← Κύπρος

Εφόρου Ταμείων Προνοίας ν. ΑΝΤΡΕΑ ΚΟΥΛΕΡΜΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1104/11, 20/9/2012

Εφόρου Ταμείων Προνοίας ν. ΑΝΤΡΕΑ ΚΟΥΛΕΡΜΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1104/11, 20/9/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:B30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1104/11 Μεταξύ: Εφόρου Ταμείων Προνοίας Κατηγορούσας Αρχής ν.

  1. ΑΝΤΡΕΑ ΚΟΥΛΕΡΜΟΥ ΑΔΤ 132835
  2. ΣΠΥΡΟΥ ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ ΑΤΔ 819060
  3. ΑΝΤΩΝΗ ΚΑΠΑΡΑ ΑΔΤ 546057
  4. ΝΙΚΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΑΔΤ 636381
  5. ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΑΤΔ 524748 Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 20 Σεπτεμβρίου 2012 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σαββίδου Για Κατηγορούμενους: κος Ζαχαρίου Κατηγορούμενοι 1-5 παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής θα πρέπει το Δικαστήριο να εξετάσει το ζήτημα κατά πόσο αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων σύμφωνα με το Άρθρο 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 έτσι ώστε να κληθεί σε απολογία. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Περαιτέρω στην υπόθεση Γεν. Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87 αναφέρθηκε πως: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι 1-5 αντιμετωπίζουν την κατηγορία της παράλειψης υποβολής καταστάσεων στον Έφορο Ταμείων Προνοίας κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 8
(2)(δ), 17, 19, 29, 29Α και 30 των περί Ταμείων Προνοίας Νόμων του 1981 μέχρι 2005 και του Κανονισμού 8 των περί Ταμείων Προνοίας Κανονισμών του 1981 μέχρι 1989 και του άρθρου 3
(1)του περί Αυξήσεως των Χρηματικών Ποινών Νόμου του
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος οι κατηγορούμενοι μεταξύ 01.10.2010 και 22.12.2010 στη Λάρνακα ενώ ήσαν μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής του ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΥΠΕΡ ΤΟΥ ΕΜΜΙΣΘΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΛΤΔ παρέλειψαν να υποβάλουν στον Έφορο Ταμείων Προνοίας αντίγραφο του λογαριασμού εσόδων και εξόδων, αντίγραφο του ισολογισμού, αντίγραφο έκθεσης του ελεγκτή και κατάσταση σχετικά με τα μέλη αναφορικά με το πιο πάνω Ταμείο για το έτος
  2. Το ζήτημα το οποίο χρήζει εξέτασης που αποτέλεσε και τη βάση της εισήγησης της υπεράσπισης είναι κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή απέδειξε ακόμα και στο στάδιο αυτό της διαδικασίας την σύνδεση των κατηγορουμένων 1-5 με την ισχυριζόμενη διάπραξη του αδικήματος που αναφέρεται στο κατηγορητήριο. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω το άρθρο 8 του σχετικού νόμου: 8 -
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, παν ταμείον προνοίας διέπεται υπό του καταστατικού αυτού
(2)Το καταστατικόν ταμείου προνοίας δέον όπως καθορίζει (α) την επωνυμίαν και την έδρα του ταμείου προνοίας (β) τους όρους της εισδοχής των μελών και τας συνθήκας υφ΄ας ταύτα παύουν να είναι μέλη (γ)τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μελών (δ) την Διαχειριστικήν Επιτροπήν του ταμείου προνοίας ως και τους όρους της εκλογής ή διορισμού και παύσεως των μελών αυτής και τας αρμοδιότητας και τους όρους λειτουργίας αυτής (ε) τους όρους υφ΄ ους δύναται να συγκαλήται, συνεδριάζει και αποφασίζη η συνέλευσις των μελών, (στ) τους όρους υφ ους δύναται να τροποποιηθή το καταστατικόν (ζ) το ποσόν ή ποσοστόν εισφορών των μελών και του εργοδότου (η) την τήρησιν και έλεγχον των λογαριασμών του ταμείου προνοίας, και (θ) τους όρους διαλύσεως αυτού
(3)Ουδέν μέλος ταμείου προνοίας δύναται να έχη πέραν της μιας ψήφου δυνάμει του καταστατικού του ταμείου προνοίας. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 (δ) (ε) (στ) της ως άνω διάταξης, το καταστατικό καθορίζει την διαχειριστική επιτροπή του ταμείου προνοίας τους όρους κάτω από τους οποίους δύναται να συγκαλείται, να συνεδριάζει και να αποφασίζει η συνέλευση των μελών και τους όρους κάτω από τους οποίους μπορεί να τροποποιηθεί το καταστατικό. Ο Χριστάκης Σάββα, μοναδικός μάρτυρας κατηγορίας, ανέφερε ότι στο αρχικό καταστατικό του ταμείου προνοίας υπέρ του έμμισθου προσωπικού της Εταιρείας Αστικών Λεωφορείων Λάρνακας Λτδ ουδείς από τους κατηγορούμενους αναφέρεται ως μέλος της διαχειριστικής επιτροπής. Ανάφερε περαιτέρω ότι έγιναν αλλαγές στα μέλη της διαχειριστικής επιτροπής με τελευταία αυτή της ημερομηνίας 24.09.07 και προς τούτο κατέθεσε το τεκμήριο 2 που είναι τα Πρακτικά Συνεδρίας Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Προνοίας της Εταιρείας Αστικά Λεωφορεία Λάρνακας Λτδ. Ο Μ.Κ. ανέφερε ότι το τεκμήριο 2 ήταν αρκετό για ενημέρωση της κατηγορούσας αρχής περί αλλαγής των μελών της διαχειριστικής επιτροπής έστω και αν, ως ο ίδιος δέχθηκε δεν είχαν απόφαση της γενικής συνέλευσης του Ταμείου Προνοίας. Καταρχάς το πρώτο που θα πρέπει να σημειωθεί είναι ότι το τεκμήριο 2 φέρει ως τίτλο πρακτικά διοικητικού συμβουλίου και όχι διαχειριστικής επιτροπής. Περαιτέρω, αναφέρει το Ταμείο Προνοίας της εταιρείας Αστικών Λεωφορείων Λάρνακας Λτδ και όχι το Ταμείο Προνοίας υπέρ του Έμμισθου Προσωπικού της Εταιρείας Αστικών Λεωφορείων Λάρνακας Λτδ ως είναι εγγεγραμμένο το Ταμείο Προνοίας σύμφωνα με το κατατεθέν Πιστοποιητικό Εγγραφής τεκμήριο 1 για το οποίο φέρονται ως μέλη της διαχειριστικής επιτροπής οι κατηγορούμενοι και για το οποίο υπέχουν ευθύνη ως ο ισχυρισμός της κατηγορούσας αρχής αλλά και σύμφωνα με το κατηγορητήριο και τις λεπτομέρειες αδικήματος. Επίσης δεν είναι δυνατόν το τεκμήριο 2 να αποτελέσει τέτοιο έγγραφο το οποίο να θεωρηθεί ότι έγινε τροποποίηση του καταστατικού με αποτέλεσμα την αλλαγή των μελών της διαχειριστικής επιτροπής. Το άρθρο 8
(2)(δ)(στ) προνοεί ότι το καταστατικό δέον όπως καθορίζει την διαχειριστική επιτροπή του ταμείου προνοίας ως και τους όρους της εκλογής ή διορισμού και παύσεως των μελών αλλά και τους όρους κάτω από τους οποίους μπορεί να τροποποιηθεί το καταστατικό. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν κατατέθηκε το εν λόγω καταστατικό αλλά ούτε και μαρτυρία τέθηκε η οποία να αναφέρει κάτω υπό ποιες προϋποθέσεις και ποια διαδικασία ακολουθείται για αλλαγή των μελών της διαχειριστικής επιτροπής έτσι ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει ότι το τεκμήριο 2 αποτελεί έγγραφο νομότυπου και σύμφωνα με το καταστατικό διορισμού των κατηγορουμένων 1-5 ως μελών της διαχειριστικής επιτροπής με αποτέλεσμα να συνδέονται με την διάπραξη του υπό εξέταση αδικήματος τη στιγμή μάλιστα που το τεκμήριο 2 αναφέρει ότι είναι πρακτικά συνεδρίας διοικητικού συμβουλίου. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η κλήση των κατηγορούμενων σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ΄ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Συναφώς κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Κατά συνέπεια κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων 1-5 και έτσι οι Κατηγορούμενοι 1-5 αθωώνονται και απαλλάσσονται στην κατηγορία που αντιμετωπίζουν. Υπογρ. ............ Λ. Μουγής, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.