Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Χαράλαμπος Κυριακίδης, Αρ. Υπόθεσης: 14580/10, 13/11/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B77 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14580/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή ν Χαράλαμπος Κυριακίδης Κατηγορούμενου ------------------------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 13/11/2012. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Δημητρίου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Χαραλάμπους. Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει Κατηγορία αμελούς οδήγησης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος αυτός στις 07/11/2009 στη Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού, στην οδό Σωστάκοβιτς και Ιωνίας ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής ΚΚQ 218 δεν κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και προκάλεσε δυστύχημα. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες, τον Αστ. 1872 Παναγιώτη Χριστοδούλου (Μ.Κ.1) και τον κ. Μάριο Σοφοκλέους (ΜΚ.2). Ο κατηγορούμενος, μετά που κρίθηκε ένοχος εκ πρώτης όψεως με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Η εκδοχή που προώθησε στο Δικαστήριο η Κατηγορούσα αρχή είναι ότι ο κατηγορούμενος στις 07/11/2009 ενώ οδηγούσε το όχημα του με αρ. εγγραφής ΚΚQ 218 στην οδό Σωστάκοβιτς, στη Λεμεσό, φθάνοντας στη συμβολή της εν λόγου οδού με την οδό Ιωνίας, εισήλθε σε αυτήν με αποτέλεσμα να αποκόψει την πορεία του παραπονούμενου και οδηγού της μοτοσυκλέτας με αρ. εγγραφής ΚΒΚ 914 ο οποίος κινείτο σε αυτήν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αποτέλεσμα αυτού ήταν τα δύο πιο πάνω οχήματα να συγκρουστούν μεταξύ τους και ο παραπονούμενος να υποστεί τραυματισμούς. Η θέση του κατηγορούμενου είναι ότι όταν έφθασε στη συμβολή της οδού Σωστάκοβιτς με την οδό Ιωνίας, αυτός σταμάτησε στο σημείο αλτ, έλεγξε την τροχαία κίνηση τόσο από τα δεξιά του όσο και από τα αριστερά του και αφού δεν ερχόταν οποιοδήποτε όχημα, εισήλθε στην οδό Ιωνίας. Αφού προχώρησε κάποια απόσταση και ευθυγράμμισε το όχημα του εντός της οδού Ιωνίας είδε ένα μοτοσικλετιστή να έρχεται κατά πάνω του τηρώντας τη λωρίδα κυκλοφορίας του. Επειδή πήγαινε σιγά πρόλαβε και σταμάτησε το όχημα του και κόρναρε στον εν λόγω μοτοσικλετιστή. Ο μοτοσικλετιστής φαινόταν αφηρημένος και κοίταζε αριστερά του και τελικά ήρθε και συγκρούστηκε πάνω του. Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει προσφερθεί ενώπιον του Δικαστηρίου έχει καταγραφεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν κρίνω απαραίτητο να αναφερθώ σε αυτή αυτολεξεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Θα αναφερθώ στα ουσιαστικότερα της μέρη στα πλαίσια της κατωτέρω αξιολόγησης όλων των μαρτύρων που κατέθεσαν για να διαφανεί και η λεπτομερής θέση τους. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως εξεταστής της υπόθεσης ο οποίος επισκέφθηκε τη σκηνή του επίδικου δυστυχήματος και ετοίμασε αρχικά πρόχειρο σχέδιο της σκηνής (τεκμήριο 2) και αργότερα βάσει αυτού συμμετρικό σχέδιο (τεκμήριο 3). Επίσης, ανέφερε τις περαιτέρω ενέργειες και εμπλοκή του στην υπόθεση αυτή λέγοντας ότι πήρε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 4) και ακολούθως τον κατηγόρησε γραπτώς για τo αδίκημα που αντιμετωπίζει σύμφωνα με το κατηγορητήριο και αφού του επέστησε του προσοχή του στο Νόμο του απάντησε: «Αρνούμαι αυτή τη κατηγορία» (τεκμήριο 5). Περαιτέρω, κατέθεσε στο Δικαστήριο έντυπο ζημιών του οχήματος του κατηγορούμενου (τεκμήριο 6) και έντυπο ζημιών της μοτοσυκλέτας του παραπονούμενου (τεκμήριο 7). Ο μάρτυρας αυτός κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο με απώτερο σκοπό και στόχο να το βοηθήσει να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος καταθέτοντας τα σχέδια της σκηνής και την πραγματική μαρτυρία που εντόπισε στη σκηνή. Δεν έχει διαφανεί σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του ότι αυτός ήταν μεροληπτικός κατά τη διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος ή ότι είχε οποιαδήποτε σχέση είτε με τον κατηγορούμενο ή με τον παραπονούμενο. Παρόλα αυτά όμως, ο μάρτυρας αυτός θεωρείται εμπειρογνώμονας και θα πρέπει να δώσει στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα εχέγγυα έτσι το ίδιο το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει στο δικά του ασφαλή συμπεράσματα. Κατ' αρχή στα σχέδια της σκηνής απεικονίζεται η συμβολή της οδού Σωστάκοβιτς με την οδό Ιωνίας. Η οδός Ιωνίας είναι ο κύριος δρόμος και η οδός Σωστάκοβιτς η πάροδος. Η πορεία του οχήματος του κατηγορουμένου δεικνύεται με το γράμμα Α και αρχίζει από την οδό Σωστάκοβιτς με βόρεια κατεύθυνση και στην συμβολή με την οδό Ιωνίας έχει κλίση δεξιά, δηλαδή ανατολική κατεύθυνση εντός της εν λόγο οδού. Η πορεία του οχήματος του παραπονούμενου δεικνύεται με το γράμμα Β και αυτή βρίσκεται στην οδό Ιωνίας έχοντας δυτική κατεύθυνση. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, οι πορείες αυτές υποδείχθηκαν από τους δύο οδηγούς και επίσης διευκρίνισε κατά την αντεξέταση του ότι αυτές δεν δείχνουν επ' ακριβώς το σημείο που πέρασαν τα δύο οχήματα αλλά γενικά την κατεύθυνση που κινήθηκαν. Οι πορείες αυτές των δύο οχημάτων και με την πιο πάνω διευκρίνιση του μάρτυρα δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση και κρίνω ότι αυτές αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων γι αυτό τις αποδέχομαι. Ο τρόπος με τον οποίο κινήθηκαν σε αυτές τις πορείες τα δύο οχήματα αλλά και από ποιό σημείο πέρασαν θα ανευρεθεί από την υπόλοιπη μαρτυρία. Επίσης, διαφάνηκε ότι οι διάφορες μετρήσεις που σημειώνονται στο σχέδιο δεν αμφισβητούνται από την υπεράσπιση ούτε έχει προκύψει ότι αυτές ενδεχομένως να είναι λανθασμένες. Ως εκ τούτου τις αποδέχομαι. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι το πλάτος της οδού Σωστάκωβιτς πριν τη συμβολή είναι 5,50 μέτρα ενώ ο δρόμος στη συμβολή πλαταίνει και είναι 26 μέτρα. Αριστερά και δεξιά της εν λόγο οδού υπάρχουν πεζοδρόμια τα οποία στη συμβολή με την οδό Ιωνίας έχουν κλίση δεξιά και αριστερά και συνεχίζουν στην οδό Ιωνίας. Η βασική γραμμή του μάρτυρα αρχίζει από το νότιο πεζοδρόμιο στη οδού Ιωνίας και εκτείνεται δυτικά στο απέναντι πεζοδρόμιο. Στο σημείο αλτ της συμβολής της οδού Σωστάκωβιτς με την οδό Ιωνίας υπάρχουν οι μετρήσει 17,50 και 12. Η μετρήσεις αυτές είναι οι αποστάσεις από τη γωνιά του δυτικού και ανατολικού πεζοδρομίου αντίστοιχα. Το πλάτος της οδού Ιωνίας στο σημείο σύγκρουσης είναι 7,00 μέτρα. Το Χ σημειώνεται στα 4 μέτρα από το νότιο πεζοδρόμιο. Το σημείο αυτό σημειώθηκε εκεί καθ' υπόδειξη του κατηγορούμενου και με αυτό συμφώνησε και ο παραπονούμενος. Ο ίδιος δεν βρήκε στο σημείο οποιαδήποτε πραγματική μαρτυρία. Το σημείο αυτό αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων και σε κανένα στάδιο της διαδικασίας αμφισβητήθηκε η ορθότητα του και επομένως το αποδέχομαι. Επίσης, προκύπτει από το σχέδιο της σκηνής ότι η τελική θέση του οχήματος του κατηγορούμενου βρίσκεται στην οδό Ιωνίας, σε ελαφρώς διαγώνια κλίση. Η αριστερή μπροστινή γωνιά του βρίσκεται σχεδόν στο σημείο Χ ενώ η δεξιά μπροστινή γωνιά του απέχει 3 μέτρα από το νότιο πεζοδρόμιο. Η δεξιά πισινή γωνιά του απέχει 2,00 μέτρα από τα νότια και από τη βασική γραμμή του μάρτυρα και τη νοητή γραμμή της παρόδου. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας ανέφερε ότι η ορατότητα σε σχέση με την πορεία Α από το σημείο αλτ τη συμβολής προς δυτικά είναι 65 μέτρα και προς ανατολικά δηλαδή προς την πορεία που κινήθηκε ο κατηγορούμενος, 50 μέτρα. Σε σχέση με τις ζημιές, ο μάρτυρας ανέφερε ότι στο όχημα του κατηγορουμένου ήταν στο μπροστινό αριστερό του μέρος, καπώ, αριστερό φανάρι και προφυλακτήρα. Από ότι θυμάται δεν ήταν βίαιη η σύγκρουση αλλά θα την χαρακτήριζε μέτρια με βάση τις ζημιές. Υπήρχε σπάσιμο του φαναριού του οχήματος του κατηγορουμένου και βούλωμα στο καπώ και τον προφυλακτήρα. Η μοτοσυκλέτα του παραπονούμενου έφερε ζημιά στο μπροστινό της μέρος και είχε σπάσει το μπροστινό πλαστικό. Ο μάρτυρας επίσης, διευκρίνισε ότι από τις ζημιές αυτές δεν μπορεί να καθορίσει την ταχύτητα του μοτοσικλετιστή. Δεν βρήκε ίχνη τροχοπέδησης έτσι ώστε να μπορεί να προβεί σε σχετικό έλεγχο της ταχύτητας. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, τις εξηγήσεις που έδωσε ο μάρτυρας σε σχέση με την πραγματική μαρτυρία και το σχέδιο της σκηνής καθώς επίσης και του γεγονότος ότι η αντεξέταση του είχε περισσότερο διευκρινιστικό χαρακτήρα, αποδέχομαι τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού στην ολότητα της και όλα τα τεκμήρια που κατέθεσε. Εκείνο το οποίο θα πρέπει να σημειωθεί είναι ότι στο πίσω μέρος του τεκμηρίου 2, υπάρχουν καταγραμμένες συνοπτικά οι εκδοχές των εμπλεκόμενων στο δυστύχημα οδηγών που δόθηκαν στον μάρτυρα στη σκηνή. Ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως και θα αξιολογηθεί η εκδοχή του κατωτέρω. Ο παραπονούμενος δεν προσήλθε στο Δικαστήριο να καταθέσει αφού δεν εντοπίστηκε όπως ανέφερε η κατηγορούσα αρχή. Η δήλωση του αυτή στο τεκμήριο 2 που κατέθεσε ο μάρτυρας αυτός είναι εξ' ακοής μαρτυρία. Σύμφωνα με τον Περί Αποδείξεως Νόμο Κεφ. 9 όπως έχει τροποποιηθεί με τον Νόμο 32
(1)/2004, τέτοια μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο (βλ. άρθρο 24) και αξιολογείται λαμβάνοντας υπόψη κάποια κριτήρια και όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης (βλ. άρθρο 27). Στην παρούσα υπόθεση η μαρτυρία του παραπονούμενου είναι ουσιώδης καθότι είναι ο άμεσα εμπλεκόμενος στο δυστύχημα. Η δήλωση του αυτή έγινε στα πλαίσια διερεύνησης επίδικου δυστυχήματος και δίνει την εκδοχή του αναφορικά με τον τρόπο που έγινε το εν λόγω δυστύχημα. Επίσης, ο μάρτυρας αυτός δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει. Η γενική δήλωση της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής ότι ο λόγος που δεν ήρθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει είναι διότι δεν εντοπίστηκε, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την απουσία του ως μάρτυρα από το Δικαστήριο. Δεν έχει καταδειχθεί με οποιοδήποτε τρόπο ότι δεν ήταν εύλογο και εφικτό να εντοπιστεί ο παραπονούμενος για να έρθει να καταθέσει. Ούτε έχει δοθεί οποιοσδήποτε λόγος γιατί δεν εντοπίστηκε και τί ενέργειες έγιναν. Πέραν τούτου, η δήλωση αυτή είναι μια πρώτη και γενική εκδοχή του παραπονούμενου στη σκηνή του δυστυχήματος. Ενδεχόμενος να λήφθηκε και πιο λεπτομερής κατάθεση του παραπονούμενου για το δυστύχημα αυτό στην οποία να δίνει μια πιο ολοκληρωμένη εκδοχή. Δεν έχει τεθεί τέτοια κατάθεση ενώπιον του Δικαστηρίου έτσι ώστε να μπορεί να συγκριθεί και αυτή με την αρχική δήλωση. Θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις θα ήταν επικίνδυνο και ακροσφαλή για το Δικαστήριο να δώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στη δήλωση αυτή. Επομένως, δεν μπορώ να αποδεκτώ το περιεχόμενο της εν λόγου δηλώσεως ούτε αποδίδεται σε αυτή οποιαδήποτε βαρύτητα. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος αποτελεί πραγματική μαρτυρία και ο μάρτυρας θεωρείται εμπειρογνώμονας που σκοπό έχει να διαφωτίσει το Δικαστήριο αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη ένα δυστύχημα. Να διευκρινιστεί ότι το σχέδιο από μόνο του δεν αποδεικνύει τον τρόπο που έγινε ένα δυστύχημα αλλά αποτελεί σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας της υπόλοιπης μαρτυρίας για την εξαγωγή των ορθών συμπερασμάτων. (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 307, Γιαννάκης Σοφοκλέους v. Aστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 218, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1362, Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1388). Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως αυτόπτης μάρτυρας του επίδικου δυστυχήματος. Υιοθέτησε τη γραπτή του κατάθεση ως μέρος στην κυρίως του εξέταση (τεκμήριο 8). Περαιτέρω, ανέφερε και προφορικά τον τρόπο που ο ίδιος αντιλήφθηκε να έγινε το επίδικο δυστύχημα. Ουσιαστικά η εκδοχή του ήταν ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στο δυτικό πεζοδρόμιο της οδού Σωστάκοβιτς και έπλενε το αυτοκίνητο του και κοίταζε ανατολικά. Απείχε περίπου 27 μέτρα από το σημείο της σύγκρουσης. Είδε το όχημα του κατηγορουμένου να σταματά κανονικά στο σημείο αλτ της οδού Σωστάκοβιτς και ακολούθως να εκκινεί και να εισέρχεται στην οδό Ιωνίας στρίβοντας δεξιά σύμφωνα με την πορεία του, δηλαδή ανατολικά. Στρίβοντας δεξιά το όχημα του κατηγορούμενου κτύπησε με μια μοτοσυκλέτα η οποία κατευθυνόταν δυτικά στην οδό Ιωνίας. Την ώρα εκείνη είπε, μόλις ο κατηγορούμενος εισήλθε στην οδό Ιωνίας και ακολούθησε ανατολική πορεία, είδε τον οδηγό της μοτοσυκλέτας που ερχόταν ο οποίος «έπιασε πιο δεξιά» όπως είπε και κτύπησε πάνω στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου. Έχω παρακολουθήσει το μάρτυρα αυτό την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα και έλαβα υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας του και τις απαντήσεις που έδωσε τόσο στην κυρίως του εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση του. Επίσης, έλαβα υπόψη μου και το γεγονός ότι ο μάρτυρας αυτός γνωρίζει τον κατηγορούμενου αφού ο ίδιος αναφέρει ότι είναι γείτονας της πεθεράς του. Εκείνο το οποίο έχω διαπιστώσει είναι ότι ο μάρτυρας αυτός ήταν μάρτυρας αλήθειας παρά την ύπαρξη κάποιων μικροανακριβειών στην μαρτυρία του. Εξήγησε στο Δικαστήριο τον τρόπο που ο κατηγορούμενος εξήλθε από το αλτ της οδού Σωστάκοβιτς και την πορεία που ακολούθησε μέχρι τη σύγκρουση με το μοτοποδήλατο. Συμφώνησε με την τελική θέση του οχήματος του κατηγορουμένου όπως φαίνεται στο σχέδιο της σκηνής καθώς επίσης υπέδειξε και την πορεία που ακολούθησε πριν τη σύγκρουση. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος όταν εισήλθε στην οδό Ιωνίας δεν πρόλαβε να ευθυγραμμίσει το όχημα του σε αυτήν, θέση που συνάδει με την τελική θέση του οχήματος του όπως αυτή σημειώνεται στο σχέδιο της σκηνής. Επίσης, αναφερόμενος για την απόσταση που βρισκόταν η μοτοσικλέτα πριν από τη σύγκρουση και την ώρα που ο κατηγορούμενος εκκινεί και εισέρχεται στο δρόμο, προκύπτει ότι δεν μπορούσε να την προσδιορίσει επ' ακριβώς. Απέρριψε θέση της υπεράσπισης ότι αυτή μπορεί να ήταν 60 μέτρα μακριά λέγοντας ότι είναι πολλά. Στη συνέχεια ανέφερε ότι μπορεί να ήταν γύρω στα 30 μέτρα. Σίγουρα δεν αναμένεται από ένα μάρτυρα να μπορεί να προσδιορίζει επ' ακριβώς αποστάσεις. Εκείνο που προκύπτει από τη θέση του μάρτυρα είναι ότι κατά την είσοδο του κατηγορούμενου στην οδό Ιωνίας ο μοτοσικλετιστή κινείτο σε αυτήν έχοντας ανατολική πορεία και η απόσταση που το χώριζε από τον κατηγορούμενο ήταν γύρω στα 30 μέτρα. Παρά τη πιο πάνω θέση, ο μάρτυρας εξέφρασε και την άποψη ότι ο μοτοσικλετιστής θα μπορούσε να αποφύγει τον κατηγορούμενο. Δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στη θέση αυτή. Το κατά πόσο ο μοτοσικλετιστής έλαβε οποιαδήποτε αποτρεπτικά μέτρα ή όχι και κατά πόσο μπορούσε να αποφύγει τη σύγκρουση κρίνεται με βάση τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης από το Δικαστήριο. Επίσης, στην παρούσα κρίνεται η οδική συμπεριφορά του κατηγορούμενου και μόνο και όχι αυτή του μοτοσικλετιστή. Επίσης, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος μετά που εισήλθε στην οδό Ιωνίας και πριν από τη σύγκρουση σταμάτησε το όχημα του διότι είδε τον μοτοσικλετιστή να έρχεται προς τα πάνω του. Περαιτέρω, εξέφρασε τη θέση ότι ο μοτοσικλετιστής δεν έτρεχε. Σε σχέση με το κατά πόσο υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα αριστερά και δεξιά της οδού Ιωνίας, ο μάρτυρας κατά την κυρίως του εξέταση ανέφερε ότι στο σημείο που έγινε το δυστύχημα υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα πάνω στο πεζοδρόμιο τόσο δεξιά όσο και αριστερά του δρόμου. Παρόλο που διαφάνηκε ότι δεν μπορούσε να καθορίσει επ' ακριβώς πόσο χώρο καταλάμβαναν εντός του δρόμου, προκύπτει ότι τα οχήματα αυτά βρίσκονταν παρκαρισμένα τόσο στο πεζοδρόμιο όσο και σε μέρος του δρόμου. Επίσης, περιέγραψε με σαφήνεια το όχημα που ήταν παρκαρισμένο στο αριστερό πεζοδρόμιο στην οδό Ιωνίας σύμφωνα με την πορεία του παραπονούμενου για να πει ότι αυτό δεν του εμπόδιζε την ορατότητα του από το σημείο που βρισκόταν. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και παρά του ότι σε κάποια σημεία της μαρτυρίας του ο μάρτυρας αυτός προσπάθησε να ήταν ευνοϊκός για τον κατηγορούμενο εκφράζοντας και τη θέση ότι ο παραπονούμενος θα μπορούσε να αποφύγει τη σύγκρουση, εντούτοις η μαρτυρία του συνάδει και με την πραγματική μαρτυρία και δεν διέκρινα ότι ο μάρτυρας αυτός ήρθε στο Δικαστήριο για να πει ψέματα. Κρίνω ότι μπορώ να αποδεκτώ τη μαρτυρία του και την αποδέχομαι με τις πιο πάνω διευκρινήσεις. Από την αντίπερα όχθη, ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως στο Δικαστήριο και πρόβαλε στη δική του εκδοχή. Βασική του θέση ήταν ότι κινείτο στην οδό Σωστάκοβιτς με βόρεια κατεύθυνση με χαμηλή ταχύτητα. Φθάνοντας στη συμβολή με τον οδό Ιωνίας σταμάτησε στο σημείο αλτ της πορείας του, στο σημείο 17,50 μέτρα της βασικής γραμμής του Μ.Κ.1. Αφού κοίταξε αριστερά και δεξιά και ο δρόμος ήταν καθαρός εισήλθε στην οδό Ιωνίας με πρόθεση να κατευθυνθεί ανατολικά. Αφού προχώρησε κάποια απόσταση και ευθυγράμμισε το όχημα του εντός της πιο πάνω οδού, είδε να έρχεται ένα μοτοποδήλατο τύπου σκούτερ το οποίο οδηγούσε ένας νεαρός έχοντας συνεπιβάτιδα μια νεαρή κοπέλα. Ο οδηγός του σκούτερ αναφέρει, κρατούσε την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας δηλαδή τη δική του και ερχόταν κατά πάνω του. Επειδή πήγαινε σιγά πρόλαβε και σταμάτησε το όχημα του και του κόρναρε. Ο οδηγός της μοτοσυκλέτας αναφέρει φαινόταν αφηρημένος και όπως ερχόταν κοίταζε στα αριστερά του. Τελικά, ήρθε και συγκρούστηκε στο αριστερό μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τον κατηγορούμενo κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα και επίσης έλαβα υπόψη μου και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του σε συνδυασμό και με την πραγματική μαρτυρία την οποία το Δικαστήριο έκανε αποδεκτή. Κρίνω ότι ο κατηγορούμενος δεν παρουσίασε τα πραγματικά γεγονότα στο Δικαστήριο. Έχω διακρίνει μια προσπάθεια του να αποποιηθεί οποιασδήποτε τυχόν ευθύνης φέρει για το επίδικο δυστύχημα. Επίσης, η μαρτυρία του παρουσιάζει αντιφάσεις καθώς επίσης και ανακρίβειες. Σε κάποια σημεία της επίσης, συγκρούεται και με την πραγματική μαρτυρία. Συγκεκριμένα, ενώ στη κυρίως του εξέταση και στην γραπτή του κατάθεση ανέφερε αρχικά ότι όταν εισήλθε στην οδό Ιωνίας πρόλαβε και ευθυγράμμισε το όχημα του σε αυτήν, σε άλλο σημείο της ίδιας της γραπτής του κατάθεσης αναφέρει ότι δεν είχε περιθώριο να ισιώσει και ευθυγραμμίσει το όχημα του καθότι είχε παρκαρισμένα αυτοκίνητα στην αριστερή μεριά του δρόμου. Περαιτέρω, σε σχέση με το θέμα αυτό είπε σε περαιτέρω εξέταση του ότι όταν εισήλθε στην οδό Ιωνίας ευθυγράμμισε το όχημα του εντός της πιο πάνω οδού. Η θέση του αυτή δεν συνάδει με την πραγματική μαρτυρία και το σχέδιο της σκηνής στο οποίο το όχημα του κατηγορούμενου στην τελική του θέση είναι ελαφρώς διαγώνια στην οδό Ιωνίας. Ερχόμενος αντιμέτωπος με το γεγονός αυτό κατά την αντεξέταση του, επέμενε ότι αυτός ευθυγράμμισε το όχημα του και ανέφερε ότι το όχημα του κατέληξε στην θέση αυτή μετά το κτύπημα αφού με τη σύγκρουση μετακινήθηκε. Πέραν του ότι δεν συνάδει ούτε δικαιολογείται η μετακίνηση του οχήματος του κατηγορουμένου μετά τη σύγκρουση από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία, η θέση του αυτή συγκρούεται και με το σημείο σύγκρουσης. Το σημείο αυτό βρίσκεται στο αριστερό μπροστινό μέρος του οχήματος του κατηγορουμένου εκεί που είναι η τελική του θέση. Επομένως, από αυτό προκύπτει ότι μετά το κτύπημα το όχημα του κατηγορουμένου δεν μετακινήθηκε και η τελική του θέση είναι εκεί που έγινε η σύγκρουση. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος ενώ στη κατάθεση του αναφέρει ότι δεν θυμάται πόση απόσταση διάνυσε εντός της οδού Ιωνίας και πόσο απείχε ο παραπονούμενος όταν τον είδε για πρώτη φορά, στην προφορική του μαρτυρία προσπάθησε να καθορίσει τις αποστάσεις αυτές. Από τις αναφορές του αυτές είναι προφανής η προσπάθεια του να τις καθορίσει με βάση τη πραγματική μαρτυρία και τις μετρήσεις του Μ.Κ.1 σε μια προσπάθεια του να επιρρίψει την αποκλειστική ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα στον παραπονούμενο. Επίσης, ενώ στη γραπτή του κατάθεση δεν αναφέρει οτιδήποτε για το κατά πόσο όχημα παρκαρισμένο στη αριστερή πλευρά της οδού Ιωνίας σύμφωνα με την πορεία του παραπονούμενου του εμπόδιζε την ορατότητα, το ανέφερε κατά την προφορική του μαρτυρία για να καταδείξει ότι είχε περιορισμένη ορατότητα. Όταν του υποβλήθηκε ότι αφού είναι έτσι θα έπρεπε να εξέλθει σιγά σιγά από το σημείο αλτ και να ελέγξει ικανοποιητικά το δρόμο, απάντησε ότι έτσι είχε πράξει. Τη θέση αυτή την προέβαλε για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του και διαφοροποιείται από αυτή που ανέφερε αρχικά σε σχέση με τον τρόπο που εισήλθε στην οδό Ιωνίας. Επίσης, ενώ είχε σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας αναφέρει ότι η ορατότητα του από το σημείο αλτ προς τα δεξιά ήταν γύρω στα 35 μέτρα, κατά την αντεξέταση του είπε ότι ήταν περίπου 80 μέτρα. Περαιτέρω, προσπάθησε να αποδώσει την ευθύνη για το δυστύχημα στον παραπονούμενο ο οποίος όπως αναφέρει στην κατάθεση του ήταν αφηρημένος και κοίταζε αριστερά. Κατά την αντεξέταση του είπε ότι συνομιλούσε με την συνεπιβάτιδα του και γι αυτό δεν τον είδε και συνεχίζοντας ανέφερε ότι ο παραπονούμενος οδηγούσε με μαθητική άδεια και δεν δικαιούταν να μεταφέρει άλλο επιβάτη. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω αλλά και το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας του κατηγορούμενου σε συνδυασμό με τον τρόπο που απαντούσε τις ερωτήσεις και την εντύπωση που απεκόμισα από αυτόν κατά στο στάδιο της προφορικής του μαρτυρίας, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Ως εκ τούτου αυτή απορρίπτεται στην ολότητα της. Δεδομένης λοιπόν της ανωτέρω αξιολόγησης της μαρτυρίας των εμπλεκομένων στο επίδικο δυστύχημα, τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Ο κατηγορούμενος στις 07/11/2009 και περί ώρα 13:20 οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΚΚQ 218 στην οδό Σωστάκοβιτς έχοντας βόρεια κατεύθυνση. Φθάνοντας στη συμβολή με την οδό Ιωνίας, η οποία είναι ο κύριος δρόμος, ο κατηγορούμενος σταμάτησε στο σημείο αλτ της πορείας του. Ακολούθως, εκκίνησε και εισήλθε εντός της οδού Ιωνίας με πρόθεση να κινηθεί ανατολικά. Την ίδια ώρα ο παραπονούμενος οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του με αρ. εγγραφής ΚΒΚ 914 στην οδό Ιωνίας με δυτική πορεία έχοντας σε αυτήν και συνεπιβάτιδα. Η απόσταση που βρισκόταν ο παραπονούμενος την ώρα που ο κατηγορούμενος εξήλθε από την οδό Σωστάκοβιτς, ήταν γύρω στα 30 μέτρα και αυτός δεν έτρεχε. Όταν ο κατηγορούμενος εξήλθε από την οδό Σωστάκοβιτς, διάνυσε κάποια απόσταση και προτού προλάβει να ευθυγραμμίσει το όχημα του είδε τον παραπονούμενο να έρχεται προς τα πάνω του και σταμάτησε το όχημα του. Αμέσως, ο παραπονούμενος κινήθηκε δεξιότερα και κτύπησε στο μπροστινό δεξιό μέρος του οχήματος του κατηγορούμενου. Από το σημείο που εξήλθε ο κατηγορούμενος από την οδό Σωστάκοβιτς υπήρχε ορατότητα προς τα δεξιά της πορείας του 50 μέτρα. Το όχημα του κατηγορούμενου όπως βρέθηκε στην τελική του θέση είναι ελαφρώς διαγώνια στην οδό Ιωνίας και μεγάλο μέρος του καταλαμβάνει την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του παραπονουμένου. Το σημείο σύγκρουσης απέχει 4,00 μέτρα από το νότιο πεζοδρόμιο της οδού Ιωνίας και βρίσκεται 0,50 εκατοστά εντός της δεξιά λωρίδας κυκλοφορίας σύμφωνα πάντα με την πορεία του παραπονούμενου αφού το συνολικό πλάτος του δρόμου στο σημείο είναι 7,00 μέτρα. Το πίσω δεξιό μέρος του οχήματος του κατηγορουμένου απέχει 2,00 μέτρα από τη νοητή γραμμή της οδού Σωστάκοβιτς. Αριστερά και δεξιά της οδού Ιωνίας στο σημείο που έγινε το δυστύχημα υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα τα οποία καταλάμβαναν και μέρος του δρόμου. Στο σημείο 27,50 της βασικής γραμμής του Μ.Κ.1 όπου στεκόταν ο Μ.Κ.2 το όχημα που βρισκόταν σταματημένο νότια της οδού Ιωνίας δεν εμπόδιζε την ορατότητα του προς τα ανατολικά. Το σημείο αυτό είναι στη ίδια ευθεία με τις μετρήσεις 17,50, 12 και 10,20 του εν λόγω μάρτυρα. Από τη σύγκρουση προκλήθηκαν ζημιές στο αριστερό μπροστινό καπώ, φανάρι και προφυλακτήρα του οχήματος του κατηγορουμένου και στο μπροστινό πλαστικό της μοτοσικλέτας του παραπονουμένου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια ( βλ. Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78 και Ανδρέας Νεοφύτου v. Aστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 217/09, Ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2011). Επίσης, αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με απόφραξη του δρόμου και η απόφραξη αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας (βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ 1696). Δεδομένων των πιο πάνω νομικών αρχών και των ευρημάτων του Δικαστηρίου, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου κατά την οδήγηση του οχήματος του, τη δεδομένη στιγμή, υπολείπεται από αυτή του μέσου συνετού οδηγού. Από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος επιχειρώντας να εξέλθει από την πάροδο της οδού Σωστάκοβιτς προς την οδό Ιωνίας και να κατευθυνθεί ανατολικά σε αυτήν, συγκρούστηκε με τη μοτοσικλέτα του παραπονούμενου η οποία κινείτο σε αυτήν έχοντας δυτική πορεία. Το καθήκον που είχε ο κατηγορούμενος τη δεδομένη στιγμή ήταν να σταματήσει στο σημείο αλτ της πορείας του, να ελέγξει τη τροχαία κίνηση στην οδό Ιωνίας και αφού ήταν ασφαλές τότε να εξέλθει από αυτήν (βλ. Adamis & Another v. Eracleous
(1982)1 A.A.Δ. 746, Χριστοδούλου v. Γρηγορίου
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 178, Χρίστος Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 391). Ο κατηγορούμενος στην παρούσα περίπτωση ενώ είχε σταματήσει στο σημείο αλτ της πορείας του, σύμφωνα πάντοτε με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, εντούτοις δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα την παρουσία του παραπονούμενου στο δρόμο. Από το σημείο αλτ της πορείας του είχε ορατότητα γύρω στα 50 μέτρα προς τα δεξιά του, δηλαδή προς ανατολικά από όπου κινείτο ο παραπονούμενος. Η ύπαρξη σταθμευμένου οχήματος στο νότιο πεζοδρόμιο δεν έχει προκύψει να εμπόδιζε την ορατότητα του. Ακόμη και να την εμπόδιζε όμως όφειλε και μπορούσε να οδηγήσει με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να είναι σε θέση να ελέγξει ικανοποιητικά το δρόμο προτού εξέλθει από την πάροδο της οδού Σωστάκοβιτς. Επίσης, είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο παραπονούμενος κατά την ώρα που ο κατηγορούμενος εξήλθε από το σημείο αλτ βρισκόταν σε απόσταση που όπως την υπολόγισε ο Μ.Κ.2 μπορεί να ήταν γύρω στα 30 μέτρα και δεν έτρεχε. Προκύπτει δηλαδή εύλογα το συμπέρασμα ότι κατά την ώρα που ο κατηγορούμενος εισήλθε στην οδό Ιωνίας ο παραπονούμενος κινείτο σε αυτήν έχοντας δυτική κατεύθυνση και παρέλειψε να τον αντιληφθεί. Πέραν των πιο πάνω, μπορεί να προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου αλλά και την πραγματική μαρτυρία ότι προτού επέλθει η σύγκρουση, ο κατηγορούμενος διάνυσε κάποια απόσταση εντός της οδού Ιωνίας, πλην όμως είναι φανερό ότι δεν πρόλαβε να ευθυγραμμίσει το όχημα του εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία που είχε πρόθεση να ακολουθήσει. Αυτό βρισκόταν ακόμη σε ελαφρώς διαγώνια θέση στο δρόμο καταλαμβάνοντας μεγάλο μέρος του τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία που θα ακολουθούσε δηλαδή το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Η οδός Ιωνίας στο σημείο της σύγκρουσης έχει συνολικό πλάτος 7 μέτρα. Η πισινή δεξιά γωνιά του οχήματος του κατηγορούμενου απέχει 2 μέτρα από τη νοητή γραμμή της οδού Σωστάκωβιτς ενώ η μπροστινή δεξιά γωνία του 3 μέτρα από το νότιο πεζοδρόμιο της οδού Ιωνίας. Περαιτέρω, το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται σχεδόν απέναντι από την αρχή του ανοίγματος της οδού Σωστάκοβιτς, στα ανατολικά και απέχει περίπου 1,50 μέτρο από την αρχή της συμβολής της πιο πάνω οδού με την οδό Ιωνίας και βρίσκεται 4 μέτρα βορειότερα εντός της οδού Ιωνίας. Περαιτέρω, έχει προκύψει ότι ο παραπονούμενος πριν τη σύγκρουση κινήθηκε δεξιότερα της πορείας του και κτύπησε επί του οχήματος του κατηγορουμένου ο οποίος μόλις αντιλήφθηκε τον παραπονούμενο πρόλαβε και σταμάτησε το όχημα του εντός της οδού Ιωνίας. Η σύγκρουση έγινε αμέσως μετά που ο κατηγορούμενος πρόλαβε και σταμάτησε το όχημα του. Από τα πιο πάνω ευρήματα σε σχέση με τον τρόπο που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα, προκύπτει το συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος προτού εισέλθει στην οδό Ιωνίας παρέλειψε να αντιληφθεί την έλευση της μοτοσικλέτας του παραπονούμενου η οποία κινείτο στο δρόμο έχοντας δυτική κατεύθυνση. Πέραν των αναφορών του Μ.Κ.2 σε σχέση με την απόσταση που βρισκόταν η μοτοσικλέτα κατά την είσοδο του κατηγορούμενου στο δρόμο, μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι αυτή βρισκόταν σε απόσταση που δεν ήταν ασφαλές για τον κατηγορούμενο να το πράξει, δεδομένου και της θέσης ότι αυτή δεν έτρεχε αλλά επίσης και της πραγματικής μαρτυρίας και του σημείου που έλαβε χώρα η σύγκρουση και της ενέργειας του παραπονουμένου πριν από τη σύγκρουση (βλ. επίσης Παναγιώτης Σωτήρης Νικολάου v. Aστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 748). Δεδομένων των ευρημάτων του Δικαστηρίου και των πιο πάνω που έχω αναφέρει κρίνω ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε στην οδό Ιωνίας από την πάροδο της οδού Σωστάκοβιτς ενώ αυτό δεν ήταν ασφαλές να το πράξει αποφράσσοντας την πορεία του παραπονουμένου και αναμφίβολα η ενέργεια του αυτή αποτέλεσε μια από τις γενεσιουργές αιτίες του δυστυχήματος. Η θέση της υπεράσπισης ότι η είσοδος του κατηγορουμένου στο δρόμο δεν σχετίζεται με την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος καθότι αυτός διάνυσε κάποια απόσταση πριν από τη σύγκρουση, σταμάτησε και ο παραπονούμενος κτύπησε στο όχημα του κατηγορούμενου, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται από τα περιστατικά της υπόθεσης. Η αμέλεια εκάστου οδηγού κρίνεται από το πρίσμα της κοινής λογικής και οι παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνία του μέσου συνετού οδηγού και του χρονικού διαστήματος που μεσολαβεί από την παράλειψη μέχρι τη σύγκρουση. Στην παρούσα περίπτωση προκύπτει ότι αμέσως μετά την είσοδο του κατηγορουμένου στην οδό Ιωνίας και προτού προλάβει να ευθυγραμμίσει το όχημα του επήλθε η σύγκρουση. Επίσης, προκύπτει ότι ο παραπονούμενος κατά το χρόνο εισόδου του κατηγορούμενου στο δρόμο βρισκόταν σε κοντινή απόσταση. Περαιτέρω, το γεγονός ότι ο παραπονούμενος ενδεχομένως να μην οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του πριν από τη σύγκρουση δεν αναιρεί τίποτε από την υποχρέωση του κατηγορούμενου να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να εισέλθει στην οδό Ιωνίας προτού το πράξει (βλ. Χριστοδούλου v. Γρηγορίου (ανωτέρω). Το κατά πόσο ο παραπονούμενος φέρει μερίδιο ευθύνης για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος και ποιο είναι αυτό είναι κάτι που ενδεχομένως να αποφασιστεί στα πλαίσια αστικής διαδικασίας και όχι εδώ. Η παρούσα υπόθεση είναι ποινική και κρίνεται κατά πόσο ο κατηγορούμενος παρέλειψε να λάβει τα δέοντα μέτρα υπό τις περιστάσεις (βλ. Νικολάου ν. Αστυνομίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. 748). Δεδομένων όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απόδειξε την υπόθεση της εναντίον του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............ Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final (Αναφορά: amelia cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο