← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ευγενία Γενεθλίου, Αρ. Υπόθεσης: 13189/10, 24/10/2012

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ευγενία Γενεθλίου, Αρ. Υπόθεσης: 13189/10, 24/10/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B74 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13189/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού v. Ευγενία Γενεθλίου Κατηγορουμένης ----------------------- Ημερομηνία: 24/10/2012. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Δημητρίου Για την κατηγορούμενη: κ. Π. Κωνσταντίνου. Κατηγορούμενη: παρούσα. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες ως ακολούθως: 1) Αμελής οδήγηση. 2) Μη συμμόρφωση με φώτα τροχαίας. Η κατηγορούμενη αρνήθηκε και τις δύο πιο πάνω κατηγορίες και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε πέντε μάρτυρες, τον Αστ. 2869 Αργύρη Αργυρού (Μ.Κ.1), τον κ. Στέλιο Χαραλάμπους (Μ.Κ.2), τον κ. Κώστα Παφίτη (Μ.Κ.3), τον κ. Αντώνη Ζήνωνος (Μ.Κ.4) και τον κ. Φίλιππο Μούζουρα (Μ.Κ.5) Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη με τις κατηγορίες 1 και 2 αλλά και την εκδοχή που προωθήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή στο Δικαστήριο, προκύπτει ότι στις 05/09/2009 και περί ώρα 14:00, ενώ αυτή οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής HNA 809 στη οδό Παναγιώτη Αναγνωστοπούλου με νότια κατεύθυνση, φθάνοντας στη συμβολή με τη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού η οποία ελέγχεται με φώτα τροχαίας παραβίασε το κόκκινο φως στην πορεία της και εισήλθε στην πιο πάνω οδό με πρόθεση να κατευθυνθεί ανατολικά, αποκόπτοντας την πορεία της μοτοσυκλέτας με αρ. εγγραφής KUX 505 που οδηγείτο από τον παραπονούμενο (Μ.Κ.3) κατά μήκος της Λεωφ. Σπ. Κυπριανού έχοντας ανατολική πορεία και τη στιγμή εκείνη το φως στην πορεία του ήταν πράσινο. Από την ενέργεια αυτή της κατηγορουμένης, ο παραπονούμενος στην προσπάθεια του να αποφύγει τη σύγκρουση κινήθηκε δεξιότερα με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας του και να συγκρουστεί και να τριφτεί στη διαχωριστική νησίδα και να καταλήξει στην άσφαλτο σοβαρά τραυματισμένος. Η κατηγορούμενη, μετά που κρίθηκε ένοχη εκ πρώτης όψεως με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, και αφού της επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά της, επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση υιοθετώντας το περιεχόμενο της γραπτής της κατάθεσης στην Αστυνομία. Δεν παρουσίασε οποιαδήποτε επιπρόσθετη μαρτυρία. Η κατηγορούμενη στην ανακριτική της κατάθεση, η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 4 από τον Μ.Κ.1, αναφέρει ότι στις 05/09/2009 και περί ώρα 14:00 οδηγούσε το αυτοκίνητο της με αρ. εγγραφής ΗΝΑ 809 στη οδό Παναγιώτη Αναγνωστοπούλου στη Λεμεσό με νότια κατεύθυνση. Πλησιάζοντας τη διασταύρωση της πιο πάνω οδού με τη Λεωφ. Σπύρου Κυπριανού σε απόσταση 5 μέτρων πριν από τα φώτα τροχαίας, το φως στην πορεία της ήταν κόκκινο, άναψε πορτοκαλί και ακολούθως πράσινο. Έτσι προχωρώντας για να στρίψει προς τα αριστερά κοίταξε και προς τα δεξιά και είδε σε αρκετά μακρινή απόσταση 100 - 150 μέτρα περίπου, δύο μοτοσικλετιστές να έρχονται προς τα φώτα. Πήρε την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας για να κατευθυνθεί ανατολικά και αφού κάλυψε κάποια απόσταση από τα φώτα της διασταύρωσης, περίπου 30 μέτρα και ενώ ήταν στην λωρίδα της, άκουσε θόρυβο μιας μοτοσυκλέτας και την είδε από το δεξιό της καθρεφτάκι να βρίσκεται πιο πίσω κολλημένη στη μεσαία διαχωριστική νησίδα και ο οδηγός της σε αυτήν να προσπαθεί να την ελέγξει. Σε κάποια στιγμή έπεσε κάτω και αφού τριβόταν στη μεσαία διαχωριστική νησίδα και στην άσφαλτο σταμάτησε στο σημείο όπου εντοπίστηκε. Ο οδηγός της, ο οποίος δε φορούσε κράνος είχε πέσει μερικά μέτρα πριν από αυτήν και είχε τραυματιστεί. Έμεινε στο μέρος όπου μαζεύτηκε κόσμος και ήρθε η Αστυνομία και το ασθενοφόρο και μετέφερε στο Νοσοκομείο το μοτοσικλετιστή. Επίσης, αναφέρει ότι με το σχέδιο της Αστυνομίας που έγινε στην παρουσία της συμφωνεί. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Ο Μ.Κ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως ο εξεταστής του επίδικου δυστυχήματος ο οποίος επισκέφθηκε τη σκηνή και ετοίμασε το πρόχειρο σχέδιο (τεκμήριο 2) και ακολούθως το συμμετρικό (τεκμήριο 3). Ανέφερε στο Δικαστήριο τις ενέργειες που έκανε στα πλαίσια των καθηκόντων του και γενικά την εμπλοκή του στο επίδικο δυστύχημα. Επίσης, κατέθεσε στο Δικαστήριο την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από την κατηγορούμενη (τεκμήριο 4) και την γραπτή κατηγορία (τεκμήριο 5). Αναφέρθηκε στις ζημιές που διαπίστωσε στα δύο ενεχόμενα οχήματα λέγοντας ότι το όχημα της κατηγορουμένης δεν έφερε οποιεσδήποτε ζημιές (βλ. έντυπο ζημιών του εν λόγω οχήματος, τεκμήριο 6), ενώ η μοτοσυκλέτα έφερε ζημιές στη δεξιά της πλευρά χωρίς να μπορεί να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες (βλ. τεκμήριο 7). Τέλος, κατέθεσε και ιατρική έκθεση του οδηγού της μοτοσυκλέτας (τεκμήριο 8). Έχω παρακολουθήσει με προσοχή το μάρτυρα αυτό την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα και σε συνάρτηση με τον τρόπο που μαρτυρούσε και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, κρίνω ότι ήταν μάρτυρας αλήθειας και ήρθε στο Δικαστήριο με απώτερο σκοπό να το βοηθήσει να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα αναφορικά με τον τρόπο που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα. Παρόλο που έχω διαπιστώσει ότι ο μάρτυρας αυτός σε κάποια σημεία της μαρτυρίας του δεν ήταν σε θέση να θυμάται κάποια γεγονότα που σχετίζονταν με την όλη διερεύνηση της υπόθεσης και τις ενέργειες που ο ίδιος έκανε, εντούτοις αυτό με κανένα τρόπο μπορεί να κλονίσει την αξιοπιστία του έχοντας υπόψη μου και το χρονικό διάστημα που παρήλθε. Δεν έχω διαπιστώσει οποιοδήποτε λόγο έτσι ώστε να με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν μπορώ να αποδεκτώ τη μαρτυρία του. Παρόλα αυτά όμως, ο μάρτυρας αυτός θεωρείται εμπειρογνώμονας και θα πρέπει να δώσει στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα εχέγγυα και τις απαραίτητες εξηγήσεις έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει στην ορθότητα των συμπερασμάτων του. Κατά την αντεξέταση του δεν έχουν αμφισβητηθεί οι διάφορες μετρήσεις που φαίνονται στα σχέδια της σκηνής του δυστυχήματος και η απεικόνιση του δρόμου ούτε έχει προκύψει ότι αυτές δυνατό να είναι λανθασμένες. Ως εκ τούτου τις αποδέχομαι. Ουσιαστικά το σχέδιο της σκηνής αποκαλύπτει την διασταύρωση της οδού Παναγιώτη Αναγνωστοπούλου με τη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού η οποία ελέγχεται από φώτα τροχαίας. Η Λεωφ. Σπύρου Κυπριανού με ανατολική πορεία αποτελείται από δύο λωρίδες πλάτους 3,60 μέτρα η κάθε μια. Οι λωρίδες αυτές με τις λωρίδες κυκλοφορίας με δυτική κατεύθυνση διαχωρίζονται με νησίδα. Σε σχέση με τις πορείες των δύο οχημάτων, αυτές σημειώνονται στο σχέδιο με τα γράμματα Α και Β. Με το γράμμα Α δεικνύεται η πορεία της κατηγορουμένης και αυτή είναι στην οδό Π. Αναγνωστοπούλου από βόρεια προς νότια έχοντας ανατολική κλίση προς τη Λεωφ. Σπ. Κύπριανου. Με το γράμμα Β δεικνύεται η πορεία της μοτοσυκλέτας η οποία είναι στη Λεωφ. Σπ. Κυπριανού με ανατολική κατεύθυνση. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι τις πορείες αυτές τις σημείωσε στο σχέδιο καθ' υπόδειξη των ενεχόμενων στο δυστύχημα οδηγών. Προέκυψε όμως, ότι ο παραπονούμενος δεν ανέφερε οτιδήποτε στη κατάθεση του σε σχέση με το δυστύχημα και ο μάρτυρας είπε ότι τις σημείωσε καθ' υπόδειξη της κατηγορούμενης και του αυτόπτη μάρτυρα. Δεν έχω διαπιστώσει ότι οι εν λόγω πορείες έχουν τοποθετηθεί στο σχέδιο αυθαίρετα. Εντούτοις όμως, η ορθότητα τους θα πρέπει να ανευρεθεί από την υπόλοιπη μαρτυρία. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας τοποθέτησε με το γράμμα Β1 μαύρισμα τροχού της μοτοσυκλέτας του παραπονούμενου το οποίο βρίσκεται στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφ. Σπ. Κυπριανού με ανατολική κατεύθυνση, στη διαχωριστική νησίδα και απέχει 30 μέτρα από το 0 της βασικής του γραμμής που ξεκινά από τη διασταύρωση. Από το σημείο αλτ της Λεωφ. Κυπριανού στην ανατολική πορεία πριν τη διασταύρωση απέχει 20 περίπου μέτρα και από την δυτική πορεία 50 περίπου μέτρα. Με το γράμμα Χ σημειώνεται το σημείο σύγκρουσης της μοτοσικλέτας επί της νησίδας του δρόμου και ακολούθως με το γράμμα Β2 σημειώνονται τριψίματα της μοτοσυκλέτας επί της νησίδας τα οποία καλύπτουν μια απόσταση περί τα 20 μέτρα από το σημείο σύγκρουσης και ακολούθως με 7 μέτρα κενό συνεχίζουν για ακόμη 3 μέτρα στο κυγκλίδωμα και περί τα 15 μέτρα στην άσφαλτο και καταλήγουν μέχρι το σημείο Β3 που είναι η τελική θέση της μοτοσυκλέτας. Η τελική θέση της μοτοσυκλέτας από το σημείο 0 της βασικής γραμμής του μάρτυρα απέχει περί τα 75 μέτρα ενώ από το σημείο σύγκρουσης περί τα 42 μέτρα. Περαιτέρω, με το γράμμα Δ σημειώνεται μια πινακίδα η οποία απαγορεύει την επαναστροφή και βρίσκεται επί της διαχωριστικής νησίδας μετά το σημείο σύγκρουσης. Στο σημείο αυτό επίσης, σημειώνεται και ως σημείο σύγκρουσης του οδηγού της μοτοσυκλέτας με την εν λόγω πινακίδα ως Χ1. Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε επί των πιο πάνω σημείων που σημείωσε στο σχέδιο και του υποβλήθηκε η θέση ότι τα πιο πάνω σημεία δεν προήλθαν από τη σύγκρουση της μοτοσυκλέτας με τη νησίδα αλλά προϋπήρχαν. Ο μάρτυρας αυτός απέρριψε τη θέση αναφέροντας ότι τα τριψίματα και το μαύρισμα ήταν φρέσκια και καταλήγουν στην τελική θέση της μοτοσυκλέτας. Σε σχέση με το κενό που υπάρχει στη μέτρηση του από το 50 - 57 της βασικής του γραμμής ανέφερε ότι τα ίδια σημάδια που υπήρχαν από το 57 της πιο πάνω μέτρησης μέχρι την τελική θέση της μοτοσυκλέτας υπήρχαν και στα σημεία που ανέφερε πιο πριν. Παρόλο που ο μάρτυρας δεν συνέδεσε τα πιο πάνω σημεία ότι αφέθηκαν από τη μοτοσυκλέτα του παραπονούμενου με επιστημονικές εξετάσεις καταλήγω ότι έστω και με τις πιο πάνω εξηγήσεις που έδωσε ότι έχω ικανοποιηθεί ότι πρόκειται περί σημαδιών που άφησε η εν λόγω μοτοσυκλέτα. Καταλήγουν στη τελική της θέση, ήταν φρέσκια και ήταν όλα το ίδιο. Δεν έχει διαφανεί οποιαδήποτε διαφοροποίηση των εν λόγω ιχνών μέχρι την τελική θέση της μοτοσυκλέτας ούτε έχει προκύψει οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι ενδεχομένως να μην αφέθηκαν από την μοτοσυκλέτα. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να τα αποδεκτώ και τα αποδέχομαι. Τέλος, σε σχέση με την ιατρική έκθεση του παραπονούμενου στην οποία περιγράφονται οι τραυματισμοί του (τεκμήριο 8) κρίνω ότι μπορώ να την αποδεκτώ. Είναι μια ιατρική αναφορά από ιατρικό Λειτουργό του Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού η οποία εκδόθηκε κατόπιν παραπομπής του παραπονούμενου από την Αστυνομία. Παρόλο που η εν λόγω μάρτυρας δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει εντούτοις θεωρώ ότι μπορώ να δώσω βαρύτητα στο περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου έχοντας υπόψη μου τις πρόνοιες του άρθρου 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9. Η ιατρική αναφορά ετοιμάστηκε από τον εν λόγω ιατρικό λειτουργό στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων του κατά την ημέρα του ατυχήματος και δεν είχε οποιοδήποτε κίνητρο να αποκρύψει τα πραγματικά γεγονότα. Επίσης, δεν έχει σε κανένα στάδιο αμφισβητηθεί το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου σε σχέση με τους τραυματισμούς που είχε ο παραπονούμενος. Ως εκ τούτου κρίνω ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος να μην αποδεκτώ το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού και το αποδέχομαι. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και γενικότερα ολόκληρη της μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και τα τεκμήρια που κατέθεσε, την αποδέχομαι στην ολότητα της με τις πιο πάνω διευκρινήσεις που ανέφερα. Κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ σε αυτή και εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Θα πρέπει να διευκρινιστεί όμως, ότι το σχέδιο από μόνο του δεν αποδεικνύει τον τρόπο που έγινε ένα δυστύχημα αλλά αποτελεί σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας της υπόλοιπης μαρτυρίας για την εξαγωγή των ορθών συμπερασμάτων. (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1362, Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1388). Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως αυτόπτης μάρτυρας του επίδικου δυστυχήματος. Κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε ανέφερε και αυτός τη μοτοσυκλέτα του μαζί με τον παραπονούμενο στη Λεωφ. Σπ. Κυπριανού και ήταν πιο πίσω από τον παραπονούμενο σε απόσταση περί τα 10 μέτρα. Σε κάποιο σημείο της Λεωφ. Σπ. Κυπριανού είπε, ο παραπονούμενος σήκωσε τη μοτοσυκλέτα του, η οποία ήταν 6,5 αλόγων περίπου, στον ένα τροχό και κινείτο στο δρόμο με αυτόν τον τρόπο μέχρι τα φώτα τροχαίας της διασταύρωσης με την οδό Π. Αναγνωστοπούλου οπότε η κατηγορούμενη εισερχόμενη στη διασταύρωση με κόκκινο φως στην πορεία της με πρόθεση να κινηθεί ανατολικά στη Λεωφ. Σπ. Κυπριανού ανέκοψε την πορεία του παραπονούμενου. Τότε, συνέχισε, ο παραπονούμενος βλέποντας τη κατηγορούμενη έκαστε τη μοτοσυκλέτα του και στους δύο τροχούς, κινήθηκε στη δεξιά λωρίδα για να την αποφύγει αλλά δεν τα κατάφερε αφού και η κατηγορούμενη πήρε τη δεξιά λωρίδα με αποτέλεσμα να συγκρουστεί στη διαχωριστική νησίδα και να τραυματιστεί. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή το μάρτυρα αυτό κατά την ώρα που κατέθετε από εδώλιο του μάρτυρα. Επίσης, έχω λάβω υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας του σε συνδυασμό με τον τρόπο που απαντούσε τις ερωτήσεις. Κρίνω ότι η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες, αντιφάσεις σε κάποια σημεία της και επίσης διέκρινα ότι ο μάρτυρας αυτός προσπαθούσε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο όχι τα γεγονότα τα οποία είδε και έζησε αλλά και το τι ο παραπονούμενος αντιλήφθηκε και το πώς ενέργησε βάση των αντιλήψεων του αυτών με σκοπό να επιρρίψει την ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα στην κατηγορούμενη. Περαιτέρω, σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας του προσπάθησε να αναφέρει και τους λόγους που η κατηγορούμενη δεν αντιλήφθηκε τον παραπονούμενο και εισήλθε εντός της διασταύρωσης. Συγκεκριμένα, ενώ ο μάρτυρας στην κατάθεση του αναφέρει ότι 20 - 30 μέτρα πριν από τα φώτα τροχαίας ο παραπονούμενους σήκωσε την μοτοσυκλέτα του στον ένα τροχό, κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι αυτό το έπραξε περί τα 100 - 150 μέτρα πριν από τη διασταύρωση. Ερχόμενος αντιμέτωπος με την αναφορά του στην κατάθεση ανέφερε ότι δεν θυμάται να αναφέρει την απόσταση μετά από τρία χρόνια. Σίγουρα δεν αναμένεται από ένα μάρτυρα να θυμάται επ' ακριβώς αποστάσεις αλλά η διαφορά της αρχικής εκδοχής του μάρτυρα με αυτή που έδωσε στο Δικαστήριο είναι σημαντική. Συνεχίζοντας, ανέφερε ότι συνέχισε να οδηγεί ο παραπονούμενος με τον ίδιο τρόπο μέχρι που έφτασε στη διασταύρωση για όλη την απόσταση που είπε. Στην κατάθεση του λέει ότι οδηγούσε για 20 μέτρα ενώ στην αντεξέταση του για την πιο πάνω απόσταση που ανέφερε. Επίσης, όταν του υποβλήθηκε ότι ο παραπονούμενος οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του στον ένα τροχό αμέσως μετά τα προηγούμενα φανάρια που ήταν σε απόσταση 200 - 300 μέτρα από τη διασταύρωση όπου έγινε το δυστύχημα, απάντησε ότι δεν θυμάται. Ο τρόπος που ο παραπονούμενος οδηγούσε αμέσως πριν από τη σύγκρουση και για ποια απόσταση είναι ουσιώδες γεγονός για την παρούσα υπόθεση και εγείρει ερωτηματικά για ποιο λόγο ο μάρτυρας δεν μπορούσε να πει με βεβαιότητα ή έστω και στο περίπου όπως θυμόταν τα υπόλοιπα που ακολούθησαν. Περαιτέρω, ο μάρτυρας ανέφερε ότι μόλις ο παραπονούμενος είδε το αυτοκίνητο να μπαίνει στη διασταύρωση και να κατευθύνεται στην ίδια πορεία με αυτούς, τότε κατέβασε τη μοτοσυκλέτα στους δύο τροχούς και επιχείρησε να το προσπεράσει από τα δεξιά. Ερωτούμενος κατά πόσο ο παραπονούμενος είδε το όχημα της κατηγορουμένης και αν αυτό του το ανέφερε ο παραπονούμενος, ο μάρτυρας είπε ότι αυτό είναι συμπέρασμα δικό του. Επίσης, προκύπτει ότι στην κατάθεση του ο μάρτυρας να αναφέρει ότι ο παραπονούμενος επιχείρησε να αποφύγει τη σύγκρουση με το όχημα κινούμενος δεξιά αλλά και το όχημα αυτό κινήθηκε δεξιά και τον ανάγκασε να κτυπήσει στη νησίδα. Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας αναφέρει ότι ο παραπονούμενος αφού κατέβασε τη μοτοσυκλέτα και στους δύο τροχούς τότε επιχείρησε να προσπεράσει το όχημα της κατηγορούμενης όταν αυτή κινήθηκε προς τα δεξιά και τον ανάγκασε να κτυπήσει στη νησίδα. Από τα πιο πάνω προκύπτει το ερώτημα κατά πόσο ο παραπονούμενος κινήθηκε δεξιά για να αποφύγει τη σύγκρουση με το όχημα της κατηγορουμένης που εισήλθε στη διασταύρωση ή κινήθηκε δεξιά με σκοπό να το προσπεράσει όταν αυτό ευθυγραμμίστηκε εντός της Λεωφ. Σπ. Κυπριανού με ανατολική πορεία. Περαιτέρω, εκείνο που προκύπτει από τις πιο πάνω αναφορές του μάρτυρα είναι ότι προβαίνει σε δικά του συμπεράσματα αναφορικά με το τι αντιλήφθηκε ο παραπονούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο αλλά και τις ενέργειες που έπραξε χωρίς αυτά μάλιστα να υποστηρίζονται τουλάχιστον από άλλα γεγονότα που ο ίδιος είδε ή αντιλήφθηκε. Λαμβάνοντας υπόψη τη πραγματική μαρτυρία που το Δικαστήριο έκανε αποδεκτή, το μαύρισμα της μοτοσυκλέτας βρίσκεται σε απόσταση περίπου 36 μέτρων από το μέσο της διασταύρωσης προς τα ανατολικά. Επίσης, από το σημείο του αλτ στην πορεία του παραπονούμενου μέχρι το εν λόγω μαύρισμα η απόσταση αυτή είναι μεγαλύτερη και ανέρχεται τουλάχιστον γύρω στα 50 μέτρα. Ο μάρτυρας σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του ανέφερε ή ερωτήθηκε να πει σε ποιο σημείο είδε τον παραπονούμενο να κατεβάζει τον μπροστινό του τροχό ή σε ποιο σημείο ο παραπονούμενος βρισκόταν όταν η κατηγορούμενη εξήλθε από τη πορεία της. Ούτε ανέφερε πόση απόσταση διάνυσε ο παραπονούμενος προτού αρχίζει να συγκρούεται με τη διαχωριστική νησίδα. Τα πιο πάνω γεγονότα, έχοντας υπόψη και τον τρόπο που ο παραπονούμενος οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του αμέσως πριν από τη ανατροπή του, είναι ουσιώδη έτσι ώστε να μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι μια, έστω, από τις γενεσιουργές αιτίες του δυστυχήματος ήταν και η είσοδος της κατηγορουμένης στο δρόμο. Σε περίπτωση που υπήρχαν οι πιο πάνω αναφορές τότε το Δικαστήριο θα μπορούσε να ελέγξει και το συμπέρασμα του μάρτυρα ότι η ανατροπή της μοτοσυκλέτας από τον παραπονούμενο οφειλόταν στην είσοδο της κατηγορούμενης στο δρόμο. Θα πρέπει να σημειωθεί επίσης, ότι ο μάρτυρας αναφέρει ότι η κατηγορούμενη εισήλθε στη διασταύρωση και κινήθηκε ανατολικά όπως ήταν και η πορεία των ιδίων. Επομένως, προκύπτει ότι η κατηγορούμενη κινείτο εντός της Λεωφ. Σπ. Κυπριανού όταν ο παραπονούμενος έχασε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας του και ανατράπηκε. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αναφορές δεν μπορεί να προκύψει το συμπέρασμα με την απαραίτητη ασφάλεια ούτε μπορεί να γίνει δεκτή η θέση του μάρτυρα ότι ο λόγος που ο παραπονούμενος έχασε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας ήταν η είσοδος της κατηγορούμενης στο δρόμο και εντός της πορείας του. Πέραν των πιο πάνω, ο ίδιος ο μάρτυρας λέει ότι ακολουθούσε τον παραπονούμενο σε απόσταση περί τα 10 μέτρα όταν είδε να γίνεται η σύγκρουση. Σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του δεν προέκυψε κατά πόσο ο ίδιος επηρεάστηκε από την ενέργεια της κατηγορουμένης να εισέλθει στη διασταύρωση και αν ο ίδιος έλαβε οποιοδήποτε αποτρεπτικό μέτρο. Δεδομένης της μικρής απόστασης που ακολουθούσε τον παραπονούμενο θα ήταν λογικό και ο ίδιος να προέβηκε σε κάποια κίνηση για να αποφύγει τη σύγκρουση με το όχημα και αν ναι για ποιο λόγο ο ίδιος δεν συγκρούστηκε με το όχημα της κατηγορουμένης. Η απουσία όλων τα στοιχείων αυτών γεννά σοβαρά ερωτηματικά κατά πόσο η κατηγορούμενη απέκοψε τη πορεία του παραπονούμενου ή τον έθεσε σε αγωνία της στιγμής και κατ' επέκταση η ενέργεια της συνδέεται με το δυστύχημα που ακολούθησε. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας αυτός αναφέρθηκε και στις ενέργειες της κατηγορουμένης και για ποιο λόγο δεν είδε τον παραπονούμενο προτού εισέλθει στο δρόμο. Ανέφερε ότι ήταν γύρω στις 15:00 - 15:30 και ο ήλιος ήταν από πίσω τους και υπολογίζει ότι η κοπέλα που κοίταξε δεξιά για να μπει, νομίζει ότι ήταν κλειστά τα μάτια της λόγω του ήλιου και γι αυτό δεν είδε τον παραπονούμενο. Επίσης, ανέφερε ότι νομίζει, χωρίς να είναι βέβαιος διότι δεν το έγραψε στην κατάθεση του, ότι η κατηγορούμενη μιλούσε και στο τηλέφωνο την ώρα εκείνη. Για τα πιο πάνω είπε δεν είναι σίγουρος αλλά για το γεγονός ότι το φως στην πορεία τους ήταν πράσινο είναι βέβαιος. Οι πιο πάνω αναφορές του μάρτυρα σε κανένα σημείο προηγουμένως δεν αναφέρθηκαν στην κυρίως του εξέταση αλλά ούτε και στην κατάθεση του. Ερωτούμενος για το γεγονός αυτό απάντησε ότι την ημέρα εκείνη ήταν σοκαρισμένος από το δυστύχημα και το θέαμα και επέμενε για το θέμα του ήλιου αλλά όχι για το τηλέφωνο διότι δεν ήταν σίγουρος. Μάλιστα το θέμα αυτό το ανέφερε στον Αστυνομικό εκείνη την ημέρα αλλά του είπε ότι δεν ήταν σίγουρος. Από τα πιο πάνω είναι προφανής η προσπάθεια του μάρτυρα να αποδώσει ευθύνη της κατηγορούμενης για το δυστύχημα και ότι αυτή εισήλθε στο δρόμο με κόκκινο και χωρίς να αντιληφθεί τον παραπονούμενο, αναφερόμενος πάλι σε υπολογισμούς και συμπεράσματα που ο ίδιος εξήγε. Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του ο μάρτυρας αναφέρθηκε ότι είδε την παραπονούμενη ή τις ενέργειες που έκανε προτού εισέλθει στο δρόμο. Περαιτέρω, ο μάρτυρας ερωτούμενος κατά πόσο ο παραπονούμενος συγκρούστηκε και με το αυτοκίνητο προτού κτυπήσει στη νησίδα και ανατραπεί δεν μπορούσε να απαντήσει αναφέροντας ότι δεν είναι σίγουρος αν ήρθαν σε επαφή τα δύο οχήματα αλλά είναι σίγουρος ότι του ανέκοψε την πορεία του. Έχει προκύψει από τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 ότι το όχημα της κατηγορουμένης δεν έφερε οποιεσδήποτε ζημιές ούτε και επήλθε σύγκρουση με τη μοτοσικλέτα του παραπονούμενου. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και την υπόλοιπη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού κρίνω ότι θα ήταν ακροσφαλές για το Δικαστήριο να βασιστεί σε αυτή και να προβεί σε ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Υπάρχουν σοβαρές αδυναμίες και κενά σε αυτή καθώς επίσης και αντιφάσεις. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα και την απορρίπτω στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.3 ήταν ο παραπονούμενος. Κατέθεσε στο Δικαστήριο τη κατάθεση του που έδωσε στην Αστυνομία για το επίδικο συμβάν (τεκμήριο 9) και η οποία αποτέλεσε ουσιαστικά και την κυρίως του εξέταση. Σε αυτή αναφέρει ότι για το δυστύχημα δεν θυμάται τίποτε, ούτε πού πήγαινε ούτε αν φορούσε κράνος. Το μόνο που θυμάται λέει για εκείνη την ημέρα είναι ότι είπε του φίλου του, του Στέλιου, να πάνε περίπατο με τις μοτοσυκλέτες. Ο παραπονούμενος δεν έτυχε αντεξέτασης αφού προφανώς δεν ανέφερε οποιαδήποτε γεγονότα για τον τρόπο που επεσυνέβη του επίδικο δυστύχημα. Εκείνο που μπορεί να λεχθεί από την μαρτυρία αυτή του παραπονούμενου και εγείρει και ερωτηματικά είναι για ποιο λόγο ο παραπονούμενος δεν θυμάται οτιδήποτε για το δυστύχημα. Δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση στο Δικαστήριο για το γεγονός αυτό ούτε έχει τεθεί οποιαδήποτε ιατρική μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι λόγω προβλήματος υγείας που προκλήθηκε από το δυστύχημα δεν μπορούσε να θυμάται τι επεσυνέβη. Ο Μ.Κ.4 κατέθεσε στο Δικαστήριο επίσης ως αυτόπτης μάρτυρας του επίδικου δυστυχήματος. Ουσιαστικά ανέφερε ότι διατηρεί κατάστημα πώλησης αυτοκινήτων στη νότια πλευρά των φώτων τροχαίας της Λεωφ. Σπ. Κυπριανού με την οδό Παναγιώτη Αναγνωστοπούλου και τη στιγμή του δυστυχήματος βρισκόταν έξω από το κατάστημα του διότι εξηγούσε σε ένα πελάτη του που ερχόταν από την Λευκωσία πώς να έρθει στο κατάστημα του. Ο πελάτης του αυτός είχε δυτική κατεύθυνση στη Λεωφ. Σπ. Κυπριανού και του εξηγούσε ότι στα φώτα τροχαίας έπρεπε να στρίψει δεξιά. Εκείνη την ώρα είπε άκουσε θόρυβο μοτοσικλετών και είδε ένα μοτοσικλετιστή να κινείται στη Λεωφ. Σπ. Κυπριανού με ανατολική κατεύθυνση έχοντας ανασηκωμένο το μπροστινό τροχό της μοτοσυκλέτας του και χωρίς να φέρει προστατευτικό κράνος. Στα φώτα τροχαίας πρόσεξε ένα αυτοκίνητο να κατευθύνεται νότια στην οδό Π. Αναγνωστοπούλου, να μπαίνει μέσα στο κύριο δρόμο και να παίρνει την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφ. Σπ. Κυπριανού για να πάει ανατολικά. Εκείνη την ώρα ο μοτοσικλετιστής περνούσε τη συμβολή, τον είδε να κάνει ελιγμό δεξιά για να αποφύγει το πιο πάνω αυτοκίνητο αφού έκατσε το μπροστινό τροχό στην άσφαλτο και ακολούθως έχασε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας και τον είδε να κτυπά σε πινακίδα της τροχαίας που ήταν στη μεσαία διαχωριστική νησίδα. Συνεχίζοντας, ανέφερε ότι δεν έγινε σύγκρουση με το αυτοκίνητο και ότι δεν πρόσεξε τι χρώμα φως άναβε στα φώτα τροχαίας. Ακολούθως είπε ότι πιστεύει ότι το αυτοκίνητο πέρασε με κόκκινο φως γιατί ήταν το μόνο αυτοκίνητο που μπήκε στη Λεωφ. Σπ. Κυπριανού από τη συμβολή ενώ τα άλλα που το ακολουθούσαν ήταν σταματημένα. Ο μάρτυρας αυτός δεν μου έκανε καλή εντύπωση κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα. Επίσης, η μαρτυρία του βρίθει από σωρεία αντιφάσεων σε ουσιαστικά ζητήματα σε βαθμό που την καθιστά παντελώς αναξιόπιστη. Μετά από το δυστύχημα αναφέρει έφυγε από τη σκηνή και εμφανίστηκε στην Αστυνομία για να δώσει κατάθεση μετά από πάροδο ενός και πλέον μηνός από το δυστύχημα. Επίσης, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι ο μάρτυρας αυτός ήταν φίλος κάποιου γνωστού του και αφού του είπε ότι είδε το δυστύχημα τον επισκέφθηκε στο κατάστημα του μετά το δυστύχημα για να το ρωτήσει κατά πόσο είδε το δυστύχημα και ακολούθως έδωσε κατάθεση. Από το σύνολο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού προκύπτει ότι αυτός ήρθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει την εκδοχή του παραπονούμενου και όχι να αναφέρει τα πραγματικά γεγονότα που είδε και αντιλήφθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Προς υποστήριξη των πιο πάνω που έχω αναφέρει, θα αναφερθώ κατωτέρω σε διάφορα μέρη της μαρτυρίας του και στις απαντήσεις που έδωσε κατά την αντεξέταση του για να διαφανούν οι αντιφάσεις στη μαρτυρία του. Ενώ ανέφερε ότι όταν ήρθε η Αστυνομία βρισκόταν στη σκηνή ακολούθως δεν ήταν σε θέση να πει κατά πόσο μίλησε με τον Αστυνομικό και του ανέφερε ότι είδε το δυστύχημα. Οι απαντήσεις που έδινε ήταν αυθαίρετες και έλεγε νομίζω μίλησα και ότι είπαμε κάποιες κουβέντες. Στη συνέχεια είπε ότι έδωσε τα στοιχεία του στην Αστυνομία ενώ από τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 αυτό δεν έγινε αφού η κατάθεση από το μάρτυρα αυτό λήφθηκε πολύ αργότερα όταν ο Μ.Κ.1 τον επισκέφθηκε στο γραφείο του και όχι όταν ο μάρτυρας πήγε στην Αστυνομία όπως είπε. Ενώ στην κατάθεση του αναφέρει ότι η μοτοσυκλέτα δεν συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο κατά την αντεξέταση του ανέφερε και επέμενε ότι η μοτοσυκλέτα συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο ελαφρώς μεν αλλά συγκρούστηκε ανέφερε. Μάλιστα τοποθέτησε και τη σύγκρουση μέσα στη μέση του φώτων τροχαίας. Η θέση του αυτή συγκρούεται με την αρχική του εκδοχή και επίσης και με την πραγματική μαρτυρία που έκανε αποδεκτή του Δικαστήριο. Σε σχέση με το χρώμα των φώτων κατά το χρόνο του δυστυχήματος η απάντηση του ήταν ότι δεν μπορεί να θυμάται τι χρώμα ήταν μετά από 4 χρόνια για το λόγο ότι δεν θυμάται τι είπε στην κατάθεση του γι αυτό το ζήτημα. Περαιτέρω, αναίρεσε και τη θέση ότι μπορεί να έγινε σύγκρουση και συνέχισε λέγοντας ότι ανεξάρτητα από το αν το φως ήταν κόκκινο ή πράσινο και αν τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν μεταξύ τους ή όχι το σίγουρο είναι ότι το αυτοκίνητο απέκοψε την πορεία του παραπονούμενου. Πιο κάτω είπε ότι από το σημείο που στεκόταν δεν εμποδιζόταν η ορατότητα του και είδε καθαρά ότι το φως στην πορεία του μοτοσικλετιστή ήταν πράσινο. Όταν του υποβλήθηκε ότι στην κατάθεση του αναφέρει ότι δεν γνωρίζει τι χρώμα ήταν τα φώτα τροχαίας η απάντηση του ήταν ότι την ημέρα που έδινε τη κατάθεση του προσπαθούσε να θυμηθεί την ημέρα του δυστυχήματος. Πέραν των πιο πάνω, είπε ότι το φως στην πορεία της κατηγορουμένης ήταν κόκκινο διότι ο πελάτης του ερχόταν από την οδό Π. Αναγνωστοπούλου και περίμενε στα φώτα αφού ήταν κόκκινο το φως στην πορεία του. Όταν έρχεται αντιμέτωπος με τις αναφορές του στην κατάθεση του ότι λέει ότι ο πελάτης του ερχόταν από την Λεωφ. Σπ. Κυπριανού απάντησε ότι δεν το θυμάται επιμένοντας όμως ότι δεν μπορούσε να ερχόταν από εκεί. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού αλλά και την κακή εντύπωση που απεκόμισα από αυτόν κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα κρίνω ότι δεν μπορώ να αποδεκτώ τη μαρτυρία του γι αυτό την απορρίπτω στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.5 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονας και υπεύθυνος για τον προγραμματισμό των φώτων τροχαίας. Κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 12 σχετική κατάσταση για τη λειτουργία των φώτων τροχαίας στην επίδικη συμβολή κατά τον ουσιώδη χρόνο την οποία επεξήγησε. Η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού επί του πιο πάνω σημείου δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του και περαιτέρω δεν έχω διαπιστώσει οποιοδήποτε λόγο γιατί να μην την αποδεκτώ. Ως εκ τούτου την αποδέχομαι στην ολότητα της. Ουσιαστικά ο μάρτυρας είπε ότι τα φώτα τροχαίας στην εν λόγω συμβολή λειτουργούν σε τρία στάδια. Κατά το πρώτο στάδιο έχουμε 56΄΄ πράσινο φως στη Λεωφ. Σπ. Κυπριανού στα ανατολικά και κατά το δεύτερο στάδιο έχουμε 45΄΄ πράσινο στη ίδιο οδό στα δυτικά. Τα στάδια αυτά τερματίζονται ταυτόχρονα. Η διαφορά των 11΄΄ είναι το πράσινο βέλος δεξιάς στροφής από τη Λεωφ. Σπ. Κυπριανού στα ανατολικά προς τη οδό Π. Αναγνωστοπούλου. Όταν τερματιστεί το πράσινο φως των πιο πάνω σταδίων 1 και 2, ακολουθεί 3΄΄ κίτρινο μόνο του, μετά όλη η συμβολή είναι κόκκινο για 2΄΄ και μετά ακολουθεί το στάδιο 3 το οποίο αφορά τα φώτα της οδό Π. Αναγνωστοπούλου. Είναι 2΄΄ κόκκινο κίτρινο μαζί, μετά 16΄΄ πράσινο, μετά 3΄΄ κίτρινο μόνο του, 2΄΄ κόκκινο όλη η συμβολή και μετά στα στάδιο 1. Περαιτέρω, ανέφερε ότι από το στάδιο 1 και 2 προς το στάδιο 3 υπάρχει χρόνος ασφαλείας 7΄΄. Το ίδιο συμβαίνει και από το στάδιο 3 προς το στάδιο 1. Πέραν των πιο πάνω, δηλώθηκε και ως παραδεκτό γεγονός από τον κατηγορούμενο και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, ότι τα φώτα τροχαίας της πιο πάνω αναφερομένης διασταύρωσης τοποθετήθηκαν από την αρμόδια αρχή δηλαδή το Δημοτικό Συμβούλιο Λεμεσού και ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο λειτουργούσαν κανονικά. Από την αντίπερα όχθη η κατηγορούμενη προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση υιοθετώντας το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία (τεκμήριο 4). Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβη η Κατηγορούμενη λαμβάνεται υπ' όψιν ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369). Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει καμία αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπ' όψιν ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή της Κατηγορούμενης δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Να σημειωθεί επίσης, ότι η ανώμοτη δήλωση δεν υπέχει θέση ένορκης μαρτυρίας και δεν μπορεί να αντικρούσει άλλη μαρτυρία η οποία δόθηκε ενόρκως και κρίθηκε αξιόπιστη. Γενικά, η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου έχει πειστική παρά αποδεικτική σημασία ή αξία. Όσον αφορά τη γραπτή κατάθεση της κατηγορουμένης, την οποία υιοθέτησε κατά την ανώμοτη δήλωσή του, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σ' αυτή. Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από την κατηγορούμενη, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική της αποκλειστική γνώση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της κατάθεσης της κατηγορουμένης και να απορρίψει άλλο ασχέτως αν αυτό αποτελεί άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Είναι φυσικό να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα της κατηγορουμένης. Είναι όμως, ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359). Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές κρίνω ότι μπορεί να προσδοθεί βαρύτητα στις αναφορές της κατηγορούμενης στην κατάθεση της αναφορικά με την πορεία που ακολούθησε τη συγκεκριμένη ημέρα και το γεγονός ότι οδηγούσε το όχημα της στην οδό Π. Αναγνωστοπούλου με νότια κατεύθυνση και ότι στα φώτα τροχαίας με τη Λεωφ. Σπ. Κυπριανού έστριψε αριστερά και εισήλθε στην εν λόγω οδό. Επίσης, αποδέχομαι τη θέση της ότι αφού διάνυσε γύρω στα 30 μέτρα στην εν λόγο οδό άκουσε θόρυβο μοτοσυκλέτας και είδε μια μοτοσυκλέτα από το δεξιό καθρεφτάκι της να βρίσκεται πιο πίσω κολλημένη στη μεσαία διαχωριστική νησίδα και ο οδηγός της να προσπαθεί να την ελέγξει. Κάποια στιγμή έπεσε κάτω και αφού τριβόταν στη μεσαία διαχωριστική νησίδα και στην άσφαλτο σταμάτησε στην τελική της θέση. Ο οδηγός της είχε πέσει από αυτή μερικά μέτρα προηγουμένως και είχε τραυματιστεί. Επίσης, αποδέχομαι τη θέση της ότι δεν υπήρχε επαφή της μοτοσυκλέτας και του οχήματος της. Οι πιο πάνω θέσεις της κατηγορούμενης συνάδουν ή τουλάχιστον δεν συγκρούονται με άλλη αποδεκτή μαρτυρία, προφορική και πραγματική. Πέραν των πιο πάνω, δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σε άλλο μέρος της κατάθεσης του καθότι αυτό αποτελεί δικαιολογίες και εξηγήσεις για εγκληματικές πράξεις και δεν έχει δοθεί ενόρκως έτσι ώστε να μπορεί να εξεταστεί η αλήθεια τους ούτε συνάδει με οποιαδήποτε άλλη αποδεκτή μαρτυρία. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας και της μαρτυρίας που παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων, τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: O παραπονούμενος στις 05/09/2009 και περί 14:00 οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του με αρ. εγγραφής ΚUX 505 στη Λεωφ. Σπ. Κυπριανού με ανατολική κατεύθυνση έχοντας ανασηκωμένο τον μπροστινό της τροχό. Η κατηγορούμενη κατά τον ίδιο χρόνο οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΗΝΑ 809 νότια στην οδό Παναγιώτη Αναγνωστοπούλου και φθάνοντας στη συμβολή με την Λεωφ. Σπ. Κυπριανού, η οποία ελέγχεται με φώτα τροχαίας, εισήλθε σε αυτή στρίβοντας αριστερά σε σχέση με την πορεία της και κατευθύνθηκε ανατολικά. Αφού διάνυσε μια απόσταση περί τα 30 μέτρα εντός της Λεωφ. Σπ. Κυπριανού με ανατολική κατεύθυνση από τη διασταύρωση άκουσε θόρυβο μοτοσικλέτας και είδε από το δεξιό της καθρεφτάκι αυτή να βρίσκεται κολλημένη στη διαχωριστική νησίδα και ο οδηγός της σε αυτή να προσπαθεί να την ελέγξει. Η μοτοσικλέτα του παραπονούμενου την ώρα εκείνη κτύπησε στη διαχωριστική νησίδα, τρίφτηκε σε αυτή, ο παραπονούμενος έπεσε από αυτή αφού κτύπησε σε πινακίδα που βρισκόταν στη νησίδα και ακολούθως η μοτοσυκλέτα σύρθηκε όπου και ακινητοποιήθηκε στην τελική της θέση. Μετά τη σύγκρουση η κατηγορούμενη ακινητοποίησε το όχημα της στα αριστερά σε κάποιο σημείο του δρόμου χωρίς αυτό να έχει τοποθετηθεί στο σχέδιο της σκηνής. Το σημείο σύγκρουσης της μοτοσικλέτας με τη διαχωριστική νησίδα απέχει από το κέντρο περίπου της διασταύρωσης γύρω στα 40 μέτρα ενώ η τελική της θέση περί τα 80 μέτρα από αυτό. Το όχημα της κατηγορούμενης δεν έφερε ζημιές ενώ η μοτοσικλέτα έφερε ζημιές στη δεξιά της μεριά. Τα φώτα τροχαίας στη πιο πάνω διασταύρωση τοποθετήθηκαν από την αρμόδια αρχή δηλαδή το Δημοτικό Συμβούλιο Λεμεσού και κατά τον ουσιώδη χρόνο λειτουργούσαν κανονικά. Στην Λεωφ. Σπ. Κυπριανού, στα ανατολικά υπάρχει πράσινο φως στην πορεία για 56΄΄ ενώ στα δυτικά για 45΄΄. Η διαφορά των 11΄΄ είναι το πράσινο βέλος που υπάρχει στα φώτα στην ανατολική κατεύθυνση. Όταν τερματίζεται το πράσινο φως στη Λεωφ. Σπ. Κυπριανού ακολουθεί 3΄΄ κίτρινο φως, μετά όλη η διασταύρωση είναι κόκκινο φως για 2΄΄ και ακολουθεί κόκκινο και κίτρινο μαζί στη οδό Π. Αναγνωστοπούλου για 2΄΄ και μετά 16΄΄ πράσινο στην πιο πάνω οδό. Υπάρχει δηλαδή ένας χρόνος ασφαλείας 7΄΄ μέχρι να ανάψει το πράσινο φως στην οδό Π. Αναγνωστοπούλου από την ώρα που τερματίζεται το πράσινο φως στη Λεωφ. Σπ. Κυπριανού. Από το δυστύχημα ο παραπονούμενος τραυματίστηκε σοβαρά και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου διαπιστώθηκε ότι έφερε ανοικτό κάταγμα δεξιού μηριαίου, κάταγμα αριστερού μηριαίου και θλάση δεξιού λοβού πνεύμονα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια ( βλ. Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78 και Ανδρέας Νεοφύτου v. Aστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 217/09, Ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2011). Επίσης, αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με απόφραξη του δρόμου και η απόφραξη αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας (βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ 1696). Σε σχέση με την παραβίαση φώτων τροχαίας, η νομολογία έχει καθιερώσει την αρχή ότι οδηγός που διασταυρώνει σε φώτα τροχαίας που είναι αναμμένα προς όφελος του, δεν έχει καθήκον επιμέλειας προς τους οδηγούς που παραβιάζουν τα δικά τους φώτα τροχαίας, εκτός βεβαίως του καθήκοντος να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα αποφυγής της σύγκρουσης, εάν όντως είχε επίγνωση της αντίθετης παράνομης διέλευσης (βλ. Ανδρέας Νεοφύτου v Αστυνομίας (ανωτέρω), Joseph Eva Ltd v. Reeves
(1938)2 All E.R. 115 και Patsalides v. Yiapani
(1969)1 C.L.R. 84). Πέραν των πιο πάνω, αναφορικά με το αδίκημα της 2ης κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, ο Κανονισμός 58
(1)(ια) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, προβλέπει: «58
(1)Πας όστις οδηγεί ή έχει την ευθύνην ή τον έλεγχον μηχανοκινήτου οχήματος εφ' οιασδήποτε οδού υπέχει υποχρέωση όπως ........ (ια) συμμορφούται προς άπαντα τα σήματα της τροχαίας, τα οποία ήθελον τοποθετηθή ή χαραχθή επί ή πλησίον οιασδήποτε οδού υπό ή κατ' εντολήν της Αστυνομίας, ή δημοτικού συμβουλίου ή οιασδήποτε άλλη αρχής, εμπεπιστευμένης τον έλεγχο ή την ρύθμισιν της τροχαίας, προς καθοδήγησιν των οδηγών μηχανοκίνητων οχημάτων.» Κατάληξη: Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές και τα πραγματικά γεγονότα όπως έχουν διαπιστωθεί από το Δικαστήριο, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της εναντίον της κατηγορούμενης στον απαιτούμενο βαθμό στις κατηγορίες 1 και 2 που αντιμετωπίζει. Κατ' αρχή σε σχέση με την 2η κατηγορία, δεν έχει προκύψει αξιόπιστη μαρτυρία ότι κατά την ώρα που η κατηγορούμενη εισήλθε εντός της διασταύρωσης το φως στην πορεία της ήταν κόκκινο αλλά ούτε και οποιοδήποτε άλλο χρώμα. Ως εκ τούτου κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή δεν έχει αποδείξει την κατηγορία αυτή στον απαιτούμενο βαθμό και η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από αυτήν. Εν όψει του πιο πάνω εκείνο το οποίο θα πρέπει να κριθεί σε σχέση με την 1η κατηγορία είναι κατά πόσο η κατηγορούμενη κατά την είσοδο της στην εν λόγω διασταύρωση αντιλήφθηκε την έλευση και την πρόθεση του παραπονούμενου να εισέλθει στη διασταύρωση, από ποια απόσταση και κατά πόσο απέκοψε την πορεία του και εν τέλει η ενέργεια της αποτέλεσε μια από τις γενεσιουργές αιτίες του δυστυχήματος (βλ. Ανδρέας Νεοφύτου v. Αστυνομίας (ανωτέρω). Με τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου έχει προκύψει ότι μετά από την είσοδο της κατηγορουμένης στη εν λόγω διασταύρωση και αφού το αυτοκίνητο της είχε πάρει ανατολική κατεύθυνση στη Λεωφ. Σπ. Κυπριανού και διάνυσε στην κατεύθυνση αυτή μια απόσταση περί τα 30 και πλέον μέτρα ο παραπονούμενος κτύπησε επί της διαχωριστικής νησίδας. Δεν έχει προκύψει σε ποια απόσταση ο παραπονούμενος βρισκόταν όταν η κατηγορούμενη άρχισε να εισέρχεται εντός της διασταύρωσης και κατά πόσο η ενέργεια της αυτή είχε ως αποτέλεσμα την αποκοπή της πορείας του. Δεν έχει προκύψει επίσης η κατηγορούμενη να αντιλήφθηκε την πρόθεση του παραπονούμενου να εισέλθει εντός της διασταύρωσης ή κατά πόσο αυτός βρισκόταν σε αυτήν και τον αγνόησε. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου δεν έχει προκύψει μια τέτοια μαρτυρία και το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας κατά πόσο η κατηγορούμενη παρέβηκε το πιο πάνω καθήκον και υποχρέωση της. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να σημειωθεί και το γεγονός ότι αμέσως πριν από τη σύγκρουση ο παραπονούμενος οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του με ανασηκωμένο τον μπροστινό του τροχό και αναμφίβολα κατά τρόπο επικίνδυνο και η σύγκρουση έγινε στη διαχωριστική νησίδα μετά τη διασταύρωση εντός της ανατολικής πορείας στη Λεωφ. Σπ. Κυπριανού. Με αυτά τα δεδομένα, ακόμη και η κατηγορούμενη να εισήλθε εντός της διασταύρωσης και να συνέχισε την πορεία της προς τα ανατολικά εντός της Λεωφ. Σπ. Κυπριανού ενώ αντιλήφθηκε την έλευση της μοτοσικλέτας του κατηγορούμενου και την πρόθεση του να συνεχίσει ευθεία, εγείρεται πάλι η εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο παραπονούμενος απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας του λόγο της προγενέστερης εισόδου της κατηγορούμενης στη διασταύρωση ή για λόγους δικούς του που σχετίζονται είτε με τον προγενέστερο ή τον μεταγενέστερο τρόπο οδήγησης του από την είσοδο της κατηγορουμένης στην διασταύρωση και την ενέργεια της να συνεχίσει την πορεία της ανατολικά. Δεν έχει αποδειχθεί, θεωρώ, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι η προγενέστερη της σύγκρουσης είσοδος της κατηγορούμενης στη διασταύρωση αποτέλεσε μια από τις γενεσιουργές αιτίες πρόκλησης του δυστυχήματος και της απώλειας του ελέγχου της μοτοσυκλέτας από τον παραπονούμενο στον απαιτούμενο βαθμό. Ο ίδιος ο παραπονούμενος δεν ανέφερε ούτε στην Αστυνομία ούτε στο Δικαστήριο οτιδήποτε σε σχέση με τρόπο και τα αίτια της σύγκρουσης του στη διαχωριστική νησίδα χωρίς να δοθεί οποιοσδήποτε ικανοποιητικό λόγος. Επομένως, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της σε σχέση και με την 1η κατηγορία εναντίον της κατηγορούμενης πέραν πάσης λογική αμφιβολίας και ως εκ τούτου αυτή αθωώνεται και απαλλάσσεται και στην κατηγορία αυτή. (Υπ.) ........... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.