Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. Ελένης Χρυσάνθου, Αρ. Υπόθεσης: 630/2012, 25/4/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:B16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. MΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 630/2012 Μεταξύ: Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Κατηγορούσας Αρχής ν. Ελένης Χρυσάνθου Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 25 Απριλίου 2012 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Χ. Κυριακίδης (για να ακούσει απόφαση η κα Μ. Λοϊζου). Για την Κατηγορουμένη: κ. Π. Χατζή Χριστοφής (για να ακούσει απόφαση ο κος Α. Παστός). Η Κατηγορουμένη παρούσα. Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην παρούσα υπόθεση, η Κατηγορουμένη αντιμετωπίζει την Κατηγορία της ανέγερσης οικοδομής χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή κατά παράβαση των Άρθρων 2, 3
(1)(β) (στ), 9, 10, 20
(1)(α), (β), (δ),
(2),
(3), (3Α) του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, ως ετροποποιήθη, του Άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και του Νόμου 166/87. Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικημάτων της Κατηγορίας, τις οποίες παραθέτω αυτολεξεί,: «Η Κατηγορουμένη κατά ή περί το 2010 ή/και από προγενέστερο χρόνο και ακολούθως μέχρι και σήμερα ανήγειρε ή/και προέβηκε σε εργασίες ανέγερσης υποστατικών εντός του ακινήτου με αρ. τεμαχίου 668, Φ/Σχ. L/47 και L/55 στα Περβόλια της Επαρχίας Λάρνακος χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή». Προτού απαντήσει στην αποδιδόμενη σε αυτήν Κατηγορία, η Κατηγορουμένη προέβαλε, δυνάμει του Άρθρου 69
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, την ειδική απολογία του autrefois acquit. Συγκεκριμένα, ο κ. Χατζη Χριστοφής εισηγήθηκε πως η Κατηγορουμένη αθωώθηκε και απαλλάχτηκε σε πανομοιότυπη κατηγορία που είχε προσαφθεί εναντίον της στην ποινική υπόθεση 16059/2010 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Η υπεράσπιση κάλεσε ως μάρτυρα στη διαδικασία την κα Φωτεινή Λάρκου, Πρωτοκολλητή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, υπεύθυνη του Ποινικού Τμήματος, η οποία και κατέθεσε στη διαδικασία, ως Τεκμήριο «1», πιστόν αντίγραφο του κατηγορητηρίου (ποινικό έντυπο-Αρ.7) της ποινικής υπόθεσης 16059/2010 που καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στις 22/9/2010. Ακολούθως, με αναφορά στον φάκελο της υπόθεσης, προσέθεσε ότι στις 19/12/2011, η υπόθεση απορρίφθηκε και η εκεί κατηγορουμένη απαλλάχθηκε και αθωώθηκε. Αντεξεταζόμενη, η μάρτυς ανέφερε πως τα πρακτικά της διαδικασίας δεν είναι αποστενογραφημένα, γι αυτό και δεν ήταν σε θέση να πει τί άλλο έλαβε χώρα στις 19/12/2011 ή κατά πόσον ακούστηκε ή όχι μαρτυρία. Ακολούθως, οι διάδικοι δήλωσαν ως παραδεκτά γεγονότα, τα οποία και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, ότι στις 19/12/2011, που ήταν η Ποινική Υπόθεση ορισμένη για Ακρόαση, δεν υπήρχε διαθέσιμη μαρτυρία για να αρχίσει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή, εξ ου και η υπόθεση απερρίφθη λόγω μη προώθησής της. Δεν ακούστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία είτε από την υπεράσπιση είτε από την Κατηγορούσα Αρχή. Με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις του, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, κατ' αρχάς αναφέρθηκε στο υπόβαθρο γεγονότων, με το οποίο ουσιαστικά υιοθέτησε τη μαρτυρία που προσκόμισε η υπεράσπιση, δεχόμενος περαιτέρω ότι η Κατηγορουμένη στην υπό κρίση ποινική υπόθεση είναι η ίδια με την Κατηγορουμένη στην Ποινική Υπόθεση 16059/2010, στην οποία αντιμετώπιζε κατηγορία για το ίδιο αδίκημα, όπως και στην παρούσα, και για τα ίδια γεγονότα. Ακολούθως, με αναφορά τόσο σε κυπριακή και αγγλική νομολογία, ως και σε συγγράμματα, εισηγήθηκε πως η ειδική απάντηση της Κατηγορουμένης θα πρέπει να απορριφθεί καθότι η αθώωση κατηγορουμένου προϋποθέτει την διεξαγωγή πραγματικής δίκης, δηλαδή ακρόαση της ουσία της υπόθεσης, κάτι που δεν έγινε στις 19/12/2010, όπου δεν προσήλθε ο μάρτυρας της Κατηγορούσας Αρχής, δεν ακούστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία και δεν έλαβε χώρα η ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης. Το ότι το Δικαστήριο στις 19/12/2011 χρησιμοποίησε το λεκτικό ότι ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται δεν οδηγεί εκ προοιμίου στον χαρακτηρισμό της απόφασης ως αθωωτικής. Συνεπώς, η αρχή του autrefois acquit ουδεμία εφαρμογή έχει στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης. Σύμφωνα με την αξιόπιστη και αναντίλεκτη μαρτυρία της μάρτυρος, κας Φωτεινής Λάρκου, την οποία αποδέχομαι στην ολότητάς της, το Τεκμήριο 1, το οποίο και γίνεται αποδεκτό για την απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου του, ως και τα παραδεκτά και αδιαμφισβήτητα γεγονότα, η Κατηγορουμένη, στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας με αρ. 16059/2010 (στο εξής «η Ποινική Υπόθεση 16059/2010»), που καταχωρήθηκε στις 22/9/2010 από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, αντιμετώπιζε την κατηγορία της ανέγερσης οικοδομής χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή κατά παράβαση των Άρθρων 2, 3
(1)(β) (στ), 9, 10, 20
(1)(α), (β), (δ),
(2),
(3), (3Α) του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, ως ετροποποιήθη, του Άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και του Νόμου 166/87 (στο εξής «η Κατηγορία στην Ποινική Υπόθεση 16059/2010»). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της Κατηγορίας στην Ποινική Υπόθεση 16059/2010 (στο εξής «οι Λεπτομέρειες Αδικήματος της Κατηγορίας στην Ποινική Υπόθεση 16059/2010»), τις οποίες παραθέτω αυτολεξεί,: «Η Κατηγορουμένη κατά ή περί το 2010 ή/και από προγενέστερο χρόνο και ακολούθως μέχρι και σήμερα ανήγειρε ή/και προέβηκε σε εργασίες ανέγερσης υποστατικών εντός του ακινήτου με αρ. τεμαχίου 668, Φ/Σχ. L/47 και L/55 στα Περβόλια της Επαρχίας Λάρνακος χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή». Στις 19/12/2011, που ήταν ορισμένη για Ακρόαση η Ποινική Υπόθεση 16059/2010, η Κατηγορούσα Αρχή δεν είχε διαθέσιμο μάρτυρα και το Δικαστήριο απέρριψε την υπόθεση και απάλλαξε και αθώωσε την Κατηγορουμένη στην Κατηγορία της Ποινικής Υπόθεσης 16059/2010. Επί του προκειμένου, θα πρέπει να λεχθεί πως η αναφορά που γίνεται στις αγορεύσεις του κ. Κυριακίδη, ότι δηλαδή την εν λόγω ημερομηνία είχε δεόντως κλητευθεί ο μάρτυρας της Κατηγορούσας Αρχής, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και θα αγνοηθεί ενόψει του ότι ουδεμία σχετική επί τούτου μαρτυρία προσκομίστηκε. Στην υπόθεση Γεώργιος Χαραλάμπους Πουλλαούας ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 494, το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας, στις σελ. 500 και επ., ανέφερε ότι οι αρχές που διέπουν την εφαρμογή του δεδικασμένου συνοψίζονται στο σύγγραμμα Archbold 1995, παρά. 4-149, ως εξής: «¨The doctrine of res judicata does apply to the criminal law in the form of the maxim nemo debet bis vexari pro eadem causa, or nemo debet bis puniri pro uno delicto - 'no-one should be twice put in jeopardy of being convicted and punished for the same offence' (the rule against 'double jeoparty'). The pleas of autrefois convict and acquit are founded on these maxims¨. Σε μετάφραση: «Το δόγμα του δεδικασμένου τυγχάνει εφαρμογής στη σφαίρα του ποινικού δικαίου υπό τον τύπο του αποφθέγματος nemo debet bis vexari pro eadem causa, or nemo debet bis puniri pro uno delicto - 'κανένας δεν μπορεί να τίθεται δύο φορές σε κίνδυνο καταδίκης για το ίδιο αδίκημα' (ο κανόνας κατά του διπλού κινδύνου). Οι αρχές του autrefois convict and acquit είναι θεμελιωμένες επί των πιο πάνω αποφθεγμάτων». Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα των Spencer Bower and Turner, The Doctrine of Res Judicata, 2η έκδοση, σελ. 272: ¨Not only is the plea available in respect of any repetition of the actual charge of which the accused has previously been acquitted: he is also protected on counts on which the jury could have convicted him in the earlier proceedings, even though he was not in them made the subject of a formal acquittal on such counts¨. Σε μετάφραση: «Όχι μόνο το δόγμα είναι διαθέσιμο σε σχέση με οποιαδήποτε επανάληψη της πραγματικής κατηγορίας για την οποία ο κατηγορούμενος έχει προηγουμένως αθωωθεί, αλλά επίσης προστατεύεται και για τις κατηγορίες, για τις οποίες οι ένορκοι θα μπορούσαν να τον καταδικάσουν στην αρχική διαδικασία, έστω και αν σε σχέση με αυτές δεν είχε τύχει τυπικής αθώωσης.» Η αρχή την οποία επικαλείται το πιο πάνω σύγγραμμα έχει τεθεί στην απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην Connelly v. Director of Public Prosecutions [1964] A.C. 1251, σελ. 1311, ως εξής: ¨The authorities to which I have referred show that the plea of autrefois acquit has availed if the charge contained in the later indictment is one of which a man could have been convicted on the trial of the earlier indictment¨. Σε μετάφραση: «Οι αυθεντίες στις οποίες έχω αναφερθεί δείχνουν ότι μπορεί να γίνει επίκληση του δόγματος του autrefois acquit αν η κατηγορία που περιέχεται σε μεταγενέστερο κατηγορητήριο είναι μία για την οποία ένας θα μπορούσε να καταδικαστεί κατά την εκδίκαση του αρχικού κατηγορητηρίου.» Στην ίδια υπόθεση τονίστηκε ότι για την εφαρμογή του δόγματος autrefois acquit είναι αναγκαίο όπως ο κατηγορούμενος να είχε τεθεί σε κίνδυνο καταδίκης για το ίδιο αδίκημα, όπως εκείνο για το οποίο τώρα κατηγορείται. Η λέξη αδίκημα περιλαμβάνει τόσο τα γεγονότα που συνιστούν το αδίκημα, όσο και τα νομικά χαρακτηριστικά που το καθιστούν αδίκημα. Για την εφαρμογή του δόγματος, πρέπει να είναι το ίδιο αδίκημα τόσον ως προς τα γεγονότα, όσο και το νόμο. Βλ., επίσης, το σύγγραμμα των κ.κ. Λοϊζου και Πική, Criminal Procedure in Cyprus,
(1975), σελ. 92-93. Η προστασία από διπλή διακινδύνευση (double jeopardy) παρέχεται, βεβαίως, και από το Άρθρο 12
(2)του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, σύμφωνα με το οποίο: «Ο απαλλαγείς ή καταδικασθείς, δεν δικάζεται εκ δευτέρου διά το αυτό αδίκημα. Ουδείς τιμωρείται εκ δευτέρου διά την αυτήν πράξιν ή παράλειψη, εκτός εάν συνεπεία αυτής προεκλήθη θάνατος.» Βλ., επίσης, G. Araouzos and Son v. The Police
(1980)2 C.L.R. 131, Γενικ oύ Εισαγγελέα (Αρ.7)
(1993)1 Α.Α.Δ. 793, Pernell κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 177, Ρόπα κ.ά. ν. Δημοκρατίας (Αρ.1)
(2000)2 Α.Α.Δ. 294, Γενικού Εισαγγελέα
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2085, Άγγελου Μαυρομμάτη
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1313. Στα περιστατικά της παρούσας είναι παραδεκτό και σε κάθε περίπτωση αποδειχθέν γεγονός ότι το αδίκημα της Κατηγορίας στην Ποινική Υπόθεση 16059/2010 είναι το ίδιο με το αδίκημα της Κατηγορίας στην παρούσα υπόθεση, τόσον ως προς τα γεγονότα όσο και το νόμο. Εκείνο το οποίο ουσιαστικά αμφισβητείται από την Κατηγορούσα Αρχή είναι κατά πόσον η απόφαση του Δικαστηρίου στην Ποινική Υπόθεση 16059/2010, με την οποία αθωώθηκε η Κατηγορουμένη αποτελεί νόμιμη (lawful) αθώωση. Πέραν του ότι θεωρώ ότι τυχόν προσπάθεια του παρόντος Δικαστηρίου να αποδεχθεί την εν λόγω εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής θα ισοδυναμούσε με ανεπίτρεπτη ανάληψη εξουσιών Εφετείου, σε κάθε περίπτωση δεν μπορώ να συμφωνήσω ότι η απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Harrington v. Roots [1984] 2 All ER 474, στην οποία με παρέπεμψε ο κ. Κυριακίδης, υποστηρίζει τη θέση ότι η απόφαση του Δικαστηρίου στην Ποινική Υπόθεση 16059/2010, δεν αποτελεί νόμιμη αθώωση της Κατηγορουμένης. Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε αίτηση της εκεί κατηγορούσας αρχής για την έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari, με το οποίο να ακυρώνεται η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκαν οι κατηγορίες, μετά την απόρριψη αιτήματος για αναβολή και χωρίς να κληθεί η κατηγορούσα αρχή να προσφέρει μαρτυρία. Όπως προκύπτει από το ιστορικό της υπόθεσης, αμέσως μετά την απόρριψη της υπόθεσης, η κατηγορούσα αρχή ζήτησε από το Δικαστήριο να αναθεωρήσει την απόφασή του γιατί, παρά το ότι δεν ήταν παρών ο ίδιος ο παραπονούμενος, δεν είχε ανεφερθεί πως δεν υπήρχε άλλη διαθέσιμη μαρτυρία. Τουναντίον, υπήρχε διαθέσιμος άλλος μάρτυρας που θα μπορούσε να καταθέσει. Όπως τονίζεται στην ομιλία του Lord Roskill: ¨... it is clear that that when the prosecutor is present and has evidence available which he desires to call, the justices, if they refuse any application for an adjournment, must give the prosecutor the opportunity of calling the evidence if he so wishes, must then hear that evidence when called and of course also hear the parties and then adjudicate upon all the evidence. They cannot dismiss any information until after they have heard the parties and whatever evidence the parties may properly lay before them, save of course where no evidence is tendered by the prosecution. In acting as they did these justices acted in breach of their statutory duty, under section 9
(2). Once they decided to refuse the adjournment, it was their duty to invite the prosecution to proceed on the basis of the evidence then available to them... (δική μου η υπογράμμιση). ... I am clearly of the view that what happened in the instant case was ... no trial at all. The dismissal of these informations was without jurisdiction and was a nullity ... the duty of the adjudging was declined ...¨ Είναι συνεπώς ένεκα του ότι το εκεί πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε εξουσία να απορρίψει την υπόθεση, χωρίς να είχε καλέσει την κατηγορούσα αρχή να προσφέρει μαρτυρία, που κρίθηκε ότι η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η υπόθεση και αθωωήθηκε ο κατηγορούμενος, ήταν άκυρη και, κατ' επέκαταση, ότι η πρωτόδικη αθωωτική απόφαση δεν θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για την επιτυχή επίκληση του δόγματος autrefois acquit. Ουδόλως η εν λόγω απόφαση εισηγείται ότι για να υπάρξει νόμιμη αθώωση θα πρέπει να ακουστεί μαρτυρία. Τουναντίον, αυτή αναγνωρίζει την εξουσία του πρωτόδικου Δικαστηρίου να απορρίψει την υπόθεση και να αθωώσει τον κατηγορούμενο όταν, κατά την ημερομηνία που είναι ορισμένη η υπόθεση για Ακρόαση, η κατηγορούσα αρχή δεν προσφέρει μαρτυρία. Χρήζει, βεβαίως, αναφοράς, πως τα όσα λέχθηκαν στην Harrington v. Roots (ανωτέρω), ως και η νομολογία που αναφέρεται σε αυτήν, αναγνωρίστηκαν και εφαρμόστηκαν και από την νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας (Αρ.7) (ανωτέρω), τονίστηκαν τα εξής, στις σελ. 803 και 804: «Ήταν πάντα ο Νόμος πως για να τίθεται ζήτημα κινδύνου καταδίκης εκ δευτέρου θα πρέπει η πρώτη δίκη να ήταν έγκυρη. Αν ήταν άκυρη, αν δηλαδή θεωρείται πως ουδέποτε διεξάχθηκε ή, όπως τέθηκε διαφορετικά, αν υπήρξε κακοδικία (mistrial), δεν ήταν νομικά υπαρκτός ο κίνδυνος καταδίκης. Αυτό ισχύει όταν ο εκ δευτέρου κίνδυνος καταδίκης για το ίδιο αδίκημα συζητείται στο πλαίσιο είτε της θεμελίωσης των ειδικών απαντήσεων autrefois acquit ή autrefois convict είτε της δικαιοδοσίας για την έκδοση εντάλματος certiorari...» Στα περιστατικά της παρούσας, δεν ετέθη ο,τιδήποτε ενώπιόν μου που να υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο που επιλαμβανόταν την Ποινική Υπόθεση 16059/2010 δεν είχε δικαιοδοσία να επιληφθεί της υπόθεσης ή ότι τα όσα έλαβαν χώρα στις 19/12/2011 κατέστησαν άκυρη τη διαδικασία ή ότι το Δικαστήριο ενήργησε εκτός των εξουσιών και των καθηκόντων του ή ότι υπήρξε κακοδικία, και κατ' επέκταση ότι η αθωωτική απόφαση δεν είναι έγκυρη και νόμιμη. Η Ποινική Υπόθεση 16059/2010 απορρίφθηκε και η Κατηγορουμένη απαλλάχθηκε και αθωώθηκε από την εκεί αποδιδομένη σε αυτήν κατηγορία, ένεκα του ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν είχε διαθέσιμη μαρτυρία για να αρχίσει την υπόθεσή της. Όπως τονίζεται εξ άλλου στον Archbold, 2012 edition, παρα. 4-206, με παραπομπή στην Αγγλική υπόθεση R. v. Stratford Youth Court [2004] EWHC 1553 (Admin): ¨When a complainant was not at the Court when a trial was called on, and the prosecution, having failed in an application for an adjournment, offered no evidence and the justices dismissed the charge, it was not open to the justices, when the witness subsequently appeared, to rescind their dismissal of the charge and rehear the case; the court in such circumstances would be acting functus officio and any further hearing against the defendant in relation to the matter would inevitable give rise to a plea of autrefois acquit¨. Σε κάθε περίπτωση, από τις συνδυασμένες πρόνοιες των Άρθρων 89 και 91 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, είναι σαφές ότι, όταν μια υπόθεση είναι ορισμένη για Ακρόαση, κάτι που προϋποθέτει ότι ο κατηγορούμενος έχει ήδη απαντήσει μη παραδοχή στην αποδιδόμενη σε αυτόν κατηγορία, και η κατηγορούσα αρχή δεν προσφέρει μαρτυρία, εκτός, βεβαίως, και αν χορηγηθεί αναβολή, το Δικαστήριο απαλλάσει και αθωώνει τον κατηγορούμενο. Στα περιστατικά της παρούσας, και στην απουσία άσκησης έφεσης ή άλλου ένδικου αναθεωρητικού μέσου κατά της αθωωτικής απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 19/12/2011 στην Ποινική Υπόθεση 16059/2010, ως και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, εφόσον υπάρχει ξεκάθαρη και σαφής απόφαση Δικαστηρίου ότι η Κατηγορουμένη απαλλάχθηκε και αθωωήθηκε στην Κατηγορία της Ποινικής Υπόθεσης 16059/2010, η οποία αφορά το ίδιο αδίκημα, τόσον όσον αφορά τα γεγονότα όσο και το Νόμο, με το αδίκημα της Κατηγορίας που η Κατηγορουμένη αντιμετωπίζει με την παρούσα ποινική υπόθεση, είναι πρόδηλο πως η Κατηγορουμένη στην Ποινική Υπόθεση 16059/2010 είχε τεθεί στον κίνδυνο καταδίκης για το ίδιο αδίκημα, όπως αυτό για το οποίο κατηγορείται στην παρούσα υπόθεση. Υπό το φως των ανωτέρω, η Ειδική Απολογία της Κατηγορουμένης επιτυγχάνει και, συνακόλουθα, αυτή απαλλάσσεται της Κατηγορίας που αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Κατηγορουμένης και εναντίον της Κατηγορούσας Αρχής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................................... Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο