← Κύπρος

Petrolina (Holdings) Public Ltd ν. Νίκος Ττοφαλλής Μεταφορές Λτδ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5148/2011, 27/8/2012

Petrolina (Holdings) Public Ltd ν. Νίκος Ττοφαλλής Μεταφορές Λτδ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5148/2011, 27/8/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:B28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΜΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5148/2011 Petrolina (Holdings) Public Ltd -v-

  1. Νίκος Ττοφαλλής Μεταφορές Λτδ
  2. Νίκος Ττοφαλλής Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 27 Αυγούστου 2012 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Γ. Ζαχαρίου (για να ακούσει απόφαση η κα Γεωργίου). Για την Κατηγορουμένη 1: Καμία εμφάνιση. Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Κ. Ανδρέου. Κατηγορούμενος 2: Παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν κοινή κατηγορία για έκδοση επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση των Άρθρων 305(Α)

(2), 20 και 26 του Ποινικού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 186/86, 36(Ι)/97, 37(Ι)/99, 129(Ι)/99, Ν. 92/72και Ν.15(Ι)/
  1. Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος, οι Κατηγορούμενοι περί την 30/11/2010 και/ή σε χρόνο άγνωστο για τους Παραπονουμένους, εξέδωσαν προς όφελος των Παραπονουμένων την επιταγή με αρ. 95313634 επί της Ελληνικής Τράπεζας, για το ποσό των €5.000,00, η οποία, όταν παρουσιάστηκε για εξόφλησή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν εξοφλήθη λόγω του ότι οι Κατηγορούμενοι προκάλεσαν τη μη εξόφλησή της χωρίς εύλογη αιτία. Η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 30/3/2011 και οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αρνήθηκαν ενοχή στην Κατηγορία στις 13/5/
  2. Ως εκ τούτου, η υπόθεση ορίστηκε για Ακρόαση στις 29/9/2011, οπόταν και ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία. Χρήζει αναφοράς ότι στην πορεία της διαδικασίας προέκυψε ότι εξεδόθη διάταγμα εκκαθάρισης εναντίον της Κατηγορουμένης 1 και ως εκ τούτου κατέστη αναγκαία η εξασφάλιση από τους Παραπονουμένους άδειας για συνέχιση της διαδικασίας από το Δικαστήριο που εξέδωσε το διάταγμα εκκαθάρισης. Κατόπιν τούτου, το Κατηγορητήριο επεδόθη, μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου, στον προσωρινό εκκαθαριστή της Κατηγορουμένης 1, ο οποίος, όμως, δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία, εξ ου και η διαδικασία προχώρησε χωρίς την ύπαρξη εμφάνισης εκ μέρους της Κατηγορουμένης
  3. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, η κα Ζαχαρίου υπέβαλε αίτημα τροποποίησης της Έκθεσης Αδικήματος δια της αντικατάστασης της φράσης «όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 186/86, 36 (Ι)/97, 37 (Ι)/99, 129(Ι)/99, Ν92/72 και Ν 15 (Ι)/99» με την φράση «όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα». Η ευπαίδευτη συνήγορος στήριξε το αίτημά της στις πρόνοιες του Άρθρου 83
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι έχοντας υπόψη τη στάση της υπεράσπισης (η οποία και αντεξέτασε επί της ουσίας της Κατηγορίας) δεν τίθεται ζήτημα δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων του Κατηγορούμενου
  1. Το αίτημα αντιμετώπισε την ένσταση του Κατηγορουμένου
  2. Ο ευπαίδευτος συνήγορός του, κατ΄ αρχάς, παρέπεμψε στην εκκρεμοδικία της παρούσης. Περαιτέρω, εισηγήθηκε ότι το Άρθρο 83
(1)δεν επιτρέπει τη μεταβολή της έκθεσης αδικήματος παρά μόνο των λεπτομερειών του αδικήματος. Στην προκειμένη περίπτωση μόνο προσθήκη κατηγορίας μπορεί να γίνει. Διαφώνησε ότι δεν θα επηρεαστούν τα δικαιώματα του πελάτη του καθότι η υφιστάμενη έκθεση αδικήματος θα ήταν ένας από τους λόγους επί των οποίων θα εισηγείτο την αθώωση του πελάτη του στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Προέβαλε, επίσης, τη θέση ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν μπορεί να υποβάλει αίτημα για τροποποίηση μετά που έκλεισε την υπόθεσή της. Εισηγήθηκε, επίσης, ότι το αδίκημα που θα αντιμετωπίσει ο πελάτης του σε περίπτωση που επιτραπεί η τροποποίηση θα διαφέρει λεκτικά από το αδίκημα που αντιμετωπίζει με την υφιστάμενη νομική βάση. Αδιαμφισβήτητα, ο περί Ποινικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ. 155, δίδει ευρείες εξουσίες στο Δικαστήριο να μεταβάλλει κατηγορητήριο, δηλαδή είτε να τροποποιεί τις κατηγορίες και τις λεπτομέρειες του ή να αντικαθιστά ή να προσθέτει νέες κατηγορίες, όπου τούτο είναι αναγκαίο. Επιπρόσθετα, υπάρχουν πρόνοιες που επιτρέπουν στο Δικαστήριο, στις κατάλληλες περιπτώσεις, την καταδίκη κατηγορουμένων σε αδικήματα που δεν περιέχονται στο κατηγορητήριο. Πρέπει να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια και όχι υποχρέωση να τροποποιήσει το κατηγορητήριο με βάση τα Άρθρα 83
(1)και 85
(4)ή να καταδικάσει χωρίς τροποποίηση. Βλ. Γενικός Εισαγγελέας -v- Ανδρέας Στυλιανού, άλλως «Αβυσσινός»
(1993)2 Α.Α.Δ. 104. Στην υπόθεση Fatma Mehmet -v- The Police
(1970)2 C.L.R. 62 λέχθηκε ότι σκοπός των προνοιών των Άρθρων 83 και 85 του Κεφ. 155 είναι να παρέχουν στα Δικαστήρια τη δυνατότητα να απονέμουν δικαιοσύνη στην περίπτωση κατά την οποία απλές παρατυπίες μπορούσαν να οδηγήσουν στην αθώωση του κατηγορουμένου, παρά την απόδειξη των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, όπως είχε συμβεί σε πολλές υποθέσεις πριν την θέσπιση των εν λόγω άρθρων. Στην προκειμένη περίπτωση χρήζει εξέτασης μόνο η εξουσία του Δικαστηρίου για τροποποίηση στη βάση του Άρθρου 83
(1)του Κεφ. 155, το οποίο διαλαμβάνει τα εξής: «Όταν, σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης φαίνεται στο Δικαστήριο ότι το κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο είναι ελαττωματικό, είτε ουσιαστικά είτε τυπικά, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει τέτοιο διάταγμα για τη μεταβολή του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο είτε με τροποποίηση του ή με υποκατάστασή του ή με προσθήκη σε αυτό νέας κατηγορίας ως το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο ώστε να ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης.» Προκύπτει, συνεπώς, από το ίδιο το λεκτικό του εν λόγω Άρθρου, ότι με βάση αυτό το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική και αδιαμφισβήτητη ευχέρεια να τροποποιεί, μεταβάλλει ή προσθέτει κατηγορίες σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει διάταγμα για τη μεταβολή του κατηγορητηρίου είτε κατόπιν αίτησης εκ μέρους ενός από τους διαδίκους στην υπόθεση, είτε αυτεπάγγελτα. Η τροποποίηση κατηγορητήριου συνιστά ενάσκηση διακριτικής ευχέρειας μέσα στα πλαίσια των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Από το ίδιο το λεκτικό του Άρθρου 83
(1)προκύπτει, επίσης, ότι για να έχει εξουσία το Δικαστήριο να τροποποιήσει κατηγορητήριο ως ανωτέρω, θα πρέπει να προηγηθεί διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι το κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό, είτε τυπικά είτε ουσιαστικά, προϋπόθεση η οποία αποτελεί δικαιοδοτικό όρο για την άσκηση της εν λόγω, κατά τα άλλα, ευρείας εξουσίας του Δικαστηρίου. Βλ., μεταξύ άλλων, Lanitis Bros Ltd -v- Ιατρικών Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1995)2 Α.Α.Δ. 266, όπου τονίστηκε η δυνατότητα μεταβολών στο κατηγορητήριο εφ΄ όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τίθενται στο κείμενο του εν λόγω Άρθρου. Το ζήτημα του κατά πόσον ένα κατηγορητήριο («charge» or «information») είναι ή όχι ελαττωματικό, ώστε να δύναται να γίνεται επίκληση των εξουσιών του Δικαστηρίου δυνάμει του Άρθρου 83
(1)έχει εξεταστεί, μεταξύ άλλων, από το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας στις υποθέσεις Pouris -v- The Republic
(1983)2 C.L.R. 148, Leonidou -v- The Police
(1987)2 C.L.R. 96, Κυριάκου -v- Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458 και Άκη Φάντη
(1995)1 Α.Α.Δ. 714. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι το κατά πόσον ένα κατηγορητήριο («charge» or «information») είναι ή όχι ελαττωματικό, αποτελεί θέμα που δεν συναρτάται μόνο με τα εξωτερικά γνωρίσματα του κατηγορητηρίου και ειδικότερα με τη διατύπωση των κατηγοριών, αλλά και με το πώς η Κατηγορούσα Αρχή αντικρίζει τις κατηγορίες, έχοντας ως κριτήριό της το αποδεικτικό υλικό το οποίο έχει στη διάθεσή της, ή, σε μεταγενέστερο στάδιο, δηλαδή στην εξέλιξη της δίκης, τη μαρτυρία που προσκομίστηκε. Παραπέμπω, επίσης, στο σύγγραμμα Archbold, Pleading, Evidence and Practice in Criminal Cases, 1993, σελ. 1/87 και επ. ως προς το πότε θεωρείται ελαττωματικό κατηγορητήριο με την έννοια που εξηγείται ανωτέρω. Βλ., επίσης, τις κλασσικές επί του θέματος αποφάσεις R -v- Ronald George Radley et al
(1974)58 Cr. App. R. 394 και Martin
(1961)45 Cr. App. R.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία και το εν λόγω σύγγραμμα προκύπτει ότι ο όρος «ελαττωματικό» επιδέχεται φιλελεύθερης ερμηνείας («liberal meaning») και το ζητούμενο είναι κατά πόσον το κατηγορητήριο «makes an accusation of crime without case when it should have made one with cause». Απαιτείται, βεβαίως, όπως το αντικείμενο της τροποποίησης να έχει κάποια σχετικότητα ή συνάφεια ως προς τα γεγονότα με τις υφιστάμενες κατηγορίες. Βλ. Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Λοΐζου και Πικής, σελ.
  2. Εξ άλλου, το ίδιο το Άρθρο 83
(1)αναφέρεται σε αναγκαίες μεταβολές ή προσθήκες ώστε το κατηγορητήριο να ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης. Είναι σαφές, επίσης, από το ίδιο το λεκτικό του Άρθρου 83
(1)του Κεφ. 155, ως και την προαναφερθείσα νομολογία, ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να μεταβάλλει το κατηγορητήριο σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης, δηλαδή κάθε στάδιο της διαδικασίας μέχρι την έκδοση της ετυμηγορίας του Δικαστηρίου. Βλ., μεταξύ άλλων, Leonidou (ανωτέρω) και Μαραγκού
(1999)1 (Β) Α.Α. Δ.890. Βασικό κριτήριο στην μεταβολή ενός κατηγορητήριου, βεβαίως, είναι η απουσία δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου και γενικά δυσμενούς επηρεασμού στην υπεράσπισή του. Συνήθως η τροποποίηση γίνεται εύκολα στα αρχικά στάδια της δίκης και δυσκολότερη όσο αυτή προχωρεί γιατί τότε η πιθανότητα επηρεασμού της υπεράσπισης και του κατηγορουμένου αυξάνεται. Βλ., μεταξύ άλλων, Συμβούλιο Βελτιώσεως Ξυλοφάγου -v- Γιαννάκη Κούμα
(1997)2 Α.Α.Δ. 99. Όπως, επίσης, τονίζεται στο σύγγραμμα των κ.κ. Λοΐζου και Πικής (ανωτέρω), κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των Άρθρων 83, 84 και 85 του Κεφ. 155 δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι οι διαδικαστικές διατάξεις υπάρχουν για την προστασία του κατηγορούμενου και είναι συνήθως υποχρεωτικές («mandatory»). Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές, ως και τις θέσεις των μερών, θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία του υπό κρίση αιτήματος τροποποίησης. Κατ΄ αρχάς, η εισήγηση του κ. Ανδρέου ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να τροποποιήσει την έκθεση αδικήματος, παρά μόνο να προσθέσει νέα κατηγορία, θα ήταν ορθή σε περίπτωση που το Δικαστήριο εξέταζε την εξουσία για τροποποίηση που του παρέχει το Άρθρο 85
(4)του Κεφ. 155 στο τέλος της δίκης. Όπως λέχθηκε, μεταξύ άλλων, στην Lanitis Bros (ανωτέρω) «μόνο το Άρθρο 83 παρέχει εξουσία για την τροποποίηση του κατηγορητηρίου, με την τροποποίηση της κατηγορίας ή των γεγονότων που την υποστηρίζουν». Συνεπώς, παρέχεται, μεταξύ άλλων, εξουσία για τροποποίηση είτε της έκθεσης αδικήματος είτε των λεπτομερειών αδικήματος της κατηγορίας. Ουδέν δικονομικό κώλυμα υφίσταται, επίσης, στην υποβολή του αιτήματος από την Κατηγορούσα Αρχή μετά το κλείσιμο της υπόθεσής της, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Το λεκτικό του Άρθρου 83
(1)του Κεφ. 155 ως και η νομολογία επί του προκειμένου είναι σαφής. Αρκεί απλώς να σημειωθεί ότι και το ίδιο το Δικαστήριο θα μπορούσε αυτεπάγγελτα να εξέταζε το ζήτημα κατά την έκδοση απόφασης για το εκ πρώτης όψεως. Δεν χωρεί, επίσης, αμφιβολίας ότι το Κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό τόσο στην όψη του, όσο και με βάση τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Όπως είναι διατυπωμένη η νομική βάση της Κατηγορίας, η οποία αφορά το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του Άρθρου 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, βασίζεται σε τροποποιητικούς νόμους, οι οποίοι έχουν καταργηθεί και τελικά αντικαταστάθηκαν με τον τροποποιητικό Νόμο 70(Ι)/2008, που είναι ο Νόμος που ήταν σε ισχύ την ημερομηνία της κατ΄ ισχυρισμόν διάπραξης του αδικήματος, τόσο σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος όσο και την προσκομισθείσα μαρτυρία. Εφόσον, λοιπόν, το Κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό, αποτελεί κατάληξή μου ότι το Δικαστήριο στα περιστατικά της παρούσας κέκτηται εξουσίας για να προβεί στην αιτούμενη τροποποίηση. Αυτό που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσον το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης του αιτήματος της Κατηγορούσας Αρχής. Το ότι ο Κατηγορούμενος 2 θα προέβαλλε την υφιστάμενη νομική βάση ως λόγο για αθώωσή του στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως δεν ισοδυναμεί αφ΄ εαυτού με δυσμενή επηρεασμό του. Αυτός, εξ άλλου, είναι ο σκοπός της τροποποίησης. Αν γινόταν δεκτή η εν λόγω εισήγηση του κ. Ανδρέου, τότε θα καθίσταντο ανενεργείς οι πρόνοιες του Άρθρου 83
(1). Το λεκτικό του Άρθρου 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα. Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε με το Νόμο 70(Ι)/2008 είναι, ομολογουμένως, σε κάποιο βαθμό διαφορετικό από το λεκτικό των καταργηθέντων Νόμων που καταγράφονται στην υφιστάμενη Έκθεση Αδικήματος, το οποίο έχει ως εξής: «
(2)Πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε απ΄ αυτό είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο ποινές.» Το δε αδίκημα που δημιουργεί το υφιστάμενο Άρθρο 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, ως ετροποποιήθη δηλαδή με το Νόμο 70
(1)/2008, έχει ως εξής: «
(2)..., πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος, και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές» Συγκρίνοντας τα ανωτέρω, πέραν της διαφοροποίησης που υπάρχει στο ανώτατο προβλεπόμενο όριο ποινής, τα συσταστικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ίδια, πλην, βεβαίως, της σχετικής αλλαγής που έγινε για να καλυφθεί η περίπτωση της μεταχρονολογημένης επιταγής. Υπάρχει, όμως, διαφοροποίηση με τη συμπερίληψη της ρητής απαίτησης που διαλαμβάνει το εδάφιο
(3)του Άρθρου 305Α, ως ετροποποιήθη από το Νόμο 70 (Ι)/2008, ως προϋπόθεση για την επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, και στις περαιτέρω υπερασπίσεις που δύναται να προβάλει κατηγορούμενος που αντιμετωπίζει πλέον κατηγορία για έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα. Έχοντας, όμως, υπόψη τη γραμμή υπεράσπισης που τήρησε καθ΄ όλη τη μέχρι σήμερα ακροαματική διαδικασία ο Κατηγορούμενος 2, μέσω του συνηγόρου του, δεν θεωρώ ότι στα περιστατικά της παρούσας δύναται να προβάλλεται σοβαρά ζήτημα δυσμενούς επηρεασμού αυτού από τυχόν έγκριση της αιτηθείσας τροποποίησης. Είναι εμφανές ότι η μη συμπερίληψη στη νομική βάση του τροποιητικού Νόμου 70 (Ι)/2008 αφορά απλή αβλεψία, η οποία δεν καταδείχθηκε να επηρεάζει δυσμενώς είτε τα δικαιώματα του Κατηγορούμενου 2 είτε την υπεράσπισή του. Τα περιστατικά της παρούσας διαφοροποιούνται από αυτά στην υπόθεση Σάββα -v- Δήμου Πάφου, Ποινική Έφεση 202/2010, ημερ. 25.11.2011, όπου τέθηκε ζήτημα δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου. Στην εν λόγω υπόθεση ήταν καταργημένος ο βασικός νόμος, κάτι που δεν συμβαίνει στην παρούσα. Στην πιο πάνω κατάληξή μου συνεπικούρησε και το ότι ουδεμία ελαττωματικότητα θα υπήρχε αν στην Έκθεση Αδικήματος καταγράφονταν απλώς τα Άρθρα 305Α
(2)και 20 του Ποινικού Κώδικα και τίποτα περισσότερο. Έχω, επίσης, συνυπολογίσει το χρόνο που μεσολάβησε από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας μέχρι και σήμερα. Ανέτρεξα, επίσης, στο ιστορικό της διαδικασίας, όπως αυτό προκύπτει από τα πρακτικά του Δικαστηρίου, αναζητώντας τους λόγους που μέχρι σήμερα δεν έχει ολοκληρωθεί παρά το ότι ξεκίνησε από τον περασμένο Σεπτέμβριο. Θα αρκεστώ να αναφέρω ότι η πλευρά του Κατηγορούμενου 2 δεν είναι άμοιρη ευθυνών για την εκκρεμοδικία. Έχοντας, περαιτέρω, υπόψη τη φύση της προτεινόμενης τροποποίησης, δεν θεωρώ ότι η μικρή επιπλέον καθυστέρηση που θα προστεθεί ως αποτέλεσμα της τροποποίησης θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα του Κατηγορουμένου 2 για τη διάγνωση της ποινικής του ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου. Σταθμίζοντας, λοιπόν, τα ανωτέρω, κρίνω ότι η ορθή απονομή της δικαιοσύνης δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης του αιτήματος τροποποίησης. Συνεπώς, εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής. (Υπ.) ...................................... Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής /Λ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.