← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας ν. Γιώργος Ανηλιάδης, Αρ. Ποινικής Υπ.: 12737/2009, 13/1/2012

Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας ν. Γιώργος Ανηλιάδης, Αρ. Ποινικής Υπ.: 12737/2009, 13/1/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:B1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπ.: 12737/2009 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας ν.

  1. Γιώργος Ανηλιάδης
  2. Εταιρεία Ermes Department Stores PLC 13 Ιανουαρίου 2012 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Δημητρίου Για τους κατηγορούμενους αρ. 1 και 2: κ. Ηλιάδης ΑΠΟΦΑΣΗ
  3. Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 αντιμετωπίζουν συνολικά δυο κατηγορίες που αφορούν τα αδικήματα της πώλησης εμπορευμάτων σε τιμές εκπτώσεων εκτός των χρονικών περιόδων που καθορίζει ο Νόμος κατά παράβαση των άρθρων 2, 3

(1), 4 και 5 του περί των Προϋποθέσεων Πώλησης Εμπορευμάτων σε Τιμές Εκπτώσεων Νόμος 34/90 όπως τροποποιήθηκε.
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων οι κατηγορούμενοι στις 18.12.2008 και στις 29.12.2008 στο κατάστημα ένδυσης με την ονομασία Debenhams πωλούσαν εμπορεύματα σε τιμές εκπτώσεων εκτός της χρονικής περιόδου που διαρκούσε.
  2. Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα, τα οποία αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Έχουν δε ως ακολούθως: I. Ο κατηγορούμενος αρ. 1 ήταν κατά τον επίδικο χρόνο διευθυντής της κατηγορούμενης αρ. 2 εταιρείας. II. Η κατηγορούμενη αρ. 2 εταιρεία κατά την 18.12.2008 και 29.12.2008 ήταν ιδιοκτήτρια και διαχειρίζετο το πολυκατάστημα Debenhams στη Λάρνακα. III. Το ως άνω πολυκατάστημα μεταξύ άλλων προσφέρει για πώληση είδη ένδυσης. IV. Ο Υπουργός Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχονται από το άρθρο 11 του περί της Αναγγελίας Πώλησης Εμπορευμάτων σε Τιμές Εκπτώσεων Νόμων του 1990 ως 1998 έκδωσε διάταγμα με το οποίο όριζε ως ημερομηνία έναρξης της χειμερινής περιόδου εκπτώσεων την 2.2.2009 και λήξης την 28.2.
  3. Το εν λόγω διάταγμα δημοσιεύθηκε στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας την 19.9.
  4. V. Η περίοδος 18.12.2008 μέχρι και 29.12.2008 δεν καλυπτόταν από οποιοδήποτε διάταγμα περί εκπτώσεων. VI. Την 18.12.2008 και 29.12.2008 η κατηγορούμενη αρ. 2 εταιρία πωλούσε εμπορεύματα και συγκεκριμένα είδη ένδυσης στο πολυκατάστημα Debenhams σε τιμές εκτυπώσεων.
  5. Καμία άλλη μαρτυρία δεν προσκομίστηκε. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων αρ. 1 και 2 εισηγήθηκε ότι ο περί των Προϋποθέσεων Πώλησης Εμπορευμάτων σε Τιμές Εκπτώσεων Νόμος (από τώρα θα καλείται ο Νόμος), αντίκειται στην οδηγία 2005/29/ΕΚ (από τώρα θα καλείται η Ευρωπαϊκή Οδηγία), και περαιτέρω η απαγόρευση του Νόμου για πώληση εμπορευμάτων σε τιμές εκπτώσεων εκτός των χρονικών περιόδων που διαρκούν προσκρούει στο άρθρο 26 και στο άρθρο 28 του Συντάγματος. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση του ευπαιδεύτου δημόσιου κατηγόρου.
  6. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου απαγορεύεται σε οποιαδήποτε επιχείρηση να πωλεί οποιοδήποτε εμπόρευμα σε τιμές εκπτώσεων εκτός των χρονικών περιόδων που διαρκούν όπως αυτές καθορίζονται στο άρθρο
  7. Ο Υπουργός μπορεί με διάταγμα του να μεταθέτει, παρατείνει, μειώνει ή μεταβάλλει την έναρξη ή την λήξη των χρονικών περιόδων που προβλέπονται στο άρθρο
  8. Επιτρέπεται σε επιχείρηση, εκτός των πιο πάνω χρονικών περιόδων, η πώληση οποιωνδήποτε εμπορευμάτων σε τιμές εκπτώσεων εφόσον συντρέχει οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις που καθορίζονται στο άρθρο 4 του Νόμου. Όποιος δε συμμορφώνεται με τις διατάξεις του Νόμου διαπράττει αδίκημα (βλ. άρθρο 5). Για την διάπραξη αδικήματος από επιχείρηση ευθύνονται ποινικά (α) ο επιχειρηματίας όταν πρόκειται για ατομική επιχείρηση, (β) αναφορικά με επιχείρηση η οποία αποτελεί νομικό πρόσωπο, το ίδιο το νομικό πρόσωπο της επιχείρησης, καθώς και τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου αυτού ή, αν ελλείπουν αυτά, οι διευθύνοντες σύμβουλοι του νομικού προσώπου, εκτός αν αυτοί αποδείξουν ότι δεν μετείχαν με πράξη ή παράλειψη τους στη διάπραξη του αδικήματος, και (γ) αναφορικά με οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση, τα διευθύνοντα υπό οποιαδήποτε ιδιότητα τις εργασίες της επιχείρησης φυσικά πρόσωπα.
  9. Η κατηγορούμενη αρ. 2 εταιρεία στις 18.12.2008 και στις 29.12.2008 πωλούσε είδη ένδυσης στο πολυκατάστημα Debenhams στη Λάρνακα σε τιμές εκπτώσεων εκτός των χρονικών περιόδων που επέτρεπε ο Νόμος. Ο δε κατηγορούμενος αρ.1 ήταν κατά τον επίδικο χρόνο διευθυντής της κατηγορουμένης αρ.2 εταιρείας. Δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος αρ.1, δεν μετείχε με πράξη ή παράλειψη στη διάπραξη του αδικήματος. Συνεπώς δεν έχει αποδείξει με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων την πιο πάνω υπεράσπιση. Στην προκειμένη περίπτωση με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου όπως αυτά εκτίθενται στην παρ. 3 ανωτέρω, η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει όλα τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και
  10. 7.1 Στη συνέχεια θα εξεταστεί η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των κατηγορουμένων ότι οι πρόνοιες του Νόμου αντίκειται στην ευρωπαϊκή οδηγία. 7.2 το πιο πάνω θέμα έχει ήδη απασχολήσει τους αδελφούς Δικαστές Ε. Εφραίμ, Κ. Κωνσταντίνου και Μ. Παπαδήμα, στα πλαίσια των υποθέσεων αρ. 19535/09, 19377/09 και 26526/09 Ε.Δ. Λεμεσού, αντίστοιχα. Η αδελφή Δικαστής Εφραίμ έκρινε ότι δεν υπάρχει παραβίαση της συγκεκριμένης ευρωπαϊκής οδηγίας σε αντίθεση με τους άλλους. 7.3 Η ευρωπαϊκή οδηγία «....επιδιώκει την προσέγγιση της νομοθεσίας των κρατών μελών για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, συμπεριλαμβανομένης της αθέμιτης διαφήμισης οι οποίες βλάπτουν άμεσα τα οικονομικά συμφέροντα των καταναλωτών και συνεπώς έμμεσα τα οικονομικά συμφέροντα των θεμιτών ανταγωνιστών .. (βλ. άρθρο 6 του προοιμίου) αφορά εμπορικές πρακτικές που αποβλέπουν άμεσα στον επηρεασμό των αποφάσεων των καταναλωτών σε σχέση με προϊόντα... (βλ. άρθρο 7 του προοιμίου).» Σκοπός της ευρωπαϊκής οδηγίας είναι να συμβάλει στην ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και στην επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών με την προσέγγιση των νομοθετικών κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων του κρατών μελών για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές που βλάπτουν τα οικονομικά συμφέροντα των καταναλωτών (βλ. άρθρο 1). 7.4 Τα κράτη μέλη δεν περιορίζουν ούτε την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών ούτε την ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών για λόγους που εμπίπτουν στον τομέα όπου επιδιώκεται η προσέγγιση της νομοθεσίας μέσω της ευρωπαϊκής οδηγίας (βλ. άρθρο 4). 7.5 Θα πρέπει να αποφασιστεί κατά πόσο η πώληση εμπορευμάτων σε τιμές εκπτώσεων συνιστά εμπορική πρακτική. Το τι συνιστά εμπορική πρακτική καθορίζεται τόσο στο άρθρο 2 της ευρωπαϊκής οδηγίας όσο και στον περί των Αθέμιτων Εμπορικών Πρακτικών των Επιχειρήσεων Ν.103
(1)/2007. Ο τελευταίος Νόμος εισήχθηκε με σκοπό εναρμόνισης της εθνικής νομοθεσίας με την πιο πάνω ευρωπαϊκή οδηγία. Η δε έννοια που αποδίδεται στα πιο πάνω νομοθετήματα είναι ταυτόσημη και περιλαμβάνει «κάθε πράξη, παράλειψη, τρόπος συμπεριφοράς ή εκπροσώπησης εμπορική επικοινωνία, συμπεριλαμβανομένης της διαφήμισης και του μάρκετινγκ, ενός εμπορευομένου, άμεσα συνδεόμενη με την προώθηση, πώληση ή προμήθεια ενός προϊόντος σε καταναλωτές». 7.6 Στην υπόθεση Galatea BVBA (C-299/07) v. Total Belgium NV (C-261/07), Sanoma Magazines Belgium NV (C-299/07) το ΔΕΚ αποφάσισε ότι οι συνοδευόμενες με δώρα προσφορές συνιστούν εμπορική πρακτική με την έννοια του άρθρου 2 της ευρωπαϊκής οδηγίας, οπότε εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της. Στην προκειμένη περίπτωση η πώληση εμπορευμάτων σε τιμές εκπτώσεων, έχοντας υπόψη μου το τι συνιστά εμπορική πρακτική σύμφωνα με το άρθρο 2 της ευρωπαϊκής οδηγίας, αποτελεί εμπορική πρακτική αφού πρόκειται για πράξη η οποία συνδέεται άμεσα με την προώθηση, πώληση ή προμήθεια ενός προϊόντος στους καταναλωτές. 7.7 Ακολούθως θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο η συγκεκριμένη εμπορική πρακτική αποτελεί αθέμιτη πρακτική. Το άρθρο 5 της ευρωπαϊκής οδηγίας αλλά και το άρθρο 4 του Νόμου 103
(1)/2007 απαγορεύουν τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και αναφέρουν τα κριτήρια που καθιστούν δυνατό να καθοριστεί ο αθέμιτος αυτός χαρακτήρας. Το παράρτημα (
  1. i)της οδηγίας αλλά και ο πιο πάνω Νόμος απαριθμούν τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές. Σύμφωνα δε με τη 17η αιτιολογική σκέψη της ευρωπαϊκής οδηγίας πρόκειται για τις μόνες εμπορικές πρακτικές που μπορούν να θεωρηθούν αθέμιτες χωρίς να αξιολογούνται κατά περίπτωση βάση των διατάξεων 5-9 της οδηγίας. (βλ. απόφαση Galatea ανωτέρω, παράγρ. 56). Οι πωλήσεις εμπορευμάτων σε τιμές εκπτώσεων δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα (
  2. i)της οδηγίας όπου εκτίθενται οι αθέμιτες εμπορικές πρακτικές αλλά και ούτε μπορούν να ενταχθούν στις κατηγορίες των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών όπως καθορίζονται στο άρθρο 5 της οδηγίας. Η ευρωπαϊκή οδηγία αφορά εμπορικές πρακτικές που αποβλέπουν άμεσα στον επηρεασμό των αποφάσεων των καταναλωτών σε σχέση με τα προϊόντα. (βλ. άρθρο 7 του προοιμίου της οδηγίας). Ανεξάρτητα από το πιο πάνω ο χρονικός περιορισμός των εκπτώσεων δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επωφελής πρακτική για τον καταναλωτή. Αντιθέτως. Με βάση όλα τα πιο πάνω η συγκεκριμένη εμπορική πρακτική δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αθέμιτη. Όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση Galatea ανωτέρω, «... η οδηγία εναρμονίζει πλήρως τους εν λόγω κανόνες σε κοινοτικό επίπεδο ... τα κράτη μέλη δεν μπορούν να θεσπίσουν πιο περιοριστικά μέτρα από εκείνα που ορίζει η οδηγία ακόμη και για να διασφαλίσουν υψηλότερο βαθμό προστασίας των καταναλωτών.» (βλ. παραγρ. 52). Στην υπόθεση Galatea ανωτέρω, αναφέρθηκε ότι η οδηγία «... πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αποκλείει την εφαρμογή μιας εθνικής ρύθμισης, όπως η επίμαχη στις διαφορές των κύριων δικών, η οποία, εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις και χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, απαγορεύει κάθε συνοδευόμενη με δώρα προσφορά από τον πωλητή προς τον καταναλωτή.» Στην προκειμένη περίπτωση με το άρθρο 3
(1)του Ν.34/90 τίθεται με απόλυτο και γενικό τρόπο, απαγόρευση σε οποιαδήποτε επιχείρηση να πωλεί εμπορεύματα σε τιμές εκπτώσεων εκτός των χρονικών περιόδων που καθορίζει με αποτέλεσμα να μη ικανοποιούνται οι επιταγές της ευρωπαϊκής οδηγίας και να έρχεται σε αντίθεση με αυτή. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω η απαγόρευση πώλησης εμπορευμάτων σε τιμές εκπτώσεων όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 3 του Ν.34/90 έρχεται σε αντίθεση με την ευρωπαϊκή οδηγία και ειδικότερα το άρθρο 4 αυτής προνοεί ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να περιορίσουν την ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών για λόγους που εμπίπτουν στον τομέα όπου επιδιώκεται η προσέγγιση της νομοθεσίας μέσω της οδηγίας. 7.8 Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω οι κατηγορίες είναι έκθετες σε απόρριψη και οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. 8.1 Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου η οποία έχει ήδη προδιαγράψει την έκβαση της υπόθεσης για σκοπούς πληρότητας θα προχωρήσω να εξετάσω τις εισηγήσεις του ευπαιδεύτου συνηγόρου των κατηγορουμένων ότι οι σχετικές πρόνοιες του Νόμου προσκρούουν στα άρθρα 26 και 28 του Συντάγματος. Το ίδιο ακριβώς θέμα έχει απασχολήσει και τους τρεις αδελφούς Δικαστές οι οποίοι έκριναν ότι δεν αντίκεινται στα πιο πάνω άρθρα του Συντάγματος οι σχετικές πρόνοιες του Νόμου. 8.2 Στην υπόθεση Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ermes Department Stores Ltd κ.ά. αρ. υπόθεσης 26326/09/ Ημερ. 10.11.11 η αδελφή Δικαστής Μ. Παπαδήμα εξετάζοντας τα ίδια θέματα ανέφερε τα ακόλουθα: «Καθοδηγητική για τον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει ζήτημα συνταγματικότητας Νόμου είναι η υπόθεση Α. Μ. Παπακυριακού Λτδ ν. Αστυνομίας
(1997)
(2)ΑΑΔ 397, στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο ο κ. Ηλιάδης και στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε θέμα συνταγματικότητας και συγκεκριμένα κατά πόσο το άρθρο 3 του περί Προϋποθέσεων Διαφήμισης ή Αναγγελίας Πώλησης Εμπορευμάτων σε Τιμές Εκπτώσεων Νόμου, (Ν.34/90)που απαγορεύει τη διαφήμιση εμπορευμάτων σε τιμές εκπτώσεων εκτός των χρονικών ορίων που καθορίζονται στο Νόμο και επίσης το άρθρο 2 του ίδιου Νόμου παραβιάζουν το άρθρο 19 του Συντάγματος. Λέχθηκαν στην υπόθεση αυτή σε σχέση με τον τρόπο που ένα τέτοιο ζήτημα πρέπει να εξετάζεται τα ακόλουθα: «Εξετάζοντας το λόγο αυτό της έφεσης έχουμε πάντα κατά νου την αρχή πως για να κηρυχθεί νομοθετική πρόνοια ως αντισυνταγματική πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιείται πέραν λογικής αμφιβολίας για την αντισυνταγματικότητα του Νόμου, αντιπαραβάλλοντας τη σχετική νομοθετική πρόνοια με το αντίστοιχο άρθρο του Συντάγματος, για το οποίο υπάρχει ισχυρισμός ότι παραβιάζεται (The Attorney General of the Republic v. Ibrahim
(1964)CLR 195, Raftis & Co v. Municipality of Paphos
(1982)2 CLR 1 κ.ά.)». Το άρθρο 26
(1)του Συντάγματος κατοχυρώνει την ελευθερία του συμβάλλεσθαι. Το δικαίωμα όμως αυτό, υπόκειται σύμφωνα με το ίδιο το Σύνταγμα σε όρους, περιορισμούς ή δεσμεύσεις που τίθενται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων, ενώ ακόμα Νόμος μπορεί να προβλέψει για την πρόληψη της εκμετάλλευσης από πρόσωπα που διαθέτουν «ιδιάζουσαν» οικονομική ισχύ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση έχει τεθεί περιορισμός για τη διενέργεια εκπτώσεων σε καθορισμένες χρονικές περιόδους. Μπορεί να θεωρηθεί ότι ο περιορισμός αυτός παραβιάζει την ελευθερία του συμβάλλεσθαι στο βαθμό που απαιτείται και είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, για να κριθεί η πρόνοια αυτή του Νόμου ως αντισυνταγματική; Θεωρώ ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα πρέπει να είναι αρνητική. Και ο λόγος είναι γιατί δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι ο περιορισμός έχει τεθεί από το συγκεκριμένο Νόμο για την πρόληψη της εκμετάλλευσης από πρόσωπα που διαθέτουν «ιδιάζουσαν» οικονομική ισχύ και είναι συνεπώς πιο εύκολο για αυτούς να προβαίνουν σε διενέργεια εκπτώσεων σε οποιεσδήποτε χρονικές περιόδους. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω τη θέση της υπεράσπισης ότι δηλαδή ο Νόμος προσκρούει στο άρθρο 28 του Συντάγματος το οποίο κατοχυρώνει την αρχή της ισότητας. Και αυτό γιατί σύμφωνα με την εισήγηση της, ενώ όλοι οι έμποροι στην Κυπριακή αγορά εκτός αυτών που ασχολούνται με το εμπόριο εμπορευμάτων που καλύπτονται από τον Πίνακα του Νόμου, δικαιούνται κα μπορούν να πωλούν τα εμπορεύματα τους όποτε το θελήσουν και χωρίς χρονικό περιορισμό σε τιμές εκπτώσεων, οι τελευταίοι δεν δικαιούνται να το πράττουν και αυτό χωρίς καμία εξήγηση. Το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα του Α. Λοΐζου Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας σελ. 174, είναι απόλυτα βοηθητικό στην εξέταση του συγκεκριμένου ζητήματος: «Η αρχή της ισότητας που καθιερώνεται με το άρθρο αυτό, από την έκφραση «ίσοι ενώπιον του νόμου» στην πρώτη παράγραφο και «δυσμενούς διάκρισης» στη δεύτερη, δε μεταδίδει την έννοια της ακριβούς αριθμητικής ισότητας, αλλά προστατεύει μόνο από αυθαίρετη διάκριση χωρίς να αποκλείει εύλογες διαφοροποιήσεις. Αυτό ισχύει με την ίδια δύναμη στην ερμηνεία της πρώτης παραγράφου του άρθρου 24, η οποία είναι μια πτυχή της γενικής αρχής της ισότητας. Η δε δικαστική εξουσία περιορίζεται σε έλεγχο υπερβάσεως των ακραίων ορίων. Ίση ρύθμιση υφίσταται όταν ενεργείται όμοια μεταχείριση των ομοίων και ανόμοια μεταχείριση των ανόμοιων. Η όμοια μεταχείριση για να είναι ίση προϋποθέτει ομοιότητα των υπό ρύθμιση θεμάτων. Αναφορικά με το δικαστικό έλεγχο, ο Δικαστής οφείλει να ερευνά αν πράγματι υπάρχει ομοιότητα των υπό ρύθμιση θεμάτων. Ανεξάρτητα δε από την πνευματική κατάσταση ενός ατόμου, τα συνταγματικά του κάτω από το άρθρο αυτό διασφαλίζονται πλήρως». Δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση αυτή της υπεράσπισης. Και ο λόγος είναι ότι ο τρόπος που οι διάφοροι εμπορευόμενοι αντιμετωπίζονται από το Νόμο, διαφοροποιείται και είναι ανάλογη με το είδος του εμπορίου που ασκούν και των προϊόντων που προωθούν στην αγορά. Για να θεωρηθεί ότι υπάρχει παραβίαση της αρχής της ισότητας θα έπρεπε η διαφορετική μεταχείριση να γινόταν στην ίδια κατηγορία εμπόρων και όχι σε διαφορετικές. Από τη στιγμή που οι εμπορευόμενοι τα συγκεκριμένα ίδια προϊόντα αντιμετωπίζονται από το Νόμο με τον ίδιο τρόπο θεωρώ ότι δεν υπάρχει παραβίαση της αρχής της ισότητας.» 8.3 Για τους λόγους που εκτίθενται πιο πάνω οι εισηγήσεις του ευπαιδεύτου συνηγόρου των κατηγορουμένων ότι οι σχετικές πρόνοιες του Νόμου αντίκεινται στα άρθρα 26 και 28 του Συντάγματος, δεν με βρίσκουν σύμφωνο και συνακόλουθα απορρίπτεται. 9. Για τους λόγους που εξηγούνται στις παρ. 7.1 έως και 7.8 οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ.): ...... Ηλ. Γεωργίου, Ε.Δ. /ΕΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.