Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γεώργιου Δημακόπουλου, Αρ. Υπόθεσης: 20617/10, 10/10/2012 αφού κατέθεσαν 15 μάρτυρες για την Κατηγορούσα Αρχή, ο κατηγορούμενος ζήτησε την ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B68 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 20617/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γεώργιου Δημακόπουλου Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 10 Οκτωβρίου, 2012 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αργυρού Για τον Κατηγορούμενο : κ. Γλυκής Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας της παρούσας υπόθεσης, και αφού κατέθεσαν 15 μάρτυρες για την Κατηγορούσα Αρχή, ο κατηγορούμενος ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου για αλλαγή απάντησης και δήλωσε παραδοχή στην πρώτη κατηγορία, ενώ καταχωρήθηκε αναστολή της ποινικής δίωξης αναφορικά με τις υπόλοιπες 5 κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος, μεταξύ 13ης Απριλίου και 30ης Ιουλίου 2010, στη Λεμεσό, ο κατηγορούμενος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν αναγόταν σε υπαίτεια αμέλεια, χωρίς πρόθεση, επέφερε τον θάνατο του Απόστολου Σωκράτους. Τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση φαίνονται μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Για τον σκοπό επιβολής ποινής στον κατηγορούμενο, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω τα ακόλουθα. Κατά το έτος 2010 ο αποβιώσας Απόστολος Σωκράτους, ήταν 69 ετών, ζούσε μόνος του στην οδό Καντάρας 1 στον συνοικισμό Λινόπετρας, στη Λεμεσό, και από 17 ετών έπασχε από αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα, ενώ είχε και διαβήτη. Ήταν αυτοσυντήρητος και βοηθείτο από την αδελφότεκνη του, Κάτια Κλεάνθους, Μ.Κ.
- Στις 13 Απριλίου 2010, γύρω στις 11.30 το πρωί, ο φίλος του αποβιώσαντα, Γαβριήλ Αντρέου, Μ.Κ.7, επισκέφθηκε τον αποβιώσαντα στο σπίτι του. Αφού ο αποβιώσας έκανε μπάνιο επειδή το προηγούμενο βράδυ αισθανόταν αδιάθετος και είχε ιδρώσει, και ενώ κουβέντιαζε με τον Μ.Κ.7, πήγαν στο σπίτι του ο κατηγορούμενος και η σύζυγος του. Ενώ κουβέντιαζαν όλοι, σε κάποιο στάδιο ο αποβιώσας είπε στον κατηγορούμενο ότι δεν ένιωθε καλά και τότε ο κατηγορούμενος του έκανε μασάζ, και συγκεκριμένα, κάποιες κινήσεις στον αυχένα για να αισθανθεί καλύτερα. Ο Μ.Κ.7 έφυγε από το σπίτι του αποβιώσαντα, ενώ αυτός παρέμεινε στην καρέκλα, μαζί με τον κατηγορούμενο και τη σύζυγο του. Αφού ο κατηγορούμενος και η σύζυγος του έφυγαν, ο αποβιώσας πήγε να ξαπλώσει στο κρεβάτι του και ένιωσε αφόρητο πόνο και δεν μπορούσε πλέον να κινηθεί. Γύρω στο μεσημέρι, ο φίλος του αποβιώσαντα, Χαράλαμπος Γεωργίου, Μ.Κ.4, πήγε στο σπίτι του για να τον επισκεφθεί, και άκουσε τον αποβιώσαντα να κλαίει και να καλεί βοήθεια. Ο Μ.Κ.4 φώναξε στον Μ.Κ.7 και άνοιξαν το παράθυρο και μπήκαν μέσα. Αμέσως ο Μ.Κ.4 κάλεσε τον γαμπρό του αποβιώσαντα, Ηλία Ζώρζο, Μ.Κ.
- Ο αποβιώσας τους είπε ότι ο κατηγορούμενος του έκανε μία κίνηση που του προκάλεσε πόνο, πήγε να ξαπλώσει και δεν ξανακίνησε το κορμί του, και ζήτησε να καλέσουν ασθενοφόρο. Επίσης, ο Μ.Κ.5 ειδοποίησε την κόρη του, Μ.Κ.2, να πάει εκεί. Όταν η Μ.Κ.2 πήγε εκεί, το ασθενοφόρο είχε ήδη φθάσει και μετέφερε τον αποβιώσαντα στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών και Ατυχημάτων του Νοσοκομείου, γύρω στις 16.00, κλήθηκε ο ορθοπεδικός Κωνσταντίνος Ζωδιάτης, Μ.Κ.13, για να εκτιμήσει την κατάσταση του ασθενούς, ο οποίος παρουσίασε παραπληγία. Του έγιναν ακτινογραφίες, οι οποίες δεν έδειξαν οστεική κάκωση, παρόλο που πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τον Μ.Κ.13, αυτό μπορεί να μην είναι εμφανές στον ακτινολογικό και κλινικό έλεγχο σε άτομα που πάσχουν από αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα. Η κλινική εξέταση του ασθενούς από τον Μ.Κ.13 κατέδειξε τα ακόλουθα: πλήρη ευαισθησία κάτω από τις θηλές των ματιών, πλήρη απουσία κοιλιακών αντανακλαστικών, πλήρη παραπληγία κάτω άκρων, έλλειμμα μυικής ισχύος στους καμπτήρες των δακτύλων, πλήρη χόλωση του σφικτήρα του πρωκτού και απουσία τενόντων αντανακλαστικών τετρακεφάλου, αχιλλέως και πρόσθιου κνημικού και στα δύο πόδια. Λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης του ασθενούς, ο Μ.Κ.13 επικοινώνησε με τον νευροχειρούργο Δρα Ανδρέα Χριστόπουλο, Μ.Κ.15, στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, ο οποίος έδωσε σχετικές οδηγίες. Βάσει αυτών, ο ασθενής παρέμεινε στο Ορθοπεδικό Τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού και τέθηκε άμεσα σε θεραπεία με κορτιζόνη, χωρίς αξιόλογη μεταβολή, και την επόμενη το πρωί μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, στο Νευροχειρουργικό Τμήμα. Εκεί η μαγνητική τομογραφία έδειξε επισκληρίδιο αιμάτωμα στην κατώτερη αυχενική και ανώτερη θωρακική μοίρα στην σπονδυλική στήλη, και έτσι ο ασθενής μεταφέρθηκε αμέσως στο χειρουργείο, όπου έγινε χειρουργική επέμβαση από τον Μ.Κ.
- Συγκεκριμένα, έγινε πεταλεκτομή του 6ου και 7ου αυχενικού και 1ου, 2ου και 3ου αυχενικού σπονδύλου, και στη συνέχεια αφαίρεση του επισκληρίδιου αιματώματος. Κατά τη διάρκεια της επέμβασης του 7ου αυχενικού σπονδύλου, ο Μ.Κ.15 διαπίστωσε γραμμικό κάταγμα χωρίς παρεκτόπιση, το οποίο δεν ήταν εμφανές στη μαγνητική τομογραφία λόγω του ότι ο ασθενής έπασχε από αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα. Μετά τη χειρουργική επέμβαση, η κατάσταση του ασθενούς παρέμεινε η ίδια, δηλαδή πλήρης τετραπληγία με αναπνευστικά προβλήματα. Στις 18.4.2010 ο ασθενής εξήλθε της εντατικής μονάδας και εισήχθη στον νευροχειρουργικό θάλαμο, και στις 26.4.2010 μεταφέρθηκε για αποκατάσταση στο παραπληγικό τμήμα. Την ίδια μέρα, λίγες ώρες μετά τη μεταφορά του εκεί, ο ασθενής υπέστη καρδιακή ανακοπή και εισήχθη εκ νέου στην εντατική μονάδα. Έκτοτε βρισκόταν σε κωματώδη κατάσταση και η κατάσταση της υγείας του ήταν κρίσιμη. Ο ασθενής απεβίωσε στις 30.7.2010 από καρδιο - αναπνευστική ανεπάρκεια. Ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Κατά την ικανή και εμπεριστατωμένη αγόρευση του για μετριασμό της ποινής ο συνήγορος του κατηγορούμενου αρχικά αναφέρθηκε στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος. Ειδικότερα, ο κ. Γλυκής επεσήμανε ότι ο κατηγορούμενος ήταν για αρκετά χρόνια φίλος με τον αποβιώσαντα και τον επισκεπτόταν συχνά μαζί με τη σύζυγο του και αντάλλασσαν δώρα μεταξύ τους. Μάλιστα ο θάνατος του έχει συγκλονίσει τον κατηγορούμενο, καθότι έχει χάσει ένα φίλο του. Πέραν της κοινωνικής κατακραυγής που ο κατηγορούμενος υπέστη λόγω αυτής της υπόθεσης, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την τιμωρία του και με τον χαμό του φίλου του. Την επίδικη μέρα ο κατηγορούμενος μαζί με τη σύζυγο του επισκέφθηκαν τον αποβιώσαντα και όταν αυτός ανέφερε ότι ένιωθε πόνο στο σβέρκο, ζήτησε από τον κατηγορούμενο να του κάνει μαλάξεις για να ανακουφιστεί, όπως συχνά του ζητούσε, λόγω του προβλήματος της αγκυλοποιητικής σπονδυλίτιδας. Ο κατηγορούμενος, με γνώμονα πάντοτε να βοηθήσει και ανακουφίσει τον φίλο του, στάθηκε πίσω από την καρέκλα στην οποία ο αποβιώσας καθόταν και του έκανε μικρό αριθμό μαλάξεων. Μετά από αυτό, ο αποβιώσας κάθισε με τους φίλους του για ακόμα μισή ώρα χωρίς να αισθανθεί οτιδήποτε και μετά αποσύρθηκε στο δωμάτιο του για ξεκούραση. Ακολούθησε η πορεία του, όπως περιγράφεται πιο πάνω, με αποτέλεσμα τον θάνατο του ο οποίος, σύμφωνα με το Ιατρικό Πιστοποιητικό για την Αιτία Θανάτου, ημερ. 30.7.2010, Τεκμήριο Β, προκλήθηκε από καρδιο - αναπνευστική ανεπάρκεια. Όπως αναφέρεται περαιτέρω στο εν λόγω Τεκμήριο, η τετραπληγία είναι μία κατάσταση που συνέτεινε στον θάνατο, επομένως ο κ. Γλυκής απέδωσε ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι η ενέργεια του κατηγορούμενου αποτελεί ένα κρίκο που προστέθηκε στη μεγάλη αλυσίδα των παραγόντων που οδήγησαν στον θάνατο του αποβιώσαντα, δηλαδή την εγχείρηση, τα προβλήματα υγείας του αποβιώσαντα, καρδία και πίεση, και τη χρόνια αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα. Ειδικότερα, ο κ. Γλυκής τόνισε ότι ο θάνατος του αποβιώσαντα δεν ήταν η συνέπεια μίας μεμονωμένης ενέργειας του κατηγορούμενου αλλά το αποτέλεσμα μίας σειράς γεγονότων σε συνδυασμό με τη βεβαρημένη υγεία του. Σημαντικό επίσης, κατά την εισήγηση του κ. Γλυκή, είναι το γεγονός ότι ο θάνατος του αποβιώσαντα επήλθε 3 ½ μήνες μετά την ενέργεια του κατηγορούμενου και όχι αμέσως μετά από αυτή. Ο συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, την παραδοχή του, έστω και σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, τη συνεργασία του με την αστυνομία, το χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι το στάδιο επιβολής ποινής, τη μετέπειτα διαγωγή του κατηγορούμενου, ο οποίος δεν έχει επιδείξει παρόμοια ή άλλη αξιόποινη συμπεριφορά, και την ηλικία του. Ο συνήγορος υπεράσπισης υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, και έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στα ψυχικά προβλήματα που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και για τα οποία παρακολουθείται από ψυχίατρο του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού από τις 23.2.1987 μέχρι σήμερα. Προς τούτο κατατέθηκαν σχετικά πιστοποιητικά. Στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, Τεκμήριο Α, αναφέρονται τα ακόλουθα. Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 58 ετών, ψυχικά ασθενής, και η σύζυγος του είναι ηλικίας 56 ετών, και έχουν αποκτήσει δύο κόρες, η μία 26 ετών, άνεργη, και η δεύτερη 24 ετών, αρραβωνιασμένη. Η πρώτη κόρη διαμένει μαζί με τους γονείς της. Τα εισοδήματα τους είναι η σύνταξη Κοινωνικών Ασφαλίσεων ύψους 759,56 ευρώ μηνιαίως και το δημόσιο βοήθημα ύψους 559,82 ευρώ μηνιαίως. Ο κατηγορούμενος γεννήθηκε στην Αθήνα και προέρχεται από πολυμελή οικογένεια. Είναι απόφοιτος Λυκείου, υπηρέτησε κανονικά τη στρατιωτική του θητεία και φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου της Αμερικής. Απέκτησε πτυχίο πιλότου, όμως δεν εξάσκησε ποτέ το επάγγελμα, και στη συνέχεια εργάστηκε ως μηχανικός στα πλοία για μικρό χρονικό διάστημα. Η σύζυγος του κατηγορούμενου κατάγεται από την Κερύνεια, είναι απόφοιτος Δημοτικού και προέρχεται από οικογένεια χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Μετά την αποφοίτηση της ασχολήθηκε με τη γεωργία και τη κτηνοτροφία. Το ζεύγος παντρεύτηκε το 1984 και απέκτησε τα δύο παιδιά, και αντιμετώπιζαν οικονομικές δυσκολίες. Το 1988 ο κατηγορούμενος εργαζόταν ως οδηγός σε φορτηγό και υπέστη ηλεκτροπληξία σε εργατικό ατύχημα, με συνέπεια να επηρεαστεί αρνητικά η ψυχική του υγεία. Νοσηλεύτηκε για περίοδο 2 μηνών σε Ψυχιατρική Πτέρυγα και έκτοτε παρακολουθείται από κυβερνητικό ψυχίατρο και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Παρουσιάζει διαταραχή προσωπικότητας και γι΄ αυτό είναι μόνιμα ανίκανος για εργασία και έχει εγκριθεί με πρόωρη σύνταξη ανικανότητας από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Η σύζυγος του αντιμετωπίζει επίσης προβλήματα υγείας, θρόμβωση, και είναι ανίκανη για εργασία. Ακολουθεί φαρμακευτική αγωγή. Οι σχέσεις μεταξύ του κατηγορούμενου και της οικογένειας του είναι καλές. Σύμφωνα με την Ιατρική Εκτίμηση του Δρα Χ. Παπαδόπουλου, ψυχίατρου του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, ημερ. 6.8.2010, Τεκμήριο Γ, ο κατηγορούμενος παρακολουθείται από ψυχικής πλευράς από τις 23.2.1987, μετά που υπέστη ηλεκτροπληξία. Έκτοτε έχει παρουσιάσει μεταβολή στην προσωπικότητα και τη συμπεριφορά του, και κατέστη αφελής και επιπόλαιος. Έχει επίγνωση των πράξεων του και κρίθηκε ικανός να παρακολουθήσει τη δικαστική διαδικασία. Πιο πρόσφατη Ιατρική Εκτίμηση του Δρα Παπαδόπουλου, ημερ. 24.4.2012, Τεκμήριο Δ, έχει ουσιαστικά το ίδιο περιεχόμενο. Ο Δρ. Κωστάκης Χατζηβασίλης, νευρολόγος - ψυχίατρος, εξέδωσε Ιατρική Βεβαίωση, ημερ. 25.7.2012, Τεκμήριο Ε, στην οποία αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος παρουσιάζει έντονα συμπτώματα γενικευμένης αγχώδους διαταραχής και καταθλιπτικής συνδρομής. Του χορηγείται ανάλογη θεραπεία. Ο Δρ. Χατζηβασίλης θεωρεί ότι τυχόν φυλάκιση του θα έχει αρνητικές συνέπειες στη ψυχολογική του κατάσταση. Ο συνήγορος υπεράσπισης είπε επίσης ότι ο κατηγορούμενος εξέφρασε στους οικείους του αποβιώσαντα τη λύπη του για τον χαμό του φίλου του και είναι πρόθυμος να τους αποζημιώσει στον βαθμό της δικής του ευθύνης, αν αυτό του ζητηθεί, από το πενιχρό ποσό της σύνταξης του. Ο κ. Γλυκής κάλεσε το Δικαστήριο να αντλήσει καθοδήγηση από τις υποθέσεις που αφορούν κυρίως θανατηφόρα τροχαία δυστυχήματα, στις οποίες γίνεται διαφοροποίηση της ποινής ανάλογα με τη συμπεριφορά που επιδεικνύει ο υπαίτιος οδηγός και η ποινή φυλάκισης επιβάλλεται στις περιπτώσεις εκείνες όπου ο οδηγός επιδεικνύει εγωιστική συμπεριφορά ή αδιαφορία για την ασφάλεια των άλλων. Ήταν η εισήγηση του κ. Γλυκή ότι η αρμόζουσα ποινή είναι η χρηματική, καθότι η παρούσα υπόθεση αφορά ένα μεμονωμένο περιστατικό, ελλείπει το στοιχείο της αποτροπής και δεν υπάρχει η αναγκαιότητα για τον σωφρονισμό του κατηγορούμενου, για τον λόγο ότι αυτός δεν ενέργησε εγωιστικά, τώρα φτιάχνει καραβάκια και ασχολείται με τον κήπο του και τυχόν φυλάκιση του θα του δημιουργήσει τρομερά προβλήματα και θα επιδεινώσει τη σωματική και πνευματική του κατάσταση. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι η κατάλληλη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης, ήταν η θέση του κ. Γλυκή ότι συντρέχουν οι προυποθέσεις που δικαιολογούν την αναστολή έκτισης αυτής. Ο συνήγορος υπεράσπισης κατέληξε ότι η παρούσα υπόθεση είναι ιδιαίτερη, και ατυχώς αφορά μία κίνηση, χωρίς πρόθεση, που ξεκίνησε μία αλυσίδα γεγονότων και κατέληξε σε απώλεια ζωής. Η συμπεριφορά του κατηγορούμενου ήταν αποτέλεσμα ενός στιγμιαίου σφάλματος, και, με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου, ο συνήγορος υπεράσπισης ζήτησε από το Δικαστήριο όπως κρίνει τον κατηγορούμενο με τη μέγιστη δυνατή επιείκεια. Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί φυλάκιση 4 ετών και/ή χρηματική ποινή Λ.Κ. 2.500 (το ισάξιο σε ευρώ). Η εν λόγω τροποποίηση, με την οποία η ποινή αυξήθηκε, κρίθηκε αναγκαία εν όψει των ανησυχητικών διαστάσεων που έχουν προσλάβει τα τελευταία χρόνια τα αδικήματα κάτω από το άρθρο 210, που είναι βασικά τροχαία θανατηφόρα δυστυχήματα, και τα οποία, όπως έχουν χαρακτηριστεί στην υπόθεση Μενελάου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232, αποτελούν «χαίνουσα πληγή για την κυπριακή κοινωνία». Μάλιστα, όπως ορθά επεσήμανε ο συνήγορος υπεράσπισης, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου κάνει μία διάκριση ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης και τιμωρίας σε σχέση με τα θανατηφόρα οδικά δυστυχήματα ανάλογα με την συμπεριφορά του υπαίτιου οδηγού. Στις περιπτώσεις όπου κρίνεται ότι η οδική συμπεριφορά του οδηγού που οδήγησε στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου εμπεριέχει οποιοδήποτε στοιχείο συνειδητής αδιαφορίας ή συνειδητής παραγνώρισης κινδύνου, η συνήθης ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Στις περιπτώσεις όμως όπου η συμπεριφορά του οδηγού χαρακτηρίζεται σαν καθαρά στιγμιαία αβλεψία, η κατάλληλη ποινή είναι η χρηματική. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας v. Τόμα
(2005)2 Α.Α.Δ. 713 και Χ΄΄Ιωάννου v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 453. Η παρούσα υπόθεση, βέβαια, δεν εμπίπτει εντός της κατηγορίας των τροχαίων θανατηφόρων δυστυχημάτων, καθότι ο θάνατος του θύματος προκλήθηκε συνεπεία εξ ολοκλήρου άλλων παραγόντων, και ειδικότερα της ενέργειας του κατηγορούμενου και της κατάστασης της υγείας του αποβιώσαντα. Η προκειμένη περίπτωση είναι, ομολογουμένως, ιδιάζουσα, εν όψει των γεγονότων της, και ακόμα δεν αποτελεί συχνό φαινόμενο με αποτέλεσμα το στοιχείο της αποτροπής να μην είναι έντονο. Εκείνο που θεωρώ ότι χαρακτηρίζει την παρούσα περίπτωση είναι η κατάληξη της παρούσας υπόθεσης, που δυστυχώς ήταν ο τραγικός θάνατος του αποβιώσαντα και η απώλεια μίας ανθρώπινης ζωής. Στρεφόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνω σοβαρά υπόψη τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος. Κατά την επίδικη μέρα, στις 13.4.2010, ο κατηγορούμενος μαζί με τη σύζυγο του πήγαν στο σπίτι του αποβιώσαντα, ως συνήθιζαν, εφόσον είχαν αναπτύξει φιλικές σχέσεις μεταξύ τους, και ενώ κουβέντιαζαν, ο αποβιώσας εξέφρασε τον πόνο που ένιωθε και τότε ο κατηγορούμενος του έκανε μασάζ για να τον ανακουφίσει, όπως του είχε κάνει ξανά. Δυστυχώς, αυτή η ενέργεια του κατηγορούμενου διαφάνηκε ότι ήταν ζημιογόνα για την κατάσταση του αποβιώσαντα, καθότι αργότερα ο αποβιώσας ένιωσε έντονο πόνο και δεν μπορούσε να κινηθεί. Μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο, όπου διαπιστώθηκε ότι είχε τετραπληγία, έγινε η χειρουργική επέμβαση από τον Δρα Χριστόπουλο όταν και διαπιστώθηκε το κάταγμα στον αυχένα, και τελικώς ο αποβιώσας παρέμεινε στην κατάσταση της πλήρους τετραπληγίας με αναπνευστικά προβλήματα, μέχρι που έπαθε καρδιο - αναπνευστική ανεπάρκεια και απεβίωσε 3 ½ μήνες αργότερα. Όπως υποστηρίζει η μαρτυρία που προσάχθηκε στο πλαίσιο της ακρόασης της υπόθεσης, και επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο Β, η ενέργεια του κατηγορούμενου δεν ήταν η αποκλειστική αιτία της πρόκλησης του θανάτου του αποβιώσαντα, αλλά μία πράξη που προκάλεσε σοβαρή επιδείνωση στην υγεία του αποβιώσαντα, και η οποία αποτέλεσε μέρος της αλυσίδας των γεγονότων που ακολούθησαν μέχρι τον θάνατο του. Δεν μου διαφεύγει επίσης ότι την προηγούμενη νύκτα της επίσκεψης, ο αποβιώσας αισθανόταν αδιάθετος, και ακόμα ότι αυτός είχε χρόνια αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα, στην οποία αποδίδεται η αδυναμία εντοπισμού του κατάγματος στον ακτινολογικό έλεγχο, καθώς επίσης διαβήτη, πίεση και ότι υπέφερε με την καρδία του. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδω επίσης στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν ενήργησε με πρόθεση να προκαλέσει οποιαδήποτε βλάβη στον αποβιώσαντα, αλλά ενήργησε εντελώς αλόγιστα και αμελώς, προκαλώντας σοβαρή βλάβη στον αποβιώσαντα και αυτή ακριβώς η πράξη του συνιστά και την αξιόποινη συμπεριφορά του, για την οποία παραδέχθηκε ενοχή και είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει τις συνέπειες. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου προκύπτει τόσο από το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του όσο και από την αδιαμφισβήτητη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης, και επιβεβαιώνεται ακόμα από την ίδια την κατάσταση του κατηγορούμενου, ο οποίος μετά το επεισόδιο ηλεκτροπληξίας, παρουσίασε μεταβολή στην προσωπικότητα και συμπεριφορά του και έγινε αφελής και επιπόλαιος. Σχετικό είναι το Τεκμήριο Γ. Τα γεγονότα καταδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος πρόθυμα προέβη στην εν λόγω ενέργεια του προς τον αποβιώσαντα επειδή του είχε κάνει ξανά το ίδιο, με σκοπό να τον ανακουφίσει, ενώ δεν απέδωσε σημασία στο ενδεχόμενο πρόκλησης ζημιάς με την εν λόγω ενέργεια του. Φαίνεται ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε αυθόρμητα, και αψηφώντας τον κίνδυνο που πιθανόν να ενείχε η πράξη του, με αποτέλεσμα όμως την πρόκληση βλάβης προς τον αποβιώσαντα. Δεν μου διαφεύγει ακόμα ότι ο κατηγορούμενος συγκλονίστηκε από τον χαμό του αποβιώσαντα, με τον οποίο ήταν φίλοι, εξέφρασε τη λύπη του προς τους συγγενείς του, και ότι είναι πρόθυμος να αποζημιώσει αυτούς αν το απαιτήσουν, παρόλη την οικονομική του δυσχέρεια. Πέραν των πιο πάνω δεδομένων, ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδω στον χρόνο διάπραξης του αδικήματος και κυρίως στο χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει από τη διάπραξη αυτού μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Δεν μου διαφεύγει ότι ο κατηγορούμενος αρχικά δεν παραδέχθηκε ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση, κάτι το οποίο ήταν βέβαια δικαίωμα του κατηγορούμενου. Το χρονικό διάστημα που πέρασε από τότε μέχρι και σήμερα, και ειδικότερα το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν διέπραξε άλλο αδίκημα ούτε πριν αλλά ούτε και μετά, είναι σημαντικός παράγοντας που θα ληφθεί υπόψη στο στάδιο επιβολής ποινής. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας v. Τόμα (ανωτέρω) και Γενικός Εισαγγελέας v. Νεοκλέους
(2001)2 Α.Α.Δ. 48. Ως ελαφρυντικούς παράγοντες για τον κατηγορούμενο λαμβάνω επίσης υπόψη την παραδοχή του, έστω και σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, που δείχνει και την έμπρακτη μεταμέλεια του, και το λευκό ποινικό μητρώο του, που επιβεβαιώνει ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι άτομο με ροπή στο έγκλημα ή ότι δεν έχει αναμορφωθεί από την αξιόποινη αυτή πράξη του. Ακόμα λαμβάνω υπόψη ότι ο κατηγορούμενος είχε συνεργαστεί με την αστυνομία στο πλαίσιο διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Τέλος, λαμβάνω υπόψη τις προσωπικές του συνθήκες, όπως αυτές περιέχονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, Τεκμήριο Α, και εκτίθενται πιo πάνω. Ειδικότερα, λαμβάνω υπόψη ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 58 ετών, έγγαμος, διαμένει με τη σύζυγο και τη μεγαλύτερη τους κόρη, και τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του είναι ανίκανοι για εργασία και συντηρούνται αποκλειστικά από σύνταξη και βοήθημα, ενώ η κόρη τους είναι άνεργη. Θεωρώ σημαντικό το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει διάφορα ψυχικά προβλήματα, τα οποία αποδίδονται στην ηλεκτροπληξία που έπαθε το 1987, με αποτέλεσμα την αλλαγή της προσωπικότητας του και της συμπεριφοράς του. Νοσηλεύτηκε σε Ψυχιατρική Πτέρυγα για περίοδο δύο μηνών. Όπως ήδη αναφέρεται πιο πάνω, σύμφωνα με την ιατρική μαρτυρία που περιέχεται στο Τεκμήριο Γ, έκτοτε ο κατηγορούμενος είναι επιπόλαιος και αφελής, κάτι που συνάδει πλήρως με την αξιόποινη συμπεριφορά που επέδειξε προς τον αποβιώσαντα. Επίσης, από τότε ο κατηγορούμενος παρατηρείται από κυβερνητικό ψυχίατρο, αλλά και ιδιώτη νευρολόγο - ψυχίατρο, καθότι παρουσιάζει έντονα συμπτώματα γενικευμένης αγχώδους διαταραχής και καταθλιπτικής συνδρομής, και λαμβάνει θεραπεία. Εν όψει αυτής της κατάστασης του, σημειώνω επίσης τις αρνητικές επιπτώσεις που θα επιφέρει τυχόν φυλάκιση του στη ψυχολογική του κατάσταση. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω δεδομένα, και με κύριο γνώμονα την σοβαρότητα του αδικήματος, καταλήγω ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή υπό τις περιστάσεις είναι αυτή της φυλάκισης. Όλοι οι μετριαστικοί παράγοντες που αναφέρονται πιο πάνω δεν είναι ικανοί να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής αλλά θα αντανακλούνται στην έκταση αυτής. Ως εκ τούτου στον κατηγορούμενο επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης για την αναστολή έκτισης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από την τελευταία τροποποίηση του Νόμου 95/72 με τον τροποποιητικό Νόμο 186(Ι)/03, όπου το νέο άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου». Θεωρώ χρήσιμο ν' αναφερθώ αρχικά στις υποθέσεις Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 240 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Βασιλείου
(2003)2 Α.Α.Δ. 21, στις οποίες η ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί αναστάληκε ενόψει των ιδιαιτέρων περιστάσεων των εν λόγω υποθέσεων κατά χρόνο μάλιστα που η ευχέρεια του Δικαστηρίου ήταν πολύ πιο περιορισμένη. Σε σχέση με το άρθρο 3
(2)του τροποποιητικού Νόμου 186 (Ι)/03, αντλώ καθοδήγηση αναφορικά με την εφαρμογή του από τις υποθέσεις Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 323 και ειδικότερα Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327. Χρήσιμη αναφορά γίνεται επίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο ο συνήγορος του κατηγορούμενου, και στο ακόλουθο απόσπασμα: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)». Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, και κατόπιν προβληματισμού, ικανοποιούμαι ότι στην παρούσα υπόθεση συντρέχουν λόγοι που δικαιολογούν την αναστολή έκτισης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Αυτοί συνίστανται στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, και ειδικότερα ότι ο κατηγορούμενος είχε προγενέστερα προβεί σε παρόμοια ενέργεια στον αποβιώσαντα, τη σχέση μεταξύ τους και την πρόθεση του κατηγορούμενου με την εν λόγω ενέργεια του, και κυρίως ότι η ενέργεια του κατηγορούμενου δεν ήταν η αποκλειστική αιτία του θανάτου του αποβιώσαντα. Επιπλέον, λαμβάνω υπόψη τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου, ειδικότερα ότι υπέστη ηλεκτροπληξία που του άφησε μόνιμα και σοβαρά κατάλοιπα στη ψυχική υγεία του, τα οποία αντανακλούνται στη συμπεριφορά και προσωπικότητα του, τον οδήγησαν στη Ψυχιατρική Πτέρυγα και δύο μήνες, και έκτοτε παρακολουθείται από ψυχίατρο και λαμβάνει θεραπεία. Παρουσιάζει έντονα συμπτώματα γενικευμένης αγχώδους διαταραχής και καταθλιπτικής συνδρομής. Σύμφωνα με τη γνώμη του Δρα Χατζηβασίλη, τυχόν φυλάκιση του θα έχει πολύ αρνητικές επιπτώσεις στη ψυχολογική του κατάσταση. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη την ηλικία του κατηγορούμενου, το λευκό ποινικό μητρώο του και κυρίως το μεγάλο χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα χωρίς ο κατηγορούμενος να επιδείξει παρόμοια ή άλλη αξιόποινη συμπεριφορά. Διαφαίνεται ότι το επίδικο περιστατικό ήταν το απότοκο μίας ατυχούς και άκρως δυσάρεστης εξέλιξης της αλόγιστης και αμελούς ενέργειας του κατηγορούμενου, η οποία, σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες, προκάλεσε σοβαρά προβλήματα στην κατάσταση της υγείας του αποβιώσαντα, που τελικά κόστισε τη ζωή του. Όλες οι πιο πάνω συνθήκες δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για να αναστείλει την έκτιση της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο, δίνοντας του έτσι την ευκαιρία να συνεχίζει τη ζωή του μαζί με τη σύζυγο του, αντιμετωπίζοντας τα ψυχικά προβλήματα του ιδίου με την απρόσκοπτη παρακολούθηση του από ειδικό και τη θεραπεία του καθώς επίσης τα προβλήματα υγείας της συζύγου του. Ως εκ τούτου η έκτιση της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. (Υπ.) .............. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Ποινική/Ποινή Αναφορά: Πρόκληση θανάτου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο