Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Roukia Ali κ.α., Αρ. Υπ.: 21165/12, 11/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:B46 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Υπ.: 21165/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας -ν-
- Roukia Ali
- Papa Ahmed Moussa Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 11 Δεκεμβρίου, 2012 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Παπανικολάου Για Κατηγορούμενους 1 και 2: Καμιά εμφάνιση Κατηγορούμενοι παρόντες Η κα Γ. Λάμπρου ορκίζεται να μεταφράζει πιστά και αληθινά από ελληνικά σε γαλλικά και αντίστροφα, όσο καλύτερα μπορεί. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορουμένη 1 αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες ήτοι το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας (1η κατηγορία), το αδίκημα της εισόδου στην Κυπριακή Δημοκρατία χωρίς να παρουσιαστεί στον Διευθυντή του Τμήματος Μετανάστευσης (2η κατηγορία) και το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος (4η κατηγορία). Η εν λόγω κατηγορουμένη στις κατηγορίες 1 και 4 δήλωσε μη παραδοχή και ως εκ τούτου η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση ως προς αυτές τις δύο κατηγορίες. Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες ήτοι το αδίκημα της παροχής βοήθειας σε άλλο πρόσωπο για την διάπραξη ποινικού αδικήματος της πλαστοπροσωπίας (2η κατηγορία) και το αδίκημα τη συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος (4η κατηγορία). Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατάθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τρεις μάρτυρες ενώ κατατέθηκαν και συνολικά δέκα τεκμήρια. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας βρίσκεται καταγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Δεν θα παραθέσω σ' αυτό το σημείο εκτενή περίληψη της μαρτυρίας αλλά θα το κάνω εκεί, όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. Η κατηγορουμένη 1 μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της και αφού της επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα της σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 αυτή επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, ενώ ο κατηγορούμενος 2 κατάθεσε από τη θέση του εξεταζόμενου μάρτυρα. Ο Αστ. 1766 Κ. Μουττά ΜΚ1 δημιούργησε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του τεκμήριο 1 και ήταν το άτομο το οποίο έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορουμένη 1 την οποία και κατάθεσε ως τεκμήριο 2 ως επίσης και την θεληματική κατάθεση της τεκμήριο
- Κατάθεσε περαιτέρω την Γαλλική ταυτότητα τεκμήριο 4 με το όνομα Djamani Zariati και κάρτες επιβίβασης στο εν λόγω όνομα τεκμήριο 5, αλλά και κάρτες επιβίβασης στο όνομα του δεύτερου κατηγορουμένου τεκμήριο
- Κατάθεσε τέλος μια περούκα μαύρου χρώματος τεκμήριο
- Στη θεληματική κατάθεση της τεκμήριο 3, η κατηγορούμενη 1 αναφέρει ότι ονομάζεται Roukia Ali. Το ίδιο καλή εντύπωση δημιούργησε και η Αστ. 608 Κ. Μιχαήλ ΜΚ2 η οποία υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης της τεκμήριο
- Η ΜΚ2 έλαβε ανακριτική κατάθεση από το δεύτερο κατηγορούμενο τεκμήριο
- Θα πρέπει να λεχθεί ότι η ανάμιξη αυτών των δύο ΜΚ συνίσταται στη λήψη καταθέσεων από τους δύο κατηγορουμένους. Τελευταίος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο Αστ. 2587 Α. Μαλαθούρας ΜΚ3 ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στην Υ.Α.Μ. Αρχηγείου και ήταν τοποθετημένος στο Κ.Ε.Δ. Αεροδρομίου Λάρνακος. Τα όσα ο ΜΚ3 αντιλήφθηκε και οι ενέργειες στις οποίες προέβηκε καταγράφονται στην κατάθεση του τεκμήριο
- Τα λεχθέντα του ΜΚ3 παρέμειναν αναντίλεκτα και δεν έχω οιανδήποτε αμφιβολία ότι ανάφερε τα γεγονότα όπως αυτά διαδραματίστηκαν. Ανάφερε ο ΜΚ3 ότι στις 5/11/12 και περί ώρα 20:50 παρουσιάστηκαν για διαβατηριακό έλεγχο δύο αλλοδαποί για Βουκουρέστι και με τελικό προορισμό το Παρίσι. Η πρώτη παρουσίασε Γαλλική ταυτότητα εκδομένη στο όνομα Djamani Zariati και ο δεύτερος το διαβατήριο Γαλλίας στο όνομα Ahmed Moussa Papa. Κατά τον έλεγχο στα έγγραφα του εγέρθηκαν αμφιβολίες ως προς την πρώτη αλλοδαπή κατά πόσο έμοιαζε με το πρόσωπο της φωτογραφίας στην ταυτότητα που παρουσίασε καθ' ότι το πηγούνι, τα φρύδια της καθώς και τα χείλη της ήταν διαφορετικά. Την μετέφερε στο γραφείο αναχωρήσεων όπου διαπίστωσε ότι φορούσε περούκα και ότι δεν επρόκειτο για το ίδιο άτομο. Της ζήτησε να κάνει την υπογραφή της και ήταν διαφορετική από την υπογραφή του κατόχου που υπήρχε στην ταυτότητα. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε από την κατηγορούμενη 1 ενώ ο κατηγορούμενος 2 δήλωσε ότι τα όσα ο ΜΚ3 ανάφερε είναι αλήθεια. Ως έχει προαναφερθεί η πρώτη κατηγορουμένη επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση επιλογή η οποία αποτελεί απόλυτο δικαίωμα της και σε καμία περίπτωση μπορεί η επιλογή της αυτή να ληφθεί εναντίον του. Όσον αφορά την βαρύτητα και την αξία της είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι η δήλωση του κατηγορουμένου χωρίς όρκο εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πώς ταιριάζει στην συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν παραμερίζεται ολότελα. Είναι υποχρέωση του Δικαστηρίου να της δώσει την βαρύτητα που της αρμόζει και να την λάβει υπόψη του πριν καταλήξει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της (βλ. R. v. Frost
(1964)64 Cr App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είπε με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο με την αντεξέταση. (Βλ. Vroukos v. Republic
(1973)2 CLR 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 CLR 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως. (Βλ. R. v. Coughlan
(1978)64 Cr. App. R. 11). Εξετάζοντας την ανώμοτη δήλωση της κατηγορουμένης 1 καταλήγω ότι δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην εν λόγω δήλωση καθότι έρχεται και σε πλήρη αντίθεση με τις καταθέσεις της κατηγορουμένης 1, τεκμήρια 2 και
- Αναφορικά τώρα με τον κατηγορούμενο 2 θα πρέπει να πω ότι η όλη παρουσία του ενώπιον του Δικαστηρίου κάθε άλλο παρά θετική μπορεί να κριθεί. Η μαρτυρία του είναι διάτρητη από αντιφάσεις. Καταρχάς αυτό που δεν μπορεί να γίνει πιστευτό είναι ότι ήρθε στην Κύπρο για διακοπές διαμένοντας στο ξενοδοχείο «DELPHI» χωρίς όμως να γνωρίζει σε ποια πόλη βρίσκεται. Το θεωρώ εξωπραγματικό κάποιος να πηγαίνει σε μια χώρα ως τουρίστας, να διαμένει σε ξενοδοχείο και να μην γνωρίζει την πόλη στην οποία βρίσκεται. ΄Ένα άλλο σημείο το οποίο δεν μπορεί να γίνει δεκτό είναι ότι οι Κομορονέζοι ξεχωρίζονται μεταξύ τους έτσι ώστε όταν ένας από τις νήσους Κομόρες δει κάποιο άλλο από το ίδιο κράτος τον αναγνωρίζει έστω και αν δεν γνωρίζονται προσωπικά. Περαιτέρω στην κατάθεση του τεκμήριο 9 αναφέρει ότι ενώ έφευγε από την ΑΤΜ της Τράπεζας που πήγε να ελέγξει το λογαριασμό του όπου εκεί γνώρισε την κατηγορουμένη 1 και η οποία κρατούσε μια ταυτότητα Γαλλίας, ενώ καταθέτοντας ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου είπε ότι είδε την ταυτότητα τεκμήριο 4 για πρώτη φορά στο αεροδρόμιο. Ένα άλλο σημείο το οποίο δημιουργεί ερωτηματικά ως προς την αλήθεια του είναι το γεγονός ότι ενώπιον του Δικαστηρίου ανάφερε ότι για να βοηθήσει την κατηγορουμένη 1 ζήτησε δανεικά από φίλο του στη Γαλλία μέσω Western Union και ο οποίος του έστειλε €
- Τέτοια αναφορά όμως στην κατάθεση του τεκμήριο 9 δεν γίνεται. Το αντίθετο μάλιστα. Στην κατάθεση του τεκμήριο 9 αναφέρει ότι πλήρωσε τα δύο αεροπορικά εισιτήρια για το ποσό των €712 ποσό το οποίο κρατούσε μετρητά. Σε συνδυασμό με τα πιο πάνω, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η θέση του κατηγορουμένου 2 ότι αποφάσισε να φύγει από την Κύπρο δύο μέρες ενωρίτερα αφού η τραπεζική του κάρτα δεν λειτουργούσε τη στιγμή που ο ίδιος ανάφερε πλήρωσε €712 για αεροπορικά εισιτήρια ποσό το οποίο κρατούσε μετρητά και με ευκολία ως ο ίδιος και πάλι ανάφερε εξασφάλισε από φίλο του μέσω Western Union το ποσό των €200 για να βοηθήσει την κατηγορουμένη
- Ένα τελευταίο σημείο το οποίο καταδεικνύει την αναλήθεια των όσων ο κατηγορούμενος 2 ανάφερε είναι και το γεγονός ότι ενώ στην κατάθεση του τεκμήριο 9 αναφέρει ότι ενώ έφευγε από την ΑΤΜ η κατηγορουμένη 2 του μίλησε ενώ ενώπιον του Δικαστηρίου ανάφερε ότι την είδε έξω από εκεί που πήγε να τραβήξει λεφτά και την χαιρέτησε. Είπε μάλιστα ότι της μίλησε λόγω του προσώπου της αφού κατάλαβε ότι είναι από τις Κομόρες. Με βάση τα πιο πάνω, θεωρώ ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Θεωρώ ότι δεν είναι τυχαία που συνάντησε την κατηγορουμένη 1 και μοναδικός σκοπός του ερχομού του στην Κύπρο ήταν για να βοηθήσει την τελευταία να μεταβεί στο Παρίσι. Ενόψει των πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση της εναντίον των κατηγορουμένων. Έχει προαναφερθεί ότι η κατηγορουμένη 1 αντιμετωπίζει το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας κατά παράβαση του άρθρου 360 του Κεφ. 154 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «
- Όποιος με σκοπό καταδολίευσης οποιουδήποτε προσώπου παριστάνει τον εαυτό του ψευδώς ότι είναι άλλο πρόσωπο, ζωντανό ή πεθαμένο είναι ένοχο πλημμελήματος». Από το λεκτικό της εν λόγω διάταξης συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι τα εξής:
- Ο κατηγορούμενος να παριστάνει τον εαυτό του ότι είναι άλλο πρόσωπο ζωντανό ή πεθαμένο
- Το πιο πάνω να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης οποιουδήποτε προσώπου. Σε σχέση με το πρώτο συστατικό στοιχείο θα πρέπει ο κατηγορούμενος να παρουσιάζει τον εαυτό του ως κάποιο άλλο πρόσωπο το οποίο και πλαστοπροσωπείται το οποίο να είναι εν ζωή ή και να υπήρξε στο παρελθόν. Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 289). Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης, σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold 35th edition σελ. 775, όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P.
(1960)44 Cr. App. R. 124 και μπορεί να ισχύσει και για το υπό εξέταση αδίκημα έχει ως εξής: " 'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss" Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η κατηγορούμενη 1 κατά τον έλεγχο διαβατηρίων παρουσίασε Γαλλική ταυτότητα με στοιχεία διαφορετικά από τα δικά της και συγκεκριμένα ήταν εκδομένη στο όνομα Djamani Zariati ενώ η ίδια ονομάζεται Roukia Ali. Σκοπός της ήταν χρησιμοποιώντας την εν λόγω ταυτότητα να ξεγελάσει τον επί καθήκοντι αστυνομικό στο αεροδρόμιο Λάρνακας κατά τον έλεγχο των διαβατηρίων παριστάνοντας τον εαυτό της ως το ως άνω πρόσωπο και ως κάτοχος της εν λόγω ταυτότητας για να μεταβεί στο Βουκουρέστι και κατόπιν στο Παρίσι. Κρίνω ότι με βάση τα πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή απέδειξε το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας που η κατηγορουμένη αντιμετωπίζει. Ερχόμενος τώρα στο αδίκημα της παροχής βοήθειας του δεύτερου κατηγορουμένου προς την κατηγορούμενη 1 για την διάπραξη του αδικήματος της πλαστοπροσωπίας δεν έχω οιανδήποτε αμφιβολία ότι όντως παρείχε τέτοια βοήθεια. Τα όσα ο κατηγορούμενος 2 ανάφερε προς υποστήριξη περί του αντιθέτου έχουν αξιολογηθεί σε προηγούμενο στάδιο της απόφασης και έχουν κριθεί αναξιόπιστα και αναληθή. Ο κατηγορούμενος 2 ήρθε στην Κύπρο για να βοηθήσει την κατηγορούμενη 1 να μεταβεί στο Βουκουρέστι και από εκεί στο Παρίσι γνωρίζοντας ότι η τελευταία ήταν κάτοχος Γαλλικής ταυτότητας που δεν ήταν δική της και με στοιχεία άλλου προσώπου. Η όλη συμπεριφορά του όπως η δήθεν βοήθεια λόγω του ότι αντιλήφθηκε ότι ήταν από τις Κομόρες νήσους, η αγορά του εισιτηρίου, η διαμονή στο ίδιο δωμάτιο στο ξενοδοχείο και η συνοδεία της πρώτης κατηγορούμενης από τον ίδιο στο αεροδρόμιο Λάρνακος δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν χωρίς αμφιβολία το Δικαστήριο στην κατάληξη ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος παρέσχε βοήθεια στην πρώτη κατηγορουμένη για την διάπραξη του αδικήματος της πλαστοπροσωπίας. Πέραν των ως άνω κατηγοριών και της δεύτερης κατηγορίας που η κατηγορουμένη 1 αντιμετωπίζει και στην οποία δήλωσε παραδοχή αμφότεροι οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν και το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος δηλαδή πλαστοπροσωπία. Στη Giani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 λέχθηκαν σε σχέση με το υπό εξέταση αδίκημα τα ακόλουθα: «... το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλέπε Mulcany v. R.
(1868)L.R.34 H.L.328, O/Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall
(1876)2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σλ. 2035, παράγρ. 28-4.) Τα άρθρα 371 και 372 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ενσωματώνοντας την πιο πάνω κατά το κοινοδίκαιο έννοια του αδικήματος της συνωμοσίας, κατατάσσουν το αδίκημα στην κατηγορία του κακουργήματος ή του πλημμελήματος ανάλογα με το κατά πόσον αντικείμενο της συνωμοσίας είναι η διάπραξη κακουργήματος ή πλημμελήματος ή η πραγματοποίηση των σκοπών που εξειδικεύονται στο άρθρο 373». Η ουσία του αδικήματος της συνωμοσίας συνίσταται λοιπόν όχι στην εκτέλεση της παράνομης πράξης ή στην πραγματοποίηση του σκοπού της συνωμοσίας αλλά στον καταρτισμό συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα συμφωνήσουν να πραγματοποιήσουν το εγκληματικό τους σχέδιο, η πλοκή (the plot)) να το πράξουν αποτελεί και την εγκληματική ενέργεια και με τη συμφωνία το αδίκημα της συνομωσίας έχει πλέον συντελεστεί (βλ. σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice 2004, παρ. 34-4). Είναι λοιπόν άνευ σημασίας και το κατά πόσον αυτό που τελικώς πραγματοποιείται διαφέρει από τα συμφωνηθέντα. Δεν υπάρχει δε συνωμοσία όταν οι διαπραγματεύσεις για οποιοδήποτε λόγο δεν επιφέρουν στέρεα συμφωνία μεταξύ των μερών (βλ. σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice 2003 παρ. Α6.14, σελ.90). Δεν είναι αρκετό ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα επιδιώκουν τον ίδιο παράνομο στόχο στον ίδιο χρόνο ή στο ίδιο μέρος, αλλά θα πρέπει να αποδειχθεί και σύμπτωση στο μυαλό τους για τον επιδιωκόμενο παράνομο σκοπό. Η συμφωνία κανονικά αποδεικνύεται με την προσκόμιση μαρτυρίας, η οποία να δείχνει είτε άμεσα την ύπαρξη της είτε ότι αυτή τίθεται σ' εφαρμογή και εξάγονται συμπεράσματα από την κοινή δράση. Χρειάζεται λοιπόν απαραίτητα συμφωνία και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για τη διάπραξη του αδικήματος (βλ. Yip Chieu-Chung v. The Queen
(1995)1 AC 111). Για να στοιχειοθετηθεί συνωμοσία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμφωνηθείσα διαγωγή προϋπόθετε τη διάπραξη από ένα ή περισσότερα των μερών της συμφωνίας, κάποιου αδικήματος ή κάποιων αδικημάτων. Απλή γνώση ή και πρόθεση δεν αρκεί για στοιχειοθέτηση του αδικήματος (βλ. R v. Anderson
(1986)A.C. 27, H.L). Με βάση τα πιο πάνω γεγονότα αλλά και της κατάληξης του Δικαστηρίου, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 συνωμότησαν για την διάπραξη του αδικήματος της πλαστοπροσωπίας δυνάμει του άρθρου 372 του Κεφ.
- Είχαν και οι δύο συμφωνήσει όπως η κατηγορουμένη 1 χρησιμοποιήσει τη Γαλλική ταυτότητα που δεν ήταν δική της με σκοπό να πετύχουν την έξοδο τους από την Κύπρο με τελικό προορισμό το Παρίσι. Το κατά πόσο αυτός ο σκοπός δεν επιτεύχθηκε δεν έχει σημασία ενόψει και της ως άνω τεθείσας νομολογίας. Σημασία έχει η συμφωνία που καταρτίστηκε για την διάπραξη του αδικήματος της πλαστοπροσωπίας. Ως εκ τούτου, βρίσκω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της εναντίον των κατηγορουμένων πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορουμένη 1 κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες 1 και 4, ενώ ο κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 3 και
- (Υπ.) .......................... Λ. Μουγής, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο