← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Eλένη Προύντζου, Αρ. Υπόθεσης: 28000/10, 20/12/2012

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Eλένη Προύντζου, Αρ. Υπόθεσης: 28000/10, 20/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B83 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 28000/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή - ν - Eλένη Προύντζου Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 20/12/

  1. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στέλλα Δημητρίου. Για την Κατηγορούμενη: κ. Πατσαλίδης με κα Πατσαλίδου. Κατηγορούμενη παρούσα. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει κατηγορία πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα Kεφ. 154 και άρθρα 19 και 20Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε. Η Κατηγορούμενη αρνήθηκε ενοχή στην πιο πάνω κατηγορία και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Η Κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε τρεις μάρτυρες, τον Αστ. 1855 Παναγιώτη Παναγιώτου (Μ.Κ.1), τον Λοχία 2369 Χριστόδουλο Αναστασίου (Μ.Κ.2) και τον Υπ/μο Χάρη Ευριπίδου (Μ.Κ.3). Πέραν της πιο πάνω μαρτυρίας, κατατέθηκαν εκ συμφώνου στο Δικαστήριο τα τεκμήρια 8 και 9 ως προς της αλήθεια του περιεχομένου τους και δηλώθηκε από πλευράς κατηγορουμένης ότι το περιεχόμενο τους είναι παραδεκτό. Τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Από τα εν λόγω τεκμήρια προκύπτει ότι στις 18/2/2010 και ώρα 17:45 ο Δημήτρης Ιωάννου εξετάστηκε από Κυβερνητικό Ιατρό του Νοσοκομείου Λεμεσού και διαπιστώθηκε ότι ήταν νεκρός. Επίσης, από το τεκμήριο 9, το οποίο είναι η ιατροδικαστική έκθεση του Δρ. Νικόλα Χαραλάμπους, προκύπτει ότι στις 19/02/2010 στο νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, στην παρουσία του Αστ. 2738 Μ. Ματθαίου, διενεργήθηκε μεταθανάτια εξέταση στο σώμα του Δημήτρη Ιωάννου 93 ετών, τέως από τη Λεμεσό. Ο εν λόγω αποβιώσαντας αναγνωρίστηκε από την Παρασκευή Σκεπαρνίδου. Επίσης, ο πιο πάνω ιατροδικαστής μετά την εν λόγο εξέταση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο θάνατος του οφείλεται σε βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση ως είναι κατά τροχαίο ατύχημα. Πέραν των πιο πάνω παρατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από την Κατηγορούσα Αρχή, στην ουσία, η ακόλουθη μαρτυρία: Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως ο εξεταστής του δυστυχήματος και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης την κατάθεση του, τεκμήριο
  2. Σε αυτή αναφέρει ότι στις 12/02/2010 και περί ώρα 08:35 επισκέφθηκε τη σκηνή του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος μαζί με τον Λοχία 2369 Χρ. Αναστασίου και ανέλαβε τη διερεύνηση του. Στη σκηνή βρήκε το ενεχόμενο όχημα με αρ. εγγραφής ΗΜΧ 442 το οποίο οδηγείτο από την κατηγορούμενη στη τελική του θέση. Αυτό είχε ελαφριά ζημιά στο μπροστινό προφυλακτήρα (πάνω από την πινακίδα εγγραφής) καθώς και έφερε εμφανές ξεσκόνισμα στο μπροστινό καπό του το οποίο ήταν εμφανές ότι αυτό προήλθε από ανθρώπινο σώμα. Επίσης, στη σκηνή εντόπισε ένα ποδήλατο το οποίο ήταν μετακινημένο από τη τελική του θέση και το οποίο οδηγείτο από τον Δημήτρη Ιωάννου, 93 ετών από τη Λεμεσό. To ποδήλατο αυτό ανέφερε ο μάρτυρας είχε εμφανής ζημιά στο σύστημα φρένων (παπούτσα) του πίσω τροχού και συγκεκριμένα δέκτηκε κτύπημα στη δεξιά πλευρά, αφού η δεξιά «παπούτσα» άγγιζε τον τροχό σε σημείο ώστε το ποδήλατο δεν μπορούσε να κινηθεί και να περιστρέφετε ο πίσω τροχός του. Επίσης, ο μάρτυρας συνέχισε ότι η αντίστοιχη αριστερή «παπούτσα» του συστήματος αυτού λόγω της πίεσης που δέκτηκε η δεξιά είχε κινηθεί αρκετά αριστερότερα από τη θέση που έπρεπε να ήταν. Συνεχίζοντας, ο μάρτυρας αυτός αναφέρει ότι, το ότι το ποδήλατο δέκτηκε κτύπημα στα δεξιά στο σημείο αυτό ήταν δεδομένο αφού από το κτύπημα ο πίσω τροχός μετατοπίστηκε αριστερότερα σε βαθμό που ερχόταν σε επαφή με τη περόνη. Περαιτέρω, αναφέρει ότι ο Ιωάννου είχε τραυματιστεί και μεταφερθεί στο Νοσοκομείο πριν από την άφιξη του στο μέρος. Ακολούθως, ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής (τεκμήριο 2) στην παρουσία της κατηγορουμένης το οποίο της έδειξε και εξήγησε και το υπέγραψε ως ορθό. Αργότερα μετέτρεψε το εν λόγω σχέδιο σε σχέδιο επί κλίμακος 1:200 (τεκμήριο 3). Περαιτέρω, ο μάρτυρας είπε ότι στην σκηνή του δυστυχήματος αναζήτησε μαρτυρία ως προς τις ακριβείς συνθήκες του δυστυχήματος από περιοίκους της περιοχής χωρίς όμως θετικό αποτέλεσμα. Σε περαιτέρω εξέταση του ανέφερε ότι έλαβε από την κατηγορούμενη δύο ανακριτικές καταθέσεις. Η μια λήφθηκε στις 12/02/2010 (τεκμήριο 4) και η άλλη στις 28/02/2010 (τεκμήριο 5) αφού ο ποδηλάτης είχε αποβιώσει και της επιστήθηκε η προσοχή πλέον για το αδίκημα που αντιμετωπίζει με το κατηγορητήριο. Επίσης, κατέθεσε στο Δικαστήριο και δέσμη φωτογραφιών που λήφθηκαν στην σκηνή από τον Λοχία 2369 Χρ. Αναστασίου ως τεκμήριο προς αναγνώριση. Στη συνέχεια, εξήγησε το σχέδιο της σκηνής (τεκμήριο 3). Σε αυτό απεικονίζεται ανέφερε, η διασταύρωση των οδών Πραξάνδρου και Γόλγων και τοποθετούνται η τελική θέση του οχήματος της κατηγορούμενης, το σημείο σύγκρουσης (Χ), εκδορά από τρίψιμο του τροχού του ποδηλάτου (σημείο Γ) και κηλίδα αίματος (σημείο Δ). Η τελική θέση του οχήματος της κατηγορουμένης βρίσκεται στην οδό Πραξάνδρου, στη βόρεια πλευρά της έχοντας βόρεια κατεύθυνση και εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας. Η πορεία της κατηγορούμενης σημειώνεται με το γράμμα Α και βρίσκεται στην οδό Πραξάνδου από νότια προς βόρεια. Πριν από τη συμβολή των πιο πάνω οδών, σύμφωνα με την πορεία της κατηγορούμενης, υπάρχει πινακίδα με το σήμα «STOP» καθώς επίσης και σχετικές γραμμές στο δρόμο που δείχνουν που πρέπει ένας οδηγός να σταματήσει προτού εισέλθει στη συμβολή. Η οδός Γόλγων με ανατολική κατεύθυνση είναι μονόδρομος και το πλάτος της πριν τη διασταύρωση είναι 5,40 μέτρα. Επίσης, υπάρχουν πεζοδρόμια και στις τέσσερις γωνιές της διασταύρωσης και εκτείνονται στις δύο οδούς. Το σημείο συγκρούσεως σημειώνεται στο σχέδιο με το γράμμα Χ και αυτό βρίσκεται εντός της διασταύρωσης και απέχει 4,80 μέτρα από τη νοητή γραμμή της οδού Πραξάνδρου πριν από τη συμβολή με την οδό Γόλγων και 5,40 μέτρα από το σημείο «STOP» σύμφωνα με την πορεία την κατηγορούμενης. Το σημείωσε εκεί αφού έλαβε υπόψη του τις πορείες του οχήματος καθώς επίσης και διότι στο σημείο υπήρχε ελαφρό τρίψιμο - μαύρισμα από τον πίσω τροχό του ποδηλάτου. Περαιτέρω, ανέφερε ότι η πισινή αριστερή γωνιά του οχήματος της κατηγορουμένης όπως βρέθηκε και σημειώνεται στο σχέδιο της σκηνής απέχει 6,50 μέτρα από το πιο πάνω σημείο «STOP» και η μπροστινή αριστερή γωνιά του 10,70 μέτρα. Σε σχέση με την ορατότητα ανέφερε ότι το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της ημέρας και υπήρχε φως. Περαιτέρω, ανέφερε ότι στο σημείο αλτ της πορεία της κατηγορουμένης υπάρχει ορατότητα 200 μέτρων τόσο προς τα ανατολικά όσο και προς τα δυτικά. Ανέφερε όμως, ότι στη νοτιοδυτική γωνιά, υπάρχει σπίτι με φραμό και ένας οδηγός θα πρέπει να προχωρήσει λίγο μπροστά από το σημείο «STOP» για να έχει την πιο πάνω ορατότητα. Σε σχέση με την πορεία του ποδηλάτη, ανέφερε ότι τη σημείωσε στο σχέδιο με βάση τα ευρήματα που είχε στη σκηνή και τις ζημιές που είχε το ποδήλατο. Επίσης, με τη βοήθεια ενός ξεσκονίσματος που υπήρχε στο καπό του αυτοκινήτου της κατηγορουμένης που έδειχνε την πορεία που ακολούθησε το αντικείμενο ή το σώμα που έκανε το ξεσκόνισμα. Με βάση τα πιο πάνω αλλά και την πείρα του κατέληξε ότι η πορεία του ποδηλάτη ήταν από δυτικά προς ανατολικά στην οδό Γόλγων και αυτός κινείτο με κάποια ταχύτητα. Επιπρόσθετα, ο μάρτυρας αυτός εξήγησε περαιτέρω τη σκηνή του δυστυχήματος υποδεικνύοντας στις φωτογραφίες (τεκμήριο προς αναγνώριση) τα διάφορα ευρήματα του στη σκηνή. Αντεξεταζόμενος, συμφώνησε με τη θέση της υπεράσπισης ότι δεν βρήκε οποιαδήποτε άμεση ή άλλη προφορική μαρτυρία στη σκηνή σε σχέση με την πορεία του ποδηλάτη. Ανέφερε ότι σε αυτήν κατέληξε ο ίδιος και την τοποθέτησε με βάση τα όλα ευρήματα στη σκηνή. Επίσης, προέκυψε από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού ότι το ποδήλατο όταν έφθασε στη σκηνή δεν βρισκόταν στην τελική του θέση και κατά τη διερεύνηση του δυστυχήματος κάποιο συγγενικό πρόσωπο του αποβιώσαντος πέρασε και το πήρε από τη σκηνή. Παραδέκτηκε επίσης, ότι οι φωτογραφίες που απεικονίζουν το ποδήλατο και τις ζημιές σε αυτό δεν λήφθηκαν στη σκηνή του δυστυχήματος αλλά μεταγενέστερα στο σπίτι του συγγενικού προσώπου του αποβιώσαντος όπου βρισκόταν το ποδήλατο χωρίς να μπορεί καθορίσει πότε αυτές λήφθηκαν και πού ακριβώς βρισκόταν το ποδήλατο. Ούτε γνώριζε να πει με ποιο τρόπο μετακινήθηκε το ποδήλατο από τη σκηνή και αν κάποιο τρίτο πρόσωπο επενέβηκε σε αυτό σε σχέση με τις ζημιές που ανέφερε και φαίνονται στις φωτογραφίες. Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε ότι επισκέφθηκε και αυτός τη σκηνή του επίδικου δυστυχήματος μαζί με τον Μ.Κ.1 και ήταν αυτός ο οποίος έβγαλε τις φωτογραφίες που κατέθεσε ο Μ.Κ.1 ως τεκμήριο προς αναγνώριση. Αφού είδε τις εν λόγω φωτογραφίες και τις αναγνώρισε κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως τεκμήριο κανονικό (τεκμήριο 7). Περαιτέρω, εξήγησε τις εν λόγω φωτογραφίες και τι αυτές απεικονίζουν. Αντεξεταζόμενος και ερωτούμενος γιατί δεν έλαβε φωτογραφίες του ποδηλάτου στη σκηνή, είπε ότι από ότι θυμάται το ποδήλατο δεν βρισκόταν στην τελική του θέση και όταν τελείωσαν με τη λήψη των διαφόρων μέτρων της σκηνής και την άλλη διερεύνηση της υπόθεσης κατά παράδοξο τρόπο το ποδήλατο δεν βρισκόταν στη σκηνή χωρίς να ξέρει ποιος το πήρε. Το φωτογράφησε στο σπίτι της κόρης του θύματος, από ότι θυμάται, αλλά δεν την ρώτησε ποιος το μετάφερε εκεί και με ποιο τρόπο. Επίσης, είπε ότι δεν γνωρίζει αν επενέβηκε οποιοδήποτε πρόσωπο στο ποδήλατο μέχρι να το φωτογραφήσει ούτε έλεγξε αν το εν λόγω ποδήλατο κυλούσε. Περαιτέρω, του υποδείχθηκε η φωτογραφία αρ. 5 του τεκμηρίου 7 στην οποία εμφαίνονται κάποια άτομα να αγγίζουν στο καπό του αυτοκινήτου και να έχουν τοποθετημένα σε αυτό κάποια έγγραφα ή φάιλ. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν ξέρει ποια είναι τα άτομα αυτά ούτε θυμάται κατά πόσο όταν έφτασε στη σκηνή βρίσκονταν εκεί. Επίσης, δεν γνώριζε αν κάποιος άγγιξε στο καπό του αυτοκινήτου πριν φτάσουν στη σκηνή ούτε ρώτησε οποιοδήποτε από τους παρευρισκομένους. Ο Μ.Κ.3 αφού ανέφερε τα προσόντα του ανέφερε ότι για την υπόθεση αυτή παρέλαβε το σχέδιο της σκηνής, τις φωτογραφίες, έκθεση του δυστυχήματος και την ιατροδικαστική έκθεση και αφού τα μελέτησε επιχείρησε να προβεί σε αναπαράσταση του δυστυχήματος. Ουσιαστικά ο μάρτυρας αυτός επιχείρησε να καταδείξει την πορεία του ποδηλάτη με βάση τα στοιχεία της υπόθεσης και τα ευρήματα που βρέθηκαν στη σκηνή καθώς επίσης και από τις ζημιές του ποδηλάτου και τις φωτογραφίες. Ο ίδιος ουδέποτε επισκέφθηκε τη σκηνή ούτε είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στην υπόθεση. Ο μάρτυρας αυτός συμφώνησε με την πορεία Β που σημειώθηκε στο σχέδιο της σκηνής ως η πορεία του ποδηλάτη. Εξηγώντας τη θέση του αυτή είπε ότι η επαφή στο αυτοκίνητο είναι στο μπροστινό μέρος ενώ στο ποδήλατο φαίνεται να είναι στο δεξιό μέρος στο σημείο του πισινού τροχού. Για να έρθουν σε επαφή τα δύο οχήματα, σύμφωνα με τι ζημιές που έφεραν, η μόνη κατεύθυνση που μπορεί να δικαιολογεί τα πιο πάνω, είναι το αυτοκίνητο να κινείτο ως η πορεία Α και το ποδήλατο ως η πορεία Β. Σύμφωνα με τον 1ον νόμο του Νεύτωνα είπε, κάθε σώμα παραμένει σε αδράνεια ή ομαλή πορεία εκτός αν μια άλλη δύναμη το κάνει να κινηθεί ή να αλλάξει κατεύθυνση. Έχοντας υπόψη αυτό και βλέποντας το σημείο σύγκρουσης πού βρίσκεται καθώς επίσης την κηλίδα αίματος αλλά και το γεγονός ότι η επαφή στο αυτοκίνητο ήταν στο μπροστινό μέρος του καπό όπου υπάρχει το ξεσκόνισμα με κατεύθυνση από αριστερά προς δεξιά, καταδεικνύει ότι ο ποδηλάτης ήρθε από αριστερά, έφτασε στο σημείο Χ, είχε επαφή με το όχημα και κινήθηκε πιο δεξιά και μπροστά. Συνεχίζοντας, είπε ότι σε περίπτωση που ο ποδηλάτης ερχόταν από ανατολικά προς δυτικά τα αποτελέσματα θα ήταν ακριβώς αντίθετα. Δηλαδή, το σημείο Δ θα ήταν στην αριστερή πλευρά του σημείου σύγκρουσης, η ζημιά του ποδηλάτου θα ήταν από την αριστερή πλευρά και οποιαδήποτε ίχνη στο αυτοκίνητο θα είχαν κατεύθυνση προς τα αριστερά. Σε περίπτωση που ο ποδηλάτης ερχόταν από βόρεια προς νότια, τότε η ζημιά του ποδηλάτου θα ήταν στο μπροστινό τροχό, αυτό θα εκτινασσόταν πάνω στο αυτοκίνητο και θα υπήρχε τραυματισμός του θύματος στο πρόσωπο. Σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση όλα σχεδόν τα τραύματα του θύματος ήταν στο δεξιό μέρος του κρανίου και στη δεξιά πλευρά πράγμα που συνηγορεί ότι το ποδήλατο ήρθε από αριστερά. Περαιτέρω, ανέφερε ότι σε σχέση με τις ζημιές στα δύο οχήματα, έλαβε υπόψη του το ξεσκόνισμα στο μπροστινό μέρος του αυτοκίνητου το οποίο δείχνει τη κατεύθυνση που κινήθηκε το σώμα μετά τη σύγκρουση. Επίσης, στο ποδήλατο η ζημιά ήταν στα φρένα (παπούτσες) λόγω του κτυπήματος που ήρθε από δεξιά προς αριστερά. Αντεξεταζόμενος, είπε ότι ο ποδηλάτης έπεσε και τραυματίστηκε στη δεξιά του πλευρά διότι το κτύπημα που δέκτηκε το ποδήλατο ήταν χαμηλά, στον τροχό και ο ποδηλάτης που ήταν πάνω βρισκόταν πέραν του ύψους του προφυλακτήρα. Σε τέτοια περίπτωση είπε, το σώμα γέρνει προς τα δεξιά και δημιουργείται το σκούπισμα πάνω στο καπό, όπως φαίνεται στο μπροστινό δεξιό μέρος του οχήματος και επειδή το όχημα και το ποδήλατο είχαν ταχύτητα, το όχημα φεύγει μπροστά όπως η τελική θέση Α1 και ο ποδηλάτης πέφτει μπροστά και δεξιά και δημιουργείται η κηλίδα Δ. Ωστόσο παρατηρώ ότι αναφορικά με το ποια ήταν η ταχύτητα του θύματος ο μάρτυρας δεν ανέφερε οτιδήποτε σχετικό και ούτε ισχυρίστηκε ότι η ταχύτητα στην οποία αναφέρθηκε δεν συμβαδίζει με την ταχύτητα που αναπτύσσει ένα πεζό πρόσωπο. Επίσης, δεν αναφέρθηκε στην περίπτωση που το θύμα κινείτο πεζό κατά πόσο θα μπορούσε να προκληθεί το εν λόγω ξεσκόνισμα στο μπροστινό καπό του οχήματος της κατηγορουμένης. Περαιτέρω, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει πότε φωτογραφήθηκε το ποδήλατο ούτε ρώτησε διότι οι ζημιές που φαίνονται στις φωτογραφίες είναι οι ίδιες που περιγράφονται από τον εξεταστή στην έκθεση του. Αυτός έλαβε υπόψη του είπε, τις ζημιές όπως φαίνονται στις φωτογραφίες και με βάση τη περιγραφή του εξεταστή χωρίς όμως να γνωρίζει πότε και πού φωτογραφήθηκε. Επίσης, είπε ότι από όλα τα στοιχεία που είχε δεν δημιουργείται αμφιβολία από πού προκλήθηκαν οι ζημιές αυτές. Δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο όμως οι ζημιές αυτές να δύναται να προκληθούν και με οποιοδήποτε άλλο τρόπο. Πέραν αυτών, είπε ότι η μόνη ζημιά που είδε στο αυτοκίνητο με βάση τις φωτογραφίες ήταν το ξεσκόνισμα. Από την κατηγορούμενη, σύμφωνα με τον Μ.Κ.1 λήφθηκαν δύο καταθέσεις (βλ. τεκμήρια 4 και 5). Στο τεκμήριο 4, το οποίο λήφθηκε στις 12/02/2010 προτού επέλθει ο θάνατος του θύματος, η κατηγορούμενη αναφέρει ότι οδηγούσε το όχημα της με αρ. εγγραφής ΗMX 442 με βόρεια κατεύθυνση στην οδό Πραξάνδρου στη Λεμεσό. Φθάνοντας στη διασταύρωση με την οδό Γόλγων η ταχύτητα της ήταν χαμηλή περίπου είκοσι με τριάντα χιλιόμετρα και ελάττωσε και άλλο τη ταχύτητα της. Είδε ότι είχε stop στην πορεία της αλλά δεν σταμάτησε τελείως. Ενώ ήταν σε κίνηση με πολύ χαμηλή ταχύτητα κοίταξε δεξιά της και δεν πρόσεξε κανένα όχημα. Δεν θυμάται να κοίταξε στα αριστερά της. Συνεχίζοντας αναφέρει ότι εν πάσει περιπτώσει ξέρει ότι από τα αριστερά της δεν έρχονται άλλα αυτοκίνητα γιατί είναι μονόδρομος αλλά δεν θυμάται να έλεγξε την τροχαία κίνηση από τα αριστερά της. Καθώς εκκίνησε με βόρεια πορεία άκουσε θόρυβο σύγκρουσης χωρίς όμως να αντιληφθεί ούτε να δει οποιοδήποτε όχημα ή ποδήλατο. Αυτή σταμάτησε και κοίταξε δεξιά της και είδε ένα ποδήλατο στο δρόμο και ένα ηλικιωμένο πεσμένο δίπλα από το ποδήλατο κτυπημένο στο κεφάλι και αιμορραγούσε. Στο μέρος μαζεύτηκε κόσμος και ειδοποιήθηκε η αστυνομία και μετά ήρθε και το ασθενοφόρο. Πέραν τούτου, η κατηγορούμενη αναφέρει ότι η αστυνομία ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής το οποίο της υποδείχθηκε και της εξηγήθηκε και το υπέγραψε ως ορθό. Αναφέρει όμως, ότι στο σχέδιο υποδεικνύεται η πορεία του ποδηλάτη με το γράμμα Β που αυτή υπέδειξε στον αστυνομικό παρόλο που δεν τον είδε να έρχεται από εκεί αλλά είναι όπως υπολογίζει και η πορεία αυτή είναι υποθετική. Μετά την πιο πάνω κατάθεση και λόγω του ότι ο ποδηλάτης απεβίωσε λήφθηκε από την κατηγορούμενη και δεύτερη κατάθεση στις 28/02/
  3. Σε αυτήν αναφέρει ότι η κατάθεση της η αρχική είναι αρκετή επί του παρόντος και δεν έχει να προσθέσει οτιδήποτε άλλο επιφυλάσσοντας το δικαίωμα της να πει οτιδήποτε άλλο ενώπιον του Δικαστηρίου. Η κατηγορούμενη μετά που κρίθηκε ένοχη εκ πρώτης όψεως με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, αναφέροντας στο Δικαστήριο ότι είναι αθώα. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Προτού προχωρήσω να αξιολογήσω τη μαρτυρία του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ολόκληρη η μαρτυρία που παρουσιάστηκε από την κατηγορούσα αρχή είναι πραγματική. Ελλείπει οποιαδήποτε προφορική ή άμεση μαρτυρία αναφορικά με τον τρόπο που επεσυνέβη του επίδικο δυστύχημα. Επομένως, το Δικαστήριο θα πρέπει να αξιολογήσει την πραγματική μαρτυρία που παρουσίασαν οι μάρτυρες κατηγορίας και τις εξηγήσεις και σχετικά συμπεράσματα τους για να καταλήξει κατά πόσο αυτή είναι αποκαλυπτική των συνθηκών πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος. Οι μάρτυρες κατηγορίας 1,2 και 3 παρουσιάστηκαν και κατέθεσαν στο Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονες και θα πρέπει να κριθεί αν είναι τέτοιοι σε σχέση με τα θέματα στα οποία αναφέρθηκαν (βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 534, Evagelou & Another v. Ambizas & Another
(1982)1 C.L.R. 41, Φιλίππου v. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1 και Μάριος Νικολάου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 841 αναφορικά με τα προσόντα που πρέπει να έχει κάποιος για να θωρηθεί ως εμπειρογνώμονας σε σχέση με τα θέματα που θα αναφερθεί). Επίσης, η αξιολόγηση τέτοιων μαρτύρων δεν διαφέρει από την αξιολόγηση των υπόλοιπων μαρτύρων. Πρέπει όμως, οι μάρτυρες αυτοί να δώσουν όλα τα εχέγγυα και απαραίτητα επιστημονικά κριτήρια για να μπορεί να ελεχθεί η ακρίβεια των συμπερασμάτων τους και το ίδιο το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει στα δικά του ευρήματα γεγονότων (Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389 και Νεάρχου v. Στεφανίδης κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 351, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 και Andreas Anastasiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Ο Μ.Κ.1 ανέφερε στο Δικαστήριο, υιοθετώντας τη γραπτή του κατάθεση, τεκμήριο 1, ότι είναι αστυνομικός, σχεδιαστής, φωτογράφος, εξεταστής μηχανοκινήτων οχημάτων, χειριστής μετρητών ταχύτητας και συσκευών αλκοστεστ, ειδικός στην εύρεση ταχύτητας από ίχνη τροχοπέδησης - πλαγιολίσθησης κ.λ.π. Τα προσόντα αυτά του μάρτυρα δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση και προέκυψε από την αντεξέταση του επίσης ότι ο μάρτυρας αυτός έχει πείρα στις πιο πάνω ειδικότητες αφού εργάζεται στον κλάδο διερεύνησης τροχαίων ατυχημάτων 13 χρόνια. Επίσης, ανέφερε προφορικά ότι έτυχε εκπαίδευσης στη διερεύνηση δυστυχημάτων και αναπαράστασης. Κρίνω ότι μπορώ να αποδεκτώ και να θεωρήσω τον μάρτυρα αυτό ως εμπειρογνώμονα σε σχέση με τις πιο πάνω ειδικότητες που ανέφερε. Το ίδιο θεωρώ ότι μπορώ να πράξω και σε σχέση με τον ΜΚ.
  1. ο οποίος ανέφερε ότι υπηρετεί στον κλάδο τροχαίων δυστυχημάτων και είναι ειδικός στη διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων και εξουσιοδοτημένος φωτογράφος της Αστυνομίας. Οι θέσεις του αυτές δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Σε σχέση με τον Μ.Κ.
  2. αυτός ανέφερε στο Δικαστήριο τα προσόντα του λεπτομερώς. Είπε ότι είναι υπεύθυνος του Γραφείου Μελετών και διαβίβασης υποθέσεων του Τμήματος Τροχαίας Αρχηγείου και υπεύθυνος της ομάδας αναπαράστασης τροχαίων δυστυχημάτων. Είναι στο Τμήμα της Τροχαίας από το
  3. Προηγουμένως και από το έτος 1994 υπηρετούσε στην Τροχαία ως εξεταστής. Έτυχε εκπαίδευσης στην Αστυνομική Ακαδημία σε θέματα διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων, έχει παρακολουθήσει μαθήματα στο Κέντρο Παραγωγικότητας Κύπρου σε θέματα «βασικές γνώσεις λειτουργίας αυτοκινήτου», απέκτησε δίπλωμα Police Science από την Πενσυλβάνια των Η.Π.Α. το οποίο περιέχει θέματα διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων, παρακολούθησε στο πανεπιστήμιο Northwesten του Illinois θέματα και αναπαράσταση τροχαίων δυστυχημάτων, μαθήματα αναπαράστασης τροχαίων δυστυχημάτων με τη χρήση και λειτουργία προγράμματος. Επίσης, έκανε αναφορά και σε άλλα προσόντα και ειδικότητες που έχει τα οποία καταγράφονται λεπτομερώς στα πρακτικά του Δικαστηρίου. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω προσόντα που κατέθεσε ο μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου κρίνω ότι αυτός είναι εμπειρογνώμονας σε σχέση με αναπαράσταση τροχαίων δυστυχημάτων και ως τέτοιος θα αντιμετωπιστεί από το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατωτέρω. Ο Μ.Κ.1 ήταν ο εξεταστής του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος και αυτός που ετοίμασε τόσο το πρόχειρο όσο και το σχέδιο επί κλίμακος της σκηνής του δυστυχήματος. Τα πιο πάνω σχέδια, όπως έχει αναφερθεί και ανωτέρω, απεικονίζουν τη διασταύρωση των οδών Πραξάνδρου και Γόλγων. Το γεγονός αυτό δεν έτυχε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Το ίδιο και οι διάφορες μετρήσεις που καταγράφονται στα σχέδια αυτά. Επίσης, έχει προκύψει από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού ότι ο ίδιος επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος και μαζί με την βοήθεια του Μ.Κ.2 πήρε διάφορα μέτρα και ετοίμασε αρχικά το πρόχειρο και μετέπειτα το σχέδιο επί κλίμακος. Αποδέχομαι τα πιο πάνω τα οποία φαίνονται στα σχέδια της σκηνής. Επίσης, αποδέχομαι και την τελική θέση του οχήματος της κατηγορουμένης όπως αυτό βρέθηκε στην σκηνή. Δεν έχει προκύψει ότι αυτό μετά τη σύγκρουση μετακινήθηκε αλλά ούτε και αμφισβητήθηκε η θέση του αυτή. Επίσης, αποδέχομαι και τη θέση σε σχέση με την πορεία της κατηγορούμενης η οποία προέκυπτε από τις αναφορές της ίδιας της κατηγορούμενης και την τελική θέση του οχήματος της. Πέραν τούτου, αποδέχομαι και τη θέση του μάρτυρα αυτού για την απόσταση ορατότητας που υπήρχε στο σημείο αλτ της πορείας της κατηγορουμένης. Οι θέσεις αυτές επίσης δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Επίσης, σε σχέση με την ορατότητα ο μάρτυρας αναφέρθηκε λεπτομερώς στο θέμα αυτό και εξήγησε γιατί ένας οδηγός όταν βρίσκεται στο σημείο αλτ δεν έχει επαρκή ορατότητα προς τα δυτικά λόγω του σπιτιού και του φράκτη που υπήρχε στη γωνία. Η θέση του αυτή επιβεβαιώνεται και από τις φωτογραφίες της σκηνής που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και στις οποίες θα αναφερθώ κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.
  4. Εκείνο το οποίο έτυχε ουσιαστικής αμφισβήτησης από την μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, είναι το συμπέρασμα του το οποίο σημείωσε και επί των σχεδίων που ετοίμασε, ότι η πορεία του θύματος ήταν με ανατολική κατεύθυνση εντός της οδού Γόλγων. Στο συμπέρασμα αυτό είπε οδηγήθηκε συνδυάζοντας διάφορα ευρήματα στη σκηνή, όπως οι κηλίδες αίματος, οι ζημιές στο ποδήλατο και το ξεσκόνισμα στο καπό του αυτοκινήτου. Αντεξεταζόμενος, προέκυψε ότι το ξεσκόνισμα και μόνο στο καπό δεν ήταν αρκετό από μόνο του για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό. Ήταν ο συνδυασμός όλων των ευρημάτων του στη σκηνή. Εκείνο το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο για να ελεγχθεί η ορθότητα του συμπεράσματος του μάρτυρα σε σχέση με την πορεία του θύματος, είναι κατ' αρχή τα ίδια τα ευρήματα του στη σκηνή και τις εξηγήσεις που έδωσε για το πώς αυτά προέκυψαν καθώς και πώς οδηγήθηκε από αυτά στο συμπέρασμά του σε σχέση με την πορεία του θύματος. Κατ' αρχή το σημείο σύγκρουσης και η κηλίδα αίματος που βρέθηκε στη σκηνή και σημειώνονται στα σχέδια δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση και για το λόγο αυτό τα αποδέχομαι. Θα πρέπει να αναφερθεί όμως, ότι μετά το σημείο σύγκρουσης ο μάρτυρας αυτός σημείωσε με το γράμμα Γ ελαφρό μαύρισμα από το πισινό τροχό του ποδηλάτου όπως είπε. Δεν εξήγησε όμως γιατί αυτό το μαύρισμα που εντόπισε στο σημείο αυτό προήλθε από το πισινό τροχό του ποδηλάτου ούτε τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία με την οποία να αποδεικνύεται ότι έχει συσχετιστεί το εν λόγω μαύρισμα με αυτό του πισινού τροχού του ποδηλάτου. Πόσο μάλλον όταν του εν λόγω μαυρίσματος έπεται και το όχημα της κατηγορούμενης, σε τέτοια τελική θέση που να μην αποκλείεται η άφεση του εν λόγω μαυρίσματος συνεπεία τριβής τροχού του εν λόγω οχήματος με την άσφαλτο. Να τονίσω ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν ισχυρίστηκε ότι είναι αδύνατο το εν λόγω μαύρισμα να αφέθηκε από τροχό αυτοκινήτου και ούτε έδωσε άλλες εξηγήσεις σε σχέση με το μαύρισμα αυτό και πώς ήταν. Επομένως, δεν μπορώ να καταλήξω σε ασφαλές εύρημα ότι το εν λόγω μαύρισμα αφέθηκε από τον πισινό τροχό οποιουδήποτε ποδηλάτου. Πόσο μάλλον όταν, όπως θα φανεί και κατωτέρω, οι ζημιές που βρέθηκαν επί του ποδηλάτου δεν μπορούν με ασφάλεια να συσχετιστούν με οποιαδήποτε άμεση σύγκρουση του με το όχημα της κατηγορουμένης. Επίσης, ο μάρτυρας αναφέρθηκε στη κηλίδα αίματος που σημείωσε με το γράμμα Δ. Παρόλο που δεν αμφισβητήθηκε το εύρημα αυτό, εντούτοις ουδεμία αναφορά έγινε για το τί αυτό το εύρημα σημαίνει, πώς ήταν αυτή η κηλίδα, τι διάμετρο είχε και κατά πόσο αυτό υποδηλώνει και την τελική θέση του θύματος. Το εν λόγω εύρημα όπως θα φανεί και κατωτέρω καθίσταται ουσιαστικό μόνο αναφορικά με την πορεία του θύματος πριν την οποιαδήποτε σύγκρουση του με το όχημα της κατηγορούμενης. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας ανέφερε ότι το όχημα της κατηγορουμένης είχε ελαφριά ζημιά στον μπροστινό προφυλακτήρα (πάνω από την πινακίδα εγγραφής). Ωστόσο, δεν επεξήγησε την αναφορά του αυτή για τη ζημιά, ούτε ανέφερε πως αυτή μπορεί να προκύψει. Επίσης, στις φωτογραφίες που κατατέθηκαν δεν υποδείχθηκε η ζημιά αυτή, πού και πώς ήταν ακριβώς. Στις φωτογραφίες επίσης, και ειδικότερα στις φωτογραφίες 5 και 6 πιθανόν να φαίνεται, πέραν του ξεσκονίσματος και μια άλλη ζημιά πάνω από τον προφυλακτήρα κοντά στο δεξιό φανάρι. Για την ενδεχόμενη αυτή ζημιά δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά από τον μάρτυρα ούτε και κατά πόσο αυτή προέκυψε από το δυστύχημα. Εκείνο που προκύπτει στο σημείο αυτό, πέραν του ότι δεν καθορίστηκε περαιτέρω η εν λόγω ζημιά, ο μάρτυρας δεν επεξήγησε πώς αυτή είναι δυνατό να προκληθεί και ούτε έγινε οποιαδήποτε αναφορά ή συσχετισμός ότι αυτή προκλήθηκε από τη σύγκρουση με το ποδήλατο. Περαιτέρω, ήταν η θέση του μάρτυρα ότι το ποδήλατο δέχτηκε κτύπημα στη δεξιά του πλευρά, αφού η δεξιά «παπούτσα» άγγιζε τον τροχό σε σημείο ώστε το ποδήλατο δεν μπορούσε να κινηθεί και να περιστρέφετε ο πίσω τροχός του. Επίσης, η αντίστοιχη αριστερή «παπούτσα» του συστήματος αυτού λόγω της πίεσης που δέχτηκε η δεξιά είχε κινηθεί αρκετά αριστερότερα από τη θέση που έπρεπε να ήταν. Περαιτέρω, αναφέρει ότι το ότι το ποδήλατο δέχτηκε κτύπημα στα δεξιά στο σημείο αυτό ήταν δεδομένο αφού από το κτύπημα ο πίσω τροχός μετατοπίστηκε αριστερότερα σε βαθμό που ερχόταν σε επαφή με την περόνη. Ο μάρτυρας αυτός αναφερόμενος στην ζημιά που έφερε η «παπούτσα» του ποδηλάτου, υπέδειξε στο Δικαστήριο την εν λόγω ζημία στις φωτογραφίες 7,9 και
  5. Το ζήτημα το οποίο προκύπτει σε σχέση με το θέμα αυτό είναι κατά πόσο οι ζημιές αυτές προκλήθηκαν στο ποδήλατο από την πρόσκρουση με το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης ή από την πτώση του στο έδαφος ή κατά πόσο προϋπήρχε ή παρενέβηκε οποιοσδήποτε σε αυτό είτε εκούσια ή ακούσια πριν ή μετά το δυστύχημα. Είναι δεδομένο ότι το ποδήλατο δεν βρέθηκε στην τελική του θέση όταν ο μάρτυρας αυτός κατέφθασε στη σκηνή αλλά στο πεζοδρόμιο ακουμπισμένο σε παρακείμενο τοίχο σπιτιού. Επίσης, είναι δεδομένο ότι το ποδήλατο αυτό δεν φωτογραφήθηκε στη σκηνή του δυστυχήματος καθότι σύμφωνα με τον μάρτυρα, όταν αυτός τέλειωσε με τις διάφορες μετρήσεις και εξετάσεις στη σκηνή και αναζήτησε το ποδήλατο, αυτό δεν ήταν εκεί. Κάποιο συγγενικό πρόσωπο του θύματος, είπε, το πήρε στην οικία του όπου αργότερα το εντόπισαν και το φωτογράφησαν. Η θέση του όμως, ήταν ότι έλεγξε το ποδήλατο τη σκηνή πριν το φωτογραφήσουν στην εν λόγω οικία. Εκείνο το οποίο εγείρει ερωτηματικά σε σχέση με τη θέση αυτή του μάρτυρα είναι το γεγονός ότι αντεξεταζόμενος για τον τρόπο που διερεύνησε το επίδικο δυστύχημα όταν έφτασε στη σκηνή και τι έκανε πρώτο και τί δεύτερο δεν θυμόταν να αναφέρει. Επίσης, αναφέρει ότι μετά που τέλειωσε με τις άλλες του ενέργειες και διερεύνηση της υπόθεσης έψαξε το ποδήλατο και δεν το βρήκε. Για ποίο λόγο έψαξε το ποδήλατο τότε; Προφανώς για να το επιθεωρήσει, να καταγράψει τις ζημιές και να το φωτογραφήσει ο Μ.Κ.
  6. Αντεξεταζόμενος και ερωτούμενος αν από την ώρα που έφυγε το ποδήλατο από τη σκηνή μέχρι την ώρα που φωτογραφήθηκε κατά πόσο γνώριζε αν επενέβηκε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο στις ζημιές δεν γνώριζε να πει ούτε να αποκλείσει το ενδεχόμενο αυτό. Με την απάντηση αυτή του μάρτυρα εγείρονται εύλογες αμφιβολίες κατά πόσο τις ζημιές που ανέφερε ότι έφερε το ποδήλατο τις διαπίστωσε κατά την φωτογράφηση του ή στην σκηνή του δυστυχήματος. Θα αναμένετο από τον μάρτυρα να ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει ότι οι ζημίες που έφερε το ποδήλατο στη σκηνή όταν το είδε, όπως είπε, είναι οι ίδιες με αυτές που έφερε όταν αυτό φωτογραφήθηκε και όχι να αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο κάποιος τρίτος να επενέβηκε σε αυτές. Με αυτές τις αναφορές του μάρτυρα δεν μπορώ να δεκτώ τη θέση του ότι ο ίδιος είδε λεπτομερώς τις ζημιές που έφερε το ποδήλατο στη σκηνή (ούτε άλλωστε προέβηκε σε τέτοια αναφορά) αλλά αυτό προφανώς έλαβε χώρα όταν εντοπίστηκε αργότερα και φωτογραφήθηκε χωρίς αυτός να γνωρίζει κατά πόσο οποιοδήποτε πρόσωπο επενέβηκε σε αυτό. Ανεξαρτήτως αυτού, και να θεωρήσω ότι δεν επενέβηκε στο ποδήλατο οποιοσδήποτε, δεν έχει εξηγηθεί από τον μάρτυρα με ποιο τρόπο μπορεί να προκληθεί στο ποδήλατο η ζημιά που εντοπίστηκε σε αυτό. Πέραν από την μετατόπιση της «παπούτσας» και του πισινού τροχού δεν έχουν εντοπιστεί οποιεσδήποτε άλλες ζημίες στο εν λόγω ποδήλατο, γδαρσίματα ή οτιδήποτε άλλο που να συνηγορεί ή να συσχετίζεται με τον ισχυρισμό του μάρτυρα ότι οι εν λόγω ζημίες προκλήθηκαν από σύγκρουση με το όχημα της κατηγορουμένης. Γιατί να πρέπει να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η «παπούτσα» να μετακινήθηκε από την πτώση και μόνο του ποδηλάτου στο έδαφος ή να πατήθηκε από τον τροχό του αυτοκινήτου μετά την πτώση του; Δεν έχουν δοθεί οποιεσδήποτε εξηγήσεις για τα ζητήματα αυτά από τον μάρτυρα. Επίσης, δεν έχει καταδειχθεί ή συσχετιστεί οποιαδήποτε άλλη ζημιά στο όχημα της κατηγορουμένης που να συνηγορεί ότι αυτό ήρθε σε επαφή με το ποδήλατο ή συγκρούστηκε με αυτό. Είναι λογικό ότι όταν δύο οχήματα συγκρούονται με τον τρόπο που ο μάρτυρας άφησε να νοηθεί ότι έγινε θα αφήνονταν ίχνη επαφής στα δύο οχήματα. Από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού δεν προκύπτουν τέτοια ίχνη ούτε έχουν συσχετιστεί για να μπορεί να καταλήξει με ασφάλεια το Δικαστήριο ότι το όχημα της κατηγορουμένης κτύπησε το ποδήλατο με τον μπροστινό του προφυλακτήρα. Επίσης, δεν έγινε ούτε αναφορά σε σχέση με το ύψος της «παπούτσας» του ποδηλάτου και το ύψος του προφυλακτήρα του αυτοκινήτου που να συνηγορεί προς αυτήν τη κατεύθυνση. Περαιτέρω, το ξεσκόνισμα στο αυτοκίνητο από μόνο του όπως και ο ίδιος ο μάρτυρας ανέφερε δεν είναι ικανό να καταδείξει την πορεία του θύματος. Ακόμη όμως και σε αυτό το σημείο η εξήγηση που έδωσε ο μάρτυρας είναι ότι το ξεσκόνισμα είναι εμφανές ότι έγινε από ανθρώπινο σώμα. Το γιατί είναι εμφανές όμως ότι έγινε από ανθρώπινο σώμα δεν έχει εξηγηθεί ούτε και πώς ένα ανθρώπινο σώμα μπορεί να αφήσει ένα τέτοιο ξεσκόνισμα. Τη στιγμή μάλιστα που όπως φαίνεται και από τη φωτογραφία 5 υπάρχουν κάποια άτομα που τοποθετούν στο καπό του οχήματος της κατηγορουμένης κάποια έγγραφα και φαίλ ή φαίνεται να επεμβαίνουν σε αυτό. Γιατί αποκλείεται σε κάποιο χρονικό διάστημα προηγουμένως και πριν τη φωτογράφηση το εν λόγω ξεσκόνισμα να προκλήθηκε από παρέμβαση τρίτου προσώπου και όχι από την επαφή στο όχημα με ανθρώπινο σώμα. Αυτά είναι ερωτήματα που παραμένουν αναπάντητα και για τα οποία δεν δόθηκαν εξηγήσεις από τον μάρτυρα αυτόν έτσι ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει με ασφάλεια στα συμπεράσματα που ανέφερε. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και από τις ζημιές και μόνο στα ενεχόμενα οχήματα, χωρίς περαιτέρω επεξήγηση αυτών, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε οποιαδήποτε συμπεράσματα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Σάζος
(2001)2 Α.Α.Δ.18). Εκείνο που προκύπτει από την όλη μαρτυρία του μάρτυρα είναι ότι ο ίδιος εκλαμβάνει ως δεδομένο ότι το θύμα επέβαινε του ποδηλάτου και ότι αυτό κτυπήθηκε από το αυτοκίνητο. Το γεγονός αυτό όμως, δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε μαρτυρία αφού ο μάρτυρας σύμφωνα με τις αναφορές του έψαξε μαρτυρία για τις ακριβείς συνθήκες του δυστυχήματος αλλά δεν εντόπισε. Το κατά πόσο το θύμα επέβαινε του ποδηλάτου ή κινείτο πεζός και μετέφερε το ποδήλατο του είναι δύο ενδεχόμενα κανένα από τα οποία να μπορεί να αποκλειστεί. Η έλλειψη μάλιστα σαφούς μαρτυρίας σε σχέση με τον τρόπο που προκλήθηκαν οι ζημιές στο ποδήλατο και κατά πόσο υπήρχε κτύπημα σε αυτό από το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης πριν τη πτώση του στην άσφαλτο καθιστά το ενδεχόμενο το θύμα να κινείτο πεζό και να μετέφερε/έσπρωχνε το ποδήλατο, ένα πιθανό σενάριο. Πέραν τούτου, ο μάρτυρας κατά την αντεξέταση του και ερωτούμενος κατά πόσο αποκλείει το ενδεχόμενο ο ποδηλάτης να ερχόταν από βόρεια προς νότια, ο μάρτυρας απάντησε ότι το ενδεχόμενο αυτό αποκλείεται, αναφέροντας ότι αν ήταν έτσι θα τον έβλεπε η κατηγορούμενη. Αυτός ο ισχυρισμός όμως δεν είναι επαρκής εξήγηση, ούτε μπορεί να αποκλείσει ο μάρτυρας το ενδεχόμενο αυτό, αφού η κατηγορούμενη θα μπορούσε απλά να μην κοίταζε προς την κατεύθυνση αυτή. Συνεχίζοντας, είπε ότι αποκλείει το πιο πάνω ενδεχόμενο και για το λόγο ότι οι ζημιές στο ποδήλατο και στο όχημα θα ήταν διαφορετικές, ίσως και κάποια ευρήματα επί του οδοστρώματος να ήταν διαφορετικά. Ούτε η απάντηση αυτή δικαιολογεί τη θέση του ότι αποκλείεται το θύμα να ερχόταν από βόρεια προς νότια. Γενικά ο μάρτυρας δεν έδωσε οποιαδήποτε εμπεριστατωμένη και επιστημονική επεξήγηση επί του ισχυρισμού του. Αντιθέτως, αφήνει ανοικτό ένα τέτοιο ενδεχόμενο αφού ο ίδιος, πέραν των ζημιών στις οποίες έγινε αναφορά από το Δικαστήριο ανωτέρω για τη σημασία τους και τους ενδεχόμενους τρόπους πρόκλησης τους, δεν αποκλείει κάποια ευρήματα στη σκηνή να ήταν τα ίδια. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω αλλά και ολόκληρη τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού δεν μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια και στον απαιτούμενο βαθμό, στα συμπεράσματα ότι το θύμα επέβαινε επί του ποδηλάτου και ότι αυτό κινείτο από δυτικά προς ανατολικά εντός της οδού Γόλγων. Δεν έχουν δοθεί επαρκείς εξηγήσεις για ποίο λόγο οι ζημιές του ποδηλάτου συνηγορούν ότι αυτό είχε πριν από τη σύγκρουση την πορεία που σημειώνεται στο σχέδιο της σκηνής. Επίσης, δεν έχει καταδειχθεί οποιαδήποτε ζημιά ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο επί του οχήματος της κατηγορουμένης, ούτε έχει εξηγηθεί ότι αυτό προκλήθηκε από την επαφή του με το ποδήλατο,. Ακόμη και να δεχόμουν το ξεσκόνισμα στο όχημα της κατηγορουμένης ως στοιχείο και ότι αυτό προκλήθηκε από τη πτώση του θύματος, το γεγονός αυτό και μόνο δεν μπορεί να καταδείξει τα όσα ο μάρτυρας συμπέρανε και πώς κατέληξε σε αυτό. Άλλωστε ήταν και η θέση του ότι το συμπέρασμα του σε σχέση με την πορεία του ποδηλάτη ήταν συνδυασμός όλων των ευρημάτων του. Ο Μ.Κ.2 ήταν ο φωτογράφος της Αστυνομίας που φωτογράφησε τη σκηνή του δυστυχήματος και τα ενεχόμενα οχήματα και από τα αναλλοίωτα αρνητικά που είχε στην κατοχή του ετοίμασε δέσμη από 11 φωτογραφίες. Αναγνώρισε στο Δικαστήριο τις εν λόγω φωτογραφίες που ετοίμασε και κατέθεσε ο Μ.Κ.1 ως τεκμήριο προς αναγνώριση και έτσι μετατράπηκαν σε κανονικό τεκμήριο (βλ. τεκμήριο 7). Οι εν λόγω φωτογραφίες δεν αμφισβητήθηκαν ούτε έχει προκύψει οτιδήποτε το μεμπτό σε σχέση με την αυθεντικότητα τους. Αποδέχομαι τις εν λόγω φωτογραφίες και το τι αυτές απεικονίζουν. Εκείνο το οποίο αμφισβητήθηκε από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού είναι οι ζημιές που υπήρχαν στα εν λόγω οχήματα και πώς αυτές προέκυψαν. Ο μάρτυρας διευκρίνισε και αυτό προκύπτει και από την όλη μαρτυρία του ότι η συμμετοχή του στην διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος ήταν η λήψη των φωτογραφιών και μόνο και ότι αυτές λήφθηκαν καθ' υπόδειξη του Μ.Κ.
  1. Σε κανένα στάδιο της κυρίως του εξέτασης του ζητήθηκε να εξηγήσει τον τρόπο πρόκλησης των εν λόγω ζημιών και ουδεμία αναφορά έγινε περί τούτου παρόλο που ο μάρτυρας είναι εξεταστής τροχαίων δυστυχημάτων. Πέραν τούτου, προέκυψε και ο ίδιος ανέφερε ότι το ποδήλατο δεν φωτογραφήθηκε στη σκηνή αφού όπως είπε, κατά κάποιο παράδοξο τρόπο όταν τελείωσαν με τη λήψη των μέτρων της σκηνής και τη φωτογράφηση του αυτοκινήτου και έψαξαν το ποδήλατο για να το φωτογραφήσουν, αυτό απουσίαζε από τη σκηνή. Χωρίς να ξέρει να πει ποιος και πότε το πήρε, ανέφερε ότι νομίζει ότι από ότι έμαθε μετά το ποδήλατο το πήρε η κόρη του θύματος και το μετέφερε στο σπίτι της όπου αργότερα πήγαν και το φωτογράφησαν. Εκείνο το οποίο προκύπτει από τα ανωτέρω αλλά και από την υπόλοιπη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού είναι ότι οι ζημιές του ποδηλάτου που φαίνονται στις σχετικές φωτογραφίες λήφθηκαν στο σπίτι, κατά πάσα πιθανότητα, της κόρης του θύματος και όχι στη σκηνή. Επίσης, σε ερώτηση γιατί δεν πήρε φωτογραφίες του ποδηλάτου στη σκηνή, απάντησε ότι το μόνο που θυμάται είναι ότι το ποδήλατο δεν ήταν στην τελική του θέση και το είχε δει ακουμπισμένο στα δεξιά του αυτοκινήτου, στο πεζοδρόμιο. Πιο κάτω είπε ότι το ποδήλατο που είδε στη σκηνή είναι το ίδιο με αυτό που φωτογράφησε αργότερα διότι στη σκηνή πήγε και είδε τις ζημιές του. Στη συνέχεια ανέφερε ότι δεν το έπιασε να δει αν κυλά, το είδε εκεί ακουμπισμένο και πιο κάτω είπε ότι δεν είχε άλλη βλάβη πέραν αυτής στην «παπούτσα» και νομίζει ότι δεν είχε ζημιές ούτε στον μπροστινό τροχό. Πέραν τούτου, είπε ότι δεν γνωρίζει ποιος το μετέφερε στο σπίτι όπου το φωτογράφησε, τον τρόπο που αυτό έγινε και κατά πόσο κάποιο πρόσωπο επενέβηκε στις ζημιές του ποδηλάτου. Από τις πιο πάνω αναφορές του μάρτυρα δεν προκύπτει ούτε το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει με την βεβαιότητα που απαιτείται ότι οι ζημιές που φαίνονται στις φωτογραφίες που έλαβε ο μάρτυρας σε σχέση με το ποδήλατο ήταν οι ίδιες με αυτές που έφερε το ποδήλατο στη σκηνή. Δεν έχει εξηγήσει με ικανοποιητικό τρόπο το τι εννοεί με την αναφορά του ότι είδε τις ζημιές στο ποδήλατο στη σκηνή και ποιες ήταν αυτές ούτε φάνηκε να τις είχε ελέγξει για να διαπιστώσει ποιες ήταν αυτές ή τουλάχιστον δεν θυμόταν να πει επ' ακριβώς ποιες ήταν. Αυτό ενισχύεται και από τη θέση του ότι δεν γνωρίζει αν τρίτο πρόσωπο επενέβη σε αυτές. Πέραν τούτου, σε σχέση με το ξεσκόνισμα στο αυτοκίνητο, πέραν της υπόδειξης του στις σχετικές φωτογραφίες ο μάρτυρας αυτός δεν ήταν σε θέση ούτε ρωτήθηκε να πει πώς μπορεί να προκύψει ένα τέτοιο ξεσκόνισμα στο όχημα. Περαιτέρω, δεν γνώριζε να πει κατά πόσο τρίτα πρόσωπα που βρίσκονταν στη σκηνή άγγιξαν στο εν λόγω σημείο του οχήματος και κατά πόσο το ξεσκόνισμα προκλήθηκε από μια τέτοια ενέργεια. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και την όλη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι ζημιές του οχήματος (ξεσκόνισμα) και οι ζημιές στο ποδήλατο προκλήθηκαν συνεπεία του δυστυχήματος ή συνεπεία της σύγκρουσης των δύο οχημάτων και του θύματος. Ο Μ.Κ.3 κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας (για μεταξύ άλλων) και αναφορικά με αναπαραστάσεις δυστυχημάτων. Ως προς το αποδεκτό της εμπειρογνωμοσύνης του ασχολούμαι ανωτέρω. Έχοντας κατά νου τη μαρτυρία του, ως ανωτέρω αναφέρθηκε, κρίνω ότι ο εν λόγω μάρτυρας έδωσε στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα εχέγγυα ώστε να δύναμαι επί της μαρτυρίας του να καταλήξω στα δικά μου ανεξάρτητα ευρήματα και συμπεράσματα αναφορικά με την πρότερη της σύγκρουσης πορεία του θύματος. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω κρίνω ότι το θύμα πριν την οποιαδήποτε επαφή του με το όχημα της κατηγορούμενης (ως αυτή εξάγεται από το ξεσκόνισμα της πρόσοψης του οχήματος, της ανεύρεσης της κηλίδας αίματος και της τοποθέτησης από την ίδια τη κατηγορούμενη του χώρου στον οποίο η ίδια είδε το θύμα και ένα ποδήλατο μετά τη σύγκρουση - στα δεξιά του αυτοκινήτου της), κινείτο από δύση προς ανατολή. Για το εν λόγω εύρημα μου ως ανέφερα και ανωτέρω έλαβα υπόψη μου, την μαρτυρία του Μ.Κ.
  2. Αναφορικά με τα υπόλοιπα γεγονότα και/ή θέσεις της κατηγορούσας αρχής για τις οποίες ζητήθηκε από το Δικαστήριο να εξάξει ευρήματα και/ή συμπεράσματα βασιζόμενο στη μαρτυρία του Μ.Κ.3 και ειδικότερα ότι το θύμα επέβαινε επί ποδηλάτου και κινείτο εντός της οδού Γόλγων ως η πορεία Β, κρίνω ότι τούτη δεν ήταν τέτοιας επάρκειας και δεν ενεχυρίασε το Δικαστήριο με εκείνα τα απαραίτητα εχέγγυα ώστε επί αυτής να μπορούν βασιστούν με την απαραίτητη ασφάλεια οποιαδήποτε σχετικά ευρήματα και/ή συμπεράσματα. Προς υποστήριξης της πιο πάνω κρίσης μου παρατηρώ τα ακόλουθα: H μαρτυρία του Μ.Κ.3 είτε ανεξάρτητα ειδωμένη είτε, σε συνδυασμό με την υπόλοιπη ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία δεν ήταν τέτοια που να με οδηγήσει σε ασφαλές εύρημα ή έστω συμπέρασμα αφενός αναφορικά με το ακριβές σημείο από το οποίο το θύμα έθεσε τον εαυτό του εντός της πορείας του οχήματος της κατηγορούμενης και αφετέρου αναφορικά με το κατά πόσο το θύμα επέβαινε ή όχι επί ποδηλάτου π.χ. σύμφωνα με την ενώπιον μου μαρτυρία, του Μ.Κ.3 συμπεριλαμβανομένης, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο το θύμα να ευρίσκετο επί του πεζοδρομίου και σε κάποιο στάδιο είτε οδηγώντας ένα ποδήλατο είτε μεταφέροντας/ σπρώχνοντας τούτο να εισήλθε εντός του δρόμου και να έθεσε τον εαυτό του εντός της πορείας του οχήματος της κατηγορούμενης. Υπενθυμίζω ότι η οποιαδήποτε σχετικότητα του ποδηλάτου με την υπό διερεύνηση υπόθεση προκύπτει συνεπεία της εύρεσης επί αυτού ζημιάς, η οποία όμως ζημιά σύμφωνα με την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 και Μ.Κ. 2 δεν συσχετίστηκε άμεσα με οποιαδήποτε σύγκρουση του εν λόγω ποδηλάτου με το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης. Υπενθυμίζω περαιτέρω, ότι ο Μ.Κ.3 θεώρησε ως δεδομένο ότι η ζημιά στο ποδήλατο προκλήθηκε από σύγκρουση του με το όχημα της κατηγορούμενης, και με αυτή τη πεποίθηση συνυπολόγισε το εν λόγω γεγονός για να καταλήξει στα οποιαδήποτε ευρήματα του. Τα ίδια ισχύουν και αναφορικά με το εύρημα «μαύρισμα» που ευρέθη στη σκηνή του δυστυχήματος λίγο πριν το σημείο σύγκρουσης το οποίο και πάλι συνυπολόγισε ως δεδομένο και σχετιζόμενο με το υπό εξέταση δυστύχημα, το οποίο όμως για τους λόγους που εξηγώ ανωτέρω και πάλι δεν συσχετίστηκε με το επίδικο δυστύχημα. Επομένως, αναφορικά με το κατά πόσο το θύμα επέβαινε επί ενός ποδηλάτου και αναφορικά με το σημείο από το οποίο το θύμα εισήλθε εντός της πορείας του οχήματος της κατηγορούμενης, η μαρτυρία του Μ.Κ.3 δεν ήταν βοηθητική. Από την αντίπερα όχθη η κατηγορούμενη προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση δηλώνοντας ότι είναι αθώα. Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβη η Κατηγορούμενη λαμβάνεται υπ' όψιν ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Νίκος Μαυρικίου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 359). Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει καμία αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπ' όψιν ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή της Κατηγορούμενης δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Να σημειωθεί επίσης, ότι η ανώμοτη δήλωση δεν υπέχει θέση ένορκης μαρτυρίας και δεν μπορεί να αντικρούσει άλλη μαρτυρία η οποία δόθηκε ενόρκως και κρίθηκε αξιόπιστη. Γενικά, η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου έχει πειστική παρά αποδεικτική σημασία ή αξία. Όσον αφορά τις γραπτές καταθέσεις της κατηγορουμένης, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σ' αυτές. Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από την κατηγορούμενη, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική της αποκλειστική γνώση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της κατάθεσης της κατηγορουμένης και να απορρίψει άλλο ασχέτως αν αυτό αποτελεί άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Είναι φυσικό να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα της κατηγορουμένης. Είναι όμως, ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359). Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω αρχές κρίνω ότι δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην αναφορά της κατηγορούμενης ότι είναι αθώα. Αυτό θα εξαχθεί από τα σχετικά ευρήματα του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, σε σχέση με το περιεχόμενο των καταθέσεων της κατηγορούμενης κρίνω ότι μπορώ να προσδώσω βαρύτητα στην αναφορά της σε σχέση με την πορεία που ακολούθησε και ότι αυτή κινείτο βόρεια στην οδό Πραξάνδρου με πολύ χαμηλή ταχύτητα. Αυτό συνάδει και με άλλη αποδεκτή μαρτυρία. Περαιτέρω, κρίνω ότι μπορώ να λάβω υπόψη μου ότι προτού εισέλθει στην συμβολή δεν κοίταξε στα αριστερά της και ότι σε κάποια στιγμή εισερχόμενη σε αυτή άκουσε θόρυβο σύγκρουσης και μετά είδε ένα ποδήλατο και ένα ηλικιωμένο άνδρα να βρίσκονται σε δεξιά του οχήματος της, αφού οι δηλώσεις αυτές είναι ενάντια στα συμφέροντα της και δεν συγκρούονται με άλλη μαρτυρία. Σε σχέση με την αναφορά της για την πορεία του θύματος είναι προφανές ότι η ίδια δεν γνώριζε από πού ήρθε το θύμα ούτε πού κινείτο εντός του δρόμου ή βρισκόταν πριν από τη σύγκρουση αφού η οποιαδήποτε αναφορά της όπως και η ίδια αναφέρει είναι υποθετική. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τα παραδεκτά γεγονότα και την μαρτυρία η οποία αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων ή δεν αμφισβητήθηκε, τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Η κατηγορούμενη στις 12/02/2010 οδηγούσε το όχημα της με αρ. εγγραφής ΗΜΧ 442 στην οδό Πραξάνδου στη Λεμεσό έχοντας βόρεια κατεύθυνση. Συνεχίζοντας ευθεία πορεία και εισερχόμενη στη διασταύρωση της πιο πάνω οδού, χωρίς να ελέγξει την εξ' αριστερών πορεία της και οδηγώντας με πολύ χαμηλή ταχύτητα συγκρούστηκε με το Δημήτρη Ιωάννου ηλικίας 93 ετών τέως από τη Λεμεσό (θύμα) το οποίο είχε επίσης κάποια ταχύτητα με αποτέλεσμα το θύμα να τραυματιστεί, να μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού και να υποκύψει στα τραύματα του, συνεπεία του δυστυχήματος, στις 18/02/2010. Σύμφωνα με το σημείο σύγκρουσης, το θύμα κινήθηκε - σε ευθεία γραμμή - δύο μέτρα εντός της λωρίδας κυκλοφορίας της κατηγορούμενης πριν να επέλθει η σύγκρουση. Κατά τη στιγμή της σύγκρουσης η σκηνή φωτίζετο από φως της ημέρας και η ορατότητα της κατηγορούμενης προς την ουσιώδη περιοχή πέριξ του σημείου σύγκρουσης απεριόριστη. Η ορατότητα της κατηγορούμενης προς ανατολή και προς δύση περιοριζόταν σε 200 μέτρα εντός της οδού Γόλγων. Προς ανατολή όμως, για να έχει αυτή την ορατότητα έπρεπε το έμπροσθεν μέρος του οχήματος της να εισέλθει εντός της συμβολής. Nομική Πτυχή: Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της Κατηγορίας που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη, όπως υποδηλώνει και το ίδιο το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, είναι ότι θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η Κατηγορούμενη λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, επέφερε τον θάνατο του θύματος. Σύμφωνα με τη νομολογία, η οποία ερμήνευσε τις πιο πάνω απαιτούμενες συμπεριφορές, η στοιχειοθέτηση μιας επικίνδυνης πράξης εξυπακούει τουλάχιστον την απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους (fault) εκ μέρους του οδηγού. Το στοιχείο αυτό είναι το ελάσσον που πρέπει να αποδειχθεί και συνυπολογίζεται πάντα με τις υπόλοιπες συνθήκες της κάθε υπόθεσης. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω η παράλειψη ή το λάθος του οδηγού τη συγκεκριμένη στιγμή δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί η επικίνδυνη οδήγηση. Πρέπει να συνδεθεί με τις σχετικές περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η λέξη 'επικίνδυνος' στη συνήθη γραμματική της ερμηνεία, σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους (Επίτομο Νέο Λεξικό Ελληνικής Γλώσσας του Σπύρου Τσιουνή). (βλ. Μιχαλάκης Πέτρου v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 233, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 Α.Α.Δ. 18). Επίσης, στην Αγγλική απόφαση R v. Gosney
(1971)55 Cr. App. R. 502, σε σχέση με κατηγορία επικίνδυνης οδήγησης αναφέρεται ότι: "fault certainly does not necessarily involve deliberate misconduct or recklessness or intention to drive in a manner inconsistent with proper standards or driving..Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of the driving and to the relevant circumstances of the case." Σε ότι δε αφορά την ερμηνεία του όρου ¨απερίσκεπτη¨ το κριτήριο δεν είναι μόνο αντικειμενικό αλλά και υποκειμενικό και θα πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με την οδήγηση της κατηγορουμένης. Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η κατηγορούμενη οδηγούσε το όχημα με τέτοιο τρόπο που εγκυμονούσε εμφανή ή σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης σε κάποιο άλλο πρόσωπο το οποίο τυχών θα χρησιμοποιούσε το οδικό δίκτυο ή πρόκλησης ουσιαστικής ζημίας σε περιουσία. Επιπλέον, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η κατηγορούμενη οδήγησε με αυτό τον τρόπο χωρίς να σκεφτεί την πιθανότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή ότι ενώ αντιλήφθηκε την ύπαρξη του, εντούτοις ενέργησε με τον τρόπο που ενέργησε διακινδυνεύοντας (βλέπε R v Lawrence [1981] 1 ALL E. R. 974, R v Reid [1992] 3 ALL E. R. 673, R v. Caldwell
(1981)1 ALL ER 961 και Γεν. Εισαγγελέας ν Αντώνη Χρυσοστόμου (αρ.1)
(2002)2 ΑΑΔ σελ.473). Σε σχέση με την ερμηνεία του όρου 'αλόγιστη', είναι η πράξη ή συμπεριφορά η οποία εγκυμονεί άμεσο κίνδυνο για την ασφάλεια προσώπων, τον οποίο η κατηγορούμενη αψηφά. Είναι η μη λελογισμένη ενέργεια δηλαδή απόρροια της κοινής λογικής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις (βλ. Κώστας Ζυπίτης κ.α. ν Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220, 223). Περαιτέρω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι όροι «αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά» υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Ανδρέου v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 409). Με βάση, επίσης, το λεκτικό του εν λόγω άρθρου οι πιο πάνω αναφερόμενες συμπεριφορές, πρέπει να συνδέονται με το αποτέλεσμα. Δηλαδή, θα πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς με το αποτέλεσμα, δηλαδή τον θάνατο άλλου προσώπου. Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές και τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της εναντίον της κατηγορουμένης στον απαιτούμενο βαθμό. Είμαι της άποψης ότι από τη στιγμή που η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει στον απαραίτητο βαθμό το ακριβές σημείο και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες το θύμα εισήλθε και έθεσε τον εαυτό του εντός της πορείας που κινείτο η κατηγορούμενη, η κατηγορία του κατηγορητηρίου είναι έκθετη σε απόρριψη (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Σάζος (ανωτέρω). Δεν παραγνωρίζω ότι στην εν λόγω υπόθεση η κατηγορούσα αρχή είχε αποτύχει επιπλέον να αποδείξει και την εν γένει πορεία του θύματος πριν τη σύγκρουση. Είμαι όμως της άποψης ότι το γεγονός ότι στην υπό εξέταση υπόθεση έχει αποδειχθεί γενικά ότι το θύμα πριν από την σύγκρουση κινείτο από δύση προς ανατολή ουδόλως διαφοροποιεί το δεδομένο ότι οι αρχές της υπόθεσης Σάζος εφαρμόζονται και στην παρούσα υπόθεση. Και αυτό γιατί με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία και τα πιο πάνω ευρήματα μου, το ενδεχόμενο το θύμα πριν να εισέλθει στην άσφαλτο να ευρίσκεται είτε επί του πεζοδρομίου της οδού Γόλγων ή της οδού Πραξάνδρου και από εκεί να εισέρχεται εντός της ασφάλτου και να κινείται προς ανατολικά δεν αποκλείστηκε. Τονίζω ότι πρόσωπο που βρίσκεται επί πεζοδρομίου δεν αποτελεί υπαρκτό κίνδυνο για ένα οδηγό εντός της ασφάλτου παρά μόνο όταν το εν λόγω πρόσωπο πράξει με τρόπο που δεικνύει την πρόθεση του να εισέλθει εντός της ασφάλτου (βλ. Σιλβέστρου v. Aστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ σελ. 151, Κυριάκος Αργυρού v. Aστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ.378 και Paul Lesley Murrel v. Aστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 217 ). Έχοντας επίσης κατά νου ότι η κατηγορούμενη κινείτο με πολύ χαμηλή ταχύτητα και ότι το θύμα είχε και αυτό κάποια ταχύτητα και δεν ήταν ιστάμενο εντός του δρόμου, τότε το θύμα - σε ευθεία γραμμή - κινήθηκε μόλις δύο μέτρα εντός της πορείας που κινήθηκε η κατηγορούμενη, και στην περίπτωση ακόμη που το θύμα βρισκόταν επί πεζοδρομίου και κάποια απόσταση λίγο περισσότερη των δύο μέτρων, χωρίς να καταλήγω πόση, είμαι της άποψης ότι το ενδεχόμενο το θύμα να έθεσε τον εαυτό του σε τέτοιο σημείο του δρόμου που η κατηγορούμενη να ήταν αδύνατο να αποφύγει την μεταξύ τους σύγκρουση καθίσταται όχι μονό μια απλή και εύλογη πιθανότητα αλλά ίσως και το πιθανότερο σενάριο κάτω από το οποίο επεσυνέβη το υπό εξέταση δυστύχημα. Πέραν τούτου όμως, θα πρέπει να αναφερθεί ότι εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και δεν επιτρέπεται στο Δικαστήριο να προβαίνει σε υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι αυτές (βλέπε Λοΐζου ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Η πιο πάνω κατάληξή μου, καθιστά την εξέταση του ενδεχομένου η Κατηγορούμενη να ήταν αμελής μη αναγκαία και αυτό γιατί η αδυναμία του Δικαστηρίου να αποκλείσει το ενδεχόμενο το θύμα να εισήλθε εντός της πορείας που κινείτο το όχημα της Κατηγορουμένης σε τέτοιο σημείο και με τέτοιο τρόπο που να ήταν αδύνατη η αποφυγή της σύγκρουσης, αποτελεί ουσιαστική αδυναμία και για σκοπούς εξέτασης του αδικήματος της αμέλειας. (Υπ.) ............ Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final (Αναφορά: thanatiforo) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.