρονικό διάστημα θα είναι ένας νέος λειτουργός της δικαιοσύνης. Επίσης, από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα δεν έχει διαπράξει οποιοδήποτε άλλο αδίκημα ούτε βαρύνεται με οποιουσδήποτε βαθμούς ποινής. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι η συμπεριφορά του κατηγορούμενου τη δεδομένη στιγμή ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό. Σε σχέση με την άδεια οδήγησης του κατηγορούμενου, ανέφερε ότι αυτή δεν θα πρέπει να αποστερηθεί εν όψει του χρονικού διαστήματος που παρήλθε καθώς επίσης και για το γεγονός ότι του είναι απαραίτητη επειδή αφενός πρέπει να διακινείται προς το σκοπό αναζήτησης εργασίας και αφετέρου επειδή έως ότου εξεύρει εργασία ως δικηγόρος, εργάζεται πολύ περιορισμένα εξυπηρετώντας συγγενικά του πρόσωπα που διατηρούν γραφείο, προσφέροντας τους υπηρεσίες κλητήρα και διεκπεραίωση εισπράξεων. Από την εν λόγω εργασία κερδίζει περίπου διακόσια πενήντα ευρώ μηνιαίως, χρήματα τα οποία λαμβάνει ως φιλοδώρημα παρά ως μισθό. Επίσης, ο κατηγορούμενος ετοιμάζει την εγγραφή του για να φοιτήσει σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα σε ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που λειτουργεί στη Λευκωσία και συνεπεία τούτου η άδεια οδήγησης θα του είναι απαραίτητη για να μπορεί να πηγαινοέρχεται από τη Λεμεσό στη Λευκωσία για την παρακολούθηση των μαθημάτων. Τέλος, η συνήγορος του κατηγορουμένου κάλεσε το Δικαστήριο όπως επιδείξει κάθε δυνατή επιείκεια στο πρόσωπο του κατηγορουμένου και τυχόν επιβολή ποινής προστίμου αυτή να καταβληθεί με μηνιαίες δόσεις λόγω της οικονομικής του κατάστασης. Αναμφίβολα, οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι ιδιαίτερα σοβαρές. Όπως φαίνεται στις Κατηγορίες που αναφέρονται στο Κατηγορητήριο αλλά και διαφάνηκε από τα γεγονότα που ανέφερε στο Δικαστήριο η Κατηγορούσα Αρχή, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα και μη καταβάλλοντας την δέουσα προσοχή και φροντίδα απέκοψε την πορεία της εξ' αντιθέτου διερχόμενης μοτοσυκλέτας και παρά το γεγονός ότι ενεπλάκη στο εν λόγω δυστύχημα και προκάλεσε τραυματισμό του μοτοσικλετιστή, εγκατέλειψε την σκηνή χωρίς την παροχή οιασδήποτε βοήθειας. Έχοντας υπ' όψη και τις πιθανές συνέπειες που μπορούσαν να προκληθούν από την συμπεριφορά αυτή του Κατηγορουμένου, σε μία περίοδο που τα σοβαρά ατυχήματα βρίσκονται δυστυχώς σε έξαρση, το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να στείλει το μήνυμα μέσω των επιβληθεισών ποινών ότι τέτοια οδική συμπεριφορά είναι απαράδεκτη. Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Κώστας Ζυπιτής ν. Αστυνομίας,

(2003)2 Α.Α.Δ. 220, το αυτοκίνητο αποτελεί, ως υποδεικνύει το Δικαστήριο με αναφορά στην R. v. Reid
(1992)3 All E.R. 873, αντικείμενο ικανό να προκαλέσει το θάνατο ή σοβαρή βλάβη, κατά πάντα χρόνο, όταν αυτό βρίσκεται σε κίνηση, γεγονός που προσδιορίζει και τις ευθύνες του οδηγού για τη χρήση και το καθήκον του για την προστασία της ασφάλειας τρίτων. Από τις Κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, σοβαρότερη είναι η 3η Κατηγορία. Το άρθρο 235Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 αναφέρει τα ακόλουθα: «
(1)Όποιος, αφού εμπλακεί σε ατύχημα το οποίο προκαλεί το θάνατο άλλου προσώπου ή σωματική βλάβη σε άλλο πρόσωπο, εγκαταλείπει τον τόπο του ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.
(2).................................
(3)Εκτός αν το Δικαστήριο για ειδικούς λόγους διατάξει διαφορετικά, αφού λάβει υπόψη όλες τις συνθήκες της υπόθεσης, πρόσωπο το οποίο καταδικάζεται δυνάμει του εδαφίου
(1)ή
(2)στερείται του δικαιώματος κατοχής άδειας οδηγού για περίοδο που δεν είναι μικρότερη του ενός χρόνου από της ημερομηνίας της καταδίκης, όπως το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο». Η σοβαρότητα του αδικήματος διαφαίνεται και από τις προβλεπόμενες στον Νόμο ποινές, είναι δε από τα πλέον σοβαρά τροχαία αδικήματα. Η όλη συμπεριφορά ατόμου που, μετά από ατύχημα, εγκαταλείπει την σκηνή χωρίς να ενδιαφερθεί για την τύχη των επηρεαζομένων και χωρίς την παροχή σε αυτούς οιασδήποτε βοήθειας, αποτελεί αντικοινωνική και εγωϊστική συμπεριφορά. Στην Ανδρέας Πουμπουρής v Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 1 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε και στο Άρθρο 235Α του Ποινικού Κώδικα, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο σκοπός για τον οποίο θεσπίστηκε η πιο πάνω διάταξη είναι προφανής και νομίζουμε πως δεν χρειάζεται οποιαδήποτε εξειδίκευση. Ωστόσο, επιγραμματικά θα επαναλάβουμε το αυτονόητο ότι δηλαδή κάθε οδηγός οχήματος που εμπλέκεται σε τροχαίο δυστύχημα έχει νομική και ηθική υποχρέωση να σταματά και να προσφέρει βοήθεια στο θύμα του δυστυχήματος. Η έγκαιρη παροχή βοήθειας μπορεί να σώσει τη ζωή του θύματος ενώ η εγκατάλειψη του μπορεί ακόμη να οδηγήσει και στο θάνατο. Συνιστά άκρως εγωιστική συμπεριφορά η εγκατάλειψη θύματος τροχαίου δυστυχήματος χωρίς βοήθεια, όταν μάλιστα, είναι τέτοιες οι συνθήκες ώστε να καθίσταται απομακρυσμένη η παροχή βοήθειας μέσα σε σύντομο χρόνο.» Η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από την μια και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη από την άλλη. Ο Κατηγορούμενος, με την όλη συμπεριφορά του, επέδειξε πλήρη αδιαφορία για τις συνέπειες των πράξεων του και ειδικά προς τον μοτοσικλετιστή ο οποίος είχε ανατραπεί και τραυματιστεί από το ατύχημα. Η οδική συμπεριφορά αυτή είναι απαράδεκτη και οι επιβαλλόμενες ποινές πρέπει να αντανακλούν την ανάγκη αποτροπής της. Οι λόγοι που προβλήθηκαν από τον κατηγορούμενο ότι τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη σκηνή δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτοί. Χωρίς να παραγνωρίζω το φόβο και το άγχος και πανικό που τον κυρίευσε τη δεδομένη στιγμή, όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα οφείλει να συμμορφώνεται με τους σχετικούς Νόμους και Κανονισμούς. Σε αντίθετη περίπτωση θα οδηγούμαστε στην επιλεκτική συμμόρφωση λαμβάνοντας υπόψη κάθε φορά τη κατάσταση του κάθε κατηγορούμενου στην οποία βρίσκεται μετά από ένα δυστύχημα. Προς όφελος του κατηγορουμένου όμως, λαμβάνω υπόψη μου την παραδοχή του στο Δικαστήριο έστω και στο στάδιο που αυτή έλαβε χώρα (βλ. Χαρτούμπαλος v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28) και την απολογία του. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου τη συνεργασία του με τις Αστυνομικές Αρχές και τη βοήθεια του στην εξιχνίαση της υπόθεσης. Ο κατηγορούμενος μετά πάροδο κάποιών ωρών από το δυστύχημα, ο ίδιος επισκέφθηκε τον Αστυνομικό Σταθμό Αγ. Ιωάννη και το ανέφερε εξιστορώντας τα γεγονότα όπως αυτά έλαβαν χώραν. Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος αποζημίωσε το θύμα τόσο για τις υλικές όσο και για τις σωματικές βλάβες που προκλήθηκαν από το επίδικο δυστύχημα. Όλα τα πιο πάνω αποδεικνύουν την έμπρακτη μεταμέλεια του κατηγορουμένου και θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτήν από το Δικαστήριο. Πέραν των πιο πάνω, λαμβάνω ιδιαίτερα υπόψη μου ως μετριαστικό παράγοντα και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου όπως αυτές φαίνονται από την σχετική Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αλλά και έχουν εκτεθεί ενώπιον μου από την ευπαίδευτη συνήγορο του. Είναι ένα άτομο μορφωμένο σήμερα, ουδέποτε στο παρελθόν δημιούργησε οποιαδήποτε προβλήματα και είναι λευκού ποινικού μητρώου. Είναι θύμα και αυτός της ανεργίας που μαστίζει τον τόπο μας και προσπαθεί να εξεύρει εργασία και να αποκτήσει εισοδήματα. Στο παρόν στάδιο αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα αφού τα μόνα του εισοδήματα, ουσιαστικά, είναι αυτά που προέρχονται από τους γονείς του για τη συντήρηση του. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου και το νεαρό της ηλικίας του κατά τον χρόνο που διέπραξε τα εν λόγω αδικήματα. Γενικότερα, προκύπτει ότι η παραβατική συμπεριφορά που επέδειξε ο κατηγορούμενος τη δεδομένη στιγμή αποτελεί ένα μεμονωμένο γεγονός το οποίο επεσυνέβηκε υπό τις περιστάσεις που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Περαιτέρω, λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου και το χρονικό διάστημα που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν στις 5/12/2007 και η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 3/2/2011 δηλαδή τέσσερα και πλέον χρόνια μετά. Η κατηγορούσα αρχή δικαιολογώντας την καθυστέρηση αυτή ανέφερε ότι πριν την καταχώρηση της υπόθεσης αυτής προηγήθηκε η καταχώρηση άλλων δύο υποθέσεων εναντίον του κατηγορούμενου, οι οποίες απορρίφθηκαν λόγω μη επίδοσης καθότι ο κατηγορούμενος απουσίαζε στο εξωτερικό. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι καταχωρήθηκε η Ποινική Υπόθεση Αρ. 24865/08 στις 18/2/2008 η οποία απορρίφθηκε στις 28/04/2009 λόγω μη επίδοσης. Στο έντυπο του δικαστικού επιδότη για την υπόθεση αυτή αναφερόταν ότι ο κατηγορούμενος απουσίαζε στο εξωτερικό για σπουδές και ότι θα βρισκόταν στην Κύπρο το καλοκαίρι. Επίσης, αναφέρθηκε και η Ποινική Υπόθεση Αρ. 4072/10 η οποία απορρίφθηκε λόγω μη επίδοσης στις 17/12/
  1. Στο έντυπο του δικαστικού επιδότη στην υπόθεση αυτή αναφερόταν ο ίδιος λόγος μη επίδοσης της κλήσης όπως και στην προηγούμενη υπόθεση. Ότι δηλαδή απουσίαζε στο εξωτερικό για σπουδές και θα επέστρεφε το καλοκαίρι. Η συνήγορος του κατηγορουμένου ανέφερε ότι η κατηγορούσα αρχή είναι αδικαιολόγητη για την καθυστέρηση αυτή, αφού ο κατηγορούμενος ενώ ήταν φοιτητής επισκεπτόταν την Κύπρο τόσο το καλοκαίρι όσο και στις διακοπές των Χριστουγέννων και του Πάσχα και θα μπορούσαν να του επιδώσουν την κλήση. Άλλωστε το γεγονός αυτό το αναγράφει και ο δικαστικός επιδότης στο σημείωμα του στις πιο πάνω υποθέσεις μετά από αναφορές της μητέρας του κατηγορουμένου. Από τα πιο πάνω, προκύπτει ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν έλαβε όλα τα απαραίτητα και ενδεδειγμένα μέτρα για να καταστεί δυνατή η επίδοση της κλήσης στον κατηγορούμενο για τις προηγούμενες υποθέσεις που καταχωρήθηκαν. Είχε από τότε την πληροφόρηση η κατηγορούσα αρχή για το πότε ο κατηγορούμενος θα βρισκόταν στην Κύπρο και θα μπορούσε να του επιδώσει την υπόθεση. Παρόλα αυτά αδράνησε με αποτέλεσμα να απορριφθούν οι προηγούμενες υποθέσεις λόγω μη επίδοσης. Επίσης, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δεν κρυβόταν για να αποφύγει την επίδοση της κλήσης αλλά ο ίδιος βρισκόταν στο εξωτερικό για σπουδές και επισκεπτόταν την Κύπρο για διακοπές. Εν όψει των πιο πάνω, καταλήγω, ότι για το χρονικό διάστημα που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης ευθύνη έχει η κατηγορούσα αρχή. Περαιτέρω, η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 03/02/2011 και ορίστηκε για πρώτη εμφάνιση στις 9/9/2011 ημερομηνία κατά την οποία ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και απάντησε μη ενοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 27/01/2012 ημερομηνία κατά την οποία αποσύρθηκε ο μέχρι τότε δικηγόρος του κατηγορούμενου και η υπόθεση ορίστηκε εν νέου για ακρόαση στις 11/05/
  2. Κατά την πιο πάνω ημερομηνία η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε και ορίστηκε εκ νέου στις 14/09/2012 ημερομηνία που ο κατηγορούμενος προέβηκε σε παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Ακολούθως, η υπόθεση ορίστηκε για γεγονότα και επιβολή ποινής στις 08/10/2012 με οδηγίες του Δικαστηρίου όπως μέχρι τότε ετοιμαστεί σχετική Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Την εν λόγω ημερομηνία η υπόθεση ολοκληρώθηκε. Από τα πιο πάνω, φαίνεται ότι για την μετέπειτα καθυστέρηση μερίδιο ευθύνης έχει και ο κατηγορούμενος από την επιλογή του αρχικά να απαντήσει μη παραδοχή και εν τέλει μετά από πάροδο ενός χρόνου να παραδεχθεί τις κατηγορίες. Παρόλα αυτά όμως, η καθυστέρηση αυτή δεν είναι ουσιώδες από μόνη της. Η σημαντική καθυστέρηση που παρατηρείται στην υπόθεση αυτή είναι μέχρι της καταχώριση της από την κατηγορούσα αρχή για την οποία ο κατηγορούμενος δεν φέρει ευθύνη. Η καθυστέρηση είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται σοβαρά υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Έχει νομολογηθεί ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο, είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος - (βλ. Μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, σελ. 10 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71, σελ. 77)». Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Πεγειώτης κ.α
(2001)2 Α.Α.Δ. 617 λέχθηκε ότι όταν για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης ευθύνεται ο κατηγορούμενος τότε δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας v. Bαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638). Πέραν των πιο πάνω, έχει νομολογηθεί ότι βασικός λόγος για τον οποίο η καθυστέρηση προσμετρά ως ελαφρυντικός παράγοντας είναι διότι στο μεταξύ οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου μπορεί να έχουν αλλάξει. Περαιτέρω, η αποτίμηση της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προ το άτομο του παραβάτη, μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του (βλ. Σωτήρης Αβραάμ v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 365). Περαιτέρω, θα πρέπει να γίνει και ιδιαίτερη αναφορά στην Αβραάμ (ανωτέρω) όπου διαφαίνεται ότι ακόμη και στην περίπτωση που για την καθυστέρηση ευθύνεται ο κατηγορούμενος, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μαζί με τα υπόλοιπα περιστατικά και τη φύση της υπόθεσης. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση αυτή λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Παρά τη θέση της νομολογίας ως προς τις επιπτώσεις της καθυστέρησης όταν για αυτήν ευθύνεται ο κατηγορούμενος και τη θέση της ως προς την ευθύνη του δικαστηρίου για τη διεξαγωγή της μέσα σε εύλογο χρόνο παραμένει το γεγονός της επιβολής ποινής μετά την παρέλευση 40 μηνών από τη διάπραξη των αδικημάτων». Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές κρίνω ότι η καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης από την κατηγορούσα αρχή και γενικότερα το συνολικό χρονικό διάστημα της ολοκλήρωσης της που ανέρχεται στους 58 περίπου μήνες θα παίξει σημαντικό ρόλο τόσο στο είδος της ποινής όσο και στο ύψος της. Να σημειωθεί επίσης, ότι από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου έχουν αλλάξει ουσιαστικά. Τότε ήταν ηλικίας 19 χρονών, εθνοφρουρός ενώ σήμερα είναι νεαρός επιστήμονας, είναι πτυχιούχος νομικής, κάνει την άσκηση του και θα παρακαθίσει σε εξετάσεις για την απόκτηση της άδειας εξασκήσεως του επαγγέλματος του δικηγόρου. Χωρίς να παραγνωρίζω τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και ειδικότερα αυτή της τρίτης κατηγορίας και την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιες περιπτώσεις, εντούτοις στην παρούσα υπόθεση, για τους λόγους που ανέφερα ανωτέρω, δεν ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης. Συνυπολογίζοντας όλα τα ανωτέρω και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκια, επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: Στην πρώτη κατηγορία ποινή προστίμου €200. Στην τρίτη κατηγορία ποινή προστίμου €400 και 5 βαθμοί ποινής. Εκείνο το οποίο με έχει προβληματίσει είναι κατά πόσο θα πρέπει να αποστερηθεί από τον κατηγορούμενο το δικαίωμα του να κατέχει ή να αποκτά άδειας οδήγησης. Έχω λάβει υπόψη μου όλες τις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος καθώς επίσης και το χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει από τη διάπραξη του αδικήματος της κατηγορίας μέχρι σήμερα καθώς επίσης και τη μετέπειτα συμπεριφορά του κατηγορούμενου. Επίσης, έλαβα υπόψη μου τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου και την ανάγκη από την άλλη προστασίας του κοινού. Συνυπολογίζοντας τα πιο πάνω, κρίνω ότι η επιβολή στέρησης της άδειας οδηγήσεως του κατηγορουμένου δεν θα εξυπηρετήσει οποιονδήποτε σκοπό και η πιο πάνω ποινή είναι ικανοποιητική υπό τις παρούσες περιστάσεις. Ως εκ τούτου δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε στέρηση της άδειας οδηγήσεως. €20 έξοδα να καταβληθούν από τον κατηγορούμενο. Εν όψει την οικονομικής κατάστασης του κατηγορουμένου το πρόστιμο να καταβληθεί από αυτόν δια μηνιαίων δόσεως ύψους €50 η κάθε μια αρχής γενομένης την 01ην/11/2012 και ακολούθως την 1ην ημέρα εκάστου επόμενου μήνα μέχρι εξόφλησης. ....................................... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.