← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Νίκος Μιχαηλίδης, Αρ. Υπόθεσης: 26535/10, 10/12/2012

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Νίκος Μιχαηλίδης, Αρ. Υπόθεσης: 26535/10, 10/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B82 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 26535/10 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή και Νίκος Μιχαηλίδης Κατηγορούμενος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 10 Δεκεμβρίου, 2012. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Δ. Ναπολεώντος. Κατηγορούμενος: αυτοπροσώπως. Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία και συγκεκριμένα ότι την 28ην Μαϊου 2010, στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού ενώ είχε τον έλεγχο του μηχανοκινήτου οχήματος με αρ. εγγραφής ΕΗΧ 437 επί δρόμου, δηλαδή, επί της οδού 25ης Μαρτίου σταμάτησε το πιο πάνω όχημα κατά μήκος της διπλής κίτρινης γραμμής δια της οποίας ήταν σεσημασμένη η πιο πάνω οδός, κατά παράβαση των προνοιών του Καν. 58

(1)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 Κ.Δ.Π. 66/
  1. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε ένα μάρτυρα, τον Ειδικό Αστυφύλακα Κώστα Γεωργιάδη (ΜΚ.1). Ο ΜΚ.1 στην δια ζώσης μαρτυρία του ανάφερε ότι υπηρετεί στην Τροχαία Λεμεσού εδώ και 20 περίπου χρόνια και από το 1995 έχει ειδικά καθήκοντα και συγκεκριμένα ασχολείται με καταγγελίες τροχαίων παραβάσεων και έκδοση εξωδίκων προστίμων, σύμφωνα με διαταγή και σχετικό κανονισμό του Αρχηγού Αστυνομίας. Εξηγώντας τα καθήκοντα του ανέφερε ότι όταν προβαίνει σε καταγγελία ενός προσώπου εκδίδει εξώδικο πρόστιμο στην παρουσία ή μη του εν λόγω προσώπου και σε περίπτωση που το εν λόγω εξώδικο δεν πληρωθεί εντός των σχετικών προθεσμιών τότε ετοιμάζει φάκελο για το Δικαστήριο. Συνεχίζοντας, ανέφερε ότι στις 28/05/2010 και περί ώρα 11:00 περιπολούσε στην περιοχή της Λεωφ. Μακαρίου Γ΄ και στις διάφορες παρόδους αυτής, όπου εντόπισε τρία αυτοκίνητα τα οποία ήταν σταθμευμένα σε διπλή κίτρινη γραμμή και επί γωνίας στην οδό Κωστή Παλαμά και 25ης Μαρτίου. Ακριβώς απέναντι από το πιο πάνω σημείο υπήρχε χώρος στάθμευσης ο οποίος είναι χωρητικότητας 200 οχημάτων και ήταν άδειος. Η διπλή κίτρινη γραμμή που βρισκόταν στο σημείο κάλυπτε και τις δύο οδούς αφού ήταν επί γωνίας. Αφού περίμενε περίπου 20 λεπτά στο σημείο προέβηκε σε καταγγελία του οχήματος με αρ. εγγραφής ΕΗΧ 437 επί το ότι ήταν σταθμευμένο σε διπλή κίτρινη γραμμή και εξέδωσε εξώδικο πρόστιμο ύψους €85,43 (βλ. τεκμήριο 1). Το εξώδικο το εξέδωσε στην απουσία του οδηγού του εν λόγω οχήματος αφού δεν ήταν παρών. Τον κατηγορούμενο δεν τον γνωρίζει. Αφού το εν λόγω εξώδικο παρέμεινε απλήρωτο ετοίμασε φάκελο για το Δικαστήριο. Από τον Ηλεκτρονικό Υπολογιστή διαπίστωσε ότι ιδιοκτήτης του εν λόγο οχήματος ήταν ο κατηγορούμενος με τον οποίο επικοινώνησε τηλεφωνικώς και τον πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραξε. Η απάντηση του κατηγορουμένου είπε, ήταν ότι, ένας ειδικός αστυνομικός δεν έχει εξουσία να εκδίδει εξώδικα για τροχαίες παραβάσεις. Η απάντηση του αυτή καταχωρήθηκε στο φάκελο 2 που ετοίμασε και η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Δικαστήριο. Κατά την αντεξέταση που έτυχε από τον κατηγορούμενο, είπε ότι ασκεί τα καθήκοντα του αυτά από το έτος
  2. Αρχικά ήταν στο Δήμο Λεμεσού είπε αλλά από το 1995 είναι στη Τροχαία Λεμεσού με σκοπό την έκδοση εξωδίκων προστίμων σύμφωνα με απόφαση του Αρχηγού της Αστυνομίας. Ουσιαστικά κατά την αντεξέταση του μάρτυρα αμφισβητήθηκε το δικαίωμα του να προβαίνει σε καταγγελίες τροχαίων παραβάσεων και να εκδίδει εξώδικα με τον μάρτυρα να το αμφισβητεί αυτό. Περαιτέρω, ανέφερε ότι πληρώνεται από το Δήμο Λεμεσού αλλά διοικητικά ανήκει στην Αστυνομία Κύπρου και φέρει και αστυνομική ταυτότητα. Ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155, του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, και επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Ο κατηγορούμενος στην δια ζώσης μαρτυρία του, ανάφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο αυτός στάθμευσε το όχημα του παρά το τέλος της διπλής κίτρινης γραμμής. Κατέθεσε σχετικό σχεδιάγραμμα που ετοίμασε ο ίδιος (τεκμήριο 2) που απεικονίζει το συγκεκριμένο δρόμο, τοποθέτησε το όχημα του στη σκηνή μαζί με τα άλλα οχήματα που κατά τη θέση του βρίσκονταν σταθμευμένα εκεί κατά τον ουσιώδη χρόνο και ανέφερε ότι η διπλή κίτρινη γραμμή ήταν για ορισμένο διάστημα στη συγκεκριμένη οδό και συνέχιζε κατά μήκος ολόκληρης της οδού. Ο ίδιος είπε είχε σταθμεύσει εκεί που τελειώνει η εν λόγω γραμμή και δεν ήταν σταθμευμένος επί της εν λόγω γραμμής. Σε σχέση με την αναφορά του Μ.Κ.1 ότι επικοινώνησε τηλεφωνικώς μαζί του και τον ειδοποίησε για το γεγονός ότι επειδή δεν είχε πληρώσει το εξώδικο θα παραπεμπόταν στο Δικαστήριο η υπόθεση, ανέφερε ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε και επίσης τα στοιχεία που αναφέρονται στο κατηγορητήριο αναφορικά με τη διεύθυνση του και το επάγγελμα του δεν ευσταθούν. Ο ίδιος είπε είχε μετακομίσει από τη διεύθυνση που αναγράφεται στο κατηγορητήριο από το 2009. Πέραν των πιο πάνω, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι ο Μ.Κ.1 δεν είναι ειδικός Αστυφύλακας αλλά εργάζεται στο Δήμο Λεμεσού και δεν έχει εξουσία να καταγγέλλει τροχαίες παραβάσεις και να εκδίδει εξώδικα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή τόσο τον Μ.Κ.1 όσο και τον κατηγορούμενο κατά την ώρα που κατέθεταν από το εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Ο Μ.Κ.1 εξήγησε τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες εντόπισε το όχημα του κατηγορούμενου και τον τρόπο που προέβηκε στην σχετική καταγγελία. Ο μάρτυρας αυτός μου έκανε πολύ καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Δεν έχει διαφανεί σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του ότι αυτός δεν έλεγε την αλήθεια ούτε κλονίστηκε με οποιοδήποτε τρόπο η αξιοπιστία του. Περαιτέρω, δεν έχει προκύψει ότι γνώριζε τον κατηγορούμενο ή ότι είχε οποιεσδήποτε διαφορές με αυτόν και η καταγγελία ήταν εκδικητική. Πέραν από αυτά, κατά την αντεξέταση του δεν έτυχε ουσιαστικής αμφισβήτησης η θέση του σχετικά με τις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος ούτε και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο ιδιοκτήτης του οχήματος με αρ. εγγραφής ΕΗΧ
  1. Επίσης, η θέση του μάρτυρα ότι πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για το αδίκημα αυτό τηλεφωνικώς αφού δεν πληρώθηκε στο εξώδικο δεν έτυχε αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση του. Ρωτήθηκε για το γεγονός αυτό για να απαντήσει ο μάρτυρας ότι αυτό έγινε στις 27/07/2010 και επανέλαβε και την απάντηση που του έδωσε ο κατηγορούμενος και την οποία κατέγραψε. Εκείνο το οποίο έτυχε αμφισβήτησης από τον μάρτυρα είναι το δικαίωμα του μάρτυρα και η εξουσία του να καταγγέλει τροχαίες παραβάσεις και να εκδίδει εξώδικα. Επίσης, υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι είναι Δημοτικός Υπάλληλος και δεν έχει εξουσία να εκδίδει εξώδικα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η θέση του μάρτυρα επί των πιο πάνω ήταν ότι ασκεί αυτά τα ειδικά καθήκοντα από το 1995 όταν αποσπάστηκε από το Δήμο Λεμεσού στη Τροχαία Λεμεσού, δυνάμει σχετικών Κανονισμών και διαταγής του Αρχηγού της Αστυνομίας. Πέραν τούτου, ο μάρτυρας ανέφερε ότι φέρει αστυνομική ταυτότητα και ότι είναι μέλος της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου. Το γεγονός αυτό δεν αμφισβητήθηκε ούτε ζητήθηκε από το μάρτυρα η επίδειξη της εν λόγω αστυνομικής του ταυτότητας. Εκείνο που αμφισβητήθηκε είναι η εξουσία του να εκδίδει εξώδικα και ότι αυτό δεν περιλαμβάνεται στα καθήκοντα ενός ειδικού αστυφύλακα ούτε ο ίδιος έχει διοριστεί για να ασκεί τέτοια καθήκοντα. Το κατά πόσο ένας ειδικός αστυφύλακας έχει εξουσία να προβαίνει σε καταγγελίες και να εκδίδει εξώδικο πρόστιμο είναι ζήτημα νομικό και όχι πραγματικού γεγονότος το οποίο θα απαντήθει κατωτέρω. Εκείνο το οποίο προκύπτει ως πραγματικό γεγονός όμως από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, την οποία κρίνω αξιόπιστη, είναι ότι υπηρετεί στην Τροχαία Λεμεσού από το 1995 και ασκεί ειδικά καθήκοντα όπως τα περίγραψε δυνάμει διαταγής του Αρχηγού της Αστυνομίας. Κρίνω ότι το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει στο εύρημα αυτό ανεξαρτήτως της μη παρουσίασης οποιοδήποτε άλλων εγγράφων ή μαρτυρίας σχετικά με τους σχετικούς Κανονισμούς και συμφωνίες ή την ανάθεση στο μάρτυρα τέτοιων καθηκόντων και εξουσιών. Ούτε έχει καταδειχθεί οτιδήποτε που να εγείρει ερωτηματικά ή αμφιβολίες σχετικά με τη νομιμότητα ή κανονικότητα της έκδοσης εξωδίκων από τον μάρτυρα αυτόν. Από την αντίπερα όχθη ο κατηγορούμενος στο στάδιο της ένορκης μαρτυρίας του προσπάθησε με κάθε τρόπο να καταδείξει τη μη διάπραξη του αδικήματος που κατηγορείται. Αναφέρθηκε σε γεγονότα τα οποία δεν υποβλήθηκαν στο Μ.Κ.1 κατά την αντεξέταση του και προέβηκε σε κατάθεση σχεδιαγράμματος για να καταδείξει ότι το όχημα του δεν ήταν σταθμευμένο επί της διπλής κίτρινης γραμμής που βρισκόταν στο σχετικό δρόμο. Τη θέση αυτή και το πού βρισκόταν σταθμευμένο το όχημα του δεν την υπέβαλε σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 για να δώσει τη θέση του επί τούτου. Επίσης, προκύπτει να μην είχε αμφισβητήσει την στάθμευση του επί της διπλής κίτρινης γραμμής κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1 κάτι το οποίο έπραξε κατά την μαρτυρία του και μάλιστα με συγκεκριμένο τρόπο. Κρίνω ότι οι θέσεις αυτές του μάρτυρα δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα έχοντας υπόψη μου και την εντύπωση που απεκόμισα από αυτόν κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα αλλά και τον τρόπο που τις πρόβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου Πέραν τούτου, αρνήθηκε ότι ο ίδιος μίλησε με τον Μ.Κ.1 μετά τη διάπραξη του αδικήματος και ότι έδωσε την απάντηση ότι δεν πλήρωσε το εξώδικο διότι ένας ειδικός αστυνομικός δεν έχει εξουσία να εκδίδει εξώδικο πρόστιμο. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι ο Μ.Κ.1 μίλησε με κάποιο συγγενικό του πρόσωπο, χωρίς να καθορίζει ποιο, που γνώριζε την περίπτωση αυτή και αυτό έδωσε την απάντηση αυτή. Πέραν του ότι δεν υποβλήθηκε κάτι τέτοιο στο Μ.Κ.1, η απάντηση αυτή δεν είναι πειστική και λογική και ούτε μπορεί να γίνει αποδεκτή εν όψει και της συγκεκριμένης θέση για το λόγο που δεν κατέβαλε το εξώδικο πρόστιμο. Περαιτέρω, κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας ανέφερε ότι ακόμα και αν τον κατάγγελλε άλλος αστυνομικός πάλι δεν θα πλήρωνε το εξώδικο καθότι δεν ισχύουν αυτά που είπε ο Μ.Κ.1 και ούτε προκύπτει οποιοδήποτε αδίκημα. Κρίνω ότι η αμφισβήτηση της διάπραξης του αδικήματος κατά το στάδιο αυτό και χωρίς προηγουμένως να υποβάλει τη συγκεκριμένη θέση του στο Μ.Κ.1 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και ότι η θέση αυτή είναι εκ των υστέρων σκέψεις του κατηγορούμενου. Πέραν των πιο πάνω, η θέση του για το δικαίωμα και εξουσία του Μ.Κ.1 να τον καταγγείλει και να εκδώσει εξώδικο πρόστιμο είναι νομικό ζήτημα το οποίο θα κριθεί με βάση τα γεγονότα και ευρήματα του Δικαστηρίου που θα προκύψουν από την αξιόπιστη και αποδεκτή μαρτυρία και όχι από τις αναφορές του κατηγορούμενου και τα σχετικά έγγραφα που κατέθεσε στο Δικαστήριο. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλη τη μαρτυρία του κατηγορούμενου, το περιεχόμενο της και τον τρόπο που προβλήθηκε καθώς επίσης και για τους λόγους που αναφέρω ανωτέρω κρίνω ότι δεν μπορώ να την αποδεκτώ και την απορρίπτω στην ολότητα της. Δεδομένης της ανωτέρω αξιολόγηση της μαρτυρίας που έχει προσφερθεί τα κάτωθι αποτελούν τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης: Στις 28/05/2010 και περί ώρα 11:00 ο Μ.Κ.1 περιπολούσε στην Λεωφ. Μακαρίου Γ' και στις διάφορες παρόδους αυτής. Εντόπισε το όχημα με αρ. εγγραφής ΕΗΧ 437, ιδιοκτησίας του κατηγορούμενου, να βρίσκεται σταθμευμένο επί διπλής κίτρινης γραμμής και επί γωνίας στην οδό 25ης Μαρτίου και Κωστή Παλαμά στη Λεμεσό. Κατάγγειλε το εν λόγω όχημα επί του ότι ήταν σταθμευμένο επί διπλής κίτρινης γραμμής και εξέδωσε εξώδικο πρόστιμο για το ποσό των €85,
  2. Το εν λόγο πρόστιμο δεν πληρώθηκε εντός της καθορισμένης προθεσμίας και ο Μ.Κ.1 ετοίμασε φάκελο για το Δικαστήριο. Κατά την ετοιμασία του εν λόγο φακέλου επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο ο οποίος του ανέφερε ότι δεν πλήρωσε το εξώδικο πρόστιμο καθότι ένας ειδικός αστυφύλακας δεν έχει εξουσία να προβαίνει σε καταγγελίες τροχαίων παραβάσεων και να εκδίδει εξώδικα προστίματα. Ο Μ.Κ.1 είναι ειδικός αστυφύλακας ο οποίος φέρει αστυνομική ταυτότητα και ανήκει στην Αστυνομική Δύναμη Κύπρου. Από το 1995 ασκεί ειδικά καθήκοντα δυνάμει διαταγής του Αρχηγού της Αστυνομίας. Τα καθήκοντα του είναι οι καταγγελίες τροχαίων παραβάσεων και έκδοση εξωδίκων προστίμων. Αρχικά εργαζόταν στο Δήμο Λεμεσού και μετέπειτα αποσπάστηκε στη Τροχαία Λεμεσού δυνάμει σχετικών συμφωνιών και έκτοτε ασκεί τα πιο πάνω καθήκοντα. Νομική Πτυχή ο Κανονισμός 58
(1)(δ) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, όπως έχουν τροποποιηθεί, προβλέπει: «58
(1)Κάθε οδηγός ή πρόσωπο το οποίο έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκινήτου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο οφείλει να - (δ) συμμορφώνεται προς όλα τα σήματα τροχαίας, συμπεριλαμβανομένων πινακίδων, που τοποθετούνται ή χαράσσονται πάνω ή κοντά σε οποιοδήποτε δρόμο με ή κατ' εντολή της Αστυνομίας ή αρχής τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλης αρχής, στην οποία ανατέθει δυνάμει οποιασδήποτε νομοθετικής διάταξης ο έλεγχος ή η ρύθμιση της τροχαίας κυκλοφορίας:». Το αδίκημα που δημιουργείται με την πιο πάνω νομοθετική πρόνοια αφορά σε αδίκημα που καλύπτεται από τον Περί Εξωδίκου Ρύθμισης Αδικημάτων Νόμο 47
(1)/1997 ως αυτός τροποποιήθηκε και ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, με αποτέλεσμα να καθίσταται αναγκαία, για σκοπούς εξέτασης της σχετικής νομικής πτυχής για την παρούσα υπόθεση, η εξέταση των προνοιών των άρθρων 5
(1)και 9
(1)και
(3). Το άρθρο 5
(1)προνοεί: «Αν αστυνομικός θεωρεί ότι πρόσωπο διαπράττει ή έχει διαπράξει αδίκημα που εμπίπτει στις διατάξεις του παρόντος Νόμου, δύναται να επιδώσει μέσα σε χρονικό διάστημα σαράντα πέντε ημερών από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος στο πρόσωπο αυτό γραπτή ειδοποίηση, η οποία εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, προσφέροντας με τον τρόπο αυτό στο εν λόγω πρόσωπο την ευκαιρία να απαλλαχθεί από οποιαδήποτε ενοχή για το πιο πάνω αδίκημα, αφού πληρώσει το εξώδικο πρόστιμο. Καμία δίωξη δεν ασκείται, αν το εξώδικο πρόστιμο καταβληθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, πριν από την πάροδο 30 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της ειδοποίησης.» Το άρθρο 9
(1)προνοεί: «Σε περίπτωση που αστυνομικός εντοπίζει όχημα αναφορικά με το οποίο εύλογα πιστεύει ότι διαπράττεται ή έχει διαπραχθεί αδίκημα που εμπίπτει στις διατάξεις του παρόντος νόμου, αυτός δύναται να ενεργήσει, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, με τον ίδιο τρόπο όπως αν είχε εξεύρει το πρόσωπο το οποίο με βάση το άρθρο 5
(1), εύλογα θα πίστευε ότι διέπραξε το αδίκημα και ακολούθως επικολλά στο όχημα την ειδοποίηση, η οποία θεωρείται ότι δόθηκε στο πρόσωπο που ενέχεται στο αδίκημα.
(2)..........
(3)Για τους σκοπούς του εδαφίου
(1), ο ιδιοκτήτης του οχήματος τεκμαίρεται ότι είναι το πρόσωπο που ενέχεται στο αδίκημα.» Από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο ιδιοκτήτης του οχήματος με αρ. εγγραφής ΕΗΧ 437 το οποίο καταγγέλθηκε από τον Μ.Κ.1. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω πρόνοιες του Περί Εξωδίκου Ρύθμισης Αδικημάτων Νόμου κρίνω ότι ο κατηγορούμενος είναι το πρόσωπο που ενέχεται στο αδίκημα που αντιμετωπίζει. Το γεγονός αυτό άλλωστε δε αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο ούτε και ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν αυτός που είχε τον έλεγχο του εν λόγω οχήματος. Επίσης, έχει προκύψει ότι το πιο πάνω όχημα κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν σταθμευμένο επί διπλής κίτρινης γραμμής. Η ύπαρξη της εν λόγω γραμμής στο δρόμο έχει αποδεικτεί αλλά ούτε και αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο και ως εκ τούτου μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτή τοποθετήθηκε νομότυπα και από την αρμόδια αρχή (βλ. (βλ. Φοίβος Γιωργαλλίδης ν. Δήμου Λάρνακας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 789). Από τα πιο πάνω που έχουν αναφερθεί αλλά και τα ευρήματα του Δικαστηρίου κρίνω ότι έχουν αποδεικτεί όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Εκείνο το οποίο παραμένει να εξεταστεί είναι το ζήτημα το οποίο εγέρθηκε και κατά πόσο ο Μ.Κ.1 είχε εξουσία να προβεί στη σχετική καταγγελία. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, όπως έχουν προκύψει αποδεχόμενο τη μαρτυρία του Μ.Κ.1, αυτός είναι ειδικός αστυνομικός με αστυνομική ταυτότητα και ότι έχει ειδικά καθήκοντα - να καταγγέλει τροχαίες παραβάσεις και να εκδίδει εξώδικα - από το 1995 δυνάμει διαταγής του Αρχηγού της Αστυνομίας. Το άρθρο 39 του Περί Αστυνομίας Νόμου του 2004 προβλέπει τα ακόλουθα: «39-
(1)Ο Αρχηγός αποφασίζει, από καιρό εις καιρόν, το διορισμό ειδικών αστυνομικών για την εκτέλεση γραφειακών και βοηθητικών καθηκόντων, καθηκόντων φρούρησης κτιρίων και εγκαταστάσεων οργανισμών κοινής ωφελείας και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, προστασίας επισήμων προσώπων και ξένων αποστολών, εφαρμογής των διατάξεων, που αναθέτουν καθήκοντα στην Αστυνομία, του περί Σκύλων Νόμου και του Περί Προστασίας και Ευημερίας των Ζώων Νόμου, όπως αυτοί εκάστοτε, τροποποιούνται ή αντικαθίστανται και επίδοσης και εκτέλεσης δικαστικών ενταλμάτων ή/και οποιωνδήποτε άλλων ενταλμάτων: Noείται ότι ειδικός αστυνομικός σε περίπτωση που, κατά την εκτέλεση των πιο πάνω καθηκόντων του, αντιληφθεί οποιαδήποτε παράβαση που τιμωρείται δυνάμει του Περί Εξωδίκου Ρυθμίσεως Αδικημάτων Νόμου, δύναται να εκτελέσει και καθήκοντα εφαρμογής του υπό αναφορά Νόμου: Noείται περαιτέρω ότι ειδικός αστυνομικός που υπηρετεί στην Αστυνομία κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου και εκτελεί καθήκοντα άλλα από τα καθήκοντα που προβλέπονται στο εδάφιο αυτό δύναται να συνεχίσει να ασκεί τα καθήκοντα του αν αυτό κριθεί αναγκαίο από τον Αρχηγό, λόγω της ειδικής εκπαίδευσης ή των ικανοτήτων του.
(2)Οι διαδικασίες διορισμού και οι λοιποί όροι υπηρεσίας ειδικών αστυνομικών καθορίζονται με Κανονισμούς. Περαιτέρω, το άρθρο 41 του Περί Αστυνομίας Νόμου του 2004 προβλέπει ότι «Κάθε ειδικός αστυνομικός που διορίζεται με βάση τον παρόντα Νόμο, υποχρεούται να εκτελεί τα καθήκοντα που του ανατίθενται και, στα πλαίσια της άσκησης των καθηκόντων του, έχει τις ίδιες εξουσίες, τα ίδια προνόμια, την ίδια προστασία και υπόκειται στις ίδιες ποινές και υπάγεται στις ίδιες αρχές με των αστυνομικών. Πέραν των πιο πάνω, έχουν εκδοθεί και Οι Περί Ειδικών Αστυνομικών (Διαδικασία Διορισμού και Όροι Υπηρεσίας) Κανονισμοί του 2004 (Κ.Δ.Π. 216/2004) οι οποίοι προβλέπουν τα καθήκοντα που δύναται να ασκεί ένας ειδικός αστυνομικός (βλ. άρθρο 3 αυτών). Στο εν λόγω άρθρο επίσης, προνοείται ότι «ειδικός αστυνομικός που υπηρετεί στην Αστυνομία κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Περί Αστυνομίας Νόμου του 2004 και εκτελεί καθήκοντα άλλα από τα καθήκοντα που προβλέπονται στην παράγραφο αυτή, δύναται να συνεχίσει να ασκεί τα καθήκοντα του, αν αυτό κριθεί αναγκαίο από τον Αρχηγό λόγω της ειδικής εκπαίδευσης ή των ικανοτήτων του.» Περαιτέρω, στο άρθρο 3
(3)των πιο πάνω Κανονισμών προνοείται ότι «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος Κανονισμού, οι ειδικοί αστυνομικοί υπόκεινται στις εκάστοτε σχετικές αστυνομικές διατάξεις που εκδίδονται γι' αυτούς από τον Αρχηγό δυνάμει του άρθρου 12 του Περί Αστυνομίας Νόμου. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και τα ευρήματα του Δικαστηρίου καταλήγω ότι ο Μ.Κ.1 είχε εξουσία κατά τον ουσιώδη χρόνο να προβαίνει σε καταγγελίες τροχαίων παραβάσεων και έκδοσης εξωδίκων προστίμων. Αυτά είναι τα καθήκοντα του δυνάμει διαταγής του Αρχηγού της Αστυνομίας τα οποία ασκεί από το 1995 δηλαδή πριν από τη θέσπιση του Περί Αστυνομίας Νόμου του 2004 και των σχετικών Κανονισμών και δύναται δυνάμει της πιο πάνω επιφύλαξης του άρθρου 39 του Περί Αστυνομίας Νόμου και του άρθρου 3
(1)των σχετικών Κανονισμών να συνεχίσει να τα ασκεί με διαταγή του Αρχηγού, κάτι το οποίο πράττει μέχρι σήμερα. Συνυπολογίζοντας όλα τα ανωτέρω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ................ Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.