← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Gheorghe - Valentin Barligea κ.α., Aρ. Υπόθεσης 32645/12, 28/12/2012

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Gheorghe - Valentin Barligea κ.α., Aρ. Υπόθεσης 32645/12, 28/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:B85 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 32645/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν -

  1. Gheorghe - Valentin Barligea
  2. Nicolae Marian Paraschiv Ημερομηνία: 28.12.12 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Αργυρού Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Α. Αβραάμ Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν ο καθένας ξεχωριστή κατηγορία για το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου κατά παράβαση των άρθρων 268 και 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Η πρώτη κατηγορία αφορά στον πρώτο Κατηγορούμενο και η δεύτερη στον δεύτερο. Κατηγορούνται ότι μεταξύ των ημερομηνιών 19.6.12 και 20.6.12 στην Λεμεσό έκλεψαν από τον εργοδότη τους και ενώ ήταν υπάλληλοι του το ποσό των Ευρώ 32.805,00 σεντ περιουσία του εν λόγω εργοδότη τους. Οι Κατηγορούμενοι προσήχθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου χθες, 27.12.
  3. Κατηγορήθηκαν και αρνήθηκαν ενοχή ο καθένας στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Ακολούθως, η Κατηγορούσα Αρχή ζήτησε σύντομη ημερομηνία εκδίκασης της υπόθεσης καθώς και την κράτηση των Κατηγορούμενων μέχρι την ημέρα της δίκης τους. Έρεισμα για το αίτημα αποτελεί σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή (α) ο κίνδυνος μη προσέλευσης των Κατηγορούμενων κατά την ημέρα της δίκης τους καθώς και (β) ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων. Το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής προσέκρουσε στην ένσταση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Κατηγορούμενων. Η Κατηγορούσα Αρχή δεν προσήγαγε οποιαδήποτε μαρτυρία προς υποστήριξη του αιτήματος της και ο ευπαίδευτος εκπρόσωπός της περιορίσθηκε σε επιχειρηματολογία. Ο κύριος Αργυρού κατά την αγόρευσή του ενώπιον του Δικαστηρίου επικεντρώθηκε στα ακόλουθα:
  4. οι κατηγορίες αφορούν κακουργήματα σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, καθίστανται δε έτι σοβαρότερες από το ύψος του κλαπέντος ποσού. Οι πιο πάνω παράγοντες από μόνοι τους δεικνύουν ότι η εμφάνιση των Κατηγορούμενων στην δίκη τους είναι απομακρυσμένη και η διαφυγή τους από την Δημοκρατία πιο πιθανή
  5. οι Κατηγορούμενοι διέφυγαν από την Κύπρο στις 20.6.12 και μετέβηκαν στην Ρουμανία. Ο εργοδότης τους τους αναζήτησε πλην όμως δεν μπορούσε να τους εντοπίσει. Κατά συνέπεια ζητήθηκε και εξασφαλίσθηκε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης δυνάμει του οποίου οι Κατηγορούμενοι συνελήφθηκαν στην Ρουμανία και μεταφέρθηκαν στην Κύπρο
  6. πέραν τούτου οι Κατηγορούμενοι είχαν αναφέρει σε συμπατριώτες τους ότι ήθελαν να φύγουν από την Κύπρο
  7. οι Κατηγορούμενοι δεν έχουν ισχυρούς δεσμούς με την Δημοκρατία. Ο μόνος δεσμός τους με την Δημοκρατία ήταν η εργασία τους στο νησί, δεσμό τον οποίο απέκοψαν οι ίδιοι με την αναχώρηση τους από την Κύπρο και την ως εκ του πιο πάνω γεγονότος προκύπτουσα εκδήλωση επιθυμίας από μέρους τους να μην εργοδοτούνται πλέον από τον εργοδότη τους
  8. είναι προς το δημόσιο συμφέρον όπως η καμφθεί η προσωπική ελευθερία των Κατηγορούμενων
  9. με βάση την μαρτυρία που υπάρχει στον φάκελο της Εισαγγελίας είναι προς το δημόσιο συμφέρον όπως οι Κατηγορούμενοι παραμείνουν υπό κράτηση για σκοπούς αποφυγής επηρεασμού μαρτύρων που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση καθότι τα ποσά που έχουν κλαπεί προέρχονται από άτομα με τα οποία οι Κατηγορούμενοι μπορούν κάλλιστα να έρθουν σε επαφή και επηρεάσουν
  10. κανένας όρος περιοριστικός δεν μπορεί να ικανοποιήσει την προσδοκία προσέλευσης των Κατηγορούμενων στην δίκη. Με την δική του αγόρευση ενώπιον του Δικαστηρίου ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορούμενων ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Πράγματι, οι Κατηγορούμενοι έφυγαν από την Κύπρο στις 20.6.12, αν και με διαφορετικές πτήσεις, για την πατρίδα τους την Ρουμανία και έκτοτε δεν επέστρεψαν στο νησί μας. Δεν διέφυγαν, όμως, από την Κύπρο, ούτε και έφυγαν από την χώρα για να ξεφύγουν από τον Νόμο, όπως η Κατηγορούσα Αρχή προσπάθησε να παρουσιάσει τα πράγματα. Μάλιστα, στην Ρουμανία, όπου πήγαν δεν κρύβονταν, γι' αυτό και ο εντοπισμός και η σύλληψή τους ήταν εύκολοι. Αναφορικά με τον δεύτερο Κατηγορούμενο ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης υποστήριξε ότι ο εν λόγω Κατηγορούμενος βρισκόταν στην Κύπρο τα τελευταία τέσσερα χρόνια όπου και εργαζόταν και σε εργοδότες άλλους από τον παραπονούμενο. Δήλωσε ότι ήταν επιθυμία του εν λόγω Κατηγορούμενου όπως μεταβεί στην Ρουμανία για να βρίσκεται κοντά στην αρραβωνιαστικιά του και όχι να διαφύγει από την Κύπρο, όπως η Κατηγορούσα Αρχή δήλωσε στο Δικαστήριο, γι' αυτό και ζήτησε επανειλημμένα από τον εργοδότη του και παραπονούμενο να μεταβεί στην πατρίδα του. Ο παραπονούμενος, όμως, αρνείτο γιατί ήθελε τον δεύτερο Κατηγορούμενο να του δουλεύει με το ζόρι. Σύμφωνα με την Υπεράσπιση ο παραπονούμενος είχε γίνει φορτικός και απειλητικός. Αυτός έφτασε να απειλεί τους Κατηγορούμενους μέχρι και στην Ρουμανία. Καμία προσπάθεια διαφυγής των Κατηγορούμενων δεν έλαβε χώρα. Ποια ήταν η προσπάθεια διαφυγής όταν ο δεύτερος Κατηγορούμενος επιστρέφοντας στην Κύπρο από την Ρουμανία πριν τις 19 με 20 Ιουνίου του 2012 συναντήθηκε με τον παραπονούμενο κάνοντας, μάλιστα, στον τελευταίο και δώρο που είχε φέρει μαζί του από την πατρίδα του και λέγοντας του ότι ήθελε να σταματήσει να εργάζεται στο καζίνο του και ότι επιθυμούσε να επιστρέψει στην χώρα του; Η καταγγελία είναι εκδικητική, επίπλαστη και ψευδής. Ψευδείς είναι και οι κατηγορίες εναντίον των Κατηγορούμενων. Άλλωστε, ο παραπονούμενος δεν είχε τόσα χρήματα για να του τα κλέψουν οι Κατηγορούμενοι. Ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων είναι εξωπραγματικός. Τουναντίον, οι Κατηγορούμενοι φοβούνται ότι είναι οι άνθρωποι του παραπονούμενου που θα προσπαθήσουν να προσεγγίσουν τους Κατηγορούμενους. Σύμφωνα με τον κύριο Αβραάμ η προσέλευση των Κατηγορούμενων κατά την δίκη τους μπορεί να εξασφαλισθεί με άλλους τρόπους παρά με διαταγή του Δικαστηρίου για κράτησή τους. Όπως με το να διαταχθούν οι Κατηγορούμενοι να παραδώσουν τις ταυτότητές τους, να παρουσιάζονται καθημερινά σε αστυνομικό σταθμό και το όνομά τους να τοποθετηθεί στον κατάλογο των προσώπων των οποίων η έξοδος απαγορεύεται από την Δημοκρατία (stop list). Οι Κατηγορούμενοι μπορούν ακόμα να εξασφαλίσουν το ποσό των Ευρώ 2.000,00 σεντ το οποίο και προτίθενται να καταθέσουν έκαστος σε μετρητά ως πρόσθετη εγγύηση. Η εξουσία του Δικαστηρίου σε σχέση με αίτημα κράτησης κατηγορούμενου στα πλαίσια συνοπτικής διαδικασίας μέχρι την ημερομηνία της δίκης του εδράζεται στα άρθρα 48 και 157

(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε. Η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου ασκείται με βάση καλά καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Σύμφωνα με τις πιο πάνω καθιερωμένες νομολογιακές αρχές το Δικαστήριο εξετάζοντας αίτημα κράτησης κατηγορουμένου μέχρι την δίκη του πρέπει να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος μέχρι να καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο και ότι η κράτηση του αποτελεί ένα σοβαρό περιορισμό της προσωπικής του ελευθερίας, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 11 του Συντάγματος. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρένου Κώστα Κυριάκου κ.α.
(2001)2 ΑΑΔ 373 αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι. Ως ζήτημα γενικής αρχής, η οποία κατοχυρώνεται και συνταγματικά εφόσον αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας, ένας υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση στις περιπτώσεις όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στη δίκη του. Ταυτόχρονα πρέπει να σταθμίζεται με αυτά και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία των κατηγορουμένων στο Δικαστήριο. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται παραδεκτή, εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 109 απαριθμούνται οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου. Αυτοί είναι οι ακόλουθοι:
  1. η πιθανότητα/κίνδυνος μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο
  2. η πιθανότητα/κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων
  3. η πιθανότητα/κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων Στην υπόθεση Φώτος Χ΄΄Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 45 έγινε ανασκόπηση της νομολογίας και υποστηρίχθηκε, πως η πρόβλεψη αναφορικά με την ύπαρξη και την αποτίμηση των πιο πάνω κινδύνων δεν μπορεί παρά να στηρίζεται είτε σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υπόδικου ή της υπόθεσης είτε σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της. Τα στοιχεία που είναι σχετικά περιλαμβάνουν την προηγούμενη προσέλευση ή μη προσέλευση όπως και την εκδήλωση προθέσεων για το μέλλον, την ύπαρξη προηγούμενων καταδικών για παρόμοια αδικήματα σε συνάρτηση με την φύση τους, την πιθανολόγηση περί της ήδη διάπραξης στο μεταξύ και άλλων αδικημάτων και την προσπάθεια ή την εκδήλωση διάθεσης επηρεασμού μαρτύρων (Βλ. Φώτος Χ΄΄Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 45). Καθένας από τους πιο πάνω παράγοντες εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς μπορεί να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος κράτησης. Δεν είναι απαραίτητη η συνδρομή και των τριών πιο πάνω παραγόντων για να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου (Βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 7, Χαράλαμπος Κυριάκου Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 130 και Lefkios Rodosthenous and Another v. The Police
(1961)2 CLR 50). Αναφορικά με τον υπό της Κατηγορούσας Αρχής επικαλούμενο κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω απόσπασμα από την σελίδα 694 της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χρίστος Χριστούδια ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 689: «Το ενδεχόμενο επηρεασμού μαρτύρων αποτελεί από μόνο του παράγοντα ο οποίος μπορεί να δικαιολογήσει την κράτηση (Βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 7, 11, Κακούρη κ.α. ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 391, 396 και Καλλής κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 677). Αυτό που πρέπει να εξετάζει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο οι φόβοι της Αστυνομίας για επηρεασμό μαρτύρων ήσαν εύλογα δικαιολογημένοι με βάση τα υπάρχοντα δεδομένα (Βλ. Σιημητρά κ.α. ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 397). Κριτήριο είναι οι πιθανοί κίνδυνοι να επηρεασθούν μάρτυρες (Βλ. Κακούρη, πιο πάνω, σελ. 396, Λοϊζου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 304 και Πέτρου κ.α. ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 679. Βλ. και Κωνσταντινίδη ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 109, 120, 121 στην οποία έγινε αναφορά σε νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σύμφωνα με την οποία αυτό που εξετάζεται είναι η ύπαρξη ευλόγως δικαιολογημένου φόβου επηρεασμού μαρτύρων. Βλ., επίσης, Καλλής, πιο πάνω)». Στην υπόθεση Χρίστος Χριστούδια ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 689, που πιο πάνω μνημονεύεται, ο εφεσείοντας αντιμετώπιζε 48 κατηγορίες για πλαστοπροσωπείες, πλαστογραφίες, κυκλοφορίες πλαστών εγγράφων, αποσπάσεις χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και άλλα συναφή αδικήματα. Το αίτημα της Αστυνομίας για κράτηση του εφεσείοντα μετά την παραπομπή του για δίκη από το Κακουργιοδικείο βασιζόταν, μεταξύ άλλων, στην πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων. Ο εξεταστής της υπόθεσης ο οποίος κλήθηκε να καταθέσει υποστήριξε ότι συγκεκριμένος μάρτυρας κατηγορίας δέχθηκε απειλητικό τηλεφώνημα από άγνωστό του πρόσωπο για να αλλάξει την κατάθεσή του. Κατόπιν προτροπής του εξεταστή ο εν λόγω μάρτυρας αποτάθηκε στην Αστυνομία όπου και έδωσε κατάθεση για το πιο πάνω συμβάν. Σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα (α) το τηλεφώνημα είχε γίνει στην προσωπική γραμμή σταθερού του τηλεφώνου και όχι στον αριθμό που ο μάρτυρας είχε για κοινή χρήση, (β) ο μάρτυρας ήταν κύριος μάρτυρας στην ποινική υπόθεση που εκκρεμούσε εναντίον του εφεσείοντα και στα πλαίσια της οποίας είχε ζητηθεί η κράτηση του τελευταίου και, τέλος, (γ) ο μάρτυρας δεν ήταν μάρτυρας σε οποιαδήποτε άλλη υπόθεση, ποινική ή πολιτική. Το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων και ενέκρινε το αίτημα της Αστυνομίας για κράτηση του εφεσείοντα. Σημαίνοντα παράγοντα για την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστή διαδραμάτισε το γεγονός ότι «υπήρξε ισχυρισμός υπό μορφή μαρτυρίας ότι απειλήθηκε μάρτυρας της παρούσας υπόθεσης. Μάρτυρας που σύμφωνα με την κατάθεση, Τεκμήριο 1, δεν εμπλέκεται σε άλλη υπόθεση». Συνεχίζοντας το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε, ότι σε τέτοιες περιπτώσεις το Δικαστήριο δεν αναμένει απόδειξη της προσπάθειας επηρεασμού μαρτύρων. Αναμένει παράθεση μαρτυρίας, η οποία εκτιμάται σε σχέση με τους κινδύνους που με την μαρτυρία αυτή επιχειρούνται να καταδειχθούν. Το Εφετείο επιδοκίμασε το σκεπτικό της πρωτόδικης κρίσης. Υποστήριξε δε, ότι αφ' ης στιγμής υπήρχε μαρτυρία ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία ο κύριος μάρτυρας κατηγορίας είχε απειληθεί από ανώνυμο πρόσωπο και η μαρτυρία ήταν τέτοιας φύσης και υφής που καθιστούσε τους φόβους των διωκτικών αρχών εύλογα δικαιολογημένους, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε εντοπίσει κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων. Στην υπό εξέταση περίπτωση η υπό της Κατηγορούσας Αρχής προβληθείσα θέση είναι γενικόλογη και αόριστη και δεν βρίσκει έρεισμα σε κάτι απτό από το οποίο να δύναται να εξαχθεί συμπέρασμα που να συνηγορεί με την ύπαρξη του υπό της Κατηγορούσας Αρχής επικαλούμενου κινδύνου. Συναφώς δεν παρουσιάσθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή οποιαδήποτε μαρτυρία ή άλλα στοιχεία ή δεδομένα που να καταδεικνύουν ότι οι φόβοι της Αστυνομίας για ένα τέτοιο κίνδυνο είναι εύλογα δικαιολογημένοι. Συνακόλουθα ο πιο πάνω λόγος τον οποίο η Κατηγορούσα Αρχή επικαλέσθηκε προς υποστήριξη του αιτήματός της δεν ευσταθεί. Αναφορικά με τον κίνδυνο μη προσέλευσης κατηγορούμενου την ημέρα της δίκης του αναφέρονται τα ακόλουθα. Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και επιβολή αυστηρής ποινής, αποτελούν βασικούς δείκτες ή εγγενείς, όπως χαρακτηρίσθηκαν στην υπόθεση Φώτος Χ΄΄Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 45, ενδείξεις που αφορούν στην εκτίμηση της πιθανότητας προσέλευσης του κατηγορούμενου στη δίκη του. Στην υπόθεση Θεοδωρίδη κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 139 επισημάνθηκε, ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία, ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του υπόδικου να αποφύγει την δίκη του. Βεβαίως, υπάρχουν διαβαθμίσεις στην σοβαρότητα των αδικημάτων ανάλογα με τα γεγονότα και τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση. Στην υπόθεση Κρίνος Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 48 αναφέρθηκαν τα εξής: «Είναι όμως επίσης νομολογημένο πως σε καμιά περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης και την επιβληθησόμενη ποινή, αυτόματα δηλαδή, χωρίς τον συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων. Το εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμό διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικασθεί ο κατηγορούμενος αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος». Στην υπόθεση Ανδρέας Ηλία Κουννά κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2007)2 ΑΑΔ 423 λέχθηκε, ότι οι περιστάσεις της κάθε υπόθεσης ποικίλουν και ότι τα κριτήρια που προσμετρούν ανάλογα με την βαρύτητά τους για να καταλήξει το Δικαστήριο στην απόφασή του ανάγονται σε δύο κεφάλαια. Το πρώτο κεφάλαιο αναφέρεται σε αντικειμενικά δεδομένα. Αυτά δεν είναι άλλα από τις εγγενείς ενδείξεις που αναφέρονται στην υπόθεση Φώτος Χ΄΄Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 45, που πιο πάνω μνημονεύεται. Το άλλο κεφάλαιο ανάγεται σε υποκειμενικά δεδομένα, όπως οι οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου, η κατάσταση της υγείας του, η ηλικία του, το ποινικό του μητρώο, το ενδεχόμενο διάπραξης αδικημάτων αν αφεθεί ελεύθερος, ο ενδεχόμενος επηρεασμός μαρτύρων, οι δεσμοί που έχει με την χώρα διαμονής του και η ύπαρξη ή μη στοιχείων που να δείχνουν πρόθεση εκ μέρους του να μην εμφανισθεί στην δίκη. Όλα τα πιο πάνω προσμετρούν ανάλογα με την βαρύτητά τους για να καταλήξει το Δικαστήριο στην απόφασή του. Η Νομολογία κατέδειξε, επίσης, ότι το Δικαστήριο εξετάζει και παράγοντες που συνδέονται με το χαρακτήρα του κατηγορούμενου, την κατοικία του, το επάγγελμά του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με την χώρα στην οποία διώκεται καθώς και γενικότερα θέματα υγείας (Βλ. Fuat Adnan v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 183). Οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου μπορούν, επίσης, να ληφθούν υπόψη παρόλο που, καθώς υπογραμμίσθηκε στην υπόθεση Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 7, «δεν υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης». Αυτό, όμως, επέρχεται κατά την στάθμιση. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Λουκάς Σιδερένιος
(2008)2 ΑΑΔ 319 αναφέρθηκε, ότι οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορούμενου δεν εξετάζονται με σκοπό να επιδειχθεί επιείκεια στον κατηγορούμενο απαλλάσσοντάς τον από την ταλαιπωρία της προφυλάκισης. Οι προσωπικές συνθήκες εξετάζονται με αναφορά στο μοναδικό κριτήριο κατά πόσο οι συνθήκες αυτές ανατρέπουν την σκέψη στον κατηγορούμενο να μην εμφανισθεί στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τις κατηγορίες που του προσάπτονται. Τέλος, στην υπόθεση Αργύρη Παρασκευά ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 607 λέχθηκε, ότι η σοβαρότητα των κατηγοριών και η εκ πρώτης όψεως πιθανολόγηση του ενδεχόμενου καταδίκης στην βάση του μαρτυρικού υλικού ενώπιον του Δικαστηρίου είναι τα αντικειμενικά κριτήρια τα οποία, εφόσον διαπιστωθεί ότι συνυπάρχουν, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση κατά πόσο συντρέχουν και κάποια άλλα υποκειμενικά στοιχεία και δεδομένα έτσι ώστε κατόπιν συνεκτίμησης όλων των δεδομένων να κριθεί κατά πόσο η περίπτωση είναι κατάλληλη για να διαταχθεί η κράτηση του κατηγορούμενου ή αν θα πρέπει αυτός να αφεθεί ελεύθερος υπό όρους εγγύησης. Στην παρούσα υπόθεση οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου. Το εν λόγω αδίκημα είναι ιδιαίτερα σοβαρό και οι ποινές που επιβάλλουν τα Δικαστήρια σε τέτοιες περιπτώσεις σύμφωνα με την Νομολογία ιδιαίτερα αυστηρές. Συνήθης ποινή είναι η ποινή η στερητική της ελευθερίας και, μάλιστα, μακράς διαρκείας. Ενδεικτικό της σοβαρότητας του υπό συζήτηση αδικήματος αποτελεί η μακρόχρονη ποινή φυλάκισης που προβλέπει γι' αυτό ο Νόμος. Κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων που αναφέρονται στις κατηγορίες το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου τιμωρείτο με ποινή φυλάκισης 10 ετών. Προδήλως αυτή είναι και η μέγιστη ποινή για τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση. Ενδεικτικό τούτου είναι η συμπερίληψη στην έκθεση αδικήματος και στις δύο κατηγορίες του Τροποποιητικού Νόμου 43(Ι)/2000. Αν και φρονώ πως δεν πρέπει να ενδιαφέρει για τους σκοπούς της παρούσης υπόθεσης αξίζει να σημειωθεί ότι με το άρθρο 3 του Τροποποιητικού Νόμου 84(Ι)/12, ο οποίος δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα στις 29.6.12, ήτοι εννέα ημέρα μετά την κατ' ισχυρισμό διάπραξη των αδικημάτων που αναφέρονται στις κατηγορίες, η ποινή αυξήθηκε σε 14 έτη φυλάκισης. Είναι σημαντικό να αναφερθεί, ότι η Νομολογία κατέδειξε, ότι η αναφορά στην σοβαρότητα των αδικημάτων και το ύψος της επιβληθεισόμενης ποινής, ανεξαρτήτως, δηλαδή, των υπόλοιπων παραμέτρων, όπως η πιθανότητα καταδίκης, δεν είναι αρκετή για να διαταχθεί η κράτηση ενός κατηγορούμενου μέχρι την δίκη του (Βλ. Μιχάλης Ψύλλας ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 444, Fuat Adnan v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 183, Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 48 και Letellier v. France (A 207
(1991))). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ρένου Κώστα Κυριάκου κ.α.
(2001)2 ΑΑΔ 373 λέχθηκε ότι είναι σταθερά νομολογημένο ότι ο κίνδυνος να μην εμφανισθεί ο κατηγορούμενος εκτιμάται κατ' εξοχήν όχι μόνο με αναφορά στην φύση του αδικήματος και το ύψος της επιβληθεισόμενης ποινής αλλά και την πιθανότητα καταδίκης. Αναφορικά με το πώς αντικρίζεται η τελευταία ένδειξη λέχθηκε στην ίδια υπόθεση ότι το Δικαστήριο που εξετάζει ζήτημα κράτησης υπόδικου λαμβάνει υπόψη την ισχύ της μαρτυρίας όπου προσφέρεται στην όψη της αυτή η δυνατότητα (Βλ., επίσης, Φώτος Χ΄΄Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 45). Επίσης, στο πλέγμα του συνόλου των ενδείξεων συνεκτιμάται και το ότι η διαθέσιμη μαρτυρία δεν αποκλείει κάθε λογική προσδοκία για αθώωση (Βλ., επίσης, Savva and Another (No. 2) v. The Police
(1977)2 CLR 446). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Διονύση Μανουσαρίδη Και Άλλων
(2001)2 ΑΑΔ 639 λέχθηκε ότι η πιθανότητα καταδίκης ενός κατηγορούμενου πρέπει να είναι ορατή. Στην υπό εξέταση περίπτωση τίποτα δεν αναφέρθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή ως προς την ισχύ της υπόθεσής της ή την πιθανότητα καταδίκης των Κατηγορούμενων. Κανένα στοιχείο ή δεδομένο αλλά ούτε και οποιαδήποτε μαρτυρία παρουσιάσθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή προς την πιο πάνω κατεύθυνση. Το ερώτημα που αναφύεται είναι πόσο αρνητικά επιδρά στην τύχη του αιτήματος η πιο πάνω αποτυχία ή παράλειψη της Κατηγορούσας Αρχής. Είναι η αποτυχία αυτή μοιραία ή άνευ ιδιαίτερης σημασίας στην υπό εξέταση περίπτωση; Φρονώ πως ισχύει το δεύτερο. Και αυτό για τους ακόλουθους λόγους. Η πιθανότητα καταδίκης είναι ένα από τα τρία στοιχεία, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να αξιολογήσει ουσιαστικά την πιθανότητα ή τον κίνδυνο ο κατηγορούμενος να φυγοδικήσει και να μην εμφανισθεί στην δίκη του. Λαμβανομένων υπόψη της σοβαρότητας του αδικήματος, του ύψους της ποινής που θα επιβληθεί και της πιθανότητας καταδίκης το Δικαστήριο είναι σε θέση να προβεί σε αξιολόγηση της πιθανολόγησης του πιο πάνω κινδύνου. Αν η πιθανότητα καταδίκης κατηγορούμενου είναι ορατή, το αδίκημα που αυτός αντιμετωπίζει σοβαρό και η επιβληθεισόμενη ποινή αυστηρή, τότε, το Δικαστήριο διατάσσει την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την δίκη του εκτός αν συντρέχουν άλλοι παράγοντες που αντικειμενικά ιδωμένοι αναιρούν το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να φυγοδικήσει και να μην εμφανισθεί στην δίκη του. Στην υπό εξέταση περίπτωση κρίνω ότι οι Κατηγορούμενοι με την συμπεριφορά και τις ενέργειές τους έχουν ήδη δείξει την πρόθεσή τους να εγκαταλείψουν την Κύπρο σε περίπτωση που αυτοί αφεθούν ελεύθεροι. Ενδεικτικό τούτου είναι ότι στις 20.6.12, ήτοι εδώ και 6 μήνες, εγκατέλειψαν την χώρα μας επιστρέφοντας στην πατρίδα τους και έκτοτε δεν επέστρεψαν στην Κύπρο, τουλάχιστον, αυτόβουλα. Προδήλως, γιατί κανένας δεσμός δεν τους συνδέει με την χώρα μας ή δεν τους συνδέει με την χώρα μας πλέον. Η δε σημερινή παρουσία τους στην Κύπρο εξασφαλίσθηκε σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή, χωρίς αυτό να αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση, δυνάμει εκτέλεσης Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και συνεπακόλουθης, προδήλως, έκδοσής τους στην χώρα μας από Δικαστήριο της Ρουμανίας. Αναφορικά δε με τον δεύτερο Κατηγορούμενο είναι παραδεκτή επιπλέον και μέσω του δικηγόρου του η επιθυμία του να βρίσκεται στην πατρίδα του όπου ζει και η αρραβωνιαστικιά του. Σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή αφ' ης στιγμής οι Κατηγορούμενοι εγκατέλειψαν το νησί μας και τον εργοδότη τους, αποκόπτοντας, έτσι, και τον μοναδικό δεσμό που τους συνέδεε με την Κύπρο, ήτοι δεσμό εργασίας, κανένας δεσμός δεν υφίσταται πλέον που να τους συνδέει με την χώρα μας. Η Υπεράσπιση δεν διέψευσε την πιο πάνω θέση της Κατηγορούσας Αρχής. Ούτε και πρόβαλε ή πρόταξε οτιδήποτε περί του αντιθέτου. Κανένας ισχυρισμός ή θέση δεν προβλήθηκαν από την Υπεράσπιση προς την κατεύθυνση ότι οι Κατηγορούμενοι έχουν δεσμούς με την χώρα μας και, μάλιστα, τέτοιους ώστε το ενδεχόμενο αυτοί να φυγοδικήσουν αν αφεθούν ελεύθεροι να μπορεί να θεωρείται απομακρυσμένο. Ό,τι δε προκύπτει από τις δηλώσεις του ευπαίδευτου εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής και δεν διαψεύσθηκε από την Υπεράσπιση είναι ότι οι Κατηγορούμενοι εγκατέλειψαν την Κύπρο χωρίς πρόθεση να επιστρέψουν σε αυτήν, τουλάχιστον, στο εγγύς μέλλον. Ένας δε από τους λόγους που τους ώθησε να πράξουν κάτι τέτοιο είναι σύμφωνα με την Υπεράσπιση τα πενιχρά εισοδήματα που λάμβαναν ως εκ της εργασίας τους από τον παραπονούμενο. Κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν θεωρώ ότι η αποτυχία της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει πιθανότητα καταδίκης είναι μοιραία για την τύχη του αιτήματός της. Στην υπό εξέταση περίπτωση ο συνυπολογισμός και η αξιολόγηση της πιο πάνω παραμέτρου είναι περιττοί. Όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε η πιο πάνω παράμετρος λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο για να αξιολογηθεί η πιθανότητα φυγοδικίας του κατηγορούμενου. Στην παρούσα, όμως, περίπτωση η πιθανότητα αυτή είναι ορατή και χωρίς τον συνυπολογισμό της πιο πάνω παραμέτρου. Είτε ισχυρή είναι η υπόθεση της Κατηγορίας είτε όχι οι Κατηγορούμενοι με την συμπεριφορά τους, που δεν είναι απαραίτητο να χαρακτηρισθεί επιλήψιμη, τουλάχιστον στο παρόν στάδιο, παρά το ότι όπως από την επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου συνηγόρου προκύπτει αυτοί εγκατέλειψαν την Κύπρο την ίδια ημέρα που σύμφωνα με το κατηγορητήριο διαπράχθηκαν τα αδικήματα, κατέδειξαν ότι πρόθεση και επιθυμία τους είναι όπως αυτοί βρίσκονται στην πατρίδα τους και όχι στην Κύπρο. Συναφώς, δεσμοί με την Δημοκρατία δεν καταδείχθηκε να υπάρχουν. Κάτω από αυτές τις συνθήκες φρονώ πως το ενδεχόμενο οι Κατηγορούμενοι να φυγοδικήσουν σε περίπτωση που αυτοί αφεθούν ελεύθεροι είναι ορατό. Οι όροι δε που ο ευπαίδευτος συνήγορός τους εισηγήθηκε για να αφεθούν ελεύθεροι δεν κρίνω πως είναι επαρκείς για να διασφαλισθεί η παρουσία τους στην Δημοκρατία. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω πως υπάρχει ορατός κίνδυνος οι Κατηγορούμενοι να μην εμφανισθούν την ημέρα της δίκης τους. Συνακόλουθα το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής όπως οι Κατηγορούμενοι παραμείνουν υπό κράτηση μέχρι την ημέρα της δίκης τους κρίνεται δικαιολογημένο. Θεωρώ ορθό και σκόπιμο όπως ορίσω την υπόθεση μετά το τέλος των Δικαστηριακών διακοπών με σκοπό να δοθεί ημερομηνία ακρόασης από τον Δικαστή που σύμφωνα με το πρόγραμμα εργασίας του Δικαστηρίου η παρούσα υπόθεση θα τεθεί ενώπιόν του. Συνακόλουθα η υπόθεση ορίζεται στις 7.1.13 και ώρα 9.30 π.μ.. Οι Κατηγορούμενοι να παραμείνουν υπό κράτηση μέχρι τότε. Περαιτέρω διατάσσεται η έκδοση διατάγματος προσαγωγής των Κατηγορούμενων στο Δικαστήριο κατά την πιο πάνω ορισθείσα ημέρα και ώρα. (Υπ.) ................ Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Κράτηση μέχρι την δίκη Subject: Criminal / General (Criminal) Jurisdiction / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.