Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων ν. Fereos Limited κ.α., Αρ. Υπ.: 11601/12, 21/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:B48 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Υπ.: 11601/12 Μεταξύ: Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων ν.
- Fereos Limited
- Γεώργιου Φεραίου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 21 Δεκεμβρίου, 2012 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Μ. Μιτσίδου Για Κατηγορούμενους 1 και 2: κα Ε. Προδρόμου Κατηγορούμενος παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν δύο κατηγορίες κατά παράβαση του περί τελωνειακού κώδικα Νόμου 94(Ι)/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων των δύο κατηγοριών οι κατηγορούμενοι από την 12η Μαρτίου 2009 και 24η Μαρτίου 2009 μέχρι και σήμερα παρέλειψαν να καταβάλουν στον διευθυντή του τμήματος Τελωνείων το ποσό των €200.200 και €19.038 αντίστοιχα ποσά τα οποία αναλογούν σε εισαγωγικό δασμό, φόρο προστιθέμενης αξία, χρηματική επιβάρυνση πλέον τόκο μέχρι την πλήρη εξόφληση του οφειλόμενου ποσού. Πριν οι κατηγορούμενοι απαντήσουν στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν η συνήγορος υπεράσπισης ήγειρε προδικαστική ένσταση αναφέροντας ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία έχει καταχωρίσει την προσφυγή υπ' αριθμό 509/2010 η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου δια της οποίας ζητά την ακύρωση της ίδιας πράξης επιβολής της φορολογίας και με βάση τη νομολογία η ολοκλήρωση της προσφυγής είναι προϋπόθεση για το ανέκκλητο της φορολογικής υποχρέωσης και η μη συμμόρφωση του φορολογούμενου ως προς αυτή την υποχρέωση του είναι προϋπόθεση για την γένεση ποινικής ευθύνης. Αντίθετη ήταν η θέση της πλευράς της κατηγορούσας αρχής της οποίας η κατάληξη είναι ότι οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να κληθούν να απαντήσουν στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Οι συνήγοροι προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους προχώρησαν σε αγορεύσεις ενώπιον του Δικαστηρίου αναφερόμενοι και σε νομολογία η οποία κατά την άποψη τους υποστηρίζει τις εισηγήσεις του. ΄Όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρώ σκόπιμο να τα επαναλάβω. Θα πρέπει εδώ να λεχθεί ότι παρόμοιο ζήτημα είχε εγερθεί και στην υπόθεση 16789/12 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με αποτέλεσμα η αδελφή Δικαστής κα Χ''Κυριάκου να εκδώσει απόφαση επί της εν λόγω προδικαστικής ένστασης με την οποία και το παρών Δικαστήριο συμφωνεί. Είναι δεδομένο στην παρούσα υπόθεση ότι καταχωρίστηκε η προσφυγή με αριθμό 509/10 η οποία και εκκρεμεί για εκδίκαση. Με την εν λόγω προσφυγή ζητείται δήλωση του Δικαστηρίου ότι η επιβολή των δασμών που αναφέρονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης είναι άκυρη, παράνομη και χωρίς οιονδήποτε νόμιμο αποτέλεσμα. Το υπό κρίση κατηγορητήριο έχει σαν βάση συγκεκριμένα άρθρα του τελωνειακού κώδικα τα οποία και προνοούν για συγκεκριμένα αδικήματα καθορίζοντας και τα συστατικά στοιχεία που θα πρέπει να αποδειχθούν για στοιχειοθέτηση τους. Δεν μπορώ να αντιληφθώ πώς, η εκ των υστέρων βεβαίωση τελωνειακής οφειλής η οποία ως η κατηγορούσα αρχή ισχυρίζεται παραλήφθηκε ενυπόγραφα από τους κατηγορουμένους, μπορεί να συνδεθεί με μέτρα εκτέλεσης που ενδεχομένως ο διευθυντής του τμήματος τελωνείων έχει λάβει εναντίον των κατηγορουμένων. Το δεδομένο το οποίο δεν είναι δυνατό να αμφισβητηθεί είναι ότι η εγκυρότητα της απόφασης του διευθυντή του τμήματος τελωνείων δεν μπορεί ελεγχθεί από Δικαστήριο το οποίο ασκεί ποινική δικαιοδοσία. Το άρθρο 146 του Συντάγματος προνοεί περί αρμοδιότητας ελέγχου των πράξεων ή και παραλείψεων της διοίκησης. Οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση θα ήταν εκτός τόσο των νομοθετικών όσο και νομολογιακών πλαισίων. Αγρόκτημα Λανίτης Λτδ κ.ά. v. Γενικός Εισαγγελέας κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 225. Ως εκ τούτου ανάλογη είναι και η κατάληξη του παρόντος Δικαστηρίου ότι δηλαδή δεν μπορεί να προχωρήσει σε έλεγχο της εγκυρότητας της απόφασης του Διευθυντή. Ήταν περαιτέρω η θέση των κατηγορουμένων ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει στην εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης καθότι με βάση τη νομολογία για την γένεση ποινικής ευθύνης προϋποτίθεται το ανέκκλητο της φορολογικής υποχρέωσης. Η συνήγορος υπεράσπισης επικαλέστηκε τις ποινικές εφέσεις Χριστοδούλου v. Επάρχου Λεμεσού
(2000)2 Α.Α.Δ. 128, Αβρααμίδης v. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 75. Θεωρώ ότι η εισήγηση της πλευράς της υπεράσπισης δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κατηγορίες κατά παράβαση διατάξεων του τελωνειακού κώδικα. Το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων βρίσκεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής. Περί του θέματος όμως αυτού ως έχω προαναφέρει ασχολήθηκε η κα Χ''Κυριάκου με της οποίας το σκεπτικό συμφωνώ και παραθέτω αυτούσιο. «Κατά την κρίση μου, το κατά πόσο απουσιάζει ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι δεν είναι θέμα που άπτεται της δικαιοδοσίας του ποινικού Δικαστηρίου να επιληφθεί της υπόθεσης και να κρίνει, στο κατάλληλο στάδιο και όχι προδικαστικά πριν καν απαντήσουν οι Κατηγορούμενοι στην κατηγορία, κατά πόσο στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Κατάλληλο στάδιο για υποβολή εισήγησης ότι δεν αποδείχθηκε η κατηγορία λόγω της απουσίας ενός συστατικού στοιχείου του αδικήματος σε ποινική υπόθεση αποτελεί το στάδιο μετά την ολοκλήρωση της παρουσίασης της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, όταν το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ενοχής. Φρονώ ότι το ζήτημα που έχει εγερθεί αφορά την απόδειξη της κατηγορίας και όχι τη δικαιοδοσία εκδίκασής της και συνεπώς έχει εγερθεί κάπως πρόωρα. Απόλυτα σχετική με το υπό κρίση ζήτημα είναι η απόφαση στην υπόθεση Θαλασσινού v. Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1988)1 Α Α.Α.Δ.
- Ο Διευθυντής Κοινωνικών Ασφαλίσεων είχε προσάψει κατηγορία εναντίον του εφεσείοντος για παράλειψη πληρωμής εισφορών κοινωνικών ασφαλίσεων ως αυτοτελώς εργαζόμενο πρόσωπο, κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου του
- Το κατά πόσο για την επίδικη περίοδο ο εφεσείων ήταν ή όχι αυτοτελώς εργαζόμενος είχε αποτελέσει το αντικείμενο διαφοράς και ο Διευθυντής, με απόφασή του δυνάμει του άρθρου 76 του Νόμου, αποφάσισε όπως τον κατατάξει στην εν λόγω κατηγορία. Ο εφεσείων προσέβαλε τη διοικητική απόφαση με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Εκκρεμούσης της προσφυγής, ζήτησε από το Επαρχιακό Δικαστήριο να απορρίψει ή τουλάχιστο να αναστείλει την ποινική υπόθεση, προβάλλοντας κυρίως ότι ενόσω η διοικητική απόφαση παρέμενε υπό αμφισβήτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο, το Επαρχιακό Δικαστήριο εστερείτο δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας. Δηλαδή, προέβαλε πανομοιότυπες εισηγήσεις με τον ευπαίδευτο συνήγορο των Κατηγορουμένων στην παρούσα υπόθεση. Στη Θαλασσινού, το Επαρχιακό Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα, επισημαίνοντας ότι το ζήτημα που είχε τεθεί αφορούσε την απόδειξη της κατηγορίας και όχι τη δικαιοδοσία εκδίκασής της. Ο εφεσείων αποτάθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο σε σχέση με την εν λόγω ενδιάμεση απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου (και σε σχέση με άλλη ενδιάμεση απόφαση) για άδεια να καταχωρίσει αίτηση προς έκδοση προνομιακών ενταλμάτων certiorari και prohibition. Το αίτημα απορρίφθηκε για λόγους που συνιστούσαν επικρότηση της προσέγγισης του Επαρχιακού Δικαστηρίου, με την προσθήκη λεπτομερών επεξηγήσεων. Στη συνέχεια ο εφεσείων καταχώρισε έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου να απορρίψει την αίτηση για έκδοση προνομιακών ενταλμάτων. Στη σελίδα 242 της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην εν λόγω έφεση, αναφέρονται τα εξής, τα οποία θεωρώ ισχύουν κατ' αναλογία και στην παρούσα περίπτωση: «Η απλότητα των εγερθέντων ζητημάτων μας επιτρέπει να εκφράσουμε με συντομία την απόλυτη συμφωνία μας με την πρωτόδικη απόφαση. Πρώτο, το κατά πόσο η ποινική κατηγορία ευσταθεί από νομικής άποψης η καθίσταται από πραγματικής άποψης δυνατή η απόδειξη της, δεν αποτελούν ζητήματα που συνάπτονται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εξεταστεί την κατηγορία για να διαπιστώσει εν τέλει αν επιτυγχάνει ή όχι. Το άρθρο 77 του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου καθορίζει πως η διοικητική απόφαση επί του ζητήματος, εφόσον δεν παραμένει πλέον σε εκκρεμότητα αμφισβήτησής της, καθίσταται τελεσίδικη ως απόδειξη ως προς το αντίστοιχο στοιχείο της κατηγορίας. Τίποτε από ό,τι αναφέρεται στο άρθρο 77 δεν μειώνει τη δικαιοδοσία του ποινικού δικαστηρίου να επιληφθεί της υπόθεσης για να κρίνει αναφορικά με το κατά πόσο η κατηγορία εν τέλει αποδείχθηκε.» (η υπογράμμιση προστέθηκε). Σχετική είναι και η Παντελή v. Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(2006)2 Α.Α.Δ. 22, στην οποία γίνεται αναφορά στη Θαλασσινός, ποιο πάνω, και υποδεικνύεται ότι, με δεδομένο ότι η αρμοδιότητα απόφασης επί του κατά πόσο υπάρχει υποχρέωση καταβολής εισφορών (στην παρούσα υπόθεση φόρων) ανήκει στον Διευθυντή και ότι η άσκηση της αρμοδιότητας αυτής ελέγχεται μόνο από το Ανώτατο Δικαστήριο ως διοικητική απόφαση, η εξέταση του κατά πόσο αποδεικνύεται η ποινική υπόθεση είναι ευθύνη του ποινικού Δικαστηρίου. Συναφώς, σε ποινική υπόθεση όπως είναι η παρούσα, το κατά πόσο η απόφαση επιβολής φορολογίας έχει καταστεί τελεσίδικη συνιστά γεγονός προς στήριξη της κατηγορίας. Θεωρώ ότι το κατά πόσο θα είναι δυνατή η στοιχειοθέτηση της κατηγορίας από την Κατηγορούσα Αρχή, και κατ' επέκταση το κατά πόσο αυτή ενεργεί καταχρηστικά με την προώθηση της ποινικής υπόθεσης, δεν είναι θέμα το οποίο θα ήταν ορθό να εξεταστεί και να αποφασιστεί στο παρόν στάδιο, προτού απαντήσουν στην κατηγορία οι Κατηγορούμενοι και προτού παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου όλη η μαρτυρία στη διάθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Ούτε και είναι θέμα που άπτεται της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την υπόθεση και να κρίνει κατά πόσο, με βάση τη μαρτυρία που θα τεθεί ενώπιόν του, αποδεικνύεται η κατηγορία. Η τήρηση των θεμελιωδών κανόνων απονομής της δικαιοσύνης και των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου κρίνεται υπό το φως της δίκης και των αποτελεσμάτων της και όχι έξω από αυτά.» Ως εκ των ανωτέρων, καλούνται οι Κατηγορούμενοι όπως απαντήσουν στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) .......................... Λ. Μουγής, Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο