Δημοκρατία ν. Hossam Taleb Yaacoub, Αρ. Υπόθεσης: 17714/12, 11/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2012:9 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Ι. Ιωαννίδη, Π.Ε.Δ. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17714/12 Δημοκρατία ν. Hossam Taleb Yaacoub Κατηγορούμενου .......... 11.12.12 Για την Δημοκρατία: κ. Kανναουρίδης Κατηγορούμενος παρών, γι' αυτόν ο κ. Α. Γεωργιάδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Δίκη εντός Δίκης) Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει διάφορες κατηγορίες κατά παράβαση του Ποινικού Κώδικα κυρίως επί το ότι κατά άγνωστη ημερομηνία μεταξύ 1-7.7.12 συμμετείχε σε εγκληματική οργάνωση με την εκτέλεση αποστολής που του ανέθεσε εγκληματική οργάνωση σε σχέση με Ισραηλινούς πολίτες που βρίσκονται στην Κυπριακή Δημοκρατία. Όπως επίσης και άλλα αδικήματα ως εμφαίνονται στο κατηγορητήριο. Το αντικείμενο της παρούσας δίκης εντός δίκης είναι η θεληματικότητα των γραπτών καταθέσεων του κατηγορουμένου στα πλαίσια των ανακριτικών ενεργειών της αστυνομίας σε συνάρτηση με την παρούσα υπόθεση. Οι καταθέσεις αυτές είναι οι ακόλουθες: · Κατάθεση ημερομηνίας 11 με 12.7.12 - Τεκμήριο Α - 23.10-01.40 · Κατάθεση ημερομηνίας 14.7.12 - Τεκμήριο Β - 00.45 - 03.15 · Κατάθεση ημερομηνίας 16.7.12 - Τεκμήριο Γ - 20.40 - 23.00 · Κατάθεση ημερομηνίας 22.7.12 - Τεκμήριο Δ - 10.30 - 13.30 Το ευρύ φάσμα που καλύπτει την δίκη εντός δίκης έχει επιτευχθεί μετά από αντίστοιχες δηλώσεις της Κατηγορούσας Αρχής και της υπεράσπισης. Η υπεράσπιση εισηγήθηκε ότι στα πλαίσια των ανακριτικών ενεργειών ο κατηγορούμενος έτυχε απάνθρωπης μεταχείρισης από αθέμιτες και παράνομες ενέργειες τρίτων προσώπων τα οποία κατονόμασε και τα οποία ενεργούσαν με τη βοήθεια ή και την ανοχή της αστυνομίας. Απ' αυτά τα πρόσωπα κύριοι πρωταγωνιστές ήσαν ο Robert και ο Ανδρέας και η υπεράσπιση τους προσέδωσε ρόλο μελών της Μοσάντ ή ότι ενεργούσαν με οδηγίες της Μοσάντ. Το λεπτομερές πλαίσιο της αθέμιτης επιρροής που άσκησαν τα πρόσωπα αυτά από τις 7.7.12 ημερομηνία σύλληψης του κατηγορούμενου αλλά και κυρίως μεταξύ των ημερομηνιών 11.7.12-22.7.12 έχει τεθεί από τον κ. Γεωργιάδη τόσο στην αντεξέταση του Μ.Κ.3 Υπαστυνόμου Μαρίνου Βασιλείου στην κυρίως δίκη όσο και σε χειρόγραφη σημείωση που μας εφοδίασε και την οποία χαρακτηρίσαμε με λατινικό I. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει τη θεληματικότητα των καταθέσεων όσο εν γένει την δέουσα και καλή συμπεριφορά της αστυνομίας προς τον κατηγορούμενο κάλεσε ως μάρτυρα τον Λοχία 1901 Κώστα Μιχαήλ ο οποίος αφού αναφέρθηκε εν γένει στα ανακριτικά του διαβήματα από τις 7.7.12 από την στιγμή του εντοπισμού του 24χρονου κατηγορούμενου μέχρι και τις 11.7.12 (βλ. Τεκμ. 1) ανάφερε και τα ακόλουθα: Ενόψει του περιεχομένου της κατάθεσης που ο κατηγορούμενος έδωσε στις 11.7.12 και ώρα 15.00 έως 19.00 στα γραφεία του ΤΑΕ το οποίο περιεχόμενο ο μάρτυρας έκρινε ως μη αληθοφανές για τους λόγους που εξήγησε και αφού δεν μπορούσε επαρκώς να δικαιολογήσει τα τεκμήρια (Τεκμ. 2 και 3 δηλαδή το κόκκινο σημειωματάριο και χειρόγραφη σημείωση του κατηγορούμενου), θεώρησε ότι υπάρχουν ισχυρές υποψίες ότι ο κατηγορούμενος αποκρύβει γεγονότα και ότι υπήρχε ανάγκη για περαιτέρω ανάκριση ώστε να δοθούν περαιτέρω εξηγήσεις. Ο Μ1 του εξήγησε τους λόγους και του είπε για τους προβληματισμούς του σε σχέση με το περιεχόμενο της κατάθεσης του. Ο κατηγορούμενος τότε εξέφρασε την επιθυμία να δώσει την κατάθεση με αρίθμηση Α πιο πάνω. Επειδή με το περιεχόμενο της κατάθεσης αυτής ενέπλεκε κάποιο πρόσωπο της Hezbollah ως το πρόσωπο που του έδιδε κάποιες οδηγίες ο Μ1 και πάλι θεώρησε ότι του δημιουργούνταν υποψίες ότι ένα μέλος της Hezbollah δεν θα ανέθετε σε κάποιο άσχετο τέτοια αποστολή και ακόμη στη βάση της θέσης που περιέχεται στην κατάθεση Α ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος υποψιαζόταν ότι «ήθελαν να ρίξουν αεροπλάνο» προέκυψε η ανάγκη νέας ανάκρισης με αποτέλεσμα η ανάκριση να συνεχιστεί και τις επόμενες ημέρες. Στις 13.7.12 μετά από προφορική ανάκριση αφού πρώτα του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο ανέφερε μεταξύ άλλων ότι είναι μέλος της Hezbollah και ότι στην Κύπρο αφίχθηκε 4 φορές για να δημιουργήσει επιχειρηματική δραστηριότητα για κάλυψη (cover story) για σκοπούς της οργάνωσης. Στις 14.7.12 και μεταξύ των ωρών 00.45-03.15 ο Μ1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στη παρουσία πάντα του Βασιλείου και την βοήθεια διερμηνέα. Πρόκειται για την κατάθεση με αρίθμηση Β. Ακολουθεί η γραπτή κατάθεση ημερ. 16.7.12 με την αρίθμηση Γ όπως επίσης και στις 22.7.12 η κατάθεση με την αρίθμηση Δ. Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τον Λοχία Μιχαήλ η χειρόγραφη σημείωση και το κόκκινο σημειωματάριο εντοπίσθηκαν με τα προσωπικά αντικείμενα του στις 7.7.
- Τους έκανε εντύπωση ο τρόπος που ο κατηγορούμενος εξήγησε τις σημειώσεις στα Τεκμ. 2 και 3 (δηλ. το κόκκινο σημειωματάριο και την ξέχωρη σελίδα), συνδέοντας τις λέξεις που ήσαν αναγραμμένες εκεί με τους αρ. εγγραφής των λεωφορείων που έπαιρνε τους επιβάτες της Ισραηλινής πτήσης ARKIA. Χωρίς την δική του εξήγηση δεν θα ήταν κατανοητός ο κώδικας. Όλα αυτά που τους είπε δημιούργησε την ανάγκη της γραπτής κατάθεσης ημερ. 14.7.
- Ως σχετικό κατατέθηκε και το ημερολόγιο ενεργείας του ΤΑΕ για τις 15.7.12 με ώρα καταγραφής 22.00 για τις προφορικές ανακρίσεις που υπέβαλε ο υπαστυνόμος Βασιλείου και ο Λοχίας Μιχαήλ στον κατηγορούμενο (Τεκμ. 4). Ο Μ1 επέμενε ότι μόνο ο Βασιλείου και ο ίδιος ανέκριναν τον κατηγορούμενο και ουδείς άλλος. Κατά το χρόνο της κράτησης του κατηγορουμένου οδηγήθηκε 3 φορές ενώπιον Δικαστηρίου για αιτήσεις προσωποκράτησης και συγκεκριμένα στις 8.7.12, 13.7.12 και 20.7.
- Σύμφωνα με τον μάρτυρα ο οποίος ήταν παρών στις διαδικασίες παρόντες επίσης, τη διαδικασία παρακολούθησαν εκπρόσωποι της Σουηδικής πρεσβείας. Κατά πάντα χρόνο δε ο μάρτυρας ενημέρωνε τη πρεσβεία της Σουηδίας και την πρεσβεία του Λιβάνου. Επίσης ο κατηγορούμενος επικοινώνησε με την πρεσβεία της Σουηδίας τρεις φορές, με τον πατέρα του δύο φορές, με την μητέρα του μία φορά και με την πρεσβεία του Λιβάνου επίσης μία φορά. Ποτέ κατά το χρόνο κράτησης του δεν εξεφράστηκε από τον ίδιο οποιοδήποτε παράπονο για οτιδήποτε ούτε ζήτησε να τον δει γιατρός. Κατά την αντεξέταση τέθηκαν από τον κ. Γεωργιάδη θέσεις που αφορούσαν την εμπλοκή στο ανακριτικό έργο κυρίως δύο προσώπων του Robert και του Ανδρέα οι οποίοι έδρασαν με τον ακόλουθο τρόπο όπως θα αποδοθεί συνοπτικά. - Από την πρώτη ημέρα σύλληψης του κάποιος έβαλε τραγούδια της Hezbollah στο ΤΑΕ και ότι στις 8.7.12 ο Robert καθόταν μαζί με τον Μ1 και τον Υπαστυνόμο Βασιλείου και υπέβαλλε ερωτήσεις στον κατηγορούμενο θέλοντας να του αποκαλύψει το ρόλο του στην Hezbollah, ποια ήταν η ιστορία κάλυψης του και ποια η αποστολή του. - Επίσης ότι υπέβαλαν τον κατηγορούμενο σε test αληθείας με συσκευή αληθείας και ψεύδους και ότι μετά με απειλές και φωνές και χτυπώντας τον ζητούσαν να τους αποκαλύψει τα πιο πάνω. Στα πλαίσια δε αυτά υποβλήθηκε από τον Robert ερώτηση ποια ήταν η σχέση του κατηγορουμένου με ένα άνδρα που συνελήφθηκε στην Ταϋλάνδη. - Ότι στις 11.7.12 ειδικά στο ΤΑΕ ήταν ο Robert, o Ανδρέας και χρησιμοποιώντας βία, απειλές και εκφοβισμό τον ανάγκασαν να προβεί στη α' κατάθεση απλώς για να γλυτώσει (ότι θα τον στείλουν στην Μοσάντ και στη CIA υπό κράτηση 8 μήνες. Δεν τον άφηναν να κοιμηθεί ενώ ήταν κουρασμένος και τον κρατούσαν με χειροπέδες, φώναζαν και πετούσαν καρέκλες). - Στις 14 και 15.7.12 πέραν από τα δύο αυτά πρόσωπα, ήρθαν και άλλοι από το Ηνωμένο Βασίλειο που τον ανάκριναν (Mark, Ian, Peter, Patrick) και του υπόβαλαν ερωτήσεις για την Hezbollah και τον ρώτησαν αν είχε την μονάδα
- Του υποσχέθηκαν ότι θα τον άφηναν ελεύθερο. - Γενικά υπήρξε η θέση ότι η ασκηθείσα βία και οι ύβρεις, απειλές και εξαναγκασμοί και υποσχέσεις τον οδήγησαν να πει ότι ήθελαν στις καταθέσεις. - Επίσης έγινε μια σειρά υποβολών που αφορούσε τον ρόλο του ιδίου του Μ.Κ.1 στο να δώσει προσωπικά υποσχέσεις στον κατηγορούμενο ότι αν μιλήσει «σ' αυτούς» που δεν αστειεύονται θα τον άφηναν ελεύθερο. Περαιτέρω υπήρξε μια συστάδα ερωτήσεων - υποβολών που αφορούσαν τον ρόλο του Λοχία Μιχαήλ ως παρακινητή του για παραδοχή με υποσχέσεις και παραπλανητικές αναφορές για απέλαση του ή χαμηλή ποινή ή γενικά για ευνοϊκή μεταχείριση στα πλαίσια πάντα του εκφοβισμού και της βίας που τύγχανε από τα τρίτα πρόσωπα. Ο Μ1 επέμενε ότι ουδέποτε υποσχέθηκε ο,τιδήποτε στον κατηγορούμενο. Θυμάται όμως ότι ο κατηγορούμενος ανησυχούσε για το μέλλον του και του εξήγησε για την νομοθεσία και ότι εναπόκειται στη Νομική Υπηρεσία κατά πόσο θα προσαχθεί σε δίκη ή όχι. Αυτό συνέβηκε μετά που έδωσε τις καταθέσεις του. Ακόμα διατυπώθηκε η απορία του κ. Γεωργιάδη γιατί ορισμένες από τις καταθέσεις λήφθηκαν μεταμεσονύκτιες ώρες για εδραίωση του ισχυρισμού για κλίμα εκφοβισμού και απειλών που περιέγραψε πιο πάνω. Ο Μ.Κ.1 ανάφερε ότι οι ανακρίσεις ήταν όντως πολύωρες. Ήταν σοβαρή υπόθεση, ο κατηγορούμενος εξεταζόταν προφορικά και εφ' όσον προέκυπτε κάτι προχωρούσαν σε γραπτή κατάθεση. Διευκρίνισε ότι κατά τις προφορικές ανακρίσεις δεν καταγράφονται οι ερωτήσεις - απαντήσεις αλλά κρατείται ημερολόγιο ενεργείας που συντάσσεται με βάση κάποιες σημειώσεις, όπως έγινε στη κρινόμενη περίπτωση από τον ίδιο. Πάντως οι σχετικές επιστήσεις στο Νόμο κατά την προφορική ανάκριση δεν τέθηκαν σε αμφισβήτηση ούτε στον Υπαστυνόμο Βασιλείου στην κυρίως δίκη, ούτε και στο Μ1 στη δίκη εντός δίκης. Να σημειώσουμε ότι οι προφορικές ανακρίσεις δεν έχουν στοχοποιηθεί αυτές καθ' αυτές για την θεληματικότητα τους όμως έμμεσα το θέμα έχει την σημασία του ως προς τις εν γένει συνθήκες λήψης των γραπτών καταθέσεων. Ο κ. Γεωργιάδης έθεσε στην αγόρευση του ότι υπήρξε παραβίαση του κανόνα ΙΙΙ (γ) των Δικαστικών Κανόνων κάτι που δεν υπέβαλε βέβαια προηγουμένως. Δεν υπήρξε ούτε εισήγηση για μη επίστηση της προσοχής ούτε και για μη χρήση διερμηνέα. Ομοίως δεν υπήρξε κανένα παράπονο για την χρήση της αγγλικής γλώσσας. Σε περαιτέρω υποβολή του κ. Γεωργιάδη για την απάνθρωπη συμπεριφορά που επέδειξαν στον κατηγορούμενο ειδικά από τον Robert και τον Ανδρέα και τις απειλές για την οικογένεια του ο Μ1 απάντησε ως εξής: «ο κατηγορούμενος δεν έτυχε καμιάς κακής μεταχείρισης, δεν χτυπήθηκε, δεν απειλήθηκε, δεν του δόθηκαν υποσχέσεις. Μπορούσε, βρισκόταν για 20 ολόκληρες μέρες υπό κράτηση κατά τις οποίες είχε επικοινωνία με μέλη της οικογένειας του, με μέλη της Σουηδικής Πρεσβείας και της Πρεσβείας του Λιβάνου, καθώς και με τον δικηγόρο του. Μπορούσε κάλλιστα να υποβάλει παράπονο για όλα αυτά που ισχυρίζεται ο κύριος συνήγορος όμως δεν το έκαμε. Δεν το έκαμε διότι δεν έτυχε καμιάς κακής μεταχείρισης και η συμπεριφορά μας απέναντι του ήταν άψογη, ανθρώπινη και σωστή». Ο κατηγορούμενος έδωσε ένορκη μαρτυρία για να προωθήσει την θέση του λέγοντας σε σύνοψη τα ακόλουθα: Από την ημέρα της σύλληψης του όταν οδηγήθηκε στο ΤΑΕ γύρω στις 10 π.μ. ένα άτομο το οποίο του ανάφερε ότι ήλθε από τη Λευκωσία και ότι είχε πληροφορίες ότι είχε στην κατοχή του εκρηκτικά και σχεδίαζε τρομοκρατικό κτύπημα στην Κύπρο τον ρώτησε για τις κινήσεις από την άφιξη του στην Κύπρο. Κρατούσε κάποιες σημειώσεις και του μιλούσε αγγλικά. Σε κάποια φάση σταμάτησε τις ερωτήσεις και τον άφησε στο δωμάτιο μόνο του για μισή ώρα. Επέστρεψε με δύο άλλα άτομα και του υπέβαλε περίπου τις ίδιες ερωτήσεις. Όπως μιλούσαν κτύπησε το τηλέφωνο του ατόμου αυτού και το τραγούδι του κινητού του ήταν τραγούδι της Hezbollah. Τον ερώτησε αν άκουσε το τραγούδι αυτό και γέλασε. Τον ρώτησε ακόμα αν αγαπά το Ισραήλ και αυτός αρνήθηκε. Ακολούθησαν και άλλες ερωτήσεις έφυγε από το δωμάτιο και λίγο μετά ήλθε ο Κώστας Μιχαήλ, Μ
- Ο κατηγορούμενος τον ερώτησε ποιο είναι το πρόβλημα και ο Μ1 του απάντησε «ότι έχεις μεγάλο πρόβλημα σε κατηγορούν για τρομοκρατία και κατοχή εκρηκτικών». Του πήρε κατάθεση στην παρουσία διερμηνέα και μετά από μισή ώρα ήλθε ο υπαστυνόμος Βασιλείου ο οποίος του έδωσε πίσω προσωπικά του αντικείμενα που λήφθηκαν στην έρευνα λέγοντας του ότι τελείωσαν το έργο τους απλώς «θέλουν να υπογράψει σε ένα χαρτί για να ερευνήσουν εκ νέου το δωμάτιο του». Του έδωσε ο διερμηνέας ένα έντυπο στα αραβικά και το υπόγραψε. Ωστόσο εντέλει δεν του επέστρεψε τα πράγματα του όπως του υποσχέθηκε. Στη συνέχεια μας περιέγραψε την εν λόγω έρευνα και την επιστροφή του στο σταθμό. Μας μετέφερε κάποιες πληροφορίες που του είπε ο διερμηνέας και ότι εντέλει οδηγήθηκε στο κρατητήριο. Σε σχέση με τις 8.7.12 ανέφερε ότι τον οδήγησαν στο Δικαστήριο και ο Μ1 τον πληροφόρησε ότι θα ζητήσουν προσωποκράτηση του για 5 μέρες. Το αίτημα εγκρίθηκε και επέστρεψαν στο ΤΑΕ. Οδηγήθηκε σε ένα δωμάτιο όπου ένα άτομο καθόταν ενώ πίσω του ήταν ο Μ1 και ο Μαρίνος Βασιλείου. Του απελευθέρωσαν τα χέρια από τις χειροπέδες και αυτό το άτομο του συστήθηκε ως Robert. Του υπέβαλε κάποιες ερωτήσεις για τον λόγο που ήλθε στην Κύπρο και ο κατηγορούμενος του απάντησε ότι ήλθε για εμπορικούς σκοπούς. Ο Robert του είπε ότι δεν είναι ικανοποιημένος γι' αυτά που του έλεγε και του έφερε ως παράδειγμα κάποιο άλλο Σουηδό στην Ταϋλάνδη που παρουσιαζόταν ως έμπορος ενώ είχε στην κατοχή του εκρηκτικά επιμένοντας ότι όλα αυτά ήταν cover-story και στην πραγματικότητα ήταν τρομοκράτης και ανήκε στην οργάνωση Hezbollah. Αυτό το πράγμα συνεχίστηκε για κάποιο διάστημα, οι ερωτήσεις γίνονταν στα αγγλικά ενώ ο Μ1 και ο Υπαστυνόμος Βασιλείου βρίσκονταν εκεί. Μετά ο Robert έβγαλε ένα φάκελο και του είπε ότι έχει αποδείξεις και μπορεί να αποδείξει ότι είναι τρομοκράτης απειλώντας τον ότι θα τον πάρει σε ένα πιο δύσκολο μέρος. Στη συνέχεια έφυγαν από το δωμάτιο και οι τρεις και επέστρεψε ο Robert μόνος του και του είπε ότι θα ανοίξει αυτό το φάκελο και του δίνει την ευκαιρία να μιλήσει πριν να το πράξει. Ο κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν έχει να πει τίποτε και ο Robert άνοιξε το φάκελο βγάζοντας το κόκκινο σημειωματάριο (Τεκμ. 2) και του ζήτησε να του εξηγήσει την χρησιμότητα του και ποιο λόγο αυτός το χρησιμοποιούσε. Όταν ο κατηγορούμενος του είπε ότι το χρησιμοποιούσε για τα κόστα του ο Robert του είπε ότι τέτοια σημειωματάρια κρατούν τα μέλη της Hezbollah και μετρούν τα κόστα τους με τον ίδιο τρόπο. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε αυτές τις θέσεις. Μετά έβγαλε από το φάκελο ένα χάρτη της Λάρνακας και ζήτησε εξηγήσεις. Ο κατηγορούμενος του είπε ότι του τον είχε δώσει ένας φίλος του από την Λάρνακα και στον κύκλο που υπήρχε στο φάκελο ήταν υπόδειξη για ένα κατάστημα της δουλειάς του. Μετά του έδειξε το χαρτί με τις σημειώσεις (Τεκμ. 3) όπου αναγράφεται η λέξη ARKIA IZ 167 και τον ρώτησε γιατί το έγραψε και τι σημαίνει. Απάντησε ως εξής: «του είπα, δεν γνωρίζω έψαξα για πτήση από την Σουηδία και φαίνεται ότι το σημείωσα εκεί». Όταν τον ερώτησε «δηλαδή δεν ξέρεις ότι πρόκειται για Ισραηλινή πτήση;» Ο κατηγορούμενος απάντησε αρνητικά. Τότε του υπέβαλε ότι είναι της γνώμης ότι σχεδίαζε να ρίξει το αεροπλάνο αυτό στο σημείο που φαίνεται στο χάρτη και συνδυάζοντας τα δύο αυτά έγγραφα του τα έδειξε. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε. Σ' αυτή την φάση έφυγε ο Robert και ήλθε σε λίγο πίσω μαζί με τον Μ
- Ο Μ1 είπε στο Robert μπροστά του ότι αυτά που μας είπε ως τώρα τα ελέγξαμε και είναι σωστά. Ο Robert του είπε ότι υπάρχει κάτι πίσω από όλα αυτά που δεν τους το είπε. Συνεχίζοντας την συνομιλία μεταξύ τους ο Μ1 ανέφερε στον Robert ότι το μόνο που μας μένει τώρα είναι η μηχανή ανιχνευτή ψεύδους. Ο Robert ανέφερε στον κατηγορούμενο ότι θα την χρησιμοποιήσουν και αν διαπιστώσουν ότι δεν λέει ψέματα θα τον αφήσουν να φύγει. Αν όμως λέει θα πρέπει να κάνει αυτό που θα του πουν. Μετά απ' αυτό συμφώνησαν να πάει στο κρατητήριο και ότι αύριο το πρωϊ θα γινόταν η εξέταση μ' αυτή την συσκευή. Στις 9.7.12 τον πήραν σε ένα δωμάτιο στο ΤΑΕ όπου υπήρχε computer με σύρματα. Όταν κάθισε στην καρέκλα που ήταν εκεί μπήκε κάποιος που του συστήθηκε με το όνομα Φρανσουά πολύ ευγενικός και του εξήγησε γι' αυτή την συσκευή και πως λειτουργεί. Προχώρησαν λοιπόν στην εξέταση αυτή που διήρκησε 4 ώρες, ο Φρανσουά έφυγε και μετά ήλθε πίσω ξανά μαζί με τον Robert. Συνομιλούσαν μεταξύ τους λέγοντας ότι κάτι τους κρύβει. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε αυτή τη θέση και του ζήτησε όπως του υποσχέθηκε ο Robert να φύγει. Ο Robert του είπε «δεν θα φύγεις, θα κάμεις αυτό που συμφωνήσαμε». Τον πήραν σε ένα δωμάτιο 3 Χ 3 ήλθε ο Robert μόνος του εκεί και του είπε «τώρα θα μου πεις ότι ήλθες για τρομοκρατικό κτύπημα, ότι είσαι μέλος της Hezbollah, θέλω να ξέρω τα ονόματα και με ποιους συνεργάζεσαι». Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ενώ o Robert επέμενε και συνέχιζε να φωνάζει και να του ζητά να του δώσει την αποστολή και το όνομα κάποιου στην Hezbollah. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε και στο τέλος τον πήραν πίσω στο κρατητήριο. Στις 10.7.12 το μόνο που θυμάται, όπως μας ανέφερε, ήταν ότι μόνο ο Robert του έκανε ανάκριση με τις ίδιες περίπου ερωτήσεις. Στις 11.7.12 το πρωϊ τον πήραν για ανάκριση. Εκεί ήταν ο Robert και κάποιος άλλος με το όνομα Ανδρέας. Στην αρχή μιλούσε ο Ανδρέας και του έλεγε ότι «δούλεψαν και βρήκαν αποδείξεις - Τεκμήρια και του ζητούσαν να τους αναφέρει ότι είναι μέλος της Hezbollah και την αποστολή του καθώς και τους συνεργάτες του στο κόμμα. Ο ίδιος αρνείτο η ανάκριση συνεχιζόταν και εκείνη την ημέρα ο Μ1 του επήρε κατάθεση μόνος του με διερμηνέα κατά το μεσημέρι. Μετά τον πήραν στον υπεύθυνο ενώ υπήρχαν και άλλοι πολλοί εκεί και ο υπεύθυνος τον ερώτησε γιατί δεν μιλά και τι φοβάται, αφού βρίσκεται σε Ευρωπαϊκή χώρα και είναι Ευρωπαίος πολίτης. Μετά ένας αστυνομικός τον πήρε με χειροπέδες σπρώχνοντας τον και λέγοντας του ότι είσαι σε μεγάλο πρόβλημα, στο δωμάτιο ανάκρισης όπου εκεί βρήκε τον Robert και τον Ανδρέα μόνο. Ήταν αργά το απόγευμα. Με βία τον κάθισαν σε μία καρέκλα, άνοιξε τις χειροπέδες ο αστυνομικός και έμειναν μόνο εκεί ο Ανδρέας και ο Robert. Άρχισαν να τον βρίζουν με τις λέξεις «ηλίθιος και γαϊδαρος», να τον απειλούν γιατί δεν συνεργάζεται. Ο Ανδρέας τον κτυπούσε το κεφάλι και συνέχισε τις απειλές για να τους αποκαλύψει τα πιο πάνω στοιχεία. Ο κατηγορούμενος του ζητούσε συνέχεια να τον αφήσει να ξεκουραστεί και να κοιμηθεί αλλά ο Ανδρέας φώναζε συνέχεια έσπρωχνε και έριχνε τραπέζια και καρέκλες και του έλεγε ότι το πρόβλημα είναι «ότι είσαι Σουηδός, οι υπεύθυνοι μου γελούν μαζί μου που δεν τα κατάφερα στην ανάκριση. Μπορώ να σε στείλω στην Μοσάντ για δύο εβδομάδες ή επίσκεψη στην CIA. Αυτοί έχουν καλύτερο τρόπο να μιλήσεις και να χειριστούν τους τρομοκράτες σαν εσένα». Του τόνισαν ότι κανένας ούτε το Δικαστήριο ούτε η πρεσβεία μπορεί να τον προστατέψει, ζητώντας του επίμονα να τους πει αυτά που ήθελαν να ακούσουν. Έκαναν πολύ θόρυβο, ο ίδιος τους έλεγε ότι είναι κουρασμένος και ζήτησε να δει τον Μ
- Τελικά δέχθηκαν να μείνει με τον Μ1 ο οποίος τον παρότρυνε να πει στους «ευρωπαίους ανακριτές» ότι θέλουν γιατί αλλιώς κανένας δεν μπορεί να τον βοηθήσει. Συνεχίσθηκε αυτή η συζήτηση και σε κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος του είπε «εντάξει, κάποιος ζήτησε να του δώσει την πτήση και ονομάζεται Rami» και ζήτησε να πάει να κοιμηθεί όμως αντ' αυτού επέστρεψαν ο Ανδρέας και ο Robert και ξεκίνησαν να του κάνουν ερωτήσεις. Ο κατηγορούμενος τους είπε «ό,τι θέλετε γράψετε, εγώ θέλω να κοιμηθώ». Μετά ήρθε ξανά ο Μ1 με τους διερμηνείς και του υποσχέθηκε ότι όταν θα τελειώσουν θα ξεκουραζόταν για τώρα έκανε αυτό που ήθελαν. Ο κατηγορούμενος του είπε «γράψε γρήγορα γιατί είμαι κουρασμένος». Όταν τέλειωσαν με την κατάθεση τον πήρα στο κελί. Στις 12.7.12 ο Fransua του έκανε εξέταση με την συσκευή αλλά μόνο μισή ώρα. Μετά τον ανέλαβαν και πάλι ο Robert και ο Ανδρέας αναφέροντας του ότι αυτά που τους είπε ήταν φτωχά. Έκαναν την ανάκριση όλη μέρα μέχρι που ήρθε ο Μ1 και ο κατηγορούμενος του είπε ότι ήταν κουρασμένος, την επόμενη μέρα είχε Δικαστήριο. Ο Μ1 του είπε ότι θα ζητούσαν προσωποκράτηση 7 ημερών. Εδώ μάλιστα ανάφερε ότι είναι ο Μ1 που τον βοήθησε για να επικοινωνήσει με δικηγόρο που θα τον εκπροσωπούσε την επόμενη μέρα. Στις 13.7.12 μετά το Δικαστήριο όπου εγκρίθηκε το αίτημα της αστυνομίας τον οδήγησαν και πάλι στο δωμάτιο με την συσκευή ψεύδους και ο Fransua με ένα νέο πρόσωπο του Πάτρικ έκαναν την εργασία τους. Αργότερα ο Πάτρικ του έκαμε ερωτήσεις στο μικρό δωμάτιο ανακρίσεων και μετά ανέλαβαν εκ νέου ο Robert και Ανδρέας. Του έδειξαν μια ιστοσελίδα στο Internet που είχε σχέση με την τρομοκρατία και τον απείλησαν ότι θα βάλουν την φωτογραφία του εκεί απειλώντας ακόμη ότι θα δημιουργήσουν προβλήματα στην οικογένεια (στον πατέρα και αδελφό του κυρίως) ότι θα του αφαιρείτο η Σουηδική υπηκοότητα και άλλα παρεμφερή. Ανάφερε ακόμη ο κατηγορούμενος ότι ο Ανδρέας τον χτυπούσε στο κεφάλι, και ότι ήρθε και ένας άλλος αστυνομικός και του είπε αν δεν πει αυτά που θέλει θα τον σφίξει σαν το λεμόνι και θα τον πετάξει. Του είπε ακόμη ο Ανδρέας ότι οι υπεύθυνοι του τους κορόϊδευαν που δεν πέτυχαν μαζί του. Σε κάποια φάση ο κατηγορούμενος τους είπε «θα κάμω ό,τι θέλετε». Κουράστηκε πάρα πολύ και δεν άντεχε άλλο. Ακολούθησαν ερωτήσεις από τον Ανδρέα και μετά από τον Πάτρικ. Τελικά ήρθε ο Μ1 και του πήρε κατάθεση λέγοντας του να κάμει ότι του είπαν, ότι τώρα κάνει το σωστό και του υποσχέθηκε ότι ο ίδιος προσωπικά ως ανακριτής θα τον βοηθήσει λέγοντας στους υπεύθυνους ότι είναι καλός άνθρωπος και θα κάνει εισήγηση να τον απελάσουν. Ακόμη θα πει στο Δικαστήριο ότι ήταν συνεργάσιμος και δεν ήταν τρομοκράτης. Επέμενε δε ότι πρέπει να δοθεί την ίδια ώρα η κατάθεση παρά το ότι και ο ίδιος ήταν κουρασμένος. Ο κατηγορούμενος καταλήγει ως εξής: «Μου πήραν κατάθεση. Κατά την διάρκεια ο Κώστας Μιχαήλ με ρωτούσε και εγώ του έλεγα γράψε ό,τι θέλεις. Με ενδιαφέρει να τελειώσω. Μετά με πήραν στο κελί». Τις επόμενες μέρες (14-16.7.12) ήρθαν στο προσκήνιο της ανάκρισης καινούργια πρόσωπα, ο Mark και ο Ian. Του έδειξαν στο κομπιούτερ χάρτη της Βηρυτού και του ζητούσαν πληροφορίες «για το κόμμα» του ζήτησαν να κάνει σχεδιαγράμματα του χώρου στάθμευσης του Νοσοκομείου και του Ξενοδοχείου που έμενε. Όλοι τον ανάκριναν και ο Κώστας Μιχαήλ του έλεγε τώρα κάνεις το σωστό, αυτό θα σε βοηθήσει. Στις 16.7.12 ήρθε ο Μ1 και του πήρε κατάθεση αφού του είπε ότι πρέπει να τελειώνουμε και ότι αυτό θα τον βοηθήσει. Ο κατηγορούμενος: «εγώ του είπα γράψε ότι θέλεις και εγώ θα υπογράφω .. Ο Κώστας με ενθάρρυνε ότι έκανα το σωστό ...» Μετά τις 16.7.12 ήρθε νέο πρόσωπο στις ανακρίσεις, ο Πήτερ, υπεύθυνος για την συσκευή ανίχνευσης ψεύδους. Γενικά από τις 16-20.7.12 δεν γινόταν προφορική ανάκριση πολύ συχνά. Στις 19.7.12 τον ρώτησαν για μια έκρηξη με λεωφορείο που έγινε στη Βουλγαρία και του έδειξαν ένα πρόσωπο αν τον αναγνωρίζει και τους είπε όχι. Στις 20.7.12 είχαν Δικαστήριο, αίτημα προσωποκράτησης όμως η απόφαση του Δικαστηρίου επιφυλάχθηκε να δοθεί στις 23.7.
- Στις 22.7.12 τον πήρε ο Μ1 για «μια τελευταία κατάθεση» λέγοντας του ότι αυτή η κατάθεση δεν έχει σχέση με την υπόθεση, είναι γενικές ερωτήσεις. Ο κατηγορούμενος του είπε ότι δεν θέλει να την κάνει και ο Μ1 τον απείλησε ότι αν δεν την κάνει θα πει στο Δικαστήριο ότι δεν ήταν συνεργάσιμος έτσι του πήραν την κατάθεση και τον ξαναπήραν στο κελί. Επίσης στη διαδικασία κλήθηκε από την υπεράσπιση η Στεφανία Σάββα, δημοσιογράφος στο ΡΙΚ η οποία κατέθεσε σε σχέση με αστυνομικό ρεπορτάζ που ετοίμασε αναφορικά με την υπόθεση και είχε μεταδοθεί στις 17.7.12 στη τηλεόραση του ΡΙΚ. Σ' αυτό το ρεπορτάζ αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα εξής: «στο μεταξύ ο Λιβάνιος ανακρίνεται πλέον αποκλειστικά από πράκτορες της Μοσάντ που ήλθαν στην Κύπρο για το σκοπό αυτό. Στόχος των μυστικών υπηρεσιών του Ισραήλ είναι να κρατηθούν άκρως απόρρητα τα όσα προκύπτουν από την ανάκριση και γι' αυτό ζητήθηκε η απομάκρυνση αστυνομικών της ΚΥΠ». Τόσο στην κυρίως εξέταση όσο και στην αντεξέταση η μάρτυρας δήλωσε ότι δεν θα αποκαλύψει τις πηγές πληροφόρησης της επικαλούμενη δημοσιογραφικό απόρρητο με βάση το Νόμο 145/89 Περί της Κατοχύρωσης του Δημοσιογραφικού Απόρρητου. Να αναφέρουμε απ' αυτό το στάδιο της απόφασης μας ότι δεν μπορούμε να δώσουμε οποιαδήποτε αξία είτε θετική είτε αρνητική της μαρτυρίας αυτής σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα της παρούσης δίκης εντός δίκης καθότι ακριβώς η πιο πάνω θέση της μάρτυρος δεν αποκαλύπτει την πηγή πληροφόρησης της αποτελούσα εξ ακοής μαρτυρία και ως εκ τούτου δεν μπορεί να της προσδοθεί οποιαδήποτε σημασία. Όμως και διαφορετική να ήταν η αντίκρυση μας και πάλι να επισημάνουμε ότι δεν θα βοηθούσε την υπεράσπιση ιδιαίτερα η θέση που προβάλλει εφόσον στο πιο πάνω απόσπασμα η δημοσιογράφος αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος ανακρίνετο αποκλειστικά από πράκτορες της Μοσάντ και ομιλεί για απομάκρυνση των αστυνομικών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτό δεν φαίνεται να ισχύει ούτε και με τις προβαλλόμενες θέσεις του κατηγορούμενου. Εν πάση περιπτώσει να επαναλάβουμε ότι θεωρούμε ότι η μάρτυρας αυτή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη (βλ. άρθρο 24 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 όπου σαφώς προβλέπεται ότι σε ποινική διαδικασία το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε στάδιο να μην αποδεχθεί εξ ακοής μαρτυρία αν κρίνει ότι τούτο εξυπηρετεί τους σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης). Άλλωστε βάση του άρθρου 27 του ίδιου νόμου το Δικαστήριο, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία, λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων της κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης. Στη κρινόμενη περίπτωση εκ των πραγμάτων η βαρύτητα της εξ ακοής μαρτυρίας που δόθηκε είναι σχεδόν ανύπαρκτη και αν ακόμη ήταν αποδεκτή. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Αναφορικά με το θέμα της θεληματικότητας μιας κατάθεσης το βάρος απόδειξης είναι στην Κατηγορούσα Αρχή να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η κατάθεση και η ομολογία δόθηκε με την θέληση του κατηγορούμενου και το επίπεδο απόδειξης είναι αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. R. v. Phaedonos and others, 22 C.L.R. 21, Kokkinos v. Police,
(1967), 2 C.L.R. 217, Petri v. Police,
(1968), 2 C.L.R. 40, Ioannides v. Republic,
(1968), 2 C.L.R. 169, Vrakas and another v. Republic,
(1973)2 C.L.R. 139, Azinas and another v. Police,
(1981)2 C.L.R. 9 και Fournides v. Republic
(1986), 2 C.L.R. 73). Αναφέρουμε επίσης ότι στην Κύπρο τα Δικαστήρια ευνοούν μια πιο ευρεία έρευνα για να διαπιστωθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έχει ληφθεί μια κατάθεση, παρά το ό,τι γίνεται στην Αγγλία. (Βλ. Criminal Procedure in Cyprus των Α.Ν. Λοϊζου και Γ.Μ. Πική, σελ 140 - 142). Αν από την έρευνα του Δικαστηρίου φανεί ότι η ομολογία (προφορική ή γραπτή) λήφθηκε κάτω από ύποπτες ή ανεξακρίβωτες περιστάσεις, αυτή δεν θα γίνει αποδεκτή (Fournides v. Republic (πιο πάνω)). Για την ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σχετική είναι και η υπόθεση Σάκκος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ σελ. 510 στην οποία και πάλι τονίστηκε ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να διστάσει να αποκλείσει μια κατάθεση αν μετά την εξέταση όλων των γεγονότων που την περιβάλλουν παραμένουν υποψίες (βλ. και συγγράμματα Το Δίκαιο της Απόδειξης του Τ. Ηλιάδη, Απόδειξη του Κακογιάννη, Archbold Criminal Pleading and Evidence, 4η έκδοση). Σύμφωνα με τα πιο πάνω συγγράμματα και αποφάσεις στο πλαίσιο της ευρείας έρευνας το Δικαστήριο θα πρέπει μεταξύ άλλων να λάβει υπόψη τους ακόλουθους παράγοντες: (α) τη διάρκεια που ο κατηγορούμενος ήταν υπό κράτηση πριν δώσει τη κατάθεση (β) αν υπέστη ανάκριση, την έκταση αυτής, (γ) την ηλικία του υπόπτου (δ) την κατάσταση υγείας του και (ε) το χαρακτήρα του. Στην υπόθεση Ioannides v. Republic (ανωτέρω) αναφέρεται ότι πρέπει να εξετάζονται όλες οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη λήψη της κατάθεσης και αν ακόμη η πλάστιγγα της αξιοπιστίας κλείνει εναντίον του κατηγορούμενου και υπέρ της αστυνομίας, δύναται το Δικαστήριο να αποφασίσει ότι με βάση το σύνολο των ενώπιον του στοιχείων δεν θα ήταν ασφαλές να δεχθεί την κατάθεση. Η κλασική διατύπωση του θέματος που εξετάζουμε διατυπώθηκε από τον Λάρδο Summer στην υπόθεση Ibrahim v. R.,
(1914), A.C. 599, σελ. 609, ως εξής: "Α statement is not voluntary if it had been obtained either by fear of prejudice or hope of advantage the fear being exercised by or the hope being held out by a person in authority". Ο Λόρδος Hailsham στη σελίδα 183 της υπόθεσης DPP v. Ping Lin,
(1975), 3 All E.R. έθεσε το θέμα ως εξής: "Have the prosecution proved that the contested statement was voluntary in the sense that it was not obtained by fear of prejudice or hope of advantage excited or held out by a person in authority or (where it is relevant as is not the case on appeal here) by oppression?" Με το ίδιο θέμα ασχολείται και το σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice, παράγραφοι 1381 και συνέχεια όπου φαίνεται ότι η παρότρυνση και ή άλλη παρακίνηση, υπόσχεση ή απειλή θα πρέπει να γίνεται από πρόσωπο εξουσίας και να ήταν η αιτία που επηρέασε τον κατηγορούμενο να ομολογήσει. Τα Δικαστήρια της Κύπρου αντιμετώπισαν πάντοτε το θέμα της θεληματικότητας ή μη μιας κατάθεσης με μεγάλη προσοχή (βλ. Volettos v. The Republic,
(1961), C.L.R. 169 και Kokkinos v. The Police,
(1967), 2 C.L.R. 217), στην οποία αναφέρθηκε εν εκτάσει και ο κ. Γεωργιάδης. Στην τελευταία αυτή υπόθεση αντικρίστηκε το ζήτημα της θεληματικότητας μιας κατάθεσης, ως ζήτημα που επηρεάζει την ελευθερία του ατόμου και συνδέεται με ουσιώδη ανθρώπινα δικαιώματα που αναγνωρίζονται διεθνώς και διασφαλίζονται από το Σύνταγμα. Δικαιώματα, που όχι απλώς είναι ενσωματωμένα στο δίκαιο μας από πολλά χρόνια, αλλά είναι και βαθιά ριζωμένα στη φιλοσοφία της δικής μας ηθικής και παράδοσης. Με έμφαση δε τονίσθηκε ότι τα Δικαστήρια δεν ανέχονται άδικη μεταχείριση του αδύνατου από τον δυνατόν, του καταπιεσμένου από τον ισχυρό, του αμαθούς από τον πονηρό. Δεν δέχονται τα Δικαστήρια, για την απόδειξη ενοχής, ενοχοποιητικές δηλώσεις που γίνονται από κατηγορούμενους οι οποίοι βρίσκονται στα χέρια της αστυνομίας και προσφέρονται ως «ομολογίες», εκτός εάν υπάρξει πεποίθηση, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι τέτοιες δηλώσεις πηγάζουν από τύψεις συνειδήσεως και είναι ελεύθερες και θεληματικές όπως τους όρους τούτους τους ερμηνεύουν τα Δικαστήρια. Το ελατήριο μιας «ομολογίας» πρέπει επίσης να διερευνάται, όχι μόνο σε σχέση με την αποδεικτική αξία της δήλωσης, αλλά και σε σχέση με την άσκηση της διακριτικής εξουσίας κατά πόσο ή όχι θα πρέπει να επιτραπεί η προσαγωγή της. Στην υπόθεση Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990), 2 Α.Α.Δ. 203, στη σελ. 225 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «.... Η ανθρώπινη εμπειρία υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν ομολογούν κατά κανόνα εγκλήματα τα οποία δεν διέπραξαν. Η συνείδηση του ανθρώπου όσο πορωμένη και αν είναι έχει εκρήξεις για λύτρωση από το βάρος του εγκλήματος που δεν ελέγχονται. Η ομολογία του εγκλήματος αποτελεί μέσο για την εκτόνωση της βεβαρημένης συνείδησης». Στην κρίση για την ενώπιον μας μαρτυρία πρέπει, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Ioannides v. The Republic (ανωτέρω), να έχουμε επίγνωση της αρχής ότι στο στάδιο αυτό δεν πρέπει να εξάγονται συμπεράσματα τα οποία είναι δυνατό να επηρεάσουν δυσμενώς τον κατηγορούμενο στην υπεράσπιση του, όπως γενικά συμπεράσματα ως προς την αξιοπιστία του κατηγορούμενου. Έχουμε πλήρη επίγνωση της αρχής ότι τα ευρήματα αξιοπιστίας στη δίκη εντός δίκης δεν πρέπει, όσο είναι δυνατόν, να προδικάζουν τα ευρήματα αξιοπιστίας στην κυρίως δίκη. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τον κατηγορούμενο. Έχουμε εξετάσει με μεγάλη προσοχή τη σχετική μαρτυρία και έχουμε προβεί σε μια πλατιά θεώρηση των γεγονότων και περιστατικών της λήψης των επίδικων καταθέσεων υπό το πρίσμα της αμφισβήτησης της υπεράσπισης. Έχουμε δε υπόψη μας κάθε επιχείρημα και θέση που προεβλήθηκε στις αγορεύσεις τόσο της Υπεράσπισης όσο και της Κατηγορούσας Αρχής χωρίς να χρειάζεται να αναφερθούμε ειδικά σε ένα έκαστο επιχείρημα ή αντίστοιχη θέση (βλ. υπόθεση Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. σελ. 490). Από την θέση του κατηγορούμενου προκύπτει ότι κατά την εκδοχή του «τα τρίτα πρόσωπα» που δρουν σε σχέση με την ανάκριση του εμφανίζονται ευθύς εξ αρχής στο προσκήνιο με αύξουσα δράση κατά τις επόμενες μέρες για να τον εξαναγκάσουν σε «παραδοχή» απειλώντας, χτυπώντας και κακομεταχειριζόμενοι αυτόν με την συμπαράσταση και ανοχή της αστυνομίας. Όμως αρχικά και μέχρι κάποια ώρα της 11.7.2012 ο κατηγορούμενος δίδει καταθέσεις που δεν ήσαν ενοχοποιητικές και τελικά στις 11.7.12 πάλι αλλά άλλη ώρα, άρδην αλλάζει το σκηνικό και δηλώνει πια ότι «τα πρόσωπα αυτά θέλουν να πει» όπως επίσης και στις επόμενες του καταθέσεις. Και όλα αυτά ενώ βασανίζεται σωματικά και ψυχολογικά αλλά και την ίδια ώρα γίνεται δέκτης υποσχέσεων για χαμηλή ποινή ή ότι άλλο. Παράλληλα ενώ λαμβάνουν χώραν αυτά τα τόσο σοβαρά και απειλητικά για τον ίδιον, έχει συνεχή επαφή με την πρεσβεία του, την οικογένεια του, εμφανίζεται στο Δικαστήριο με δικηγόρο και γενικά έχει όλες τις διευκολύνσεις επικοινωνίας και πρόσβασης σε νομικά κανάλια αμφισβήτησης. Οι θέσεις του κατηγορούμενου ότι δεν του επέτρεπε ο Κώστας Μιχαήλ να μιλά για την υπόθεση και ότι του επέβαλε την παρουσία του και την χρήση της αγγλικής γλώσσας δεν τέθηκαν καν στην αντεξέταση του Μ1 και ως εκ τούτου δεν έχουν πειστικότητα. Όμως όχι μόνο δεν αντιδρά αλλά δεν έχουμε κανένα δείγμα «παραπόνου» ή άλλη ένδειξη φόβου κατά πάντα χρόνο. Με όποιο πρίσμα και αν ήθελε θεωρηθεί η εισήγηση της υπεράσπισης δεν στέκεται στη βάσανο της λογικής. Ούτε βέβαια διαφοροποιεί τα πράγματα ότι ο κατηγορούμενος βάζει στο σκηνικό πληθώρα προσώπων και περιστατικών έξω από τα πλαίσια της αστυνομίας. Η θέση της υπεράσπισης ότι πρέπει να πιστέψουμε το μη θεληματικό των καταθέσεων επειδή ο κατηγορούμενος έδωσε πληθώρα λεπτομερειών και πλήρη περιγραφή των τρίτων προσώπων είναι απλουστευμένη και σίγουρα δεν υπάρχει τέτοια a priori απόδοση αξίας σε αναφορές μόνο επειδή περιέχουν λεπτομέρειες. Και ο λιτός λόγος μπορεί να ναι πιστευτός όπως και οι λεπτομέρειες να μην πείσουν. Κριτής το Δικαστήριο. Η υπεράσπιση, παρά τις επιμέρους δοθείσες λεπτομέρειες περιγραφής προσώπων και παραθέσεις φράσεων, παρέμεινε σε θολή γραμμή για την επίδραση των συνθηκών που επικαλείται επί του κατηγορούμενου ούτε πως συμβαδίζει ο φόβος που προβάλλει με την εμπιστοσύνη που δείχνει στον Μ1 και στις υποσχέσεις του που πηγάζουν από το ίδιο πυρήνα, δηλαδή τους τρίτους ανθρώπους που παρεισφρύουν στην αστυνομία και τον ανακρίνουν. Ειδικά η φράση του στον Μ1 «γράψε ό,τι θέλεις» δεν συμβαδίζει με το ότι τα τεκμήρια είναι δικά του και οι σημειώσεις που εν πολλοίς εξηγεί στις καταθέσεις του, ομοίως είναι δικές του. Να αναφέρουμε επίσης ότι δεν μπορεί να μην έχει καμιά αξία η θέση του κατηγορούμενου στη διαδικασία προσωποκράτησης του στις 8.7.12 που επεσήμανε ο κ. Κανναουρίδης ότι δηλαδή είχε δηλώσει ενώπιον του Δικαστηρίου την επιθυμία του να συνεργαστεί με την αστυνομία. Να παρατηρήσουμε ότι δεν υπήρξε συγκεκριμένη αναφορά σε παραβίαση συγκεκριμένων δικαστικών κανόνων ή όποιας νομοθεσίας για να εξεταστούν ξεχωριστά εκτός της εκ των υστέρων προβολής της παραβίασης του Κανονισμού ΙΙΙ (γ) των Κανόνων των Δικαστών θέμα για το οποίο έχουμε αναφερθεί και προηγουμένως. Είναι ορθό αυτό που μας ανάφερε ο κ. Κανναουρίδης ότι υπήρχε υποχρέωση της υπεράσπισης να θέσει το θέμα ευθύς εξ αρχής επί της ένστασης εφόσον το θέμα δεν έχει μόνο νομική διάσταση αλλά και πραγματική σε επίπεδο γεγονότων, ειδικά αν ληφθεί υπόψη και αυτό που επισημάναμε πιο πάνω ότι δηλαδή δεν υπήρξε απευθείας αμφισβήτηση των προφορικών καταθέσεων στα πλαίσια της παρούσης διαδικασίας. Η Κατηγορούσα Αρχή πρέπει να γνωρίζει ώστε να μπορεί να θέσει το πλαίσιο της δίκης εντός δίκης. Παρά την πιο πάνω θεώρηση μας εξετάζουμε κατά το δυνατόν την εισήγηση αυτή. Θεωρούμε ότι η όλη παρουσίαση της δομής της ανάκρισης από τον Μ1 αφενός μας έπεισε ότι δεν υπήρξε κάτι μεμπτό και αφετέρου ότι δεν υπήρξε παραβίαση του εν λόγω κανονισμού αφού οι προφορικές ερωτήσεις στο στάδιο που γίνονταν δεν αφορούσαν το στάδιο για το οποίο γίνεται αναφορά στο Κανόνα ΙΙΙ (α) ή στάδιο στο οποίο «υπάρχει πραγματική πιθανότητα ότι ο κατηγορούμενος μπορεί να κατηγορηθεί» (βλ. To Δίκαιο της Απόδειξης, Τάκη Ηλιάδη σελ. 321 και επόμενα, και υπόθεση The Republic v. Pierides
(1971)2 C.L.R. 181) Θα επαναλάβουμε εδώ ότι τέτοιες θέσεις που να αφορούν σαφώς το στάδιο της ανάκρισης και τις δυνατότητες του ανακριτή σε σχέση με το στάδιο που ευρίσκετο (άρα και την εφαρμογή του σχετικού Κανόνα των Δικαστών) ο κ. Γεωργιάδης όφειλε να υποβάλει τουλάχιστον στην αντεξέταση του Μ1 Μιχαήλ για να του δώσει την ευκαιρία να εξηγήσει. Θα αναμέναμε από την υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του Μιχαήλ να υποβάλει ότι υπήρχε ικανοποιητική μαρτυρία στο εκάστοτε στάδιο τέτοια που να ήταν εφαρμοστέος ο Κανονισμός ΙΙΙ (γ) ο οποίος θα του επέβαλλε την υποχρέωση καταγραφής πρακτικού. Εξάλλου, σημειώνουμε ότι η Υπεράσπιση δεν ισχυρίστηκε ότι δεν είχαν τηρηθεί οι αναγκαίες εκ των Δικαστικών Κανόνων επιστήσεις. Εν πάση περιπτώσει, όπως είναι νομολογημένο, η παραβίαση ενός κανονισμού δεν ισοδυναμεί με υποχρέωση του Δικαστηρίου να απορρίψει τη κατάθεση (βλ. πιο κάτω στη Petri v. Police). Είναι πάντα θέμα διακριτικής ευχέρειας η οποία πρέπει να ασκείται εντός των πλαισίων της νομολογίας και με δίκαιο για τον κατηγορούμενο τρόπο κάτι το οποίο θα κριθεί στη συνέχεια. Εκείνο που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής και το εξετάσαμε είναι το όντως πολύωρο της ανάκρισης και ότι πολλές απ' αυτές λαμβάνονται μεταμεσονύκτιες ώρες. Στη Petri v. Police (ανωτέρω) αναφέρεται στη σελ. 74 "The essence of the thing is that a judge must be satisfied that some unfair or oppressive use has been made of police power. If he is so satisfied, he will reject the evidence notwithstanding that there is no rule which specifically prohibits it: if he is not so satisfied he will admit the evidence even though there may have been some technical breach of one of the Rules. It must never be forgotten that the Judge's Rules were made for the guidance of the police and not for the circumscription of the judicial power". Υπό τις περιστάσεις δεν βρίσκουμε κάτι ύποπτο στη λήψη των καταθέσεων ούτε στο πολύωρο αυτών. Ο κατηγορούμενος έδιδε σταδιακά κάποιες εξηγήσεις ειδικά για κάποια τεκμήρια και η ανάκριση δεδομένης της χρήσης και διερμηνέα δεν παρουσιάζει ρήγμα σε σχέση με τους σκοπούς της. Είναι ορθό αυτό που ο κ. Γεωργιάδης επισήμανε στην αγόρευση του, ότι με κάποιο τρόπο το Δικαστήριο πρέπει να προβληματισθεί στους λόγους που ώθησαν στον κατηγορούμενο να προβεί σε παραδοχή. Η αρχή αυτή έχει νομολογιακή κάλυψη. Στην υπόθεση R. v. Hought,
(1979)68 Cr. App. R. 197 έχει αναφερθεί ότι το Δικαστήριο πρέπει να θέσει το ερώτημα τι οδήγησε τον κατηγορούμενο να πει αυτά που είπε. Η προσέγγιση αυτή ωστόσο δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο θα μπορούσε να εισχωρήσει στο μυαλό και στη συνείδηση ενός ατόμου για τους λόγους ομολογίας του, αφού ακριβώς, όπως ήδη έχουμε θέσει, τέτοιες δηλώσεις πηγάζουν από τύψεις συνείδησης και μετασχηματίζονται σε προσπάθεια μεταμέλειας (βλ. Καυκαρής ανωτέρω). Εν προκειμένω οι αντίστοιχες δηλώσεις του κατηγορούμενου που προηγούνται των γραπτών καταθέσεων του και οι γραπτές που ακολουθούν συνυπάρχουν στο πλαίσιο συνεργασίας του κατηγορούμενου και δεν διαφαίνεται στη συμπεριφορά του Μ1 ή γενικά της αστυνομίας, ο,τιδήποτε ύποπτο ή μεμπτό. Στην υπόθεση R. v. Prager
(1972)56 Cr. App. R. 151 την ισχύ της οποίας επικαλέστηκε ο κ. Κανναουρίδης, αποφασίστηκε ότι «καταπιεστική ανάκριση είναι ανάκριση που από τη φύση της, τη διάρκεια της, ή άλλα περιστατικά περιλαμβανομένης και της κράτησης, δημιουργεί ελπίδες (όπως την ελπίδα απόλυσης) ή φόβους ή επηρεάζει με τέτοιο τρόπο το μυαλό του κατηγορούμενου έτσι που η θέληση του να μειώνεται και να ανοίγει το στόμα του όταν στην αντίθετη περίπτωση θα έμενε σιωπηλός» (βλ. επίσης POLLOCK C.B. 12 και R. v. BALTRY,
(1852)2 DEN 43, που εγκρίθηκε στην IBRAHIM v. R.,
(1914)A.C. 599, 610). Και αναρωτιέται εύλογα κάποιος πως συμβαδίζει η πίστη του κατηγορούμενου για απελευθέρωση του ενώ έχουμε διαδοχικές διαδικασίες προσωποκράτησης αφενός και «κακομεταχείριση» του αφετέρου. Στην υπόθεση Μάρτιν ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. σελ. 65, είχε προβληθεί ισχυρισμός ότι η κατάθεση της κατηγορούμενης ήταν το προϊόν ορισμένων υποσχέσεων που της δόθηκαν, ειδικά την απελευθέρωση του γιου της που είχε συλληφθεί ως συνεργός. Παρατηρούνται τα εξής σε σχέση με τον τρόπο λήψης μιας κατάθεσης: «Ο εξεταστής της υπόθεσης, με δική του πρωτοβουλία μπορεί να έχει συνέντευξη με ύποπτο και να του ζητήσει να δώσει, αν ο τελευταίος θέλει, κατάθεση. Διαφορετικά δυνατό να μην συμπληρώνεται η έρευνα με τις απαραίτητες καταθέσεις της υπό εξέταση υπόθεσης. Καθήκον των διωκτικών αρχών είναι η χρησιμοποίηση του χρόνου κατά τη διάρκεια του οποίου ένας ύποπτος βρίσκεται υπό κράτηση με διάταγμα Δικαστηρίου, ώστε να προωθείται η εξιχνίαση της υπόθεσης με τον πιο γρήγορο και αποτελεσματικό τρόπο, έτσι που να μην κρατείται ο ύποπτος περισσότερο χρόνο από όσο ακριβώς χρειάζεται γι' αυτό το σκοπό». Στην κρινόμενη περίπτωση δεν υπάρχει ύποπτος χρόνος ή ύποπτη ενέργεια ή οποιεσδήποτε περιστάσεις που υπονόμευσαν τη βούληση του κατηγορούμενου. Οι δύο ανακριτές καλούν τον κατηγορούμενο για να του υποβάλουν κάποιες ερωτήσεις στη βάση των στοιχείων που κατείχαν ή στη βάση των θέσεων που εκείνος προέβαλε και χρειαζόταν διευκρινήσεις. Ενέργειες θεμιτές υπό τις περιστάσεις όπου λάμβαναν χώρα και 3 εμφανίσεις του στο Δικαστήριο, στο οποίο δηλώνει και την πρόθεση συνεργασίας του με την αστυνομία. Έχουμε ακούσει με προσοχή τις αντίστοιχες αγορεύσεις των μερών. Εξετάσαμε κάθε πτυχή έχοντας υπόψη τις αντίστοιχες θέσεις. Η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής δεν παρουσίαζε αντιφάσεις, κενά ή αδυναμίες. Ήταν συγκροτημένη και έδωσε καθαρή την εικόνα όσων διαδραματίσθηκαν. Είμαστε απόλυτα βέβαιοι ότι η αστυνομία δεν ενήργησε κατά τον τρόπο που περιέγραψε η υπεράσπιση ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αθέμιτα, αλλά αντίθετα ενήργησε με τον ενδεδειγμένο τρόπο και ότι ο κατηγορούμενος προέβη στις επίδικες καταθέσεις με ελεύθερη βούληση. Δεν εντοπίζουμε δε παρουσία και αθέμιτη δράση τρίτων προσώπων στα πλαίσια αυτά. Ενόψει όλων των πιο πάνω καταλήγουμε ότι το σύνολο των περιστάσεων δεν αποκαλύπτει απλώς το ηθελημένο των καταθέσεων αλλά και δεν στοιχειοθετεί οποιαδήποτε περίσταση που να μας έκανε να ασκήσουμε την εξουσία μας για αποκλεισμό των κατά τα άλλα εθελούσιων δηλώσεων για το λόγο ότι δεν θα νοιώθαμε ασφάλεια να δεχθούμε τις καταθέσεις ή για λόγους που θα προκαλούσαν εν πάση περιπτώσει αδικία στον κατηγορούμενο. Προχωρούμε και καταχωρούμε τις πιο πάνω καταθέσεις ως τεκμήρια στην κυρίως δίκη. (Υπ.) ............. Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............ Ι. Ιωαννίδης, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../ΚΦ Subject: Criminal/Assize Court/Interim Αναφορά - Ενδιάμεση Απόφαση για δίκη εντός δίκης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο