Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας ν. Samuel Chi Ndeh κ.α., Αρ. Ποινικής Υπ.: 12730/2011, 17/2/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:B8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπ.: 12730/2011 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας ν.
- Samuel Chi Ndeh
- Πανίκος Παραλιμνίτης Κατηγορούμενοι 17 Φεβρουαρίου 2012 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Γιάλλουρου Για τον Κατηγορούμενο αρ.2: κ. Φούλιας Κατηγορούμενος αρ. 2 παρών ΑΠΟΦΑΣΗ (Ex-tempore) Ο κατηγορούμενος αρ.2 αντιμετωπίζει δυο κατηγορίες που αφορούν τα αδικήματα της πρόσληψης αλλοδαπού στην υπηρεσία του και παράλειψη ειδοποίησης του λειτουργού καταγραφής κατά παράβαση του άρθρου 20 του Κεφ.105 και του άρθρου 38 των περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Κανονισμών, (3η κατηγορία) και περαιτέρω αντιμετωπίζει και το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης κατά παράβαση του άρθρου 14(β)
(1)του ίδιου Νόμου, (4η κατηγορία). Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα. Δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Τα παραδεκτά γεγονότα τα οποία έχουν δηλωθεί και τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου έχουν ως ακολούθως: Στις 10/7/11 η ώρα 9:30 στη λεωφόρο Αθηνών στη Λάρνακα ο κατηγορούμενος αρ.2 εργοδότησε τον κατηγορούμενο αρ.1, ο οποίος ασχολείτο με ενοικίαση κρεβατιών και ομπρελών στην παραλία των Φοινικούδων στην επιχείρηση του κατηγορούμενου αρ.
- Ο κατηγορούμενος αρ. 1 κατάγεται από το Καμερούν και εισήλθε στην Κύπρο νόμιμα στις 3/3/06 ως φοιτητής σε κολλέγιο με άδεια παραμονής μέχρι τις 30/6/
- Στις 16/12/10 στο δήμο Αραδίππου ο κατηγορούμενος αρ.1 παντρεύτηκε την Αποστόλοβα Βέρα από τη Βουλγαρία. Ο κατηγορούμενος αρ.2 δεν είχε άδεια για την εργοδότηση του κατηγορούμενου αρ.1 και ο γάμος του κατηγορούμενου αρ.1 δεν ενεγράφη στην υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης. Με βάση την πιο πάνω μαρτυρία το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου αρ.2, και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του Κεφ. 155 αυτός επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου αρ.2 στο στάδιο των αγορεύσεων εισηγήθηκε ότι στην παρούσα περίπτωση δεν εφαρμόζεται το Κεφ.105 αλλά εφαρμόζονται οι πρόνοιες του Ν.7
(1)/2007. Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος του, ο κατηγορούμενος αρ.1 αλλοδαπός είχε δικαίωμα να εργαστεί στην υπηρεσία του κατηγορούμενου αρ.2 ως σύζυγος ευρωπαίας πολίτη και δεν απαιτείται η έκδοση οποιασδήποτε σχετικής άδειας. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση του ευπαίδευτου δημόσιου κατήγορου ο οποίος εισηγήθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση έχουν εφαρμογή οι πρόνοιες του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου. Το άρθρο 14(β)
(1)του Κεφ. 105 προνοεί τα ακόλουθα: «Η εργοδότηση αλλοδαπού χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια ή η εργοδότηση κατά παράβαση των όρων άδειας εργοδότησης ή η εργοδότηση κατά παράβαση οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμού, συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης μέχρι τρία χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές.» Αλλοδαπός σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κεφ.105 σημαίνει πρόσωπο το οποίο δεν είναι Κύπριος υπήκοος. Από 9/2/07 τέθηκε σε ισχύ ο περί του Δικαιώματος των Πολιτών της Ένωσης και των Μελών των Οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια της Δημοκρατίας, Ν.7
(1)/2007. Οι πολίτες της Ένωσης έχουν δικαίωμα διαμονής στην Δημοκρατία για περίοδο που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες χωρίς κανένα όρο ή διατύπωση εκτός από την απαίτηση κατοχής ισχύοντος διαβατηρίου ή ταυτότητας, (βλ. άρθρο 8). Οι πολίτες της Ένωσης έχουν δικαίωμα διαμονής στην Δημοκρατία για περίοδο που υπερβαίνει τους τρεις μήνες εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 9(α) έως (δ) δηλ. αν είναι μισθωτοί εργαζόμενοι ή μη μισθωτοί εργαζόμενοι στην Δημοκρατία ή διαθέτουν επαρκείς πόρους για τους ίδιους και τα μέλη των οικογενειών τους ώστε να μην επιβαρύνουν το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας της Δημοκρατίας ή είναι εγγεγραμμένοι σε ιδιωτικό ή δημόσιο ίδρυμα ή είναι μέλη της οικογένειας που συνοδεύουν ή αφικνούνται για να συναντήσουν πολίτη της Ένωσης ο οποίος πληροί τους όρους που αναφέρονται στις παρ. (α), (β) ή (γ) του άρθρου 9
(1). Το δικαίωμα διαμονής που προβλέπεται στο άρθρο 9
(1)επεκτείνεται και στα μέλη της οικογένειας που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους όταν συνοδεύουν ή αφικνούνται για να συναντήσουν πολίτη της Ένωσης στη Δημοκρατία και εφόσον ο εν λόγω πολίτης πληροί τους όρους που αναφέρονται στις παρ.(α), (β) ή (γ) του εδαφίου 1 του άρθρου 9. Όπως διαφαίνεται από τις πρόνοιες του Ν.7
(1)/07 οι πολίτες της Ένωσης έχουν δικαίωμα διαμονής στη χώρα μας κάτω από τις προϋποθέσεις που θέτει ο ίδιος ο Νόμος. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 21 του σχετικού Νόμου τα μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, τα οποία έχουν δικαίωμα διαμονής ή το δικαίωμα μόνιμης διαμονής στη Δημοκρατία δικαιούνται να λάβουν μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα. Στην προκειμένη περίπτωση με βάση τα παραδεκτά γεγονότα αλλά και τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος αρ.1 είναι νυμφευμένος με πολίτη της Ένωσης αφού στις 16/12/10 τέλεσε στο δήμο Αραδίππου γάμο με βουλγάρα υπήκοο. Η Βουλγαρία είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης . Στην προκειμένη περίπτωση όμως δεν υφίσταται ίχνος μαρτυρίας ότι η σύζυγος του αλλοδαπού κατηγορούμενου αρ.1 διαμένει στην Δημοκρατία καθ΄ οιονδήποτε τρόπο είτε προσωρινά είτε μόνιμα ώστε να ανακτά δικαίωμα ο σύζυγος της αλλοδαπός από το Καμερούν να εργαστεί στην Δημοκρατία. Το βάρος απόδειξης των πιο πάνω δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος αρ.1 είχε άδεια εργασίας στη Δημοκρατία το φέρει ο κατηγορούμενος (βλ. Ζιτηνής ν. Δημοκρατίας,
(2003)2 ΑΑΔ σελ.220 και Σύγγραμμα Τάκη Ηλιάδη «Το Δίκαιο της Απόδειξης» στη σελ.92). Συνοψίζοντας τα πιο πάνω όπως διαφαίνεται ο κατηγορούμενος αρ.2 απέτυχε να παρουσιάσει μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος αρ.1 αλλοδαπός είχε δικαίωμα να εργαστεί αφού δεν υπάρχει μαρτυρία ότι η σύζυγος του κατηγορούμενου αρ.1 είχε τη διαμονή της στην Δημοκρατία. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της παράνομης εργοδότησης κατά παράβαση του άρθρου 14(β)
(1)είναι τρία. (α) η εργοδότηση προσώπου από τον κατηγορούμενο με την έννοια που έχει ο όρος εργοδότησης στα πλαίσια του Κεφ.105, (β) το πρόσωπο που εργοδοτείται να είναι αλλοδαπός και (γ) να μην έχει εξασφαλιστεί η απαιτούμενη από το Νόμο άδεια για την εργοδότηση αλλοδαπού. Δεν χρειάζεται ν΄ αποδειχθεί η ύπαρξη εργοδότησης με την έννοια συμφωνίας ή ελέγχου από τον εργοδότη ή καταβολής ημερομισθίου (βλ. κατ΄ αναλογία την υπόθεση Σεραφείμ ν The Police
(1981)2 CLR 227 και Karaoglanian ν The Police
(1984)2 CLR 161). Ως προς το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος αλλοδαπός σύμφωνα με το Κεφ.105 είναι οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο δεν είναι κύπριος υπήκοος (John v. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 355). Τέλος όσον αφορά το τρίτο συστατικό στοιχείο δηλαδή την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια, εφόσον αποδειχθεί η εργοδότηση του αλλοδαπού μετατοπίζεται στους ώμους του κατηγορούμενου το βάρος να αποδείξει με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το γεγονός ότι είχε τέτοια άδεια ή τέτοιο δικαίωμα ο αλλοδαπός να εργαστεί. (υπόθεση Ζιτηνής ανωτέρω και σύγγραμμα Τάκη Ηλιάδη, ανωτέρω). Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, είμαι ικανοποιημένος ότι έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό δηλ. έξω από κάθε λογική αμφιβολία τα συστατικά στοιχεία και των δυο κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος αρ.2. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος αρ.2 βρίσκεται ένοχος στις κατηγορίες αρ.2 και 3. (Υπ.): ..... Ηλ. Γεωργίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο