ΝΙΚΟΛΑΣ ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ ν. ΘΕΟΔΟΣΗ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 28263/09, 17/10/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B72 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 28263/09 ΝΙΚΟΛΑΣ ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ v. ΘΕΟΔΟΣΗ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 17.10.12 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Ν. Θρασυβούλου μαζί με κα Π. Κυριακίδου Για Κατηγορούμενo: κος Γ. Λουιζίδης Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά ή περί τις 02.02.09 στη Λεμεσό εξέδωσε σε διαταγή του παραπονούμενου την επιταγή υπ' αριθμό 69133217 της Τράπεζας Κύπρου για το ποσό των €55.250,00 την οποία και του παρέδωσε και ενώ αυτή παρουσιάστηκε στην προαναφερόμενη τράπεζα κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα δεν εξοφλήθηκε λόγω του ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του εκδότη της ήταν κλειστός και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο πέραν των 15 ημερών από την εμφάνιση της στην τράπεζα. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε ένα μάρτυρα, ήτοι τον παραπονούμενο, Νικόλα Νικολαΐδη (ΜΚ1). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον τoυ κατηγορουμένου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ένορκη κατάθεση καλώντας παράλληλα ακόμη τρεις μάρτυρες υπεράσπισης, ήτοι τον συνάδελφο του Γιώργο Γιανουρίδη (ΜΥ1), τη σύζυγο του Μαίρη Θεοδοσίου (ΜΥ2) και κάποιο Souheil Ghussen (ΜΥ3). Παράλληλα, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 24 τεκμήρια μεταξύ των οποίων η επίδικη επιταγή (Τεκμήριο 6). Από αυτά το Τεκμήριο 24 κατατέθηκε από κοινού. Επιπροσθέτως, τα μέρη κατέθεσαν από κοινού τα εξής παραδεχτά γεγονότα:
- Στις 02.02.09 ο κατηγορούμενος στη Λεμεσό εξέδωσε την επιταγή υπ' αριθμό 69133217 της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λίμιτεδ για το ποσό των €55.250,00 προς όφελος του παραπονούμενου πληρωτέα στις 30.04.
- Η πιο πάνω επιταγή παρουσιάστηκε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε στις 04.05.
- Η εν λόγω επιταγή δεν τιμήθηκε λόγω του ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του κατηγορουμένου είχε παγοποιηθεί και ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής.
- Η επιταγή μέχρι σήμερα δεν έχει εξοφληθεί. Τα πιο πάνω παραδεχτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και αποτελούν αυτόματα μέρος των ευρημάτων του. Πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά που τηρούνται και απλά πιο κάτω παρουσιάζεται μια συνοπτική παράθεση της με περισσότερες λεπτομέρειες να δίδονται εκεί που κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς αξιολόγησης της, εξαγωγής ευρημάτων και συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Όπως σημειώθηκε πιο πάνω μοναδικός μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή ήταν ο παραπονούμενος. Στην κυρίως εξέταση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ασχολείται με αγοραπωλησίες ομολόγων οι οποίες διεξάγονται στη βάση τραπεζικής εγγύησης που ως χρηματοπιστωτικό εργαλείο που είναι εκδίδονται από τραπεζικό λογαριασμό έναντι κόστους. Με τον κατηγορούμενο γνωρίστηκε περί τα τέλη καλοκαιριού του 2008 με την προοπτική επαγγελματικής συνεργασίας. Μεταξύ τους αναπτύχθηκε φιλική και επαγγελματική σχέση. Η επαγγελματική συνεργασία τους ξεκίνησε με την υπογραφή συμβολαίων μεταξύ εταιρείας που ανήκει στον ίδιο και σε συνεργάτες του ως τελικοί χρήστες της εγγυητικής, γνωστών του κατηγορουμένου που είχαν την ιδιότητα του παροχέα της εγγυητικής και τριών ενδιάμεσων, εκ των οποίων ο κατηγορούμενος και κάποιος συνεργάτης του με το όνομα Souheil Ghussen (στο εξής καλείται ο 'Souheil'), οι οποίοι θα ενεργούσαν ως μεσάζοντες έναντι προμήθειας. Μάλιστα ο Souheil του έδωσε αριθμό λογαριασμό που διατηρούσε στην Alpha Bank για να κατατεθεί το ποσό προμήθειας τους. Καταθέτοντας ως Τεκμήριο 1 έγγραφο στο οποίο αναγνώρισε την υπογραφή του αλλά και τις υπογραφές των κατηγορουμένου και Souheil, ο παραπονούμενος ανάφερε ότι συμφωνήθηκε με τους συνεργάτες του κατηγορουμένου ότι οι τελευταίοι θα εξέδιδαν εγγυητική αξίας €60.000.000,00 και θα την παρέδιδαν στην τράπεζα του παραπονούμενου και των συνεργατών του. Από την πράξη αυτή ο κατηγορούμενος και ο Souheil θα λάμβαναν προμήθεια. Τα έξοδα της έκδοσης εγγυητικής (call option fees) συμφωνήθηκαν στο ποσό των €50.000,00 αλλά στη συνέχεια ζητήθηκε από τον παραπονούμενο να καταβάλει το ποσό των €60.000,
- Επειδή ο κατηγορούμενος θα απέστελλε το ποσό που αναλογούσε στο κόστος έκδοσης της επιταγής σε άγνωστο πρόσωπο στο εξωτερικό ζήτησε από τον κατηγορούμενο να υπογράψει δύο επιπρόσθετες συμφωνίες με τις οποίες ο κατηγορούμενος να καταστεί εγγυητής των χρημάτων αυτών και να αναλάβει την υποχρέωση μόλις αυτά αποσταλούν στον προορισμό τους να του προσκομίσει αντίγραφο του εμβάσματος, εισήγηση την οποία ο κατηγορούμενος αποδέχτηκε. Συνεπεία του πιο πάνω ήταν η υπογραφή του Τεκμηρίου 2 μεταξύ του παραπονούμενου και του κατηγορουμένου μαζί με Souheil για την έκδοση εγγυητικής ύψους €65.000.000,
- Για την υλοποίηση της συμφωνίας αυτής ο παραπονούμενος έκδωσε και παρέδωσε στον κατηγορούμενο τραπεζική επιταγή ύψους €30.000,00 που αφορούσαν τα έξοδα έκδοσης της εγγυητικής. Ωστόσο η εγγυητική δεν εκδόθηκε επειδή ο κατηγορούμενος αδυνατούσε να εξασφαλίσει το υπόλοιπο ποσό των εξόδων της έκδοσης που αναλογούσε σε €30.000,00 με αποτέλεσμα στις 20.11.08 να υπογραφεί το Τεκμήριο 3 μεταξύ της αδελφής του παραπονουμένου, κυρίας Κίτσης (στο εξής καλείται η 'Κίτση'), κατόπιν εξουσιοδότησης της από τον παραπονούμενο, με το οποίο έγγραφο ο παραπονούμενος ανέλαβε να καταβάλει το επιπλέον ποσό των €20.000,00 και ταυτόχρονα ο κατηγορούμενος ανέλαβε να πληρώσει το ποσό των €10.000,
- Ο κατηγορούμενος μέσω της Κίτση κατέβαλε στο λογαριασμό του κατηγορουμένου το ποσό των €20.000,
- Επίσης, σε σχέση με το πιο πάνω ποσό των €10.000,00 που αποτελούσε μέρος των εξόδων έκδοσης της εγγυητικής, την ίδια ημέρα που υπογράφτηκε το Τεκμήριο 3 υπογράφτηκε έγγραφο μεταξύ του παραπονούμενου και του Souheil το οποίο ο παραπονούμενος κατάθεσε ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, το ποσό των €50.000 που πλήρωσε στον κατηγορούμενο ως μέρος των εξόδων έκδοσης της εγγυητικής θα μεταφερόταν από τον τελευταίο με έμβασμα σε συνεργάτες του στο εξωτερικό. Αντίγραφο της μεταφοράς αυτής θα διδόταν στον παραπονούμενο. Πράγματι ο κατηγορούμενος έδωσε αντίγραφο εμβάσματος αλλά για το ποσό των €30.000,
- Παρόλα αυτά, σύμφωνα πάντοτε με τον παραπονούμενο, οι συνεργάτες του κατηγορουμένου απέτυχαν να εκδώσουν εγγυητική και να του την αποστείλουν. Όπως εξήγησε ο παραπονούμενος, η διαδικασία αποστολής μιας εγγυητικής γίνεται με συγκεκριμένο κώδικα και στην προκειμένη περίπτωση αυτός ο κώδικας θα διαβιβαζόταν στην τράπεζα του παραπονούμενου από την τράπεζα των συνεργατών του κατηγορουμένου με τον οποίο έτσι θα εκφραζόταν η πρόθεση της τράπεζας των συνεργατών του κατηγορουμένου, ως τράπεζα-αποστολέας της εγγυητικής, να εγγυηθεί την τράπεζα του παραπονούμενου να χορηγήσει χρήματα υπό τη μορφή δανείου. Κατά τον παραπονούμενο, στην παρούσα υπόθεση ο κωδικός δεν αποστάληκε στην τράπεζα του με αποτέλεσμα να υποστεί συνέπειες τις οποίες επωμίστηκε. Ακολούθως, ο παραπονούμενος ανάφερε ότι η εγγυητική ουδέποτε εκδόθηκε και ουδέποτε παραδόθηκε στην τράπεζα του. Καθ' όλη τη διάρκεια του Ιανουαρίου 2009 βρισκόταν σε συνεχή επικοινωνία με τον κατηγορούμενο και τον Souheil ζητώντας είτε να του παραδοθεί η εγγυητική είτε να του επιστραφούν τα χρήματα που έδωσε, πλην όμως ο κατηγορούμενος τον διαβεβαίωνε ότι τελικά θα εκδιδόταν η εγγυητική. Όταν περί τα τέλη Ιανουαρίου 2009 δεν είχε εκδοθεί η εγγυητική ο παραπονούμενος ζήτησε να του επιστραφούν τα χρήματα που έδωσε και ως αποτέλεσμα αυτού προέκυψε η επίδικη επιταγή με μεταχρονολογημένη ημερομηνία πληρωμής τριών μηνών, την οποία ο κατηγορούμενος έκδωσε και παρέδωσε στον παραπονούμενος στη βάση μιας νέας συμφωνίας που υπογράφτηκε από τα εν λόγω άτομα στις 02.02.
- Κατά τον παραπονούμενο με την έκδοση μεταχρονολογημένης επιταγής δινόταν ακόμη μία περίοδος τριών μηνών στον κατηγορούμενο να μεριμνήσει για την εξασφάλιση της εγγυητικής. Το έγγραφο αυτό κατατέθηκε από τον παραπονούμενο ως Τεκμήριο
- Αναφερόμενος στην επίδικη επιταγή με βάση το Τεκμήριο 5, ο παραπονούμενος εξήγησε πως η εν λόγω επιταγή, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6, παρουσιάζει πληρωτέο ποσό ύψους €55.250,00 στο οποίο τα μέρη κατέληξαν επειδή περιλαμβάνονται δικηγορικά έξοδα σύνταξης διαφόρων εγγράφων καθώς και ένα ποσό που ο κατηγορούμενος εισηγήθηκε να συμπεριληφθεί αποζημιώνοντας έτσι κατά κάποιο τρόπο τον παραπονούμενο. Στο διάστημα μεταξύ της 02.02.09 που εκδόθηκε η επίδικη επιταγή και 30.04.09 που ήταν η ημερομηνία πληρωμής της ο παραπονούμενος ανάφερε ότι αρκετές φορές κατηγορούμενος αναζήτησε τη βοήθεια του στα πλαίσια υλοποίησης επαγγελματικών υποχρεώσεων του αλλά και επίλυσης οικογενειακών προβλημάτων. Παράλληλα, ο κατηγορούμενος τον σύστησε σε κάποιο συνεργάτη του με το όνομα Φύρσως Ιωαννίδης. Περαιτέρω, ο παραπονούμενος ανάφερε ότι μέχρι τις 30.04.09 η εγγυητική δεν εκδόθηκε. Την ημέρα της κατάθεσης της επιταγής ο παραπονούμενος πρόσεξε ότι ο κατηγορούμενος προέβαινε σε ανάληψη €8.000,00 από διπλανό ταμείο της τράπεζας. Ωστόσο η επίδικη επιταγή δεν μπορούσε να τιμηθεί επειδή δεν υπήρχαν κεφάλαια και επειδή ο λογαριασμός από τον οποίο προερχόταν ήταν κλειστός. Μέχρι σήμερα η επίδικη επιταγή δεν έχει εξοφληθεί. Αντεξεταζόμενος ο παραπονούμενος δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως ο κατηγορούμενος μαζί με τον Souheil ενεργούσαν ως ενδιάμεσοι (brokers) και γι' αυτό του υπέδειξαν ένα οργανισμό στην Ισπανία με την επωνυμία Kadima & Partners, ο οποίος θα ήταν ο παροχέας της εγγυητικής. Μετά από έρευνες στις οποίες προέβηκε διαπιστώθηκε πως ο εν λόγω οργανισμός είχε εκδώσει στο παρελθόν τέτοια χρηματοπιστωτικά εργαλεία. Όπως στη συνέχεια είπε ο παραπονούμενος, ο ίδιος γνώρισε τον Suheil μέσω του κατηγορουμένου. Παράλληλα, ο παραπονούμενος δήλωσε ότι κατά τη διαδικασία έκδοσης της εγγυητικής είχε καθημερινή επικοινωνία με τον κατηγορούμενο ενώ κάποιες φορές είχε συνομιλίες με κάποιο Peter Liebentritt (στο εξής καλείται ο 'Liebentritt'), που του τον υπέδειξαν ως συνεργάτη του κατηγορουμένου στην Αυστρία και θα τους παρείχε επαγγελματική υποστήριξη (back office). Καταθέτοντας ως Τεκμήριο 7 έγγραφο με τον ίδιο τίτλο ως το Τεκμήριο 1 ανάφερε ότι το Τεκμήριο 7 υπογράφτηκε μόνο από τον ίδιο πριν να υπογραφεί το Τεκμήριο 1 με απώτερο σκοπό να διασφαλίσει ότι η επικοινωνία που θα γινόταν με την εγγυητική θα εξασφάλιζε τους μεσάζοντες. Όπως ο παραπονούμενος είπε, από το Τεκμήριο 7 ελλείπουν πολλά στοιχεία, τα οποία ο μάρτυρας απαρίθμησε και τα οποία ενσωματώθηκαν στο Τεκμήριο
- Όταν όμως αργότερα του υποδείχτηκε νέος παροχέας της εγγυητικής του είπαν ότι το συμβόλαιο για την προμήθεια δεν έπρεπε να είχε το όνομα του κατηγορουμένου επειδή ήταν δημόσιος υπάλληλος. Είναι γι' αυτό που το όνομα του κατηγορουμένου δεν φαίνεται στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Σε ερώτηση που έγιναν οι πληρωμές ο παραπονούμενος είπε πως μία πληρωμή ύψους €15.000,00 έγινε υπό τη μορφή εμβάσματος σε λογαριασμό του Suheil μετά από υπόδειξη του κατηγορουμένου, μία άλλη ύψους €20.000,00 ως έμβασμα ή επιταγή υπό τη μορφή κατάθεσης σε λογαριασμό του κατηγορουμένου και μία άλλη πληρωμή €15.000,00 υπό τη μορφή επιταγής εκδομένη από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού την οποία και παρέδωσε προσωπικά στον κατηγορούμενο στο χώρο εργασίας του στην Αρχή Λιμένων. Είναι η θέση του παραπονούμενου ότι μέσα από τη διαδικασία αυτή ο κατηγορούμενος υπείχε ρόλο εγγυητή. Είναι ακόμη η θέση του παραπονούμενου ότι μέσα από αυτήν την συνεργασία ο κατηγορούμενος θα λάμβανε προμήθεια ύψους €150.000,
- Τελικά η διαδικασία διακόπηκε και η συνεργασία τερματίστηκε αφού πρώτα τα εμπλεκόμενα μέρη αντάλλαξαν αλληλογραφία όπως η επιστολή ημερομηνίας 22.12.08 της Francaise de Credit προς την Quo Vadis Maritime Inc. η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 14 και η απαντητική επιστολή άνευ ημερομηνίας η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Καταθέτοντας ως Τεκμήριο 16 επιστολή ημερομηνίας 21.01.09 της εταιρείας Exante Business Consultants στην οποία είναι μέτοχος προς τον Liebentritt καθώς επίσης και ηλεκτρικό μήνυμα ημερομηνίας 19.01.09 προς τον Kadima εκ μέρους και για λογαριασμό της Kadima & Partners με κοινοποίηση προς τον κατηγορούμενο ως Τεκμήριο 17, ο παραπονούμενος γνωστοποίησε τον τερματισμό της διαδικασίας και την αξίωση του για επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλε υποδεικνύοντας τον κατηγορούμενο και Suheil τα άτομα που θα μεριμνούσαν προς την επίτευξη αυτού του σκοπού ως εγγυητές που ήταν σε σχέση με το θέμα αυτό. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση του συνηγόρου υπεράσπισης ο παραπονούμενος ανάφερε ο τερματισμός της συμφωνίας που αφορούσε την εγγυητική ήταν προϊόν σχετικής απόφασης. Ένεκα της αρνητικής εξέλιξης των πραγμάτων ο παραπονούμενος κινήθηκε δικαστικώς εναντίον του κατηγορουμένου καταχωρώντας την αγωγή υπ' αριθμό 2566/09 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού ενώ παράγγειλα προέβηκε και σε σχετική καταγγελία στην Αρχή Λιμένων με σκοπό την πειθαρχική δίωξη του κατηγορουμένου. Επ' αυτού ο κατηγορούμενος κατάθεσε ως Τεκμήριο 8 δέσμη εγγράφων στα πλαίσια αίτησης για έκδοσης ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος στην προαναφερόμενη αγωγή καθώς επίσης ως Τεκμήριο 9 κατάθεση που ο παραπονούμενος έδωσε σε ερευνών λειτουργό που η Αρχή Λιμένων διόρισε για να εξετάσει την καταγγελία του εναντίον του κατηγορουμένου. Ακόμη ο παραπονούμενος κατάθεσε ως Τεκμήριο 10 επιστολή της δικηγόρου του ημερομηνίας 13.10.09 εις απάντηση ερωτημάτων που έθεσε γραπτώς η ερευνώσα λειτουργός που ανέλαβε τη διερεύνηση της καταγγελίας του στην Αρχή Λιμένων. Επαναλαμβάνοντας τη θέση που πρόταξε στην κυρίως εξέταση του περί εξόδων έκδοσης εγγυητικής που αρχικά ανέρχονταν στα €30.000,00 και στη συνέχεια και πριν από την υπογραφή του Τεκμηρίου σε αύξηση τους σε €60.000,00, ο παραπονούμενος κατάθεσε αντίγραφο τιμολογίου ημερομηνίας 07.11.08 για το ποσό των €30.000,00 ως Τεκμήριο
- Σε σχέση με το θέμα αυτό ο παραπονούμενος ανάφερε ότι κατέβαλε το ποσό των €50.000,00 σε δύο δόσεις των €30.000,00 και €20.000,00 αντίστοιχα, για τις οποίες έλαβε από τον κατηγορούμενο απόδειξη αποστολής μόνο για τις πρώτες €30.000,00, παρόλο ότι υποσχέθηκε να του προσκομίσει παρόμοια απόδειξη και για τα υπόλοιπα €20.000,
- Ακολούθως ο παραπονούμενος κατάθεσε ως Τεκμήριο 12 επιστολή ημερομηνίας 12.11.08 που απέστειλε στον Liebentritt ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας Quo Vadis Maritime Inc. με την οποία, όπως ο ίδιος είπε, τον ενημέρωνε για την αποδοχή της νέας εγγυητικής και τους όρους που η εταιρεία του έθετε για να προχωρήσει αυτή η συνεργασία αλλά και όρους που η τράπεζα έθετε ως προς την παραλαβή της εγγυητικής. Μία άλλη επιστολή ημερομηνίας 24.01.09 που κατά την άποψη του [παραπονούμενου επίσης αφορούσε αλλαγή εγγυητικής και συνόδευε ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 02.01.09 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, η επίδικη επιταγή ήταν μεταχρονολογημένη κατά τρεις μήνες επειδή ο κατηγορούμενος το ζήτησε για να υπάρξει συμμόρφωση χωρίς να επωμιστεί οποιαδήποτε συνέπεια. Αναφερόμενος στο περιστατικό που διαδραματίστηκε στην Τράπεζα Κύπρου στις 30.04.09, ο παραπονούμενος δήλωσε ότι ενώ ο τραπεζικός υπάλληλος του είπε πως δεν υπήρχαν χρήματα από το συγκεκριμένο λογαριασμό του κατηγορουμένου επειδή βρισκόταν στο Κ.Α.Π. ο κατηγορούμενος προέβαινε σε ανάληψη χρημάτων από το διπλανό ταμείο. Καταλήγοντας, ο παραπονούμενος συμφώνησε με τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι μετά από καταγγελία του κατηγορουμένου εναντίον του ιδίου και του Ιωνίδη ότι απέσπασαν την επίδικη επιταγή με απειλές αντιμετωπίζει την ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 6040/11 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Στην κυρίως εξέταση του ο κατηγορούμενος ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι εργάζεται στην Αρχή Λιμένων ως βοηθός επιθεωρητής. Απέκτησε πολύ καλές φιλικές σχέσεις με τον Suheil με τον οποίο ουδεμία επαγγελματική συνεργασία ή δραστηριότητα είχε. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, ο Suheil είναι καθηγητής οικονομικών στο πανεπιστήμιο της Βιέννης αλλά παράλληλα, εξ' όσο του είπε, αντιπροσωπεύει διάφορες εταιρείες που εμπορεύονται προϊόντα και αγαθά και έτσι γνωρίζει αρκετά καλά το τραπεζικό σύστημα. Όπως ο κατηγορούμενος είπε, ο Suheil έχει έσοδα από την δραστηριότητα αυτή με αποτέλεσμα ένας λογιστής με το όνομα Παύλος Τίμινις (στο εξής ο 'Τίμινις') να τηρεί τα λογιστικά βιβλία. Σύμφωνα πάντοτε με τον κατηγορούμενο, σε κάποια στιγμή ο Τίμινις είπε στον Suheil ότι είχε ένα πελάτη που επιθυμούσε να εξασφαλίσει εγγυητική. Επρόκειτο για τον Μάριο Ιωνίδη (στο εξής ο 'Ιωνίδης'), ο οποίος είχε ένα πελάτη που ήθελε να εξασφαλίσει μία υψηλή εγγυητική από ευρωπαϊκή τράπεζα. Αυτός ήταν ο παραπονούμενος που ο κατηγορούμενος κατονόμασε ως το άτομο που τον ανάγκασε να του εκδώσει την επίδικη επιταγή παρά τη θέληση του. Έγιναν μία με δύο συναντήσεις ανάμεσα στους Ιωνίδη, Suheil και Τίμινη και στη συνέχεια διευθετήθηκε συνάντηση στην οποία παραβρέθηκε και ο παραπονούμενος. Ο κατηγορούμενος έτυχε να είναι παρών σ' αυτές τις συναντήσεις χωρίς να γνωρίζει του άλλους παρευρισκόμενους και χωρίς αυτοί να τον γνωρίζουν. Από ηλεκτρονική αλληλογραφία που εξασφάλισε από συνεργάτες του Suheil με τη βοήθεια του τελευταίου στα πλαίσια αντίκρουσης της καταγγελίας που ο παραπονούμενος υπέβαλε μεταγενέστερα εις βάρος του στην Αρχή Λιμένων ενημερώθηκε ότι ο τελευταίος υπέβαλε αίτηση για εξασφάλιση τραπεζικής εγγυητικής στις 06.10.
- Τα έγγραφα αυτά κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 18
(1)μέχρι 18
(20). Στις 17.10.08 ο παραπονούμενος μαζί με τον Ιωνίδη επισκέφτηκαν τον κατηγορούμενο στο χώρο εργασίας τους. Αργότερα ενώθηκε μαζί τους και ο Suheil. Στη συνάντηση αυτή, για την οποία ο κατηγορούμενος δεν ήταν ενήμερος, του δόθηκε μια επιταγή που εκδόθηκε από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού για το ποσό των €15.000,
- Τόσο ο ίδιος όσο και ο Suheil έμειναν έκπληκτοι από αυτή την κίνηση καθότι η εν λόγω επιταγή έπρεπε να είχε εκδοθεί εις το όνομα του Suheil. Εφόσον η επιταγή δεν του ανήκε την οπισθογράφησε και την έδωσε στον Suheil. Τότε ο παραπονούμενος είπε στον Suheil να υπογράψει ένα έγγραφο σε σχέση με τα χρήματα που έλαβε. Ο κατηγορούμενος συνόδευσε τον Suheil στο γραφείο του παραπονούμενου για να το υπογράψει όμως εκεί αντιλήφθηκε ότι έπρεπε να τα υπογράψει και ο ίδιος αλλιώς, όπως ο παραπονούμενος είπε, δεν θα προχωρούσε η διαδικασία. Αφού του εξηγήθηκε το περιεχόμενο του εγγράφου από τον Suheil εμπιστεύθηκε τον φίλο του που του ζήτησε να το υπογράψει, πράγμα που και έπραξε. Αναγνώρισε το έγγραφο αυτό ως το Τεκμήριο
- Το υπόλοιπο ποσό των €15.000,00 πληρώθηκε σε λογαριασμό του Suheil από τον παραπονούμενο μετά που ο κατηγορούμενος οπισθογράφησε την επιταγή του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού. Ως προς το πότε ακριβώς πληρώθηκε το ποσό ο κατηγορούμενος παρέπεμψε στο Τεκμήριο
- Είναι η θέση του κατηγορουμένου ότι με βάση το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 18
(1)μέχρι 18
(20), τα οποία είναι γραπτή επικοινωνία που διεξήχθηκε ανάμεσα σε εμπλεκόμενα με τη διαδικασία μέρη, έχει αποδειχτεί ότι η διαδικασία έκδοσης τραπεζικής εγγύησης απέτυχε εξ' υπαιτιότητας του παραπονούμενου αφού κατά τον Θεοδοσίου (κατηγορούμενος) η εταιρεία που θα γινόταν αποδέχτης τέτοιου τραπεζικού εργαλείου στην οποία ο παραπονούμενος ήταν διευθυντής αδυνατούσε να εντοπίσει τραπεζικό οργανισμό που θα πιστοποιούσε την οικονομική δυνατότητα της εταιρείας του στο να αναλάβει και να υλοποιήσει με επιτυχία το σκοπούμενο έργο, η ανάπτυξη του οποίου απαιτούσε την έκδοση τραπεζικής εγγυητικής. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος περίγραψε τις κατ' ισχυρισμό συνθήκες εκβιασμού, απειλών και τρόμου που βίωσε και που τον οδήγησαν στην έκδοση της επίδικης επιταγής χωρίς τη θέληση του. Συγκεκριμένα, ο παραπονούμενος μετέβηκε στο σπίτι του μόλις τρεις φορές και όλες περί τις αρχές Οκτωβρίου
- Έκτοτε ο παραπονούμενος δεν ήλθε ξανά στην οικία του. Από τις 20.12.08 δεχόταν καθημερινά ένα με δύο τηλεφωνήματα από τον παραπονούμενο, ο οποίος τον καλούσε συνεχώς να υλοποιήσει την υποχρέωση του που πήγαζε από τα Τεκμήρια 2 και
- Ωστόσο 2-3 ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα ο παραπονούμενος άρχισε τις απειλές εναντίον του. Ακόμη και την ημέρα των Χριστουγέννων ο κατηγορούμενος έγινε δέκτης απειλητικού τηλεφωνήματος από τον παραπονούμενο, ο οποίος τον απείλησε ότι θα του τοποθετούσε βόμβα, ότι θα στείλει ανθρώπους του στο λιμάνι για να τον χτυπήσουν και ότι θα έβρισκε άτομα να μαρτυρούσαν ψευδώς στην Αρχή Λιμένων ότι χρηματιζόταν. Οι απειλές αυτές εντατικοποιήθηκαν από τις αρχές 14.01.09 μέχρι 14.01.09, στο διάστημα το οποίο ο Ιωνίδης επισκέφτηκε τον κατηγορούμενο δύο φορές στην εργασία του κατόπιν τηλεφωνημάτων του παραπονουμένου. Παραπονούμενος και Ιωνίδης απείλησαν τον κατηγορούμενο ότι συνδέονται με ομάδες υποκόσμου αφήνοντας έτσι να εννοηθεί ότι θα του προκαλούσαν κακό. Οι τηλεφωνικές απειλές του παραπονούμενου προς τον κατηγορούμενο επεκτάθηκαν μέσα από τις οποίες ο πρώτος απειλούσε τον δεύτερο ότι θα έστελνε δικούς του ανθρώπους στην οικία για να χτυπήσουν το υιό του που αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, κάτι που ο παραπονούμενος γνώριζε. Ο κατηγορούμενος συχνά έφευγε από την εργασία του και πήγαινε στο σπίτι του επειδή φοβόταν μήπως ο παραπονούμενος έστελλε άτομα εκεί για να χτυπήσουν τον υιό του. Ο κατηγορούμενος ζούσε με το φόβο, τρόμο και την αγωνία. Ανάμενε να συμβεί κακό από στιγμή σε στιγμή. Έλεγχε το όχημα που ο υιός του χρησιμοποιούσε από τυχόν βόμβα. Ο παραπονούμενος δύο φορές έστειλε τον Ιωνίδη στο λιμάνι ο οποίος απείλησε τον κατηγορούμενο λέγοντας και αισχρόλογα. Ήταν τότε που ο κατηγορούμενος αναγκάστηκε να αποταθεί στην αστυνομία ζητώντας προστασία. Στις 14.01.09 ο κατηγορούμενος κατάγγειλε στην αστυνομία ότι η ζωή του κινδύνευε από τον παραπονούμενο και τον Ιωνίδη. Δυστυχώς δεν βρήκε ανταπόκριση από την αστυνομία. Ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι δεν αποτάθηκε νωρίτερα στην αστυνομία επειδή έλπιζε ότι ο παραπονούμενος με τον Ιωνίδη θα μαλάκωναν αλλά ένιωσε ότι οι πιέσεις γίνονταν καθημερινά εντονότερες. Στις 16.01.09 ο κατηγορούμενος δέχτηκε τηλεφώνημα από τον παραπονούμενο ο οποίος ενημερώθηκε για την εις βάρος του καταγγελία στην αστυνομία και είπε στον κατηγορούμενο επί λέξει: 'Τόλμησες και πήγες στην αστυνομία και μας κατάγγειλες; Τώρα ποιος σε γλυτώνει; Δεν έχεις τώρα σωτηρία.' Στις 27.01.09 ή 28.01.09 συναντήθηκε με τον παραπονούμενο και Ιωνίδη σε ξενοδοχείο με σκοπό να διευθετήσουν το πρόβλημα. Εκεί αφού δέχτηκε και απενεργοποίησε το κινητό τηλέφωνο του ο παραπονούμενος μαζί με τον Ιωνίδη τον απειλούσαν ψιθυριστά στο αυτί. Μετά από λίγες ημέρες διευθετήθηκε νέα συνάντηση στην παρουσία του Suheil με τους παραπονούμενο και Ιωνίδη να απειλούν εκ νέου τον κατηγορούμενο αλλά και τον Suheil αυτή τη φορά ότι θα τους προκαλούσαν κακό. Στις 02.02.09 κατ' απαίτηση του παραπονούμενου ο κατηγορούμενος μετέβηκε στο γραφείο της αδελφής του πρώτου. Εκεί ο παραπονούμενος απαίτησε την έκδοση επιταγής παρόλο ότι γνώριζε ότι το όνομα του κατηγορουμένου ήταν καταχωρημένο στο Κ.Α.Π. και παρά το ότι ο κατηγορούμενος τον παρακαλούσε να μην εκδώσει μια τέτοια επιταγή επειδή δεν μπορούσε να την τιμήσει λόγω της καταχώρησης του ονόματος του στο Κ.Α.Π. Ο παραπονούμενος όμως επέμενε και επί λέξει είπε στον κατηγορούμενο: 'Αν δεν μου φέρεις επιταγή τηλεφωνώ τώρα σε άτομα να πάνε σπίτι σου και να προκαλέσουν ζημιά στην οικογένεια σου.' Για να γλυτώσει τη ζωή του και χωρίς να είναι επιλογή δική του έκδωσε την επίδικη επιταγή από βιβλιάριο επιταγών που βρισκόταν στο όχημα του. Η επίδικη επιταγή ήταν μεταχρονολογημένη τριών μηνών και έφερε τόκο 30%. Για δύο μήνες δεν ενοχλήθηκε. Τις τελευταίες 15 ημέρες άρχισαν να δέχεται εκ νέου απειλές που αποσκοπούσαν στην εξαργύρωση της επίδικης επιταγής. Ήταν τότε που αναγκάστηκε να μεταβεί εκ νέου στην αστυνομία για να προστατευθεί. Στις 27.04.09 έδωσε κατάθεση στην αστυνομία όπως και ο Suheil στις 28.04.
- Ως αποτέλεσμα της διερεύνησης της καταγγελίας αυτής καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού η ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 6040/11 εναντίον του παραπονούμενου και του Ιωνίδη. Στις 30.04.09, ημερομηνία που η επίδικη επιταγή ήταν πληρωτέα και ενώ ο κατηγορούμενος βρισκόταν μαζί με συνάδελφο του στην εργασία του δέχτηκε τηλεφώνημα από τον παραπονούμενο, ο οποίος του είπε επί λέξει: 'Σάκη πρέπει οπωσδήποτε να βρεθούμε σήμερα.' Επειδή ο κατηγορούμενος αρχικά αρνήθηκε ο παραπονούμενος του είπε: 'Εγώ δεν καταλάβω τίποτε. Θέλεις-δεν θέλεις θα έλθεις να με δεις.' Ο κατηγορούμενος συνέχισε να αρνείται και διέκοψε την τηλεφωνική επικοινωνία ακολουθώντας οδηγίες της αστυνομίας. Σε λίγο όμως δέχτηκε τηλεφώνημα από τη σύζυγο του που ζητούσε εξηγήσεις για την επίδικη επιταγή, η οποία μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν γνώριζε οτιδήποτε. Αμέσως τηλεφώνησε πίσω στον παραπονούμενο λέγοντας του ότι δέχεται να συναντηθεί μαζί του. Ο παραπονούμενος τότε του είπε επί λέξει: 'Αν νομίζεις ότι αστειευόμαστε κάνεις λάθος. Τη ζημία που σου είπαμε ότι θα σου κάνουμε θα σου την κάνουμε από τώρα.' Τελικά εκείνη την ημέρα ο κατηγορούμενος συναντήθηκε με τον παραπονούμενο και Ιωνίδη σε καφετερία και όλοι μαζί μετέβησαν σε υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στην οδό Πάφου στην επαρχία Λεμεσό. Εκεί ο ίδιος προσπάθησε να αποσύρει χρήματα μιας διαχείρισης επειδή φοβόταν μήπως ο παραπονούμενος δεσμεύσει τους λογαριασμούς του. Καταλήγοντας ο κατηγορούμενος είπε πως ο ίδιος δεν γνώριζε καθόλου είτε τον παραπονούμενο είτε τον Ιωνίδη. Αναζητούσαν ένα Κύπριο για να είναι εξασφαλισμένοι και ο ίδιος βρέθηκε στο δρόμο τους. Ο ίδιος απειλήθηκε αλλά περισσότερο ανησυχούσε για την ασφάλεια του υιού του. Έζησε ένα δράμα και ένα Γολγοθά. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως γνώρισε τον λογιστή Τίμινη το καλοκαίρι του 2008 και συγκεκριμένα δεκαπέντε ημέρες πριν τη λήψη του πρώτου τηλεφωνήματος από τον Ιωνίδη για ύπαρξη πελάτη. Οι δε συναντήσεις μεταξύ παραπονούμενου, Ιωνίδη, Suheil και του ιδίου διεξήχθηκαν περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2008 με τις συζητήσεις όμως να διεκπεραιώνονται από τον παραπονούμενο και τον Suheil. Ο κατηγορούμενος συναντήθηκε για πρώτη φορά με τον παραπονούμενο περί τα μέσα με τέλη Σεπτεμβρίου
- Ακολούθως, ο κατηγορούμενος συναντήθηκε ακόμη τρεις φορές με τον παραπονούμενο στην οικία του, όλες περί τις αρχές Οκτωβρίου
- Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, ο παραπονούμενος παρουσιάστηκε ως ένας μεγάλος επιχειρηματίας με τρομερές δυνατότητες. Στην προσπάθεια του να κτίσει μια καλή σχέση με τον παραπονούμενο σύστησε τον τελευταίο σε κάποιο Θύρσο Ιωαννίδη που είχε κάποιο πελάτη που ασχολείτο με το εμπόριο χρυσού. Ο κατηγορούμενος ευελπιστούσε πως σε περίπτωση θετικής κατάληξης στο θέμα εγγυητικής ο ίδιος θα είχε κάποιο οικονομικό όφελος, χωρίς όμως αυτό να έχει τεθεί ως όρος. Όπως ο κατηγορούμενος είπε, ο Suheil ασχολείτο με την έκδοση εγγυητικών έχοντας ως συνεργάτες στο εξωτερικό τους Liebentritt και Kadima. Ο Kadima και κάποιος Berthier ήταν τα άτομα που θα μεριμνούσαν για την παροχή της εγγυητικής. Ο κατηγορούμενος επέμενε ότι με την παρούσα υπόθεση ουδεμία σχέση είχε. Είναι η θέση του κατηγορούμενου ότι υπέγραψε το Τεκμήριο 2 καθώς και την επιταγή των €15.000,00 που είχε εκδοθεί εις το όνομα του και στη συνέχεια παρέδωσε στον Suheil κατόπιν συνομωσίας και δολοπλοκίας των Νικολαΐδη και Ιωνίδη. Το ποσό αυτό αφορούσε μέρος των €30.000,00 που ήταν τα 'processing fees'. Όσον αφορά τα €20.000,00 που κατατέθηκαν στις 20.11.08 σε λογαριασμό του στην Τράπεζα Κύπρου (Τεκμήριο 18
(10)και ομοίως την επόμενη ημέρα επιπλέον €10.000,00 από τον Suheil (Τεκμήριο 18
(11)), ο κατηγορούμενος είπε ότι απλά δάνεισε το λογαριασμό του στο Suheil για μία ημέρα ικανοποιώντας έτσι αίτημα του φίλου του να αποστείλει στις 21.11.08 χρήματα στο εξωτερικό μέσω της Τράπεζας Κύπρου στην οποία ο Suheil δεν είχε λογαριασμό. Επ' αυτού ο κατηγορούμενος κατάθεσε ως Τεκμήριο 19 οικονομική κατάσταση του τραπεζικού λογαριασμού του στην Τράπεζα Κύπρου υπ' αριθμό 033600000215 που δείχνει την κίνηση του εν λόγω λογαριασμού για την περίοδο από 31.12.03 μέχρι 03.03.
- Όπως ο κατηγορούμενος εξήγησε, τα ποσά των €20.000,00 και €10.000,00, για τα οποία έγινε αναφορά αμέσως πιο πάνω, αφορούσαν τα 'call option fees'. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι υποχρεώθηκε από τον παραπονούμενο να υπογράψει τα Τεκμήρια 2 και 3 επειδή σε αντίθετη περίπτωση δεν θα προχωρούσε η διαδικασία έκδοσης της εγγυητικής. Όπως είπε ενέργησε για το χατίρι του φίλου του Suheil. Ο ίδιος θεωρεί ότι τα εν λόγω έγγραφα για το λόγο που τα υπέγραψε δεν του αποδίδουν οποιαδήποτε ευθύνη. Σε σχέση με το περιστατικό της επιταγής των €15.000,00 που διαδραματίστηκε στο χώρο εργασίας του περί τις αρχές ή μέσα Νοεμβρίου 2008 στην παρουσία των Suheil, παραπονούμενου και Ιωνίδη, ο κατηγορούμενος επέμεινε ότι είχε λανθασμένα εκδοθεί εις το όνομα του από πιστωτικό οργανισμό και αφού δεν ήταν δικαιούχος της την οπισθογράφησε την παρέδωσε στον Suheil, ο οποίος και την εξαργύρωσε. Έκτοτε και σε διάστημα ενός μηνός ο παραπονούμενος τον επισκέφτηκε ακόμη τρεις φορές αλλά μονάχος του στο χώρο εργασίας του με τον οποίο συζήτησε θέματα χρυσού και για την εγγυητική για την οποία έγινε αίτηση. Σε σχέση με το Τεκμήριο 1 ο κατηγορούμενος αναγνώρισε την υπογραφή του στο έγγραφο και ισχυρίστηκε ότι αυτό δεν αφορά την υπόθεση αυτή. Ο κατηγορούμενος αφού ακόμη αναγνώρισε την υπογραφή και μονογραφές του στη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 27.04.09 στα πλαίσια της καταγγελίας που υπέβαλε για δεύτερη φορά εναντίον του παραπονούμενου και Ιωνίδη κατάθεσε το εν λόγω έγγραφο ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, ο παραπονούμενος άρχισε να του ζητεί τα χρήματα που σημειώνονται στα Τεκμήρια 2 και 3 μεταξύ 15.12.08 και 20.12.08 με τον κατηγορούμενο να αντιδρά λέγοντας του ότι δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη και αν έχει οποιοδήποτε παράπονο τότε να προσφύγει στη δικαιοσύνη. Στις 23.12.08 ο παραπονούμενος άρχισε να τον απειλεί. Οι απειλές γίνονταν μέσω τηλεφώνου αλλά επεκτάθηκαν σε συναντήσεις που είχε μαζί του καθώς κα μέσω γραπτών μηνυμάτων τα οποία όμως διέγραψε από τη μνήμη του τηλεφώνου του για να μην περιέλθουν στην αντίληψη μελών της οικογένειας του και αναστατωθούν. Όπως περαιτέρω ο κατηγορούμενος δήλωσε, ο Ιωνίδης τον επισκέφτηκε συνολικά τρεις φορές στο χώρο εργασίας του. Η πρώτη φορά ήταν όταν μαζί με τον παραπονούμενο του έφεραν την επιταγή ύψους €15.000,00 ενώ οι άλλες δύο φορές έγιναν τον Ιανουάριο 2009 όταν τον έστειλε ο παραπονούμενος και τον απείλησε. Την ημέρα που ο κατηγορούμενος υπέγραψε την επίδικη επιταγή παρόντες κατά την έκδοση ήταν ο παραπονούμενος, Ιωνίδης και Suheil. Ο παραπονούμενος ήταν όλο νεύρα και φώναζε συνεχώς. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, ο παραπονούμενος μαζί με τον Ιωνίδη τον απείλησαν πως αν δεν εκδώσει την επίδικη επιταγή θα έστελλαν άτομα να κάνουν κακό στην οικογένεια του. Η απειλή αυτή ανάγκασε τον κατηγορούμενο να πάει στο όχημα του και να φέρει βιβλιάριο επιταγών λογαριασμού που ήταν στο Κ.Α.Π. και ήταν εις γνώση του παραπονούμενου από το οποίο βιβλιάριο επιταγών υπέγραψε την επίδικη επιταγή. Όπως ο κατηγορούμενος είπε, προέβηκε σ' αυτή την ενέργεια για να προστατεύσει την οικογένεια του. Όπως επίσης ο κατηγορούμενος εξήγησε, το όνομα του βρίσκεται στο Κ.Α.Π. από τα τέλη Δεκεμβρίου 2008 και η τελευταία επιταγή που υπέγραψε ήταν η επίδικη. Επανεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι πρώτα υπέγραψε το Τεκμήριο 2 και μετά το Τεκμήριο 3 χωρίς να υπάρξει πίεση από τον παραπονούμενο παρά το ότι ο τελευταίος είπε πως αν ο ίδιος δεν τα υπέγραφε η διαδικασία δεν θα προχωρούσε. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, υπέγραψε τα εν λόγω έγγραφα από φιλότιμο. Ωστόσο ο κατηγορούμενος ανάμενε πως σε περίπτωση που η συμφωνία με τον παραπονούμενο ολοκληρωνόταν θετικά ο Suheil θα έδινε χρηματικό δώρο στον υιό του. Πρώτος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν ο Γιώργος Γιανουρίδης (ΜΥ1), ανώτερος λιμενικός λειτουργός στην Αρχή Λιμένων και συνάδελφος του κατηγορουμένου στο Νέο Λιμάνι Λεμεσού εδώ και 30 έτη. Στην κυρίως εξέταση του ο εν λόγω μάρτυρας χαρακτήρισε τον κατηγορούμενο 'άνθρωπο της εκκλησίας' και άτομο που ποτέ δεν έδωσε δικαίωμα και αφορμή σε οποιοδήποτε για να τον σχολιάσει. Ακολούθως αναφέρθηκε σ' ένα περιστατικό που αφορούσε τον κατηγορούμενο και διαδραματίστηκε στον γραφείο του και στην παρουσία του. Συγκεκριμένα περί τον Απρίλιο 2009 ενώ συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο στο γραφείο του για υπηρεσιακό θέμα κτύπησε το κινητό τηλέφωνο του κατηγορουμένου αλλά ο τελευταίος δεν επιθυμούσε να το απαντήσει επειδή όπως του είπε 'τον απειλούν'. Όπως του είπε μπλέχτηκε σε υπόθεση που απλώς πήγε να βοηθήσει κάποιο φίλο του. Κατόπιν παρότρυνσης του μάρτυρα αυτού ο κατηγορούμενος απάντησε το εισερχόμενο τηλεφώνημα αφού πρώτα τοποθέτησε τη συνομιλία του σε ανοικτή ακρόαση. Με τη συνομιλία σε ανοικτή ακρόαση ο μάρτυρας άκουσε τον κατηγορούμενο να αποκαλεί το συνομιλητή του με το όνομα 'Νικόλα' και αφού του είπε ότι δεν επιθυμεί να συναντηθεί μαζί του όπως ο συνομιλητής του ζητούσε αλλά ούτε και γενικά να ομιλεί μαζί του επειδή το πρόσωπο εκείνο απειλεί τον ίδιο προσωπικά και την οικογένεια του διέκοψε την τηλεφωνική επικοινωνία. Μετά πάροδο δέκα λεπτών περίπου και ενώ ο κατηγορούμενος εξακολουθούσε να βρίσκεται στο γραφείο του ΜΥ1 ο κατηγορούμενος δέχτηκε τηλεφώνημα από τη σύζυγο του χωρίς όμως να είναι σε θέση να ακούσει το περιεχόμενο της συνομιλίας αυτής επειδή δεν ήταν σε ανοικτή ακρόαση. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος, όπως ο μάρτυρας είπε, αν και αγχωμένος και αναστατωμένος, τηλεφώνησε πίσω στον 'Νικόλα' λέγοντας του 'Καλά ρε Νικόλα δεν μπορούσες να περιμένεις μισή ώρα να εξηγηθούμε' για να εισπράξει την εξής απάντηση από το συνομιλητή του: 'Τώρα θα αρχίσω.' Σε σχέση με το περιστατικό αυτό έδωσε κατάθεση στην αστυνομία ενώ εξ' όσο πληροφορήθηκε από τον κατηγορούμενο ο τελευταίος προέβηκε σε καταγγελία στον αστυνομικό σταθμό Αγίου Ιωάννη στη Λεμεσό για απειλές που δέχτηκε από τον 'Νικόλα'. Όπως ο ΜΥ1 ανάφερε, μέχρι σήμερα δεν έχει κληθεί για να παρουσιαστεί σε οποιαδήποτε ποινική υπόθεση σχετικά με την καταγγελία του κατηγορουμένου στην αστυνομία. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως μετέβηκε για κατάθεση στην αστυνομία όταν τον κάλεσαν για κάτι τέτοιο. Αναγνωρίζοντας την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, έγγραφο το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 21, ο εν λόγω μάρτυρας παραδέχτηκε ότι μέσα από το περιεχόμενο του δεν έκανε οποιαδήποτε αναφορά στο όνομα 'Νικόλας'. Επίσης, ο ΜΥ1 δεν θυμάται κατά πόσο ο κατηγορούμενος εκείνη την ημέρα του ανάφερε το όνομα 'Νικόλας' ή 'Νικολαΐδης'. Ο μάρτυρας δε ξεκαθάρισε ότι δεν γνώριζε ποιο άτομο ήταν που συνομιλούσε με τον κατηγορούμενο και επέμενε να συναντηθεί μαζί του τη στιγμή που ο κατηγορούμενος δεν επιθυμούσε κάτι τέτοιο. Ο εν μάρτυρας ακόμη είπε πως το Τεκμήριο 21 δεν περιέχει τη σημερινή θέση του ότι το τηλέφωνο του κατηγορουμένου χτυπούσε χωρίς ο ίδιος να το απαντά και ότι φοβάται επειδή τον απειλούν. Ούτε το έγγραφο αυτό περιέχει τη θέση του ότι ο κατηγορούμενος δέχτηκε τηλεφώνημα από τη σύζυγο του. Ομοίως και σε σχέση με τη θέση του που πρόταξε στην κυρίως εξέταση του και συγκεκριμένα το ότι ο κατηγορούμενος είπε στο συνομιλητή του στο τηλέφωνο ότι δεν επιθυμεί να ομιλεί μαζί του. Το ίδιο ισχύει και για τη θέση του ότι όταν ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον 'Νικόλα' του είπε 'Καλά ρε Νικόλα δεν μπορούσες να περιμένεις μισή ώρα να εξηγηθούμε' για καθώς και την απάντηση που άκουσε ότι ο κατηγορούμενος έλαβε από το συνομιλητή του. Επόμενος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν η σύζυγος του κατηγορουμένου, Μαίρη Θεοδοσίου (ΜΥ2), η οποία είναι λιμενικός λειτουργός στην Αρχή Λιμένων. Στην κυρίως εξέταση της η μάρτυρας ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι πληροφορήθηκε για το ότι ο σύζυγος της εμπλέκεται με την επίδικη επιταγή από τηλεφώνημα που έλαβε στο υπηρεσιακό τηλέφωνο της από μία κυρία που παρουσίασε τον εαυτό της δικηγόρο και ομιλούσε εκ μέρους του πελάτη της τον οποίο ονόμασε 'Νικολαΐδη' λέγοντας της ότι η επιταγή ήταν πληρωτέα για το ποσό των €55.000,
- Αρχικά το θεώρησε ως ένα κακόγουστο αστείο αφού η ίδια και ο σύζυγος της δεν εκδίδουν επιταγές. Όταν όμως τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο και ζήτησε εξηγήσεις αυτός της είπε ότι πρόκειται για πελάτη του Suheil. Εκείνη την περίοδο ο κατηγορούμενος ήταν τρομερά καταβεβλημένος και η ίδια το απέδωσε στα προβλήματα υγείας που τόσο η ίδια όσο και ο υιός της αντιμετώπιζαν. Όπως η μάρτυρας είπε, γνωρίζεται με τον Suheil που είναι οικογενειακός φίλος ενώ γνωρίστηκε και με τον παραπονούμενο από 2-3 φορές που τους επισκέφτηκε στην οικία τους. Δύο φορές που ήταν απόγευμα ο παραπονούμενος μετέβηκε στην οικία τους μαζί με τον Suheil για καφέ ενώ την τρίτη φορά από μόνος του χωρίς πρόσκληση και χωρίς να χρησιμοποιήσει το κουδούνι της κυρίας εισόδου εισήλθε απροσδόκητα στην οικία τους από το πίσω μέρος της αυλής. Εκείνη τη στιγμή η μάρτυρας μαζί με το κατηγορούμενο και τον Suheil γευμάτιζαν. Από ότι έχει ακούσει ο παραπονούμενος ήταν πελάτης του Suheil για κάτι 'bank guarantees', όπως χαρακτηριστικά είπε. Αντεξεταζόμενη η εν λόγω μάρτυρας δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως απαγορεύεται για ένα υπάλληλο της Αρχής Λιμένων να ασχολείται με άλλη εργασία εκτός ωρών υπηρεσίας χωρίς την άδεια του οργανισμού. Ακολούθως, η μάρτυρας ανάφερε ότι είναι διευθύντρια στην εταιρεία Theoce Solar Energy (Cyprus) Co Limited, η οποία είναι ανενεργή χωρίς έτσι να διεξάγει εμπορικές πράξεις και συναλλαγές. Ακολούθως επιβεβαίωσε τις τρεις φορές που ο παραπονούμενος ήλθε την οικία της με τον τρόπο και στο χρόνο που εξήγησε στην κυρίως εξέταση της, στις οποίες συναντήσεις παρόντες ήταν η ίδια, ο κατηγορούμενος, ο Suheil και ο υιός της Χρήστος. Η τελευταία φορά που ο παραπονούμενος τους επισκέφτηκε στην οικία τους ήταν περί τον Σεπτέμβριο 2008 και ημέρα Σάββατο ή Κυριακή. Ακολούθως, η ΜΥ2 ανάφερε ότι στο παρελθόν η ίδια και ο σύζυγος της διέθεταν βιβλιάριο επιταγών αλλά εξαιτίας μιας επιταγής τους που δεν τιμήθηκε λόγω ανάκλησης πληρωμής της στα πλαίσια μιας αγοραπωλησίας τα ονόματα τους καταχωρήθηκαν στο Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών (στο εξής το 'Κ.Α.Π.) με αποτέλεσμα να μην μπορούν να εκδίδουν επιταγές για μεγάλο χρονικό διάστημα. Επίσης, εξ' όσο η ίδια θυμάται δεν είχαν προβεί σε οποιαδήποτε πράξη για να απαιτείται από μέρους τους πληρωμή ύψους €55.000,
- Σε ερώτηση κατά πόσο ο κατηγορούμενος είχε επαγγελματική συνεργασία με τον Suheil η μάρτυρας απέρριψε κάτι τέτοιο. Όπως περαιτέρω η ΜΥ1 είπε, ο σύζυγος της μαζί με τον υιό της συνόδευσαν τον παραπονούμενο σε συνάντηση που διευθετήθηκε με κάποιο Θύρσο Ιωαννίδη, γνωστό του κατηγορουμένου, με σκοπό την επαγγελματική συνεργασία. Σε σχέση με το τηλεφώνημα που έλαβε στην υπηρεσία της, η ΜΥ1 δήλωσε πως δεν έδωσε κατάθεση στην αστυνομία αλλά ούτε ο κατηγορούμενος την παρότρυνε να πράξει κάτι τέτοιο. Τελευταίος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν o Suheil Ghussen (ΜΥ3), φίλος του κατηγορουμένου. Στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι το έτος 2008 ήταν σύμβουλος σε εταιρεία που ασχολείτο με το εμπόριο τροφίμων ενώ παράλληλα ασκούσε καθήκοντα συμβούλου σε έργα δημόσιας υγείας και τουρισμού στην Ευρώπη. Τον παραπονούμενο τον γνώρισε μέσω του Παύλου Τίμινη που για μικρό χρονικό διάστημα υπήρξε λογιστής του, ο οποίος γνώριζε τον Ιωνίδη και ο τελευταίος τον έφερε σε επαφή μαζί του. Συναντήθηκε με τον παραπονούμενο στο ξενοδοχείο 'Απολλώνια' στην τουριστική περιοχή της Λεμεσού, ο οποίος τον πληροφόρησε ότι ένα έργο δικό του βρισκόταν σε εξέλιξη στην Ελλάδα που σχετιζόταν με την αγορά πλοίων και για το σκοπό αυτό είχαν μία πιστωτική γραμμή €250 εκ. περίπου. Όπως του είπε ο παραπονούμενος, αναζητούσε την έκδοση ένα με δύο τραπεζικές εγγυήσεις αξίας €60 εκ. η κάθε μια για να καλύψει μέρος του ποσού του έργου και να το υποβάλει ως 'collateral' για να πάρει την πιστωτική γραμμή κάτι που θα σήμαινε ότι θα λάμβανε χρηματοδότηση από τραπεζικό οργανισμό. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, ο παραπονούμενος ήλθε σε επικοινωνία με το συνέταιρο του, Liebentritt, ο οποίος σε τέτοιες περιπτώσεις ενεργούσε ως 'facilitator' από προμηθευτή τραπεζικής εγγύησης σε πελάτη. Ακολούθως, ο Liebentritt έστειλε στον παραπονούμενο όλα τα έγγραφα που απαιτούνταν για την υποβολή αίτησης για έκδοση τραπεζικής εγγύησης. Εξ' όσο ο μάρτυρας θυμάται ο Ιωνίδης, ο οποίος εμφανιζόταν ως συνέταιρος του παραπονούμενου, μαζί με τον Τίμινι ζητούσαν την πληρωμή των €100.000,00 ως προμήθεια με την επιτυχή ολοκλήρωση της συναλλαγής. Ως μεσάζοντας που ήταν ο μάρτυρας αυτός θα λάμβανε προμήθεια ύψους 0,5%. Αιτητής στην έκδοση της τραπεζικής εγγύησης ήταν η εταιρεία Quo Vadis Maritime Inc., στην οποία σύμβουλος και αντιπρόσωπος της στην παρούσα υπόθεση ήταν ο παραπονούμενος ενώ παροχέας η Kadima & Partners, ένας οργανισμός από την Πορτογαλία. Όπως ο μάρτυρας ανάφερε, κατά τη διάρκεια της συναλλαγής ο παραπονούμενος άλλαξε την παραλήπτρια εταιρεία πέντε φορές και ποτέ δεν εμφανίστηκε με τραπεζικό λογαριασμό που ήταν απαραίτητος για την αποστολή της τραπεζικής εγγύησης ένεκα της αδυναμίας του να πείσει την παραλήπτρια τράπεζα ότι η αιτήτρια εταιρεία ήταν οικονομικά ικανή να λάβει τέτοια τραπεζική εγγύηση. Όπως περαιτέρω ο μάρτυρας δήλωσε, ο παραπονούμενος πάντοτε έστελνε καθυστερημένα το ποσό που αναλογούσε στο κόστος που ο παροχέας έπρεπε να πληρώσει στην εκδότρια τράπεζα για να κρατήσει την τραπεζική εγγύηση που θα εκδιδόταν προς όφελος της αιτήτριας εταιρείας ως δικαιούχο ('call option fees') με αποτέλεσμα να μην μπορούσε να πραγματοποιηθεί η πληρωμή. Επιπρόσθετα της πιο πάνω πληρωμής, η αιτήτρια εταιρεία θα έπρεπε να καταβάλει το ποσό που αναλογούσε στο κόστος και την εργασία της ομάδας του παροχέα ('processing fees'). Επειδή αυτό γινόταν κάθε φορά με αποτέλεσμα να αποτύχουν όλες οι προσπάθειες για εκπλήρωση της συναλλαγής, ο παροχέας γνωστοποίησε στον παραπονούμενο ότι για να συνεχίσει τη συνεργασία του με τον παραπονούμενο ο τελευταίος θα έπρεπε πρώτα να του αποστείλει επιστολή επιβεβαίωσης με την οποία η παραλήπτρια τράπεζα να σημειώνει ότι είχε επίγνωση της συναλλαγής και ότι η αιτήτρια εταιρεία θα ήταν ικανή στο να διεκπεραιώσει την συναλλαγή (bank capability letter). Η ενέργεια αυτή του παροχέα προκάλεσε την αντίδραση του παραπονούμενου ο οποίος σταμάτησε τις διαπραγματεύσεις. Την ημέρα που ο εν λόγω μάρτυρας συνάντησε τον παραπονούμενο στο χώρο εργασίας του κατηγορουμένου εκπλάγηκε που η επιταγή των €15.000,00, η οποία αποτελούσε μέρος των processing fees, εκδόθηκε εις το όνομα του κατηγορουμένου. Το υπόλοιπο ποσό των processing fees που ήταν ακόμη €15.000,00 καταβλήθηκε με έμβασμα σε λογαριασμό του μάρτυρα αυτού. Την ημέρα της έκδοσης της επίδικης επιταγής ο μάρτυρας συναντήθηκε με τον παραπονούμενο στο ξενοδοχείο Londa. Ο μάρτυρας μετέβηκε στο χώρο συνάντησης με τη βοήθεια του κατηγορουμένου. Εκεί βρισκόταν και ο Ιωνίδης. Ο παραπονούμενος μαζί με τον Ιωνίδη ζήτησαν από τον κατηγορούμενο την έκδοση της επίδικης επιταγής. Παρόλο ότι ο κατηγορούμενος τους είπε ότι δεν μπορούσε να πράξει κάτι τέτοιο επειδή ο λογαριασμός του ήταν παγοποιημένος και ο παραπονούμενος ανάφερε ότι το γνώριζε, εντούτοις ήταν ανένδοτος και απείλησε τον κατηγορούμενο ότι θα εάν δεν το έπραττε θα έβλαπτε τον ίδιο και την οικογένεια του. Ο εν λόγω μάρτυρας είπε στον κατηγορούμενο να μην την εκδώσει, ωστόσο ο κατηγορούμενος ήταν πολύ τρομαγμένος και όπως του είπε θα υπακούσει για να μην υποφέρει η οικογένεια του. Κατά τη γνώμη του ΜΥ3 η ατυχία του κατηγορουμένου ήταν ότι ήταν φίλος του και μαζί του στις διεργασίες και ο παραπονούμενος προφανώς ήθελε να εμπλέξει κάποιον από την Κύπρο. Στη συνέχεια ο μάρτυρας αναγνώρισε τις υπογραφές του ιδίου και του κατηγορουμένου στα Τεκμήρια 2 και
- Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι παρόλο ότι διαθέτει υπεράκτια εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο ο ίδιος υπό την προσωπική ιδιότητα του είναι που συνεργάζεται με όμιλο εταιρειών του εξωτερικού για την άσκηση χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων. Η συνεργασία του αφορούσε τον εντοπισμό πιθανών πελατών. Αντιπροσωπεύει τον Liebentritt ο οποίος ενεργούσε υπό την προσωπική ιδιότητα του ως απεσταλμένος και εις το όνομα του αιτητή και συνεργάζεται άμεσα με τον παροχέα. Υπήρχαν δύο παροχείς, ήτοι ο ένας ήταν ο οργανισμός υπό την επωνυμία Kadima & Partners (πρώτος παροχέας) και ο δεύτερος με την επωνυμία Francais de Credit (δεύτερος παροχέας). Ο πρώτος παροχέας ενεργούσε σαν σύμβουλος του δεύτερου παροχέα. Όσον αφορά την εταιρεία το 10% των μετοχών της παραχωρήθηκαν στον κατηγορούμενο, ο οποίος και τον αντιπροσώπευε. Ο ίδιος ήταν ο μοναδικός υπάλληλος της εταιρείας. Ωστόσο από τον Νοέμβριο του έτους 2008 ο κατηγορούμενος διορίστηκε διευθυντής (director) της εταιρείας του μάρτυρα στην Κύπρο, θέση την οποία κατέχει μέχρι σήμερα. Σε κάποιες από τις συναντήσεις που είχε με τον παραπονούμενο ο κατηγορούμενος ήταν παρών επειδή ο τελευταίος, ως φίλος του που ήταν, χρησιμοποιούσε το όχημα του για να τον μεταφέρει στο χώρο της συνάντησης. Όμως ο κατηγορούμενος δεν ήταν εμπλεκόμενο μέρος. Αναφορικά με τα Τεκμήρια 2 και 3 αναγνώρισε τα εν λόγω έγγραφα καθώς και τις υπογραφές του ιδίου και του κατηγορουμένου. Όσον αφορά το Τεκμήριο 1 παρόλο ότι δεν αναγνώρισε το έγγραφο αυτό εντούτοις αναγνώρισε την δική του υπογραφή σ' αυτό αλλά όχι του κατηγορουμένου εξηγώντας πως ήταν σε θέση να αναγνωρίσει την υπογραφή του κατηγορουμένου μόνο στα έγγραφα που ο ίδιος ήταν παρών. Τα call option fees αποστάληκαν από λογαριασμό του κατηγορουμένου στην Τράπεζα Κύπρου μετά από παράκληση του και αφού πρώτα συναντήθηκε στην τράπεζα μαζί με τον κατηγορούμενο και την αδελφή του παραπονούμενου στην οποία έδωσε το ποσό των €10.000,00 το οποίο αποστάληκε μαζί με το ποσό των €20.000,00 που αυτή κατάφερε να μαζέψει για τον ίδιο σκοπό. Αναφερόμενος στο περιστατικό της έκδοσης της επίδικης επιταγής ο εν λόγω μάρτυρας δήλωσε ότι όταν ο κατηγορούμενος είχε πει στον παραπονούμενο ότι δεν μπορούσε να πράξει κάτι τέτοιο επειδή ήταν στο Κ.Α.Π. ο τελευταίος του είπε ότι το γνωρίζει αλλά ήθελε τον κατηγορούμενο να το πράξει επειδή είναι ο μοναδικός Κύπριος. Κάλεσε τον κατηγορούμενο να το πράξει αλλιώς θα τον κλάψει αυτός και η οικογένεια του. Ακόμη του είπε ότι θα στείλει κάποιον στο σπίτι του να βλάψει τον ίδιο και την οικογένεια του. Ο κατηγορούμενος πρότεινε να του επιβεβαιώσει την οφειλή όμως ο παραπονούμενος επέμεινε με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να φέρει βιβλιάριο επιταγών. Ο κατηγορούμενος ικέτευε τον παραπονούμενο να μην τον εξαναγκάσει να υπογράψει επιταγή πλην όμως ο παραπονούμενος ήταν ανένδοτος. Παρόλο ότι ο μάρτυρας προέτρεψε τον κατηγορούμενο να μην εκδώσει επιταγή εντούτοις υποχρεώθηκε να το κάνει τρέμοντας προκειμένου, όπως του είπε, να σώσει την οικογένεια του. Παράλληλα, σύμφωνα με τον μάρτυρα αυτό, όταν ο παραπονούμενος είδε τον εν λόγω μάρτυρα να παροτρύνει τον κατηγορούμενο να μην υπογράψει επιταγή δεν δίστασε να απειλήσει και τον ίδιο λέγοντας του ότι θα του προκαλέσει σωματική ζημιά και ότι θα καταστρέψει την εικόνα του στην Κύπρο ως επιχειρηματία. Ακολούθως, ο μάρτυρας αναγνώρισε έγγραφα που του υποδείχτηκαν ως φωτοαντίγραφα αποσπάσματος των διαβατηρίων του ιδίου και του κατηγορουμένου, τα οποία και κατάθεσε ως Τεκμήρια 22Α και 22Β. Επανεξεταζόμενος ο μάρτυρας παρουσίασε και κατάθεσε ως Τεκμήριο 23 γραπτή βεβαίωση της αστυνομικής διεύθυνσης Λεμεσού ημερομηνίας 13.07.12 με την οποία επιβεβαιώνεται ότι ο εν λόγω μάρτυρας στις 26.04.09 κατάγγειλε στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λεμεσού υπόθεση απαίτησης χρημάτων με απειλές με σκοπό την κλοπή, ως αποτέλεσμα της οποίας καταχωρήθηκε η ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 6040/
- Αντίγραφο του κατηγορητηρίου στην ποινική υπόθεση αυτή καταχωρήθηκε από κοινού ως Τεκμήριο
- Τελικές Αγορεύσεις: Στην τελική αγόρευση του ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεκτεί την μαρτυρία του παραπονούμενου και να απορρίψει τους ισχυρισμούς των μαρτύρων υπεράσπισης ως αναληθείς, παράλογους και αναξιόπιστους. Σχολιάζοντας την προσαχθείσα μαρτυρία και με αναφορά σε αποφάσεις και νομικά συγγράμματα ο κύριος Θρασυβούλου, ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι μέσα από αυτή έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και σε συνδυασμό με την αδυναμία του κατηγορουμένου να αποδείξει στο βαθμό που απαιτείται τις υπερασπίσεις που επικαλέστηκε κάλεσε το Δικαστήριο να καταδικάσει τον κατηγορούμενο στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Αντίθετα, ο συνήγορος υπεράσπισης δήλωσε στο Δικαστήριο πως η έκδοση της επιταγής δεν έγινε κατόπιν ελεύθερης βούλησης του κατηγορουμένου αλλά υπό το καθεστώς πιέσεων, απειλών και εκβιασμών από τον παραπονούμενο και τον Ιωνίδη, οι οποίοι άρχισαν να τις υλοποιούν μέσω της καταγγελίας που προέβηκαν στην Αρχή Λιμένων με σκοπό την πειθαρχική δίωξη του κατηγορουμένου αλλά και τα σχόλια τους περί κλοπής εμπορευμάτων από αποθήκες της Αρχής Λιμένων στα πλαίσια εξόφλησης της επιταγής. Όπως ο κύριος Λουϊζίδης ευσεβάστως εισηγήθηκε ο κατηγορούμενος υποχρεώθηκε να δώσει την επίδικη επιταγή για να διασφαλίσει την ασφάλεια της οικογένειας του. Είναι επίσης η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε νομική υποχρέωση να εκδώσει την επίδικη επιταγή καλύπτοντας το ποσό της επειδή ο κατηγορούμενος δεν είχε οποιαδήποτε ανάμιξη στις διαπραγματεύσεις και δεν αποκόμισε οποιοδήποτε όφελος ή συμφέρον από τη διαδικασία αυτή αλλά και επειδή ο ίδιος ο παραπονούμενος τερμάτισε την όλη διαδικασία χωρίς υπαιτιότητα των παροχέων (providers) της τραπεζικής εγγυητικής. Σύμφωνα με τον κύριο Λουϊζίδη, η εμπλοκή του κατηγορουμένου στην υπόθεση αυτή είναι προϊόν οργανωμένου σχεδίου από μέρους του παραπονούμενου. Στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει και να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από την υπόθεση αυτή. Τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανάφεραν στο Δικαστήριο έχουν καταγραφεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν κρίνω σκόπιμο και χρήσιμο να παραθέσω το περιεχόμενο τους κατά τρόπο αναλυτικό, εκτός μόνο όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς εξαγωγής συμπερασμάτων. Οι νομικές θέσεις καθώς και η νομική επιχειρηματολογία τους αλλά και η νομική βάση επί της οποίας εδράζονται, όπως αυτά εκτέθηκαν από τους συνηγόρους, έχουν εξεταστεί με τη δέουσα προσοχή και σοβαρότητα, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και αναλόγως αξιολογούνται από το Δικαστήριο. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων.[1] Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της.[2] Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο.[3] Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών.[4] Σε σχέση με την αξιολόγηση μαρτυρίας που δίνεται από μάρτυρα ο οποίος στο παρελθόν είχε προβεί σε προηγούμενη αντιφατική κατάθεση, το Δικαστήριο, εξακολουθεί να είναι ο κριτής της αξιοπιστίας του. Σύμφωνα δε με τη νομολογία, προηγούμενη αντιφατική κατάθεση καθώς και οι προεκτάσεις της συνιστούν γεγονότα που προσμετρούν στην κρίση της αξιοπιστίας του μάρτυρα πλην όμως δεν εξουδετερώνουν τη μαρτυρία του ως το αντικείμενο αξιολόγησης από το Δικαστήριο παραδεκτής κατά το δίκαιο της αποδείξεως μαρτυρίας. Αναντίλεκτα οι αντιφατικές καταθέσεις του δημιουργούν ερωτηματικά ως προς την αξιοπιστία του μάρτυρα και επιβάλλουν την προσέγγιση της μαρτυρίας του με μεγάλη επιφυλακτικότητα χωρίς όμως να την καθιστούν εκ προοιμίου αναξιόπιστη. Τα κριτήρια για την αποτίμηση αντιφάσεων σχετίζονται με τους λόγους που οδηγούν στην προβολή διιστάμενων θέσεων, την ετοιμότητα του μάρτυρα να καταφύγει σε ψεύδη ή ανακρίβειες με τελικό κριτήριο την προσήλωση του μάρτυρα στην αλήθεια. Συνεπώς, το εάν ένας τέτοιος μάρτυρας γίνεται ή όχι πιστευτός εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.[5] Στα πλαίσια του πνεύματος των διατάξεων του άρθρου 33 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 μετά των συναφών τροποποιήσεων, εντάσσονται στην προκειμένη περίπτωση οι καταθέσεις των Τεκμηρίων 9, 20 και 21 που αφορούν προηγούμενες γραπτές δηλώσεις και καταθέσεις του παραπονούμενου στην ερευνώσα λειτουργό που η Αρχή Λιμένων διόρισε για την εξέταση καταγγελίας από τον παραπονούμενο εναντίον του κατηγορουμένου καθώς και του κατηγορουμένου και του ΜΥ1 στην αστυνομία σχετικά με τη διερεύνηση καταγγελίας από τον κατηγορούμενο εναντίον του παραπονούμενου και Ιωνίδη, στο στάδιο της αντεξέτασης τους. Εν πάσει περιπτώσει, με βάση τις προαναφερόμενες αρχές, το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Ο παραπονούμενος έδωσε μαρτυρία, η βάση της οποίας υποστηρίζεται από διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Συγκεκριμένα, είναι η θέση του παραπονούμενου ότι ο κατηγορούμενος ενεργούσε ως μεσάζοντας στην υπόθεση αυτή μαζί με τον Suheil και Liebentritt σε διαδικασία παροχής τραπεζικής εγγύησης (bank guarantee) από παροχέα με αντάλλαγμα όφελος. Το Τεκμήριο 1 που φέρει τον τίτλο 'Master Fee Protection Agreement & Irrevocable Corporate Payment Order' παρουσιάζει ως εμπλεκόμενα μέρη αυτά που φέρουν την ταυτότητα του εκμισθωτή-παροχείς που είναι ο οργανισμός K & Partners (lessor) και η Societe Financiere De Recouvrement (lessor mandate) και τα μέρη που φέρουν την ετικέτα του μισθωτή στη διαδικασία και είναι η Quo Vadis Maritime Inc. (lessee) και οι Peter Liebetritt, Suheil Ghussen (ΜΥ3) και κατηγορούμενος (lessee mandate). Το έγγραφο αυτό που φέρει ημερομηνία 16.10.08 προνοεί ρητά ότι οι Peter Liebetritt, Suheil Ghussen και ο κατηγορούμενος θα είσπρασσαν για την παροχή των υπηρεσιών τους προμήθεια συνολικού ύψους 2%, από την οποία 1% αναλογούσε στον Liebetritt και το υπόλοιπο εξ' ημισίας στον Suheil και τον κατηγορούμενο (από 0,5% έκαστο). Το αν οι Liebetritt, Suheil και κατηγορούμενος ενεργούσαν προς όφελος της Quo Vadis Maritime Inc. και του παραπονούμενου ή για λογαριασμό των παροχέων είναι άνευ σημασίας. Αυτό που έχει σημασία είναι η συμμετοχή του κατηγορουμένου στη διαδικασία παροχής τραπεζικής εγγύησης με αντάλλαγμα την είσπραξη προμήθειας, γεγονός το οποίο και αποδέχομαι. Ας σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος αναγνώρισε την υπογραφή του στο Τεκμήριο 1 και δεν αμφισβήτησε τη γνησιότητα του εν λόγω εγγράφου. Ο δε παραπονούμενος αναγνώρισε τόσο το έγγραφο, όσο και την υπογραφή του καθώς και τις υπογραφές του κατηγορουμένου και Suheil σ' αυτό. Πέραν του Τεκμηρίου 1 υπάρχει το Τεκμήριο 2 υπό τον τίτλο 'Bank Instrument Processing Fees Agreement' το οποίο φέρει τις υπογραφές του παραπονούμενου, του κατηγορουμένου και του Suheil. Ο κατηγορούμενος αναγνώρισε την υπογραφή του στο έγγραφο αυτό, αποδέχεται ότι το υπέγραψε και ουδέποτε αμφισβήτησε τη γνησιότητα του. Παρά την άστοχη χρήση του όρου 'παροχέα' ('provider') μέσα από το έγγραφο αυτό, το Τεκμήριο 2 αποδίδει στον κατηγορούμενο και στον Suheil την ταυτότητα του ενδιάμεσου-μεσάζοντα (intermediaries). Επιπρόσθετα και ανεξάρτητα της ταυτότητας του μεσάζοντα που το εν λόγω έγγραφο αποδίδει στον κατηγορούμενο και στον Suheil, ο τελευταίος μαζί με τον Suheil χρίζονται μέσα από το Τεκμήριο 2 εγγυητές ποσού ύψους €30.000,00 που αφορά το κόστος και την εργασία της ομάδας του παροχέα (processing fees) τα οποία καλείται ο αιτητής να καταβάλει μέσα από το εν λόγω έγγραφο στην περίπτωση αποτυχίας της διαδικασίας εξ' υπαιτιότητας του παροχέα. Ο κατηγορούμενος μαζί με τον Suheil αναγνώρισαν το ρόλο που είχαν ως ενδιάμεσοι και παράλληλα αποδέχτηκαν να εγγυηθούν την επιστροφή του ποσού των €30.000,00 στον παραπονούμενο που προφανώς ενεργούσε εκ μέρους και για λογαριασμό της αιτήτριας εταιρείας, θέτοντας τις υπογραφές τους στο έγγραφο αυτό. Υπάρχει ακόμη το Τεκμήριο 3 που αυτή τη φορά ευθέως χαρακτηρίζει τον κατηγορούμενο και τον Suheil ως ενδιάμεσους-μεσάζοντες χωρίς τη χρήση άλλων ατυχών όρων. Πρόκειται για ένα έγγραφο ημερομηνίας 20.11.08, στο οποίο ο κατηγορούμενος αφού αναγνώρισε την υπογραφή του, αποδέχεται ότι το υπέγραψε και ουδέποτε αμφισβήτησε τη γνησιότητα του. Όπως και στο Τεκμήριο 2, ο κατηγορούμενος μαζί με τον Suheil αναγνώρισαν το ρόλο που είχαν ως ενδιάμεσοι και παράλληλα αποδέχτηκαν να εγγυηθούν την επιστροφή του ποσού των €20.000,00 στον παραπονούμενο που επίσης ενεργούσε εκ μέρους και για λογαριασμό της αιτήτριας εταιρείας, που αναλογούσε σε μέρος του κόστους που ο παροχέας έπρεπε να πληρώσει στην εκδότρια τράπεζα (call option fees) έτσι ώστε να εγκλωβίσει και να κρατήσει (call, block and reserve) την τραπεζική εγγύηση που θα εκδιδόταν προς όφελος της αιτήτριας εταιρείας, θέτοντας για το σκοπό αυτό τις υπογραφές τους στο εν λόγω έγγραφο. Επίσης, το ότι ο κατηγορούμενος ήταν μέρος της διαδικασίας και ενημερωνόταν για την εξέλιξη της διαδικασίας φαίνεται και από αλληλογραφία που κατατέθηκε ως τεκμήρια στο Δικαστήριο αλλά και από τη χρήση του λογαριασμού του υπ' αριθμό 0336-00-000215-00 στην Τράπεζα Κύπρου για κατάθεση και αποστολή χρημάτων καθώς και από την έκδοση επιταγής εις το όνομα του κατηγορουμένου για το ποσό των €15.000,00 (Τεκμήρια 17, 18
(1), 18
(10), 18
(11), 18
(20)και 19). Στη βάση αυτών αποδέχομαι ότι ο κατηγορούμενος ενεργούσε μαζί με άλλους ένας εκ των οποίων ήταν ο ΜΥ3 ως ενδιάμεσοι-μεσάζοντες στη διαδικασία παροχής τραπεζικής εγγύησης στην αιτήτρια εταιρεία προσφέροντας σχετικές υπηρεσίες με αντάλλαγμα την είσπραξη προμήθειας. Επίσης, αποδέχομαι ότι ο κατηγορούμενος μαζί με άλλο συνεργάτη του ανέλαβαν ρόλο εγγυητή υπό τη μορφή κάλυψης και/ή επιστροφής των ποσών των €30.000,00 (processing fees) και €20.000,00 (μέρος των call option fees) τα οποία η αιτήτρια εταιρεία πλήρωσε στον παροχέα χρησιμοποιώντας το λογαριασμό του κατηγορουμένου αλλά και υπό τη μορφή επιταγής που εκδόθηκε εις το όνομα του κατηγορουμένου, στην περίπτωση που η διαδικασία και κατ' επέκταση η συναλλαγή αποτύγχανε εξ' υπαιτιότητας των παροχέων. Περαιτέρω, αποδέχομαι ότι στο ποσό της επίδικης επιταγής (Τεκμήριο 6) περιλαμβάνονται τόκοι και δικηγορικά έξοδα, τα οποία ο κατηγορούμενος, με βάση το Τεκμήριο 5 ημερομηνίας 02.02.09 και υπό τον τίτλο 'Refund Payment Agreement', αποδέχτηκε να καταβάλει μαζί με την επιστροφή του ποσού των €50.000,00 που εγγυήθηκε όταν τελικά η όλη διαδικασία ναυάγησε. Στο έγγραφο αυτό φαίνεται η υπογραφή του κατηγορουμένου, την ύπαρξη της οποίας ο ίδιος δεν αμφισβήτησε, η υπογραφή του παραπονούμενου καθώς και οι υπογραφές του ΜΥ3 και του Ιωνίδη ως μάρτυρες στη συμφωνία αυτή. Επιπλέον, κατόπιν αξιολόγησης, αποδέχομαι τα Τεκμήρια 1, 2, 3, 5, 6 και 17 ως ορθά, αληθή και αξιόπιστα. Παράλληλα, τα Τεκμήρια 4, 7 έως 16 δεν προσθέτουν οτιδήποτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης αυτής, λαμβανομένου υπόψη ότι η αποστολή και λήψη τους δεν αμφισβητείται. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι μέσα από την μαρτυρία του παραπονούμενου εντοπίζονται ορισμένες διαφορές, οι οποίες όμως δεν ήταν ουσιώδεις έτσι ώστε να κλόνιζαν την αξιοπιστία του ως μάρτυρα. Συγκεκριμένα: (α) Ενώ αρχικά είπε ότι για την καταβολή των εξόδων της έκδοσης εγγυητικής από €30.000,00 που συμφωνήθηκαν εκ των υστέρων ζητήθηκαν €60.000,00 (πρακτικά ημερομηνίας 16.09.11) στη συνέχεια είπε ότι στην αρχή είχε συμφωνηθεί ότι δεν θα δίνονταν έξοδα για την εκτέλεση αλλά ακολούθως ενημερώθηκε ότι έπρεπε να πληρώσει τα έξοδα της εγγυητικής που ανέρχονταν στο ποσό των €60.000,00 (πρακτικά ημερομηνίας 22.09.11). (β) Ενώ αρχικά ανάφερε ότι δεν έλαβε οποιαδήποτε στοιχεία από τράπεζες ότι ο κατηγορούμενος είχε δύσκολη οικονομική κατάσταση, ακολούθως είπε ότι δεν αποκλείει να είχε πει ότι προέβηκε σε μια τέτοια έρευνα στην πειθαρχική υπόθεση που διεξήχθηκε εναντίον του κατηγορουμένου (πρακτικά ημερομηνίας 30.11.11). Στη συνέχεια δε παραδέχεται ότι την έρευνα αυτή διεξήγαγαν οι συνεργάτες και οι δικηγόροι του και όχι ο ίδιος προσωπικά. (γ) Ενώ στην αντεξέταση του αρνήθηκε ότι λήφθηκαν στοιχεία αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του κατηγορουμένου, το Τεκμήριο 9 (τρίτη σελίδα) που είναι η συνέντευξη που είχε με την ερευνώσα λειτουργό στα πλαίσια διερεύνησης της καταγγελίας που υπέβαλε στην Αρχή Λιμένων εναντίον του κατηγορουμένου δεν τον επαληθεύει. Βέβαια είναι γεγονός ότι η πραγματική και ακριβής οικονομική κατάσταση του κατηγορουμένου δεν είναι το αντικείμενο εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης ή έστω ένα από τα επίδικα θέματα. (δ) Ενώ αρχικά είπε ότι ο κατηγορούμενος από αυτή την πράξη θα λάμβανε €150.000,00, στη συνέχεια ανάφερε ότι η αμοιβή του κατηγορουμένου θα οριζόταν όταν θα ολοκληρωνόταν η πράξη (βλέπε Τεκμήρια 9 και 10) με αποκορύφωμα αργότερα να την προσδιορίσει σε 0,5% επί της αξίας της εγγυητικής, πράγμα που επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο
- Επομένως, καθίσταται σαφές ότι το Τεκμήριο 1 ενισχύει τη θέση του παραπονούμενου όπως αυτή εκφράστηκε προφορικά στο Δικαστήριο και όχι την προγενέστερη δήλωση του στην ερευνώσα λειτουργό που διορίστηκε από την Αρχή Λιμένων (Τεκμήριο 9) ή την τοποθέτηση του όπως αυτή σημειώνεται στην επιστολή της συνηγόρου του ημερομηνίας 13.10.09 (Τεκμήριο 10). Εξάλλου ο μάρτυρας έδωσε τη δική του εξήγηση σε σχέση με τη διάσταση αυτή που εντοπίζεται, ότι δηλαδή έδωσε το Τεκμήριο 1 στην Αρχή Λιμένων μετά που κλήθηκε και έδωσε κατάθεση, εξήγηση την οποία υπό τις περιστάσεις θεωρώ δικαιολογημένη και ως εκ τούτου αποδέχομαι. (ε) Ενώ στην αντεξέταση του ανάφερε ότι ο λόγος που το όνομα του κατηγορουμένου δεν συμπεριλαμβανόταν στο Τεκμήριο 7 ήταν επειδή όταν αργότερα του υποδείχτηκε νέος παροχέας του είπαν ότι το όνομα του κατηγορουμένου θα έπρεπε να αφαιρεθεί, προφανώς από το Τεκμήριο 1, λόγω του ότι ήταν δημόσιος υπάλληλος, η θέση του αυτή δεν συνάδει με το γεγονός ότι η ημερομηνία που το Τεκμήριο 7 φέρει είναι 06.10.08 ενώ το Τεκμήριο 1 φέρει ημερομηνία 16.10.08, δηλαδή μεταγενέστερης αυτής του Τεκμηρίου
- Στη συνέχεια δε ο παραπονούμενος υπαναχώρησε αρνούμενος ότι είπε κάτι τέτοιο (πρακτικά ημερομηνίας 18.10.11). Εν πάσει περιπτώσει, αυτό όμως που έχει σημασία σε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης και λαμβάνεται υπόψη μέσα από τις πιο πάνω διαφοροποιήσεις του παραπονούμενου είναι το γεγονός ότι μετά από προσεχτική μελέτη των εγγράφων αυτών το Τεκμήριο 7 δεν φαίνεται να είναι υπογραμμένο από κανένα εμπλεκόμενο μέρος πλην του παραπονούμενου σε αντίθεση με το Τεκμήριο 1 όπου σ' αυτό φαίνονται οι υπογραφές του παραπονούμενου, του κατηγορουμένου και του Suheil (ΜΥ3). Ας σημειωθεί ότι κάθε ένας αναγνώρισε την υπογραφή του που έθεσε στο Τεκμήριο
- Επίσης, από το Τεκμήριο 7 φαίνεται να απουσιάζουν ορισμένα ουσιώδη στοιχεία, όπως η επωνυμία της εκδότριας τράπεζας, το isin number της τραπεζικής εγγύησης (bank guarantee isin no.) και το ποσοστό της μίσθωσης (lease net invoice price), πληροφορίες οι οποίες περιέχονται στο Τεκμήριο
- Όπως προκύπτει το Τεκμήριο 7 είναι προσχέδιο του Τεκμηρίου 1 που φαίνεται να είναι ολοκληρωμένο έγγραφο του οποίου η αποδοχή και αναγνώριση επισφραγίστηκε με τις υπογραφές του παραπονούμενου, του κατηγορουμένου και του Suheil (ΜΥ3). Το ότι το Τεκμήριο 7 είναι προσχέδιο του Τεκμηρίου 1 συνάδει και από τις ημερομηνίες που τα εν λόγω έγγραφα φέρουν. Οι προαναφερόμενοι παράγοντες εξουδετερώνουν την όποια σημασία θα μπορούσαν να έχουν οι ελιγμοί του παραπονούμενου στο θέμα αυτό καθιστώντας τους έτσι, υπό τις περιστάσεις, άνευ αντικειμένου. Πέραν όμως των πιο πάνω, οι διαφορές αυτές κρινόμενες υπό το πρίσμα της συνολικής μαρτυρίας του παραπονουμένου σε συνάρτηση με τα έγγραφα που ο ίδιος κατάθεσε ως τεκμήρια αλλά και την όλη εικόνα που έδωσε στο Δικαστήριο σε καμία περίπτωση από μόνες τους είναι ικανές στο να χαρακτηρίσουν το μάρτυρα αυτό αναξιόπιστο. Με γνώμονα τα πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του παραπονουμένου και συνεπώς την αποδέχεται ως εκφράζουσα την αληθινή όψη των γεγονότων. Ο κατηγορούμενος δεν έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Το Δικαστήριο αισθάνθηκε πως πρωταρχικός σκοπός του δεν ήταν να δώσει μια πλήρη εικόνα της αλήθειας αλλά απλά να παρουσιάσει στοιχεία αποσπασματικά και μεταξύ τους μονταρισμένα έτσι ώστε να βολεύει την υπόθεση του και ταυτόχρονα να προκαλεί ζημιά στην εκδοχή της κατηγορούσας αρχής. Ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε στο Δικαστήριο με επιλεκτική μνήμη. Εκεί που έκρινε ότι η αποκάλυψη γεγονότων θα βοηθούσε την υπόθεση του η μνήμη του ξεδιπλώθηκε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Εκεί όμως που πίστευε πως η παράθεση στοιχείων θα προκαλούσε ζημιά στην εκδοχή του άλλοτε το μυαλό του θόλωνε και έλεγε πως δεν θυμόταν, άλλοτε έδειχνε αμήχανος και κόμπιαζε στο να δώσει μια ξεκάθαρη απάντηση και άλλοτε απαντούσε γενικά και αόριστα και όχι επί της ουσίας της ερώτησης. Αυτό φάνηκε καθαρά μέσα από την ομολογουμένως λεπτομερή και πιεστική αντεξέταση που ο κατηγορούμενος έτυχε. Η δε αξία της προφορικής μαρτυρίας του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο εκμηδενίστηκε, τόσο από τα πιο πάνω αλλά και την όλη συμπεριφορά που επέδειξε ως μάρτυρας, όσο από το γεγονός ότι έρχεται σε αντίθεση με έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια, όσο και από τους συνεχούς ελιγμούς και διαφοροποιήσεις στις θέσεις που αρχικά αυτός προώθησε. Αυτοί οι ελιγμοί και διαφοροποιήσεις είναι το αποτέλεσμα διαφόρων ουσιωδών αντιφάσεων που ο κατηγορούμενος υπέπεσε μέσα από την αντεξέταση του οι οποίες έπληξαν ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία του ως μάρτυρα. Οι συνεχείς ελιγμοί και διαφοροποιήσεις του κατηγορουμένου δείχνουν ασυνέπεια στη μαρτυρία του ενώ παράλληλα φανερώνει τάση προσχεδιασμού στις απαντήσεις που έδινε και σίγουρα όχι στοιχεία αυθορμητισμού και ειλικρίνειας που θα πρέπει να χαρακτηρίζουν ένα μάρτυρα αλήθειας. Όσον αφορά τους προαναφερόμενους ελιγμούς και διαφοροποιήσεις αναφέρω τα εξής:
(1)Ενώ στην αντεξέταση του δήλωσε κατηγορηματικά ότι έλαβε τα Τεκμήρια 18
(1)έως 18
(20)από τον Liebentritt μετά την εις βάρος του καταγγελία στην Αρχή Λιμένων και παραδέχτηκε ότι τούτο με βάση το Τεκμήριο 18
(1)έγινε στις 15.06.09 με σκοπό να μαζέψει αποδεικτικό υλικό για να αμυνθεί, αυτό δεν συνάδει με την πρώτη παράγραφο του Τεκμηρίου 9 όπου σημειώνεται ότι η εν λόγω καταγγελία έγινε στις 27.07.09, πράγμα που καθιστά το λόγο που πρόβαλε για την παραλαβή των εν λόγω εγγράφων ως μη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα. Όταν η αντίφαση αυτή υποδείχτηκε στον κατηγορούμενο από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής ο κατηγορούμενος τα έχασε και διαφοροποιήθηκε πιθανολογώντας ότι ενδεχομένως να ζήτησε τα εν λόγω έγγραφα για την καταγγελία που έκανε στην αστυνομία εναντίον του παραπονούμενου
(2)Ενώ αρχικά στην αντεξέταση του ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε αν ο Suheil είχε ή όχι στην κατοχή του τα έγγραφα του Τεκμηρίου 18 στη συνέχεια υπαναχώρησε λέγοντας ότι γνώριζε πως ο Suheil είχε τα εν λόγω έγγραφα στην κατοχή του. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος υπαναχώρησε εκ νέου υιοθετώντας την αρχική θέση του που ήταν ότι δεν γνωρίζει αν ο Suheil είχε ή όχι τα έγγραφα αυτά.
(3)Ενώ αρχικά στην αντεξέταση του ο κατηγορούμενος δήλωσε κατηγορηματικά ότι από την αποστολή των €30.000,00 μέσω του λογαριασμού του στην Τράπεζα Κύπρου ποσό ύψους €72,50 που η τράπεζα χρεώνει ως έξοδα αποστολής πληρώθηκαν από τον Suheil στη συνέχεια και αφού του υποδείχτηκε από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής ότι ο ίδιος προηγουμένως είχε πει πως ο Suheil δεν πλήρωσε ποσό άλλο από τις €10.000,00 που ήταν μέρος του πιο πάνω ποσού των €30.000,00, κλονίστηκε και ισχυρίστηκε ότι υποθέτει πως τα πλήρωσε ο Suheil εφόσον ο ίδιος δεν θυμάται να τα πλήρωσε αλλά ακολούθως υπαναχώρησε ξανά λέγοντας πως το εν λόγω ποσό μπορεί να πληρώθηκε είτε από την Κίτση, αδελφή του παραπονούμενου, είτε από τον Suheil.
(4)Ενώ ο κατηγορούμενος από τη μια αναγνωρίζει την υπογραφή του στο Τεκμήριο 1 χωρίς να είναι σε θέση να δικαιολογήσει επαρκώς την ύπαρξη της στο εν λόγω έγγραφο και το σκοπό που εξυπηρετούσε και ενώ λέει ότι δεν το θυμάται, από την άλλη εμφανίζεται σίγουρος ότι το έγγραφο αυτό ουδεμία σχέση έχει με τη υπόθεση, θέσεις που εκτός που μεταξύ τους συγκρούονται σε βαθμό που αλληλοαναιρούνται στερούνται λογικής.
(5)Ενώ μία από τις βασικές θέσεις της υπεράσπισης ήταν ότι ο κατηγορούμενος ουδεμία σχέση είχε με την υπόθεση και ότι ουδέποτε τέθηκε θέμα αμοιβής ή προμήθειας του και ότι απλά παρευρισκόταν στις διάφορες συναντήσεις χωρίς να συμμετέχει, τα Τεκμήρια 1 και 20 τον διαψεύδουν. Ειδικότερα, το έγγραφο υπό τον τίτλο 'Master Fee Protection Agreement & Irrevocable Corporate Payment Order' (Τεκμήριο 1) ημερομηνίας 16.10.08 το οποίο φέρει την υπογραφή του κατηγορουμένου εμφανίζει τον τελευταίο μαζί με τον Suheil να λαμβάνουν προμήθεια ύψους 0,5% στα πλαίσια έκδοσης τραπεζικής εγγυητικής αξίας €60 εκατομμυρίων. Η δε γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 27.04.12 στα πλαίσια της καταγγελίας που υπέβαλε εναντίον του κατηγορούμενου και Ιωνίδη (Τεκμήριο 20) είναι συνταγμένη στον πληθυντικό πρόσωπο με τέτοιο τρόπο και σε τέτοιο ύφος και πνεύμα που ένα μέσο λογικά σκεπτόμενο άτομο αποκομίζει χωρίς δισταγμό την εντύπωση πως ο κατηγορούμενος ήταν εμπλεκόμενο μέρος στην διαδικασία έκδοσης τραπεζικής εγγύησης και μέλος της ομάδας του Suheil και ότι από τη συμμετοχή του θα λάμβανε ποσοστό προμήθειας, όπως και κάθε άλλο μέρος που συμμετείχε. Η άκομψη προσπάθεια του κατηγορουμένου να αναιρέσει τον πληθυντικό αριθμό που χρησιμοποιείται στο Τεκμήριο 20 αποδίδοντας το σε διάφορες κακές εκφράσεις που κατ' επανάληψη χρησιμοποίησε στερείται παντελούς λογικής και συνεπώς τέτοια εξήγηση δεν γίνεται αποδεχτή.
(6)Ενώ αρχικά ο κατηγορούμενος είπε ότι ο Suheil δεν τον ενημέρωνε επειδή δεν είχε σχέση με την υπόθεση, στην γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία (Τεκμήριο 20) αναφέρει ότι κατά καιρούς ενημερωνόταν για την διαδικασία έκδοσης τραπεζικής εγγύησης από το πιο πάνω άτομο.
(7)Ενώ στην κυρίως εξέταση του (πρακτικά ημερομηνίας 13.01.12) ο κατηγορούμενος δήλωσε πως δεν γνώριζε ότι ο παραπονούμενος στις 06.10.08 είχε πραγματοποιήσει τις αιτήσεις του για έκδοση τραπεζικής εγγύησης, στην αντεξέταση του (πρακτικά ημερομηνίας 09.05.12) ελίχθηκε και διαφοροποιήθηκε λέγοντας πως γνώριζε ότι ο παραπονούμενος τον Οκτώβριο 2008 υπέβαλε τις σχετικές αιτήσεις στον Liebentritt, θέση η οποία προβλήθηκε και μέσα από το Τεκμήριο 20. Η δε εξήγηση που δόθηκε για να δικαιολογήσει τη διάσταση αυτή μόνο πειστική δεν είναι.
(8)Η θέση του κατηγορουμένου, όπως αυτή προβλήθηκε μέσα από την προφορική μαρτυρία του, ότι στις 20.11.08 ενώ ήταν στην εργασία του δέχτηκε τηλεφώνημα από τον Suheil που του έλεγε ότι ήταν μαζί με την Κίτση και τον παρακαλούσε να τους βοηθήσει με λογαριασμό που είχε στην Τράπεζα Κύπρου έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 20 όπου στη σελίδα 4 του εγγράφου δηλώνεται πως η Κίτση συνάντησε τον ίδιο και τον Suheil στην τράπεζα.
(9)Ενώ ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι έδωσε γραπτή κατάθεση στην αστυνομία το βράδυ, το Τεκμήριο 20 δεν επαληθεύει τη θέση αυτή σημειώνοντας ως ώρα έναρξης λήψης της κατάθεσης 12:40 και ώρα λήξης λήψης της κατάθεσης 14:50.
(10)Ενώ στην προφορική μαρτυρία του ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι εκπλάγηκε που η επιταγή των €15.000,00 είχε εκδοθεί εις το όνομα του και εφόσον δεν ήταν ο δικαιούχος την υπέγραψε και την έδωσε στον Suheil, στην γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία με τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν να είναι τότε φρέσκα στο μυαλό του, ουδεμία αναφορά γίνεται σε έκπληξη που τυχόν αισθάνθηκε και παράλληλα κατονομάζει τον εαυτό του ως δικαιούχο της επιταγής ύψους €15.000,
- Επιπρόσθετα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αγνοήσει τα εξής: (α) Ενώ ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι μετά την πρώτη καταγγελία που υπέβαλε στην αστυνομία στις 14.01.09 εναντίον του παραπονούμενου και Ιωνίδη ο παραπονούμενος επικοινώνησε τηλεφωνικώς μαζί του από την Αθήνα και με τρόπο επιθετικό και απειλητικό, όπως άφησε να εννοηθεί, ζήτησε το λόγο γιατί ο κατηγορούμενος να τολμήσει να μεταβεί στην αστυνομία, ουδεμία τέτοια αναφορά περιέχεται στο Τεκμήριο
- Η δικαιολογία που ο κατηγορούμενος πρόβαλε ότι επειδή ήταν κάτω από ψυχολογική πίεση δεν επιθυμούσε να δώσει εκείνη την ημέρα κατάθεση αλλά έπραξε κατόπιν επιμονής της αστυνομίας χωρίς όμως να παραθέσει λεπτομέρειες δεν μπορεί να γίνει πιστευτή ενόψει του γεγονότος ότι ο ίδιος δεν επιδίωξε να επανέλθει σύντομα με νέα συμπληρωματική κατάθεση στην οποία να περιγράφει λεπτομερώς όλα όσα ισχυρίζεται ότι παρέλειψε να αναφέρει τότε αλλά θυμήθηκε μεταγενέστερα να δηλώσει προφορικά στο Δικαστήριο. (β) Ενώ από τη μία ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι ουδεμία σχέση έχει με την διαδικασία έκδοσης τραπεζικής εγγύησης, στην πορεία της υπόθεσης αυτής εμφανίζεται να γνωρίζει γεγονότα και λεπτομέρειες τα οποία δικαιολόγησε ότι περιήλθαν εις γνώση του μέσα από τηλεφωνικές επικοινωνίες του Suheil με άλλα πρόσωπα στις οποίες ο κατηγορούμενος 'έτυχε' να είναι παρών, μέσα από συζητήσεις που ο ίδιος είχε με τον Suheil, από συναντήσεις και συζητήσεις που ο Suheil είχε με τρίτα πρόσωπα στις οποίες ο κατηγορούμενος επίσης 'έτυχε' να είναι παρών καθώς και από έγγραφα που ο Suheil είχε μαζί του σε συναντήσεις που είχε με τον κατηγορούμενο σε καφετέριες στις οποίες ο κατηγορούμενος επίσης 'έτυχε' να διαβάσει. Παράλληλα, αλληλογραφία σχετική με τη διαδικασία, όπως τα Τεκμήρια 17 και 18
(20), κοινοποιήθηκε στον ίδιο στα πλαίσια ενημέρωσης του, πράγμα που γινόταν σε κάθε εμπλεκόμενο μέρος της διαδικασίας. (γ) Η θέση του κατηγορουμένου ότι δεν είχε γνώση από θέματα τραπεζικών εγγυήσεων καταρρίπτεται από τις λεπτομέρειες που ο ίδιος αναφέρει στη γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία ημερομηνίας 27.04.09 (Τεκμήριο 20). (δ) Ουδεμία σημαντική και πειστική εξήγηση δόθηκε από τον κατηγορούμενο αναφορικά με το Τεκμήριο 1 ως προς το πως βρέθηκε το όνομα και η υπογραφή του στο εν λόγω έγγραφο, τη στιγμή που κατά την διεξαγωγή της δικαστικής διαδικασίας δεν αμφισβητήθηκαν τελικά ευθέως τόσο η γνησιότητα των υπογραφών που υπάρχουν σ' αυτό καθώς και η γνησιότητα του εν λόγω εγγράφου. Είναι ακόμη άξιο απορίας:
- Πως ένα άτομο να είναι τόσο καλά ενημερωμένο με γεγονότα και λεπτομέρειες τη στιγμή που δεν είναι γνώστης του αντικειμένου που επικρατούσε στις συζητήσεις, επικοινωνίες και αλληλογραφία που ανταλλάχτηκε αλλά ούτε ασχολείται με το θέμα και ουδεμία σχέση και σύνδεση έχει με αυτό. Δεν θεωρείται λογικό εφόσον λέει ότι δεν αποτελούσε μέρος της διαδικασίας γιατί να θέλει να σπαταλά τον πολύτιμο χρόνο του παρευρισκόμενος σε συναντήσεις, γιατί να επιθυμεί να μελετά έγγραφα σε ώρες χαλάρωσης του και πολύ περισσότερο γιατί ο Suheil να έχει τέτοιου είδους σημαντικά έγγραφα μαζί του στην καφετέρια που συναντούσε τον κατηγορούμενο όταν ο τελευταίος για να μην ασχολείται με το θέμα και να μην έχει οποιαδήποτε σχέση μαζί του σημαίνει πως ούτε τον ενδιαφέρει.
- Εφόσον ο κατηγορούμενος δεν ασχολείτο και δεν γνώριζε περί του επιδίκου αντικειμένου γιατί να δεχτεί τρεις φορές στο χώρο εργασίας του τον παραπονούμενο και να συζητήσει μαζί του εν ώρα υπηρεσίας θέματα που δεν τον αφορούσαν και δεν ενδιαφερόταν αλλά ούτε και ασχολείτο μαζί τους.
- Εφόσον ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι μετά που υπέγραψε το Τεκμήριο 2 ήταν πλέον πολύ προσεχτικός με τον παραπονούμενο για ποιο τότε λόγο i. ένα μήνα περίπου μετά υπογράφει το Τεκμήριο 3 που σχετίζεται με τον παραπονούμενο, ii. ένα μήνα περίπου μετά αποδέχεται να κατατεθούν σε λογαριασμό του στην Τράπεζα Κύπρου το ποσό των €20.000,00 από τον παραπονούμενο, iii. επιθυμεί να εξυπηρετήσει επαγγελματικά τον παραπονούμενο με αποτέλεσμα να τον μεταφέρει με το όχημα του σε προγραμματισμένη επαγγελματικής φύσεως συνάντηση στην Λάρνακα. iv. περί τις αρχές ή μέσα Νοεμβρίου 2008 και για περίοδο ενός μηνός δέχτηκε τέσσερις φορές τον παραπονούμενο στο χώρο εργασίας του δίδοντας μάλιστα σχετικές εντολές στο φρουρό ασφαλείας του λιμανιού.
- Γιατί ο κατηγορούμενος αποδέχτηκε να υπογράψει τα Τεκμήρια 1, 2 και 3 τη στιγμή που όπως ο ίδιος είπε δεν δέχτηκε οποιαδήποτε απειλή ή εκβιασμό ή ψυχολογική πίεση γι' αυτά. Ομοίως για την επιταγή των €15.000,00, εφόσον πίστευε ότι δεν ήταν ο δικαιούχος της για ποιο λόγο να οπισθογραφηθεί και να μην επιστραφεί την ίδια στιγμή στον παραπονούμενο έτσι ώστε αυτός να προβεί σε διορθωτικά μέτρα σε σχέση με το όνομα του αληθινού δικαιούχου της. Η εξήγηση που πρόβαλε για να δικαιολογήσει το λόγο που το έπραξε, ότι δηλαδή το έκανε απλά από φιλότιμο και για να βοηθήσει το φίλο του, στερείται λογικής και κατ' επέκταση πειστικότητας. Είναι αδιανόητο ένα άτομο της ηλικίας και των εμπειριών του κατηγορουμένου που πιστώνεται με ψηλό δείχτη νοημοσύνης να αναλάβει νομικές δεσμεύσεις και υποχρεώσεις έναντι προσώπων και καταστάσεων που ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζε. Να υπογράψει έγγραφα που τον κατονομάζουν ως μεσάζοντα και δικαιούχο σε ποσοστό προμήθειας έναντι υπηρεσιών και ταυτόχρονα τον καθιστούν εγγυητή ποσού ύψους €50.000,00 χωρίς να προβληματιστεί και χωρίς προηγουμένως να λάβει νομική συμβουλή ή βοήθεια από ειδικό σε τραπεζικά θέματα και διαδικασίες χρηματοπιστωτικών εργαλείων τη στιγμή που ο ίδιος ούτε δικηγόρος ήταν ούτε γνώστης του αντικειμένου ήταν. Η προχειρότητα, η αδεξιότητα και η επιπολαιότητα τις οποίες ο κατηγορούμενος επιθυμεί να αναδείξει σε σχέση με το χειρισμό του θέματος καθιστούν την μαρτυρία του προσχεδιασμένη.
- Γιατί ο κατηγορούμενος δεν προέβηκε σε ανάκληση πληρωμής της επίδικης επιταγής που ο ίδιος έκδωσε έστω και μετά που προέβηκε σε καταγγελία στην αστυνομία στις 27.04.09 και προτίμησε να μην τιμηθεί λόγω παγοποίησης του λογαριασμού από τον οποίο η επιταγή προέρχεται και καταχώρησης του στο Κ.Α.Π., όπως εξάλλου καταδεικνύει η σχετική τραπεζική σφραγίδα αλλά και αποτελεί παραδεχτό γεγονός από τα μέρη. Σύμφωνα με τα δικά του λεγόμενα, στις 30.04.09 που η επιταγή κατατέθηκε για πληρωμή ο ίδιος δεν απειλήθηκε ή εκβιάστηκε ή εξαναγκάστηκε ή υπέστηκε ψυχολογική πίεση από τον παραπονούμενο ή συνεργάτη του. Θα μπορούσε να προβεί σε μέτρα για ανάκληση της επίδικης επιταγής, ιδιαίτερα μετά τη δεύτερη καταγγελία που προέβηκε στην αστυνομία στις 27.04.09 και έχοντας και την προστασία αυτής στο θέμα αυτό, πλην όμως δεν το έπραξε χωρίς να δώσει οποιαδήποτε επαρκή εξήγηση γι' αυτό.
- Επέλεξε να προβεί σε καταγγελία στην αστυνομία στις 14.01.09 εναντίον του παραπονούμενου για απειλές χωρίς να διατηρήσει στη μνήμη του τηλεφώνου του τα γραπτά απειλητικά μηνύματα που όπως ισχυρίζεται του απέστειλε ο παραπονούμενος επειδή όπως είπε δεν ήθελε να περιέλθουν εις γνώση της συζύγου του. Δεν εξήγησε όμως για ποιο λόγο η σύζυγος του να είχε την επιθυμία ή το κίνητρο για να ψάξει στη μνήμη του προσωπικού κινητού τηλεφώνου του αντιμετωπίζοντας έτσι το κίνδυνο να πληροφορηθεί για την ύπαρξη τους. Στη βάση των πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν θεωρεί αξιόπιστη τη μαρτυρία του κατηγορουμένου έτσι ώστε να βασιστεί σ' αυτή και να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την εκδοχή του κατηγορουμένου ως εκφράζουσα την αληθινή όψη των γεγονότων. Μαζί με αυτή το Δικαστήριο δεν αποδέχεται και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 20 καθότι αποτελεί υποκειμενικό κομμάτι της εκδοχής του, δηλαδή μέρος της μαρτυρίας του, η αξιοπιστία της οποίας μολύνθηκε ανεπανόρθωτα. Αντίθετα, κατόπιν αξιολόγησης, το Δικαστήριο θεωρεί ότι τα Τεκμήρια 18
(2)μέχρι
(9)και 18
(12)μέχρι
(19)δεν προσθέτουν οτιδήποτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης αυτής, λαμβανομένου υπόψη ότι η αποστολή και λήψη τους δεν αμφισβητείται, σε αντίθεση με το Τεκμήριο 18
(1)που μετά από αξιολόγηση του διαπιστώνεται ότι δηλώνει την 15.06.10 ως την ημερομηνία λήψης των εγγράφων που αποτελούν το Τεκμήριο 18 από τον κατηγορούμενο και συγκεκριμένα προγενέστερα της καταγγελίας που έγινε εις βάρος του από τον παραπονούμενο στην Αρχή Λιμένων. Όσον αφορά τα Τεκμήρια 18
(10)και
(11)καθώς και Τεκμήριο 19, μετά από αξιολόγηση τους, επιβεβαιώνεται κατάθεση ποσού ύψους €20.000,00 στο λογαριασμό του κατηγορουμένου υπ' αριθμό 0336-00-000215-00 στην Τράπεζα Κύπρου από μέρους της κυρίας Κίτση στις 20.11.08 καθώς και κατάθεση ποσού ύψους €10.000,00 στον ίδιο λογαριασμό στις 21.11.08. Επίσης, τα εν λόγω τεκμήρια δείχνουν στις 21.11.08 αποστολή ποσού ύψους €30.000,00 από τον ίδιο λογαριασμό προς την Credit Lyonnais υπό τη μορφή εμβάσματος πλέον την πληρωμή ποσού ύψους €72,50 ως έξοδα αποστολής. Το δε Τεκμήριο 18
(20), κατόπιν αξιολόγησης του, φανερώνει σχέση του κατηγορουμένου με τον παραπονούμενο και κατ' επέκταση σύνδεση του με την υπόθεση αυτή ως εμπλεκόμενο μέρος της διαδικασίας. Ούτε ο ΜΥ1 έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Έδωσε την εικόνα πως ήλθε όχι για να πει τα γεγονότα που ο ίδιος βίωσε αλλά για να βοηθήσει την εκδοχή του κατηγορουμένου που είναι φίλος και συνάδελφος του για 30 χρόνια. Για να πετύχει το σκοπό του δεν δίστασε να αναφέρει γεγονότα που εκ φύσεως θεωρούνται σημαντικά για την ενίσχυση της εκδοχής του κατηγορουμένου σε σχέση με το κατ' ισχυρισμό τηλεφώνημα και την συνομιλία που ο κατηγορούμενος είχε μαζί με άλλο άτομο στο χώρο εργασίας του, τα οποία όμως δεν συμπεριέλαβε προηγουμένως σε γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία αναφορικά με το περιστατικό αυτό (Τεκμήριο 21). Όσον αφορά την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι ενώ το περιστατικό που επικαλείται και αποτελεί το αντικείμενο της κατάθεσης του συνέβηκε, όπως λέει, στις 30.04.09 ο ίδιος προέβηκε σε κατάθεση στις 16.07.09, δηλαδή μετά από δυόμισι μήνες. Εφόσον, όπως ο ίδιος αναφέρει στην κατάθεση του, παρότρυνε τον κατηγορούμενο να καταγγείλει το γεγονός αυτό στην αστυνομία για ποιο λόγο ο ίδιος δεν έθεσε αμέσως το περιστατικό που ο ίδιος έκρινε ως σοβαρό και στο οποίο ήταν μάρτυρας εις γνώση της αστυνομίας, έστω κατόπιν δικής του πρωτοβουλίας. Είναι ακόμη εις γνώση του Δικαστηρίου το γεγονός ότι ενώ υποβλήθηκε η θέση στον παραπονούμενο από το συνήγορο υπεράσπισης ότι τα Τεκμήρια 2 και 3 υπογράφηκαν από τον κατηγορούμενο ως εγγυητή κατόπιν απειλών από τον παραπονούμενο, ο κατηγορούμενος στην κατάθεση της μαρτυρίας του ανάφερε ότι υπέγραψε τα εν λόγω έγγραφα χωρίς να δεχτεί οποιαδήποτε απειλή ή εκβιασμό, πλην όμως υποχρεώθηκε να το πράξει για χατίρι του φίλου του Suheil (ΜΥ3) επειδή όπως τους είπε ο παραπονούμενος εάν δεν υπέγραφε η διαδικασία δεν θα προχωρούσε. Ωστόσο ο κατηγορούμενος θεωρούσε ότι τα έγγραφα αυτά για το λόγο που τα υπέγραψε δεν του αποδίδουν οποιαδήποτε ευθύνη. Ο σοβαρός αυτός ελιγμός του κατηγορουμένου δείχνει αστάθεια στην υπερασπιστική γραμμή. Δεν μπορεί ακόμη να λησμονηθεί το γεγονός ότι μεταξύ της γραπτής κατάθεσης που έδωσε στην αστυνομία και της προφορικής μαρτυρίας του στο Δικαστήριο εντοπίζω τις πιο κάτω ουσιώδεις διαφορές: (α) Ενώ στην γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία ο εν λόγω μάρτυρας αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος του είπε ότι αυτός που του τηλεφωνεί είναι ο 'Νικολαΐδης' που τον απειλεί, στην κυρίως εξέταση του δεν αναφέρει κάτι τέτοιο αλλά ότι άκουσε τον κατηγορούμενο να αποκαλεί το πρόσωπο που του τηλεφωνούσε με το όνομα 'Νικόλας'. Στη δε αντεξέταση του υπαναχωρεί και δηλώνει πως δεν θυμάται κατά πόσο εκείνη την ημέρα ο κατηγορούμενος του ανάφερε το όνομα 'Νικόλας' ή 'Νικολαΐδης', ξεκαθαρίζοντας παράλληλα πως δεν γνώριζε ποιο ήταν το άτομο που συνομιλούσε με τον κατηγορούμενο. (β) Ενώ στην κυρίως εξέταση του ο ΜΥ1 αναφέρει κατά τρόπο κατηγορηματικό ότι την ημέρα του κατ' ισχυρισμό περιστατικού το τηλέφωνο του κατηγορουμένου χτυπούσε χωρίς ο ίδιος να το απαντά επειδή φοβάται να πράξει κάτι τέτοιο καθότι τον απειλούν, στην γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία όπου χρονικά τα γεγονότα ήταν φρέσκα στη μνήμη του ουδεμία αναφορά γίνεται χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε πειστική εξήγηση γι' αυτήν την παράλειψη. (γ) Ενώ στην κυρίως εξέταση του ο ΜΥ1 αναφέρει ότι μετά που ο κατηγορούμενος είπε στον συνομιλητή του ότι δεν επιθυμεί να συναντηθεί μαζί του δέχτηκε τηλεφώνημα από τη σύζυγο του, στην γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία όπου χρονικά τα γεγονότα ήταν φρέσκα στη μνήμη του ουδεμία αναφορά γίνεται χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε πειστική εξήγηση γι' αυτήν την παράλειψη. (δ) Ενώ στην κυρίως εξέταση του ο ΜΥ1 ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος είπε στο συνομιλητή του ότι δεν επιθυμεί να ομιλεί μαζί του, ουδεμία τέτοια αναφορά γίνεται στο Τεκμήριο 20 χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε πειστική εξήγηση γι' αυτήν την παράλειψη. (ε) Ενώ στην κυρίως εξέταση του ο ΜΥ1 ανάφερε ότι όταν ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε πίσω στο πρόσωπο που του είχε τηλεφωνήσει, μετά που διέκοψε την τηλεφωνική συνομιλία μαζί του και αφού δέχτηκε τηλεφώνημα από τη σύζυγο του του είπε 'Καλά ρε Νικόλα δεν μπορούσες να περιμένεις μισή ώρα να εξηγηθούμε' καθώς και την απάντηση που άκουσε ότι ο κατηγορούμενος έλαβε από το συνομιλητή του και ήταν 'Τώρα θα αρχίσω', καμία τέτοια αναφορά γίνεται στο Τεκμήριο 21 και δεν δίδεται οποιαδήποτε πειστική εξήγηση γι' αυτές τις παραλείψεις. (στ) Ενώ στην κυρίως εξέταση του ο ΜΥ1 περιγράφει την ψυχολογική κατάσταση του κατηγορουμένου την οποία ο ίδιος παρατήρησε λέγοντας χαρακτηριστικά ότι ο κατηγορούμενος ήταν τρομαγμένος, αναστατωμένος και αγχωμένος, ουδεμία τέτοια αναφορά γίνεται στο Τεκμήριο 21 χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε πειστική εξήγηση γι' αυτήν την παράλειψη. Οι πιο πάνω ουσιώδεις διαφορές δημιουργούν εύλογα την εντύπωση πως ο μάρτυρας αυτός χρησιμοποιήθηκε απλά και μόνο για να καλύψει τα κενά και τις αδυναμίες που η υπεράσπιση έκρινε ότι άφησε η μαρτυρία του κατηγορουμένου. Είναι προφανές ότι ο εν λόγω μάρτυρας επινόησε εκ των υστέρων την παρουσία του σε γεγονότα που προγενέστερα δεν ανάφερε ότι ήταν εις γνώση του σε μια προσπάθεια να καταστήσει σταθερή τη γραμμή υπεράσπισης. Αυτό οδηγεί σε συμπέρασμα κατασκευής μαρτυρίας από μέρους του ΜΥ1 προς εξυπηρέτηση της εκδοχής του κατηγορουμένου. Μοιραία τα πιο πάνω φωτογραφίζουν το χαμηλό επίπεδο αξιοπιστίας που χαρακτηρίζει τον μάρτυρα αυτό. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί σε τέτοιου είδους μαρτυρία και να εξάγει έτσι ασφαλή ευρήματα και ως εκ τούτου δεν την αποδέχεται. Μαζί με αυτή το Δικαστήριο δεν αποδέχεται και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 21 καθότι η αξιοπιστία του μάρτυρα αυτού έχει μολυνθεί ανεπανόρθωτα καλύπτοντας κάθε είδους σχέση του με την υπόθεση αυτή. Αναφορικά με την ΜΥ2 το Δικαστήριο αισθάνθηκε ότι επρόκειτο για ακόμη μία μάρτυρα που επιστρατεύθηκε απλά για να βοηθήσει την εκδοχή του κατηγορουμένου με τον οποίο είναι νυμφευμένη και έχει δύο παιδιά. Όταν μέσω από μια σειρά ερωτήσεων κλήθηκε να τοποθετηθεί για τη σχέση του συζύγου της ως διευθυντής με την όποια λειτουργία μίας εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δια μετοχών στην οποία η ίδια είναι μέτοχος και διευθύντρια, η ΜΥ2 ήταν εμφανώς ταραγμένη και αγχωμένη. Μέσα από τις απαντήσεις της προσπάθησε να υποβαθμίσει το γεγονός αυτό λέγοντας ότι η εταιρεία αυτή είναι ανενεργή χωρίς να διεξάγει εμπορικές πράξεις και συναλλαγές. Με αυτό τον τρόπο επιχείρησε να προστατεύσει το σύζυγο της από τον κίνδυνο να του αποδοθεί ότι διεξήγαγε εργασία, επιπρόσθετη της υπηρεσίας του, χωρίς σχετική άδεια από την Αρχή Λιμένων. Παράλληλα, με τη στάση αυτή και έχοντας συμφέρον από την υπόθεση αυτή η μάρτυρας προσπάθησε να εξαφανίσει κάθε πιθανό ίχνος σύνδεσης του κατηγορουμένου με την παρούσα υπόθεση μέσω της εταιρείας αυτής εξυπηρετώντας έτσι τη θέση του συζύγου της ότι ουδεμία σχέση είχε με την υπόθεση και ότι απλά μπλέχτηκε στην προσπάθεια του να βοηθήσει το φίλο του Suheil. Περαιτέρω, η μάρτυρας αυτή δεν έδωσε οποιαδήποτε πειστική εξήγηση ως προς το λόγο που χρειάστηκε η ίδια να αντικαταστήσει τον κατηγορούμενο από μοναδικό διευθυντή της εταιρείας που ήταν καθώς επίσης και να σημειωθούν αλλαγές στους μετόχους της εν λόγω εταιρείας με τη μεταβίβαση στη ΜΥ2 των μετοχών που μέχρι τότε κατείχε ο υιός της Χρήστος εφόσον η εταιρεία ήταν ανενεργή. Επίσης, χωρίς να θυμάται πότε το όνομα της και αυτό του κατηγορουμένου καταχωρήθηκε στο Κ.Α.Π. και για πόσο χρονικό διάστημα βρισκόντουσαν σ' αυτή την κατάσταση, εμφανίστηκε απόλυτη και σίγουρη ότι την περίοδο που εκδόθηκε η επίδικη επιταγή και που ήταν πληρωτέα τα ονόματα τους ήταν καταχωρημένα στο Κ.Α.Π. με αποτέλεσμα να αποκλείει το ενδεχόμενο έκδοσης επιταγών λόγω αδυναμίας για κάτι τέτοιο, τη στιγμή που η ΜΥ2 δεν φαινόταν να γνώριζε πότε εκδόθηκε η επίδικη επιταγή και πότε αυτή ήταν πληρωτέα. Επίσης, η θέση της εν λόγω μάρτυρα ότι η ίδια μαζί με το σύζυγο της δεν διέθεταν βιβλιάριο επιταγών έρχεται σε αντίθεση με την ενέργεια του κατηγορουμένου να εκδώσει την επίδικη επιταγή, πράγμα που αποδεικνύει ότι υπήρχε βιβλιάριο επιταγών στην κατοχή του συζύγου της και μάλιστα στο όχημα του την δεδομένη στιγμή που το χρειάστηκε για να εκδώσει το Τεκμήριο
- Με γνώμονα τα πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν θεωρεί την μάρτυρα αυτή ειλικρινή και συνεπώς δεν αποδέχεται την μαρτυρία της. Ο ΜΥ3 δεν ήταν αυθόρμητος μάρτυρας. Ούτε έδινε άμεσες και σαφείς απαντήσεις. Αντίθετα σε ερωτήσεις που άπτονταν σε ουσιώδεις επίδικα θέματα έδωσε την εντύπωση στο Δικαστήριο ότι απέφευγε να απαντήσει έτσι ώστε να μην προκαλέσει ζημιά στην υπόθεση του κατηγορουμένου που ήταν φίλος του. Ειδικότερα σε ερώτηση στην κυρίως εξέταση του αν ρώτησε τον παραπονούμενο για ποιο λόγο έκδωσε την επιταγή των €15.000,00 εις το όνομα του κατηγορουμένου απάντησε καταφατικά αλλά απέφυγε να αναφέρει τι απάντηση εισέπραξε. Για ένα άτομο που όπως είπε εκπλάγηκε για την ενέργεια του παραπονούμενου, με δεδομένη τη βασική θέση της υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε σχέση με τη διαδικασία, ανάμενα από τον μάρτυρα να είναι απόλυτα ξεκάθαρος στην τοποθέτηση του για το θέμα αυτό. Την ίδια συμπεριφορά ο μάρτυρας επέδειξε σε άλλη ερώτηση στην κυρίως εξέταση του όπου όταν ερωτήθηκε γιατί ως φίλος του κατηγορουμένου δεν τον εμπόδισε στο να υπογράψει το Τεκμήριο 3 αφού με αυτόν τον τρόπο διέτρεχε τον κίνδυνο να υποπέσει σε νομικές περιπέτειες, παρέλειψε να δώσει μία σαφής και πειστική απάντηση επί της ουσίας της. Η απάντηση που έδωσε ότι με την υπογραφή του Τεκμηρίου 3 η όλη συναλλαγή θα είχε ολοκληρωθεί μόνο δικαιολογημένη και πειστική δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. Επίσης, από την όλη εμφάνιση του μάρτυρα από το εδώλιο αντιλήφθηκα ότι υπήρχε προσχεδιασμός και κατασκευή σε διάφορες από τις απαντήσεις που έδωσε έτσι ώστε από τη μια να προκαλέσει ζημιά στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής και ταυτόχρονα από την άλλη να βοηθήσει την εκδοχή του κατηγορουμένου και ιδιαίτερα το μέρος όπου αφορά τη θέση της υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος ουδεμία σχέση είχε με την παρούσα υπόθεση. Συγκεκριμένα, το ότι εκ των προτέρων προμηθεύτηκε έγγραφα από τον κατηγορούμενο που ήταν ήδη τεκμήρια τα οποία μελέτησε και πήρε σημειώσεις για να προετοιμαστεί για τις ερωτήσεις που θα αντιμετώπιζε στην αντεξέταση του, όπως ο ίδιος παραδέχτηκε στον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, δείχνει προσυνεννόηση με τον κατηγορούμενο και προσχεδιασμό στην παροχή κατασκευασμένων απαντήσεων, πράγμα που εκδηλώθηκε κατά την ομολογουμένως πιεστική και λεπτομερή αντεξέταση στην οποία υπεβλήθηκε. Παράλληλα, ενώ ο μάρτυρας αυτός αναγνώρισε την υπογραφή του στο Τεκμήριο 1 δεν αναγνώρισε το ίδιο το έγγραφο σε μια προσπάθεια του να αποσυνδέσει την όποια φαινομενική ή άλλως πως σχέση του κατηγορουμένου με το περιεχόμενο του. Είναι ακόμη για τον ίδιο λόγο που ο μάρτυρας δήλωσε πως αναγνωρίζει τις υπογραφές του κατηγορουμένου στα έγγραφα που ήταν παρών διευκρινίζοντας πως στο Τεκμήριο 1 δεν ήταν παρών. Η στάση αυτή του μάρτυρα είναι περίεργη και ανεξήγητη. Από τη μια αναγνωρίζει την υπογραφή του αλλά όχι το έγγραφο στο οποίο βρίσκεται η υπογραφή του. Από την άλλη δεν αμφισβητεί τη γνησιότητα του εγγράφου και ούτε θέτει θέμα πλαστογραφίας της υπογραφής του. Ούτε και προβαίνει σε σχετική καταγγελία στην αστυνομία. Απλά ισχυρίζεται απουσία για να μην υποχρεωθεί να αναγνωρίσει την πιθανότητα ύπαρξης της υπογραφής του κατηγορουμένου σ' αυτό. Η μόνη λογική εξήγηση που αποδίδω είναι η προστασία του κατηγορουμένου σε σχέση με το περιεχόμενο του έτσι ώστε να συνάδει με την εκδοχή του στο θέμα αυτό. Είναι ακόμη άξιο απορίας γιατί ο ΜΥ3 να συμφωνήσει να αποστείλει χρήματα μέσω τράπεζας με την οποία δεν φαίνεται να συνεργαζόταν όπου για τη διεκπεραίωση της πράξης απαιτείτο λογαριασμός που ο ίδιος δεν διέθετε στην Τράπεζα Κύπρου και να μην χρησιμοποιήσει λογαριασμό σε τράπεζα με την οποία συνεργαζόταν. Γιατί τόσο εύκολα και αβίαστα να δεχτεί να χρησιμοποιήσει το λογαριασμό ενός ανθρώπου που σύμφωνα με τον ίδιο ουδεμία σχέση είχε με την όλη διαδικασία. Η εξήγηση που προσπάθησε να δώσει ως προς την επιλογή της τράπεζας μόνο λογική δεν φαντάζει και ως εκ τούτου δεν γίνεται αποδεχτή. Επιπλέον, ο ΜΥ3 υπέπεσε σε διάφορες ουσιώδεις αντιφάσεις και συγκεκριμένα:
- Ενώ αρχικά είπε ότι ήταν ο μοναδικός υπάλληλος της εταιρείας που διέθετε στην Κύπρο, στη συνέχεια ελίχθηκε και διαφοροποιήθηκε και μέσα από πιεστική εντός των λογικών ορίων αντεξέταση παραδέχτηκε πως από τις 22.07.08 ο κατηγορούμενος διορίστηκε διευθυντής-διοικητικός σύμβουλος (director) της εν λόγω εταιρείας, θέση την οποία εξακολουθεί να κατέχει μέχρι σήμερα.
- Η θέση του ότι πρώτα αποστάληκε στον παροχέα το ποσό των €30.000,00 από λογαριασμό του κατηγορουμένου στην Τράπεζα Κύπρου και μετά υπογράφηκε το Τεκμήριο 3 έρχεται σε αντίθεση με τη θέση του κατηγορουμένου, ο οποίος κατά την αντεξέταση του δήλωσε ότι υποχρεώθηκε από τον παραπονούμενο να υπογράψει τα Τεκμήρια 2 και 3 επειδή σε αντίθετη περίπτωση δεν θα προχωρούσε η διαδικασία έκδοσης της τραπεζικής εγγύησης (bank guarantee).
- Ενώ στην αντεξέταση του κατά την περιγραφή του περιστατικού της έκδοσης της επίδικης επιταγής από τον κατηγορούμενο ο μάρτυρας αναφέρει, ανάμεσα σ' άλλα, πως ο παραπονούμενος απαιτούσε από τον κατηγορούμενο να προβεί σ' αυτή την πράξη επειδή ήταν ο μοναδικός Κύπριος στη διαδικασία, στην κυρίως εξέταση του ουδεμία τέτοια αναφορά έγινε παρόλο ότι ερωτήθηκε από το συνήγορο υπεράσπισης για το ίδιο θέμα. Επιπροσθέτως, η θέση του ΜΥ3 ότι το Τεκμήριο 3 υπογράφηκε μετά που αποστάληκαν τα χρήματα με έμβασμα από λογαριασμό του κατηγορουμένου στην Τράπεζα Κύπρου και πολύ αργότερα της υπογραφής του Τεκμηρίου 2 στερείται παντελούς λογικής. Ποιος ο λόγος ο κατηγορούμενος, ο οποίος ισχυρίζεται ότι ουδεμία σχέση έχει με τη διαδικασία, να χρειάζεται να υπογράψει εκ των υστέρων ένα έγγραφο που προνοεί την αποστολή χρημάτων τη στιγμή που αυτά είχαν ήδη αποσταλεί και το εν λόγω έγγραφο περιέχει ρητή πρόνοια για ανάληψη νομικής δέσμευσης από μέρους του μάρτυρα και του κατηγορουμένου για εγγύηση ποσού ύψους €20.000,
- Η μόνη εξήγηση που μπορεί να αποδοθεί στην ομολογουμένως παράλογη και καθόλου πειστική τοποθέτηση του μάρτυρα είναι ότι αν αποδεχόταν ότι όντως το Τεκμήριο 3 υπογράφηκε την ίδια ημέρα αλλά προγενέστερα της αποστολής των χρημάτων θα ερχόταν σε αντίθεση με προηγούμενη δική του τοποθέτηση ότι ενώ βρισκόταν στην Τράπεζα Κύπρου τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο που διέθετε λογαριασμό στην τράπεζα αυτή παρακαλώντας τον να τον βοηθήσει, ο οποίος και ανταποκρίθηκε μεταβαίνοντας στην τράπεζα αφού σε τέτοια περίπτωση το λογικότερο θα ήταν να είχαν μεταβεί όλοι μαζί στην Τράπεζα Κύπρου από το γραφείο της κυρίας Κίτσης όπου βρίσκονταν όλοι εκεί προηγουμένως. Δεν μου διαφεύγει ακόμη το γεγονός ότι κατά την αντεξέταση του ο ΜΥ3 ανάφερε ότι απειλήθηκε και ο ίδιος από τον παραπονούμενο επειδή προσπάθησε να αποτρέψει τον κατηγορούμενο από του να εκδώσει την επίδικη επιταγή, θέση η οποία ουδέποτε προβλήθηκε στην κυρίως εξέταση του. Η παράλειψη του αυτή σε συνδυασμό με την έλλειψη παροχής πειστικής εξήγησης γι' αυτό αποδεικνύει ότι πρόκειται για εκ των υστέρων κατασκεύασμα του μάρτυρα. Συνεπώς από τα πιο πάνω, προκύπτει ότι η μαρτυρία του ΜΥ3 παρουσιάζει διάφορα προβλήματα και αδυναμίες, ο συνδυασμός όλων αυτών έπληξαν καίρια την αξιοπιστία της μαρτυρίας του ΜΥ3, την οποία το Δικαστήριο δεν αποδέχεται. Κατόπιν αξιολόγησης των Τεκμηρίων 22Α και 22Β τα εν λόγω έγγραφα δεν προσθέτουν οτιδήποτε ουσιαστικό σε σχέση με τα επίδικα θέματα εκτός από το ότι πρόκειται για αντίγραφα μέρους των διαβατηρίων του κατηγορουμένου και του ΜΥ3, οι αριθμοί των οποίων χρησιμοποιήθηκαν για τη συμπλήρωση των Τεκμηρίων 2 και 3 που υπεγράφησαν από τον παραπονούμενο στο Τεκμήριο 2, την κυρία Κίτση εκ μέρους και για λογαριασμό του παραπονούμενου στο Τεκμήριο 3 καθώς και από τον κατηγορούμενο και ΜΥ3 στα Τεκμήρια 2 και
- Τα δε Τεκμήρια 23 και 24 το μόνο που αναδεικνύουν μέσα από την αξιολόγηση τους είναι βεβαίωση για την καταγγελία που ο ΜΥ3 προέβηκε στις 26.04.09 στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων εναντίον του παραπονούμενου και Ιωνίδη σχετικά με ισχυρισμό για απαίτηση χρημάτων με απειλές με σκοπό την κλοπή, ως αποτέλεσμα της οποίας καταχωρήθηκε η ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 6040/11 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού με τα πιο πάνω πρόσωπα να αντιμετωπίζουν οκτώ συνολικά κατηγορίες. Ευρήματα: Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης αυτής αλλά λαμβάνοντας υπόψη μου και τα γεγονότα που τελικά δεν αμφισβητήθηκαν, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο: Ο κατηγορούμενος ενεργούσε μαζί με άλλους συνεργάτες του, ένας εκ των οποίων ήταν ο Suheil (ΜΥ3), ως ενδιάμεσοι-μεσάζοντες (intermediaries) στη διαδικασία παροχής τραπεζικής εγγύησης στην αιτήτρια εταιρεία Quo Vadis Maritime Inc., της οποίας σύμβουλος και αντιπρόσωπος της ήταν ο παραπονούμενος ενώ ένας από τους παροχείς (provider) ήταν η Kadima & Partners, ένας οργανισμός από την Πορτογαλία. Έναντι των υπηρεσιών του που θα πρόσφερε ο κατηγορούμενος θα εισέπραττε αντάλλαγμα, το οποίο ήταν προμήθεια στη βάση συμφωνημένου ποσοστού επί της αξίας της εγγυητικής. Επίσης, ο κατηγορούμενος μαζί με τον συνεργάτη του Suheil ανέλαβαν υποχρέωση και συνάμα δέσμευση εγγυητή υπό τη μορφή κάλυψης και/ή επιστροφής των ποσών των €30.000,00 (processing fees) και €20.000,00 (μέρος των call option fees) τα οποία η αιτήτρια εταιρεία πλήρωσε υπό τη μορφή κατάθεσης και αποστολής με έμβασμα σε τραπεζικό λογαριασμό του παροχέα στο εξωτερικό χρησιμοποιώντας το λογαριασμό υπ' αριθμό 0336-00-000215-00 που ο κατηγορούμενος διέθετε στην Τράπεζα Κύπρου αλλά και υπό τη μορφή επιταγής που εκδόθηκε εις το όνομα του κατηγορουμένου, στην περίπτωση που η διαδικασία και κατ' επέκταση η συναλλαγή αποτύγχανε εξ' υπαιτιότητας των παροχέων. Τελικά η όλη συναλλαγή ναυάγησε και κατ' επέκταση απέτυχε να ολοκληρωθεί. Στις 02.02.09 ο κατηγορούμενος υπέγραψε στη Λεμεσό έγγραφο με το οποίο συμφώνησε να προστεθούν τόκοι και δικηγορικά έξοδα στο συνολικό ποσό των €50.000,00 που εγγυήθηκε μαζί με τον συνεργάτη του Suheil να επιστρέψει στον παραπονούμενο που στο μεταξύ το είχε πληρώσει εκ μέρους και για λογαριασμό της αιτήτριας εταιρείας. Ως αποτέλεσμα της συμφωνίας αυτής αλλά και άλλων εγγράφων που είχε προγενέστερα υπογράψει, ο κατηγορούμενος έκδωσε την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λίμιτεδ με αριθμό 69133217 για το ποσό των €55.250,00 προς όφελος του παραπονούμενου πληρωτέα στις 30.04.
- Η πιο πάνω επιταγή παρουσιάστηκε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε στις 04.05.09, η οποία ήταν η Τράπεζα Κύπρου, πλην όμως δεν τιμήθηκε λόγω του ότι ο τραπεζικός λογαριασμός υπ' αριθμός 0334-01-031907 του κατηγορουμένου από τον οποίο προερχόταν η επιταγή είχε παγοποιηθεί και ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής. Μέχρι σήμερα η επιταγή δεν έχει εξοφληθεί. Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλέπε Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλέπε Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Όπως έχει προαναφερθεί η κατηγορούμενη κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα. Σύμφωνα με το ερμηνευτικό πλαίσιο του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο όρος 'επιταγή' σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσης της ή/και παράδοσης της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή. Το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα διέπεται από το άρθρο 305Α
(1)του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, το οποίο προνοεί τα εξής: "Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποίαν αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίαση της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος να εκδώσει επιταγή, (β) η οποία επιταγή κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, (γ) παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε, (δ) δεν εξοφλείται, (ε) λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη της ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, (στ) και παραμένει απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση της. Το ότι το Τεκμήριο 6 είναι επιταγή εντός της έννοιας του νόμου είναι παραδεχτό από τα μέρη. Εξάλλου, το έγγραφο αυτό συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά και ουσιώδη γνωρίσματα που θα πρέπει να διαθέτει ένα έγγραφο για να θεωρείται επιταγή σύμφωνα με το άρθρο 74Γ
(6)του Κεφ.262 καθότι υπάρχει σ' αυτό ο αύξων αριθμός επιταγής, το όνομα του πιστωτικού οργανισμού που διαθέτει το λογαριασμό στον οποίον θα χρεωνόταν και επί του οποίου σύρεται η επιταγή, ο αριθμός λογαριασμός του κατηγορουμένου καθώς και το ποσό της επιταγής το οποίο έχει αναγραφεί από τον κατηγορούμενο. Είναι άνευ σημασίας ότι η επιταγή συμπληρώθηκε από τον κατηγορούμενο με μεταχρονολογημένη ημερομηνία. Ο ορισμός πλέον της επιταγής ο οποίος εισήχθη στον Ποινικό Κώδικα με το Ν.164(Ι)/03καλύπτει σε όλες τώρα τις περιπτώσεις και τις μεταχρονολογημένες επιταγές. Η θέση αυτή υποστηρίζεται από τον ορισμό της 'επιταγής' που παρέχεται μέσα από το άρθρο 4 του Κεφ.154 αλλά και από νομολογία η οποία ξεκαθάρισε το θέμα αυτό. Σχετική επ' αυτού είναι η υπόθεση Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Α.Δ. 29. Παράλληλα, το ότι ο κατηγορούμενος συμπλήρωσε ο ίδιος και υπέγραψε την επίδικη επιταγή παραδίδοντας την στον παραπονούμενο είναι κοινό παραδεκτό γεγονός που προέκυψε μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία. Επίσης κοινό παραδεχτό γεγονός είναι το ότι ο κατηγορούμενος στις 02.02.09 έκδωσε την επίδικη επιταγή προς όφελος του παραπονούμενου. Ως εκ τούτου, το συστατικό στοιχείο της έκδοσης επιταγής πληρείται. Σχετικά με το δεύτερο και τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος οφείλω να υποδείξω ότι η επίδικη επιταγή κατέστη πληρωτέα την ημερομηνία που αυτή έφερε, δηλαδή τις 30.04.09, ενώ στις 04.05.09 παρουσιάστηκε για πληρωμή στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, ήτοι την Τράπεζα Κύπρου. Συνεπώς, έχει τεκμηριωθεί τόσο το δεύτερο όσο και το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Σε σχέση με το τέταρτο και έκτο συστατικό στοιχείο αποτελεί κοινό παραδεχτό γεγονός ότι η επίδικη επιταγή δεν τιμήθηκε και ότι μέχρι σήμερα δεν έχει εξοφληθεί. Κατά συνέπεια, πληρούνται και τα δύο αυτά συστατικά στοιχεία. Αναφορικά με το πέμπτο συστατικό στοιχείο, είναι κοινό παραδεχτό γεγονός ότι η επίδικη επιταγή δεν τιμήθηκε εντός της προβλεπόμενης από το σχετικό άρθρο προθεσμίας λόγω του ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του κατηγορουμένου είχε παγοποιηθεί και ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής. Η ύπαρξη διαθεσίμων κεφαλαίων προϋποθέτει δυνατότητα λειτουργίας του λογαριασμού από τον οποίον να γίνονται αναλήψεις και καταθέσεις και σε συνδυασμό με την ύπαρξη επαρκών υπολοίπων σ' αυτό να μπορεί να πληρωθεί η επιταγή. Η έννοια της 'έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων' εξηγήθηκε στην υπόθεση Wellfit Engineering Co Ltd v. Άκη Χαπίδη
(2004)2 Α.Α.Δ. 271 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επικρότησε το σκεπτικό του πρωτόδικου δικαστηρίου, το οποίο επισήμανε, μεταξύ άλλων ότι, η ύπαρξη διαθεσίμων κεφαλαίων εξυπακούει τη δυνατότητα ανάληψης ή μεταφοράς κεφαλαίων από το λογαριασμό για πληρωμή της επιταγής. Έχει τονιστεί με σαφήνεια πως 'διαθέσιμα κεφάλαια' του εκδότη της επιταγής είναι τα κεφάλαια του εκδότη στην τράπεζα γενικά. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την προαναφερόμενη απόφαση το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Είμαι της άποψης ότι ήταν υποχρέωση των κατηγορουμένων να προσκομίσουν μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο ως άνω λογαριασμός δεν ήταν καθ' οιονδήποτε τρόπο παγοποιημένος ή δεσμευμένος και ότι μπορούσαν να αναληφθούν κεφάλαια από αυτόν καθ' οιανδήποτε στιγμή. Ειδικότερα η ως άνω υποχρέωση των κατηγορουμένων πιστεύω ότι κατέστη αναπόφευκτη από τη στιγμή που η πλευρά του παραπονουμένου κατά την αντεξέταση του κατηγορουμένου αρ. 2 προέβαλε τη θέση ότι κι αν ακόμη υπήρχε πιστωτικός λογαριασμός αυτός ήταν δεσμευμένος και δε μπορούσαν να μεταφερθούν κεφάλαια από αυτόν για πληρωμή της επιταγής." Στη δε υπόθεση Ιωάννου v. Ναναίμο Λίμιτεδ και άλλος
(2005)2 Α.Α.Α.Δ. 555 που αφορούσε την έκδοση επιταγής άνευ αντικρίσματος το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε πως το ότι ο λογαριασμός ήταν παγοποιημένος σήμαινε ότι ο εκδότης της επιταγής δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια για να την τιμήσει. Επίσης, στην υπόθεση Πασχάλη κ.α. v. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 283 τονίστηκε πως η αναφορά του άρθρου 305Α σε διαθέσιμα κεφάλαια είναι αναφορά στο σύνολο των κεφαλαίων του εκδότη στον πιστωτικό οργανισμό, πλην όμως το βάρος της κατηγορούσας αρχής να καταδείξει έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων στα πλαίσια παρουσίασης της υπόθεσης της και στοιχειοθέτησης του εν λόγω συστατικού στοιχείου εξαντλείται είτε με μαρτυρία αρμοδίου υπαλλήλου του πιστωτικού οργανισμού ότι η επιταγή δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων (βλέπε Wellfit Engineering Co Ltd v. Άκη Χαπίδη
(2004)2 Α.Α.Δ. 271) είτε βέβαια με τη βοήθεια σχετικής σφραγίδας του εν λόγω οργανισμού το οποίο σύμφωνα με το εδάφιο 3 του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ.154 αποτελεί μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου της. Περαιτέρω, στην υπόθεση Σωφρονίου v. Γιάγκου
(2005)2 Α.Α.Δ. 462 το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι το βάρος της κατηγορούσας αρχής να καταδείξει την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων εξαντλείται με τη μαρτυρία του τραπεζικού μάρτυρα και την κατάθεση των επιταγών στις οποίες υπήρχε η σφραγίδα της τράπεζας περί έλλειψης κεφαλαίων για την εξαργύρωση των επιταγών. Από εκεί και πέρα εναπόκειται στον κατηγορούμενο να αμφισβητήσει την ορθότητα και αποτελεσματικότητα της μαρτυρίας αυτής και να παρουσιάσει μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος διαθέτει και άλλους λογαριασμούς από τους οποίους η επίδικη επιταγή θα μπορούσε να τιμηθεί. Στην προκειμένη περίπτωση με βάση τα ευρήματα στα οποία κατέληξα οδηγούμαι στο συμπέρασμα ότι η επίδικη επιταγή δεν εξοφλήθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του ατόμου που τη συμπλήρωσε και την υπέγραψε, ο οποίος ήταν ο κατηγορούμενος. Με την καταχώρηση του ονόματος του στο Κ.Α.Π. και την παγοποίηση του λογαριασμού του συνεπεία αυτής της εξέλιξης ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ουδεμία προοπτική υπήρχε για να τιμηθεί η επίδικη επιταγή. Ως εκ τούτου, αποδείχτηκε και αυτό το συστατικό στοιχείο. Όσον αφορά τη θέση του κατηγορουμένου για υπογραφή του Τεκμηρίου 5 και/ή έκδοση της επίδικης επιταγής κάτω από συνθήκες άσκησης ψυχολογικών πιέσεων, απειλών, εκβιασμών, εξαναγκασμού και χωρίς την ελεύθερη βούληση του που αφορούσαν τον ίδιο και την οικογένεια του από μέρους του παραπονούμενου και συνεργατών του η υπεράσπιση αυτή καταρρέει ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων καθώς και οποιασδήποτε αποδεχτής μαρτυρίας από μέρους της υπεράσπισης αναφορικά με το θέμα αυτό και ως εκ τούτου απορρίπτεται ως αβάσιμη. Το άρθρο 16 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων πραγματεύεται το θέμα του εξαναγκασμού και προνοεί τα εξής: "Εξαιρουμένων του φόνου εκ προμελέτης και των αδικημάτων που αναφέρονται στα άρθρα 36 και 37 δεν συνιστά ποινικό αδίκημα η πράξη, την οποία διενεργεί κάποιος που εξαναγκάστηκε για αυτό με απειλές, οι οποίες, κατά το χρόνο διενέργειας της πράξης, εύλογα προκαλούν το φόβο ότι η μη διενέργεια της πράξης θα έφερνε τον άμεσο θάνατό του. Νοείται ότι τα πιο πάνω θα ισχύσουν μόνο εφόσον εκείνος που διάπραξε δεν οδήγησε τον εαυτό του, είτε εκούσια είτε από εύλογο φόβο πρόκλησης βλάβης σε αυτόν μικρότερης από τον άμεσο θάνατο, στην κατάσταση με την οποία αυτός υπέστει τέτοιον εξαναγκασμό." Το εν λόγω άρθρο είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 94 του Indian Penal Code. Η εν λόγω νομοθετική διάταξη προνοεί μια αυστηρότερη ερμηνεία από αυτή που εφαρμόζεται στην Αγγλία. Όπως προκύπτει από τη μελέτη των σελίδων 701-706 του πιο πάνω νομικού συγγράμματος, για να έχει προοπτική επιτυχίας η υπεράσπιση του εξαναγκασμού θα πρέπει κατά το χρόνο διενέργειας της πράξης ο κατηγορούμενος να είχε την πεποίθηση ότι θα επέρχετο ο θάνατος του αν δεν προέβαινε στην εν λόγω διάπραξη. Θα έπρεπε να είχε εξαναγκαστεί με απειλές οι οποίες του προκάλεσαν φόβο ότι σε περίπτωση που δεν υπάκουε σ΄ αυτές και δεν διενεργούσε την πράξη που του ζητείτο, θα επέρχετο ο άμεσος θάνατος του. Στην παρούσα υπόθεση ακόμα και αν γίνονταν δεχτές όλες οι θέσεις του κατηγορουμένου περί απειλών, εκβιασμών και ψυχολογικής πίεσης δεν έχει καταδειχθεί με οποιοδήποτε τρόπο ότι στις 02.02.09 ο κατηγορούμενος υπέγραψε το Τεκμήριο 5 και/ή έκδωσε την επίδικη επιταγή, που σύμφωνα με τα δικά του λεγόμενα ήταν βέβαιος ότι δεν θα πληρωνόταν επειδή ο λογαριασμός από τον οποίο προερχόταν ήταν παγοποιημένος και το όνομα του καταχωρημένο στο Κ.Α.Π., αισθανόμενος φόβο και τρόμο ότι σε αντίθετη περίπτωση θα επέρχετο άμεσα και στιγμιαία ο θάνατος του (instant death). Ούτε έχει καταδειχτεί ότι κάτι ανάλογο συνέβηκε είτε στις 30.04.09 είτε στις 04.05.09 όταν η επίδικη επιταγή ήταν πληρωτέα παρουσιάστηκε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε χωρίς να έχει τιμηθεί. Το επόμενο ζήτημα που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο ο παραπονούμενος είναι νομιμοποιημένος κομιστής της επίδικης επιταγής. Ευθέως ο κατηγορούμενος αμφισβητεί κάτι τέτοιο αφού πρόβαλε τη θέση ότι δεν υπήρχε νομική υποχρέωση κάλυψης του ποσού αυτού από μέρους του καθότι όπως ισχυρίστηκε δεν είχε οποιαδήποτε ανάμιξη στις διαπραγματεύσεις και δεν αποκόμισε οποιοδήποτε όφελος ή συμφέρον από τη διαδικασία αυτή καθώς επίσης επειδή είναι ο ίδιος ο παραπονούμενος τερμάτισε την όλη διαδικασία χωρίς υπαιτιότητα των παροχέων (providers) της τραπεζικής εγγυητικής. Στην υπόθεση Τσιακλίδης ν. Σιάνου
(2008)1Α Α.Α.Δ., 296 τονίστηκε ότι νομιμοποιημένος κομιστής υπό την έννοια του άρθρου 29
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, είναι το πρόσωπο στου οποίου την κατοχή νομίμως περιήλθε η συναλλαγματική, επειδή δόθηκε αξία γι' αυτήν. Ο κάτοχος, για αξία, μιας επιταγής έχει εκ του νόμου (άρθρο 38 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262) δικαιώματα ανάμεσα στα οποία και το δικαίωμα έγερσης αγωγής στο όνομα του, εναντίον του εκδότη της επιταγής. Στην υπόθεση Τρικωμίτης ν. Ανδρέου (Αρ. 2)
(2003)2 Α.Α.Δ. 597 τονίστηκε ότι νομιμοποιημένος κομιστής μιας επιταγής είναι εκείνος που έχει αγώγιμο δικαίωμα επ' αυτής. Ζητήματα νομιμοποιημένου κομιστή και αγώγιμου δικαιώματος επί επιταγής εξετάστηκαν και στην υπόθεση Λούτσιου ν. Αστυνομίας (Αρ. 2)
(2003)2 Α.Α.Δ. 343. Στην υπόθεση εκείνη επιβεβαιώθηκαν οι αρχές που διατυπώθηκαν στην Νεοφύτου ν. Κυριακίδη (Αρ. 1)
(1999)2 Α.Α.Δ. 102, ότι το πρόσωπο που έχει δικαίωμα να υποβάλει παράπονο για έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των άρθρων 305Α
(1)και
(2)του Ποινικού Κώδικα είναι ο νομιμοποιημένος κομιστής της επιταγής, μέσα στην έννοια του νόμου, δηλαδή το πρόσωπο που έχει αγώγιμο δικαίωμα να εγείρει αγωγή με βάση τη συναλλαγή που οδήγησε στην έκδοση της επιταγής. Στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Κυριακίδη (Αρ. 1)
(1999)2 Α.Α.Δ. 102 το Δικαστήριο επισήμανε πως η φράση 'αγώγιμο δικαίωμα' δεν πρέπει να συγχύζεται με την πιθανή αιτία αγωγής, που μπορεί να εγερθεί με βάση τη συναλλαγή που οδήγησε στην έκδοση της επιταγής από την οποίαν να προκύπτει διαφορά αστικής ευθύνης των μερών. Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Τομάζου v. Σαββίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 181/2007, ημερομηνίας 21.12.2010. Στην προκειμένη περίπτωση τα Τεκμήρια 1, 2, 3 και 5 σε συνδυασμό με τις γνώσεις του κατηγορουμένου στο θέμα της τραπεζικής εγγύησης, αλλά και η οικειότητα και η σχέση που ανάπτυξε με τον παραπονούμενο, η παρουσία του σε συνεδριάσεις, η οπισθογράφηση της επιταγής των €15.000,00 που είχε εκδοθεί εις το όνομα του καθώς και η χρήση του λογαριασμού του για την αποστολή χρημάτων στον παροχέα στα πλαίσια της διαδικασίας είναι επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που δημιουργούν το κατάλληλο νομικό και πραγματικό υπόβαθρο στη βάση του οποίου καταδεικνύεται απευθείας σύνδεση του κατηγορουμένου με τον παραπονούμενο ή έστω συμμετοχή στη διαδικασία ως εμπλεκόμενο μέρος με την προοπτική αποκόμισης οφέλους και συμφέροντος από αυτόν υπό τη μορφή είσπραξης προμήθειας καθορισμένου και συμφωνημένου ποσοστού επί της αξίας της τραπεζικής εγγύησης που θα χορηγείτο. Μέσα από διάφορα έγγραφα, ήτοι τα Τεκμήρια 1, 2, 3 και 5, αποδίδονται συγκεκριμένοι ρόλοι, καθήκοντα και υποχρεώσεις τις οποίες ο κατηγορούμενος ανέλαβε και νομικά δεσμεύτηκε να υλοποιήσει. Μεταξύ αυτών, ήταν η νομική υποχρέωση του κατηγορουμένου ως εγγυητής για κάλυψη και/ή εξασφάλιση και/ή επιστροφή του συνολικού ποσού των €50.000,00 στον παραπονούμενο που στο μεταξύ αυτός το πλήρωσε στα πλαίσια της διαδικασίας εκ μέρους και για λογαριασμό της αιτήτριας εταιρείας στην οποία είναι σύμβουλος στην περίπτωση που η όλη διαδικασία είχε άδοξο τέλος εξ' υπαιτιότητας των παροχέων. Στην παρούσα υπόθεση είναι άνευ σημασίας ποιος πραγματικά ευθύνεται για την αποτυχία της διαδικασίας. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι είναι υπό αυτό το καθεστώς συμμετοχής και ανάληψης των υποχρεώσεων που ο κατηγορούμενος δεσμεύτηκε να υλοποιήσει και συγκεκριμένα υπό την ιδιότητα του ως εγγυητής που του ζητήθηκε να εκδώσει την επίδικη επιταγή, πράγμα που ο ίδιος πραγματοποίησε. Επομένως, το Δικαστήριο κρίνει ότι η επίδικη επιταγή περιήλθε νομίμως στην κατοχή του παραπονούμενου με αποτέλεσμα ο τελευταίος να είναι ο νόμιμος δικαιούχος της. Όσον αφορά τη θέση του κατηγορουμένου ότι υπήρχε οργανωμένο σχέδιο από μέρους του παραπονούμενου στο να τον εμπλέξει στην διαδικασία επειδή ήταν ο μοναδικός Κύπριος με σταθερή εργασία στο δημόσιο τομέα όπως και η σύζυγος του, το Δικαστήριο θεωρεί πως ο ίδιος ο κατηγορούμενος έθεσε το εαυτό του ως εμπλεκόμενο μέρος στη διαδικασία μέσα από τη συμπεριφορά του αλλά και από μια σειρά ενεργειών που έκανε καθώς και από τις γραπτές συμφωνίες τις οποίες υπέγραφε και μέσω των οποίων ανέλαβε νομικές δεσμεύσεις, καθήκοντα υποχρεώσεις και ρόλους έναντι ανταλλάγματος. Συνεπώς, η θέση αυτή του κατηγορουμένου καταρρέει ως ανυπόστατη. Σε σχέση δε με τη θέση του κατηγορουμένου όπου διερωτάται για ποιο λόγο ο παραπονούμενος να αποδεχτεί την έκδοση της επίδικης επιταγής εις το όνομα του τη στιγμή που γνώριζε μέσω της έρευνας που διεξήχθηκε για την οικονομική κατάσταση του κατηγορουμένου ότι ο τελευταίος ήταν αφερέγγυος, αυτό ουδεμία σχέση έχει με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που σε τελευταία ανάλυση εξετάζονται κατά πόσο πληρούνται σωρευτικά μαζί με την όποια υπεράσπιση προβληθεί κάτω από το πρίσμα των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση. Εξάλλου η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου σε συνδυασμό με το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια αλλά και τα ευρήματα και συμπεράσματα στα οποία το Δικαστήριο κατέληξε καθιστούν το συλλογισμό αυτό χωρίς οποιαδήποτε χρησιμότητα και άνευ αντικειμένου. Ως εκ τούτου, η θέση αυτή του κατηγορουμένου απορρίπτεται ως ανεδαφική. Ο κατηγορούμενος επιπλέον πρόβαλε ισχυρισμό για χρέωση επιτοκίου 30% από τον παραπονούμενο έχοντας υπόψη τα ποσά που εγγυήθηκε μέσω των Τεκμηρίων 2 και 3 και αυτά που τελικά κλήθηκε να πληρώσει σύμφωνα με τα Τεκμήρια 5 και 6, θέτοντας έτσι, εμμέσως πλην σαφώς, θέμα μη εφαρμογής του άρθρου 305Α του Κεφ.154 λόγω ύπαρξης παράνομης συναλλαγής. Το εδάφιο 6 του Κεφ.154 τονίζει ότι το άρθρο 305Α, στη βάση του οποίου αναδύεται το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη της ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, δεν εφ