XΡΙΣΤΙΑΝΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ν. ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΗ, Αρ. Υπόθεσης: 4800/2010, 28/11/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:B44 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. MΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4800/2010 XΡΙΣΤΙΑΝΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ν. ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΗ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 28 Νοεμβρίου 2012. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μ. Παπαθανασίου. Για τον Κατηγορούμενο: κ. A. Χαβιαράς και κα. Μ. Χριστοδούλου (για ν' ακούσει απόφαση η κα. Μ. Χριστοδούλου). Κατηγορούμενος: Παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει Κατηγορία για έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του Άρθρου 305 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, ως ετροποποιήθη από το Νόμο 25(Ι)/
- Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της Κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος κατά ή περί τις 10/12/2007 ή και προγενέστερα στη Λάρνακα, χωρίς εύλογη αιτία, προκάλεσε τη μη εξόφληση της επιταγής με αρ. 04635841 της Λαϊκής Τράπεζας εκδοθείσας υπ' αυτού επ' ονόματι της Χριστιάνας Παναγιώτου, από τη Λάρνακα, για το ποσό των Λ.Κ.8.000,00 (€13.668,81), ημερομηνίας 13/12/2007, ο δε Κατηγορούμενος παρέλειψε να εξοφλήσει τούτη. Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε συνολικά τρεις μάρτυρες για να αποδείξει την υπόθεσή της. Ως πρώτος μάρτυρας κατέθεσε ο αδελφός της Παραπονουμένης, κ. Γεώργιος Παναγιώτου (Μ.Κ.1), ο οποίος κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του (Έγγραφο «Α»). Κατ' αρχάς, στο Έγγραφο Α καταγράφεται ότι ο Μ.Κ.1 και η Παραπονουμένη είναι, από περίπου το 2007, συνιδιοκτήτες, μαζί με άλλα πρόσωπα, του ακινήτου με αρ. εγγραφής 6679, Φ/Σχ. 41/17, τεμ. 870, στην τοποθεσία Κατεργάρης στη Βορόκλινη (στο εξής «το Ακίνητο»). Έκαστος κατέχει το 1/10 μερίδιο του Ακινήτου. Περί τον Νοέμβριο του 2007, η σύζυγος του Κατηγορουμένου, Καλλιόπη Χριστοφή, ήταν μία εκ των συνιδιοκτητών του Ακινήτου. Περαιτέρω, στο Έγγραφο Α καταγράφεται ότι, κατόπιν κλήρωσης μεταξύ των συνιδιοκτητών του Ακινήτου, στις 14/11/2007 υπεγράφη γραπτή συμφωνία διανομής του Ακινήτου, αντίγραφο της οποίας ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως Τεκμήριο «1». Όπως ανέφερε ο Μ.Κ.1, σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, η Παραπονουμένη και ο Μ.Κ.1 θα έπαιρναν και/ή θα περιέρχετο στην κατοχή και/ή στην ιδιοκτησία τους ένα από τα πέντε οικόπεδα στα οποία χωρίστηκε το Ακίνητο με βάση τη συμφωνία, ήτοι το οικόπεδο με αρ.
- Περαιτέρω, αυτοί θα λάμβαναν συνολική αποζημίωση εκ Λ.Κ.18.000,
- Ακολούθως, στο Έγγραφο Α καταγράφεται ότι συμφωνήθηκε περαιτέρω ότι το ποσό της εν λόγω αποζημίωσης θα καταβάλλονταν στην Παραπονουμένη και τον Μ.Κ.1 από τους ακόλουθους συνιδιοκτήτες ως εξής: 1) οι συνιδιοκτήτριες Φωτεινή Πάτσαλου, Παναγιώτα Λάρκου και Γεωργία Παναγιώτου Ρομέιν το ποσό των Λ.Κ.2.000,00∙ 2) η συνιδιοκτήτρια Καλλιόπη Χριστοφή το ποσό των Λ.Κ.8.000,00∙ 3) η συνιδιοκτήτρια Κυριακή Γεωργίου Χαραλάμπους το ποσό των Λ.Κ.8.000,
- Περαιτέρω, οι συνιδιοκτήτριες Φωτεινή Πάτσαλου, Παναγιώτα Λάρκου και Γεωργία Παναγιώτου Ρομέιν θα πλήρωναν επιπλέον το ποσό των Λ.Κ.20.000,00 προς τον συνιδιοκτήτη Σπύρο Χαραλαμπίδη. Η Κυριακή Γεωργίου Χαραλάμπους κατέβαλε προς την Παραπονουμένη και τον Μ.Κ.1 το ποσό των Λ.Κ.8.000,00, πλην όμως οι υπόλοιπες συνιδιοκτήτριες αρνήθηκαν και/ή παρέλειψαν να πράξουν τούτο και εξακολουθούν να οφείλουν ολόκληρα τα εν λόγω ποσά μέχρι σήμερα. Στις 14/11/2007 στη Λάρνακα, αμέσως μετά την υπογραφή του Τεκμηρίου 1, ο Κατηγορούμενος εξέδωσε στην παρουσία όλων των μερών, συμπεριλαμβανομένων της Παραπονουμένης και του Μ.Κ.1, την εξής επιταγή σε σχέση με την διευθέτηση του ποσού της αποζημίωσης που όφειλε η σύζυγός του, Καλλιόπη Χριστοφή: ήτοι την επιταγή με αρ. 04635841 της Λαϊκής Τράπεζας, με ημερομηνία πληρωμής στις 13/12/2007 επ' ονόματι της Παραπονουμένης. Ο Μ.Κ.1 κατάθεσε την εν λόγω επιταγή ως Τεκμήριο «2». Σύμφωνα, επίσης, με το Έγγραφο Α, ο Κατηγορούμενος παρέδωσε στην Παραπονουμένη και στον Μ.Κ.1 την εν λόγω επιταγή, μετά που συμπλήρωσε και υπέγραψε τούτη στην παρουσία τους. Ακολούθως, στο Έγγραφο Α καταγράφεται ότι στις 13/12/2007 «παρουσιάσαμε» την εν λόγω επιταγή στο κατάστημα φώτων τροχαίας πυροσβεστικής της Λαϊκής Τράπεζας για εξαργύρωση, πλην όμως αυτή δεν πληρώθηκε, καθότι, όπως τους εξηγήθηκε, υπήρχαν οδηγίες του εκδότη στην τράπεζα από τις 10/12/2007 να μην πληρωθεί. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις τους προς τον Κατηγορούμενο και τη σύζυγό του, ο τελευταίος κανένα ποσό κατέβαλε έναντι της εν λόγω επιταγής ποσού. Πέραν των ανωτέρω, στο Έγγραφο Α καταγράφεται ότι οι εργασίες διαχωρισμού του Ακινήτου σε πέντε οικόπεδα ξεκίνησε κατόπιν συμφωνίας των συνιδιοκτητών του στις 10/9/2007 μαζί με την εταιρεία A.G.C. Konatzis Construction Ltd (στο εξής «η Εταιρεία») που θα εκτελούσε το έργο διαχωρισμού έναντι συμφωνημένης διανομής. Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε αντίγραφο της εν λόγω συμφωνίας ως Τεκμήριο «3». Επίσης, ο Έπαρχος Λάρνακας εξέδωσε, στις 9/2/2006, άδεια διαίρεσης γης με αρ. 07532 για τον διαχωρισμό, η οποία είχε ημερομηνία λήξης στις 30/5/
- Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε αντίγραφο της πρώτης σελίδας αυτής ως Τεκμήριο «4». Οι εργασίες διαχωρισμού προχώρησαν κανονικά μέχρι τις αρχές του 2009, οπόταν κάποιοι από τους συνιδιοκτήτες αρνήθηκαν να πληρώσουν το μερίδιό τους στην Εταιρεία. Οι εργασίες σταμάτησαν και η άδεια διαίρεσης έληξε. Έκτοτε, η άδεια δεν ανανεώθηκε παρά τις εκκλήσεις τους, οι δε εργασίες παραμένουν ημιτελείς. Τέλος, στο Έγγραφο Α καταγράφεται ότι ο Μ.Κ.1 έχει συχνή επικοινωνία με την Παραπονούμενη, η οποία διαμένει πλέον στο εξωτερικό. Μίλησε με αυτήν για το θέμα και την προηγούμενη ημέρα της ένορκης κατάθεσής του. Ο Κατηγορούμενος δεν πλήρωσε ούτε σε αυτήν, ούτε στον Μ.Κ.1, αλλά ούτε στον δικηγόρο τους κάποιο ποσό έναντι της εν λόγω επιταγής. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι ο διακανονισμός για την αποζημίωση ήταν προφορικός και δεν περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο
- Την ημέρα της υπογραφής του Τεκμηρίου 1 δεν υπήρχαν οικόπεδα. Ήταν σχέδιο διαχωρισμού οικοπέδων και ο διαχωρισμός σήμερα είναι ημιτελής. Μέχρι σήμερα, το Ακίνητο εξακολουθεί να είναι τεμάχιο στο όνομα συνιδιοκτητών, η δε Παραπονουμένη και ο Μ.Κ.1 εξακολουθούν να κατέχουν τα ίδια μερίδια, όπως όταν έγινε το Τεκμήριο
- Ακολούθως, ανέφερε ότι είναι η Παραπονουμένη που πήγε στην τράπεζα για εξαργύρωση της εν λόγω επιταγής. Αρνήθηκε ότι με τον τρόπο που τα έγγραψε στο Έγγραφο Α προκύπτει ότι πήγε και αυτός στην τράπεζα μαζί της. Μέχρι σήμερα, ουδείς των συνιδιοκτητών πήρε κάποιο οικόπεδο. Ως δεύτερη μάρτυρας κατηγορίας κατέθεσε η κα. Δώρα Νικολαϊδου (Μ.Κ.2), η οποία κατ' αρχάς ανέφερε ότι εργάζεται στην Λαϊκή Τράπεζα από το
- Επί του παρόντος εργάζεται στο κεντρικό κατάστημα αυτής με αρ.
(001)(στο εξής «το Κατάστημα 001») στη Λευκωσία, ως Προϊσταμένη στο Τμήμα Πωλήσεων. Μεταξύ άλλων, είναι υπεύθυνη για λογαριασμούς πελατών. Ακολούθως, ανέφερε ότι γνωρίζει τον Κατηγορούμενο, ο οποίος είναι πελάτης του Καταστήματος
- Έχουν τους λογαριασμούς του και χειρίζονται τις υποθέσεις που τον αφορούν. Στη συνέχεια, η Μ.Κ.2 αναγνώρισε την επιταγή, Τεκμήριο 2, λέγοντας ότι ο λογαριασμός αυτής, 001-11-059984, τηρείται στο Κατάστημα 001, όπου και δόθηκαν οι οδηγίες για να μην πληρωθεί. Ο εν λόγω λογαριασμός είναι τρεχούμενος και συνεπάγεται την έκδοση βιβλιαρίου επιταγών. Η Μ.Κ.2 κατέθεσε στη διαδικασία, ως Τεκμήριο «5», κατάσταση του εν λόγω λογαριασμού για την περίοδο από 1/11/07 έως 31/12/
- Σύμφωνα με το Τεκμήριο 5, το υπόλοιπο του λογαριασμού στις 10/12/2007 ήταν Λ.Κ.3.826,58 και στις 13/12/2007 Λ.Κ.1.976,
- Ακολούθως, η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι υπήρχαν γραπτές οδηγίες για την μη εξαργύρωση της επιταγής από τον εκδότη και κατέθεσε, ως Τεκμήριο «6», αντίγραφο του εντύπου ανάκλησης («stop payment order»), ημερομηνίας 10/12/
- Όταν ο πελάτης έδωσε οδηγίες, αυτές καταχωρήθηκαν ηλεκτρονικά στο σύστημα στην τράπεζα, όπου και υπήρχαν όταν η επιταγή παρουσιάστηκε για εξαργύρωση στο υποκατάστημα Πυροσβεστικής στη Λάρνακα. Κατά την αντεξέτασή της, η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι τους λογαριασμούς του Κατηγορουμένου τους διαχειρίζεται το Τμήμα της. Εκεί διατηρούνταν και άλλοι λογαριασμοί του Κατηγορουμένου. Όταν παρουσιάζεται επιταγή για μεγαλύτερο ποσό, συνήθως επικοινωνούν με τον Κατηγορούμενο για να τον ρωτήσουν αν θα την καλύψει. Υπήρξαν περιπτώσεις που, όταν ο λογαριασμός δεν μπορούσε να καλύψει κάποια επιταγή, ο Κατηγορούμενος έδινε οδηγίες για να καλυφθεί από άλλους λογαριασμούς. Ως τρίτος μάρτυρας κατηγορίας κατέθεσε ο κ. Βάσος Υπερμάχου (Μ.Κ.3), ο οποίος εργάζεται στο κατάστημα Πυροσβεστικής της Λαϊκής Τράπεζας από το
- Είναι Προϊστάμενος στο Τμήμα Εξυπηρέτησης Πελατών. Σε σχέση με την επιταγή, Τεκμήριο 2, ανέφερε ότι αυτός έγραψε επί αυτής με κόκκινο μελάνι τις λέξεις «stop payment 10/12/07». Η σφραγίδα επί αυτής με μπλε χρώμα είναι της τράπεζας και η υπογραφή δίπλα από την σφραγίδα είναι η δική του. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.3, ο ταμίας πάντα ζητά την έγκριση του προϊσταμένου του. Ο ίδιος εξέτασε κατά πόσον η επιταγή ήταν καταχωρημένη «stop payment» για να την παρουσιάσει στον πελάτη. Ο Μ.Κ.3 δεν αντεξετάστηκε. Μετά την απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορουμένου σύμφωνα με το Άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει μαρτυρία από τη θέση του αντεξεταζόμενου μάρτυρα. Δεν κάλεσε οποιοδήποτε άλλο μάρτυρα. Ο Κατηγορούμενος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή δήλωση που ετοίμασε (Έγγραφο «Β»). Στο Έγγραφο Β κατ' αρχάς καταγράφεται ότι ο Κατηγορούμενος διαφωνεί με την μαρτυρία του Μ.Κ.1 και πως τα πραγματικά γεγονότα έχουν ως εξής: Η σύζυγός του, Καλλιόπη Χριστοφή, ήταν συνιδιοκτήτρια του Ακινήτου μαζί με την Κυριακή Χαραλάμπους, την Φωτεινή Πάτσαλου, την Παναγιώτα Λάρκου, τη Γεωργία Παναγιώτου Ρομέιν, τη Χριστίνα Παναγιώτου, το Γιώργο Παναγιώτου και τον Σπύρο Χαραλαμπίδη. Όλοι οι προαναφερθέντες συμφώνησαν να διαχωριστεί και να διανεμηθεί το Ακίνητο με βάση τη συμφωνία που συνέταξαν και υπέγραψαν, Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τη συμφωνία, ο Γιώργος και η Χριστίνα Παναγιώτου έπρεπε να λάβουν ως αποζημίωση από την σύζυγό του, Καλλιόπη Χριστοφή, το ποσό των Λ.Κ.8.000,
- Προς εκτέλεση των όρων της συμφωνίας, ο Κατηγορούμενος εξέδωσε επιταγή στο όνομα της Χριστίνας Παναγιώτου για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.8.000,00, με ημερομηνία 13/12/
- Περαιτέρω, στο Έγγραφο Β καταγράφεται πως «είχαμε προφορικά συμφωνήσει» ότι το ποσό που έπρεπε να καταβάλει η σύζυγος του Κατηγορουμένου ως αποζημίωση θα καταβαλλόταν όταν η μεταξύ των μερών συμφωνία κατατίθετο στο κτηματολόγιο ή όταν τα οικόπεδα διαχωρίζονταν και μεταβιβάζονταν στους δικαιούχους ως προέβλεπε η συμφωνία. Ως εκ τούτου, ο Κατηγορούμενος εξέδωσε την επίδικη επιταγή μεταχρονολογημένη με σκοπό να τιμηθεί μετά την καταχώρηση της συμφωνίας στο Κτηματολόγιο. Όταν πήγαν να καταθέσουν τη συμφωνία στο Κτηματολόγιο, ο Διευθυντής του Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας δεν την αποδέχτηκε καθότι η συμφωνία αφορούσε διαχωρισμό ακινήτου και όχι αγοραπωλησία. Ως αποτέλεσμα τούτου, η σύζυγος του Κατηγορουμένου ήταν εκτεθειμένη αφού είχαν ήδη καταβάλει το ποσό των Λ.Κ.8.000,
- Ως εκ τούτου, ο Κατηγορούμενος έδωσε εντολή στην τράπεζα να μην τιμήσει την επιταγή λόγω ακύρωσης της συμφωνίας. Ακολούθως, σε σχέση με το Τεκμήριο 3, στο Έγγραφο Β καταγράφεται ότι ακόμη και σήμερα το Ακίνητο δεν έχει διαχωριστεί αν και έχει καταβληθεί το ποσό που αναλογεί στη σύζυγο του Κατηγορουμένου για τα έξοδα του διαχωρισμού. Τέλος, στο Έγγραφο Β καταγράφεται ότι πρόθεσή τους είναι να καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό ενδεχομένως δικαιούται η Παραπονουμένη όταν διαχωριστούν και μεταβιβαστούν τα οικόπεδα σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος κατέθεσε, ως Τεκμήριο «7», γραπτές οδηγίες κάποιου Peter Romain προς την Barclays International, ημερομηνίας 5/1/2009, για την πληρωμή του ποσού των €5.500,00 προς την Εταιρεία. Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο, το έμβασμα που έγινε αφορούσε τα έξοδα του διαχωρισμού που αναλογούσαν στη σύζυγό του. Επειδή στο μεταξύ είχε γίνει συμφωνία ανταλλαγής μεταξύ της συζύγου του και της κα. Ρομέιν, η πληρωμή έγινε από την τελευταία. Κατά την αντεξέτασή του, ετέθη στον Κατηγορούμενο ότι η εκδοχή του περί προφορικής συμφωνίας για καταβολή του ποσού της αποζημίωσης, όταν θα λάμβαναν χώρα αυτά που ανέφερε, αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις. Ο Κατηγορούμενος διαφώνησε λέγοντας πως, για να είναι καλυμμένος κάποιος όταν γίνεται κάποια αγοραπωλησία, πρέπει να γίνει κατάθεση της συμφωνίας στο Κτηματολόγιο. Το Κτηματολόγιο, όμως, δεν δεχόταν την κατάθεση του Τεκμηρίου
- Του ετέθη ότι η συγκεκριμένη συμφωνία δεν κατατίθεται στο Κτηματολόγιο και ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι επιμένει στη θέση του. Δεν το γνώριζε ότι δεν μπορεί να κατατεθεί στο Κτηματολόγιο. Προς το παρόν, ως ανέφερε, βλέπει ένα χωράφι, για το οποίο δεν υπάρχουν οικόπεδα. Του ετέθη ότι ο λόγος που έδωσε οδηγίες για ανάκληση αποτελεί μια καινούρια θέση και ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν έχει να πει κάτι. Ανέφερε, επίσης, ότι γνωρίζει ότι η Εταιρεία προχωρούσε σε διαχωρισμό μέχρι τις αρχές του
- Στη δίκη άκουσε ότι ο εργολάβος σταμάτησε τον διαχωρισμό επειδή κάποιος δεν πλήρωσε. Γνωρίζει, επίσης, ότι έληξε η άδεια, αλλά όχι το λόγο. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι ήταν παρών όταν έγινε η συμφωνία, Τεκμήριο
- Σε ερώτηση κατά πόσον αυτός και η σύζυγός του γνώριζαν κατά την ημέρα της υπογραφής του Τεκμηρίου 1 το στάδιο του διαχωρισμού, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν θυμάται γιατί πέρασαν 5 χρόνια από τότε. Ήξερε, όμως, ότι χρειαζόταν αρκετός χρόνος για να γίνει ο διαχωρισμός. Όταν ερωτήθη γιατί τότε έβαλε την επιταγή να πληρωθεί σε ένα μήνα, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι η προφορική συμφωνία προνοούσε ή για διαχωρισμό ή για κατάθεση. Πήγαν στο Κτηματολόγιο την επομένη και το Τεκμήριο 1 δεν έγινε δεκτό, Γι' αυτό, σταμάτησαν την επιταγή. Θα πληρώσουν, είπε, την Παραπονουμένη και το Μ.Κ.1 όταν θα διαχωριστεί το Ακίνητο. Σε ερώτηση γιατί δεν περίμενε πρώτα να γίνει η κατάθεση στο Κτηματολόγιο και μετά να εκδώσει την επιταγή, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι το Τεκμήριο 1 έγινε νύκτα και έπρεπε να υπογραφεί και να βγουν οι επιταγές. Σε ερώτηση κατά πόσον υπήρχε λόγος να σταματήσει την επιταγή σε περίπτωση που προχωρούσε ο διαχωρισμός, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι θα ήταν βλάκας να πληρώσει χωρίς να είναι καλυμμένος. Δεν είχε πάρει τότε νομική συμβουλή. Πήγαν απλώς στο Κτηματολόγιο και αυτό ήταν αρκετό. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν έστειλαν επιστολή τερματισμού του Τεκμηρίου 1 καθότι δεν το θεωρούσαν αναγκαίο. Τέλος, ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε υποβολή ότι επινόησε μια ψεύτικη συμφωνία για να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Κατά την επανεξέτασή του, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι η σύζυγός του και αυτός δεν τερμάτισαν τη συμφωνία, Τεκμήριο
- Η συμφωνία εξακολουθεί να ισχύει, όπως είπε χαρακτηριστικά. Στο στάδιο των αγορεύσεων, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεών τους παραπέμποντας στην προσκομισθείσα μαρτυρία και σε νομολογία. Ο κ. Παπαθανασίου μετά που ανέλυσε τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της Κατηγορίας, εισηγήθηκε ότι, με την αναντίλεκτη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας, η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Όσον αφορά την εγερθείσα από τον Κατηγορούμενο υπεράσπιση της εύλογης αιτίας, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος δεν συμμορφώθηκε με την πρόνοια του εδαφίου
(2)του Άρθρου 305 Α του Κεφ. 154 και, συνεπώς, δεν μπορεί να επικαλείται την εν λόγω υπεράσπιση καθότι η αναφορά «cancelled deed/agreement» δεν σημαίνει κάτι. Ανεξάρτητα τούτου, με την ένορκη εκδοχή του ο ίδιος ο Κατηγορούμενος αναίρεσε το λόγο που έδωσε στην τράπεζα για την ανάκληση της επιταγής. Ενόψει τούτου, ο Κατηγορούμενος δεν απέδειξε την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Πέραν τούτων, ο κ. Παπαθανασίου επιχειρηματολόγησε γιατί δεν μπορούν να γίνουν δεκτές οι εξηγήσεις και οι θέσεις του Κατηγορουμένου. Εισηγήθηκε, επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να κριθεί αναξιόπιστος μάρτυρας. Εισηγήθηκε, λοιπόν, όπως το Δικαστήριο βρει ένοχο τον Κατηγορούμενο στην Κατηγορία που αντιμετωπίζει. Στην αντίπερα όχθη, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι, για τους λόγους που εξήγησε, ο Κατηγορούμενος πέτυχε να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Πέραν τούτου, παραπέμποντας στην υπόθεση Λοής ν. Genandrih Jenandri
(1999)2 Α.Α.Δ. 87, εισηγήθηκε ότι δεν υφίσταται αδίκημα εφ' όσον η επιταγή δεν είχε καταστεί πληρωτέα κατά τον χρόνο της ανάκλησης. Έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή και επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες, τον τρόπο, το ύφος, τη συμπεριφορά, τις αντιδράσεις και γενικά την παρουσία τους στο Δικαστήριο και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με σκοπό να καταλήξω στα αναγκαία ευρήματα και συμπεράσματα για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Ο Μ.Κ.1 μου έδωσε γενικά την εικόνα ενός ειλικρινούς και αξιόπιστου μάρτυρα. Η μαρτυρία του στα ουσιώδη της υπόθεσης γεγονότα ήταν σαφής, πειστική και σε αρμονία με τα έγγραφα που ο ίδιος κατέθεσε ως τεκμήρια, ως και τη μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων κατηγορίας. Πέραν τούτων, όχι μόνο δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του κατά την αντεξέτασή του, κατά την οποία δεν αμφισβητήθηκε η μαρτυρία που έδωσε κατά την κυρίως εξέταση, αλλά τουναντίον αυτή επιβεβαιώθηκε. Παρά το ότι το Έγγραφο Α περιέχει σε κάποια σημεία διαζευκτικούς ισχυρισμούς γεγονότων, όπως για παράδειγμα η χρήση των φράσεων «παρέλειψαν ή και αμέλησαν ή και αρνήθηκαν», οι οποίες παραπέμπουν σε δικόγραφο παρά μαρτυρία, εντούτοις δεν θεωρώ ότι οι εν λόγω επουσιώδεις για την επίδικη διαφορά αναφορές είναι ικανές για να πλήξουν την αξιοπιστία του μάρτυρα. Το ίδιο ισχύει και για την αντίφαση που υπήρξε μεταξύ της αναφοράς του Μ.Κ.1 στην κυρίως εξέταση, ότι δηλαδή πήγε μαζί με την Παραπονουμένη στην Λαϊκή Τράπεζα για την κατάθεση της επιταγής με σκοπό την εξαργύρωσή της, με τα όσα ανέφερε κατά την αντεξέτασή του, ότι δηλαδή τελικά δεν πήγε και αυτός στην τράπεζα, παρά μόνο η Παραπονουμένη. Κρίνω τούτο, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση ότι η επιταγή παρουσιάστηκε στην τράπεζα για πληρωμή την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Η μόνη ουσιαστική αμφισβήτηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 που επιχειρήθηκε κατά την αντεξέτασή του, ήταν το ότι δεν προκύπτει από το Τεκμήριο 1 ότι η σύζυγος του Κατηγορουμένου όφειλε να καταβάλει το ποσό των Λ.Κ.8.000,00 προς την Παραπονουμένη και τον Μ.Κ.
- Η εν λόγω αρχική αμφισβήτηση της κατά τα άλλα συνεπούς θέσης του τελευταίου, ότι δηλαδή τούτο συμφωνήθηκε προφορικά μεταξύ των συνιδιοκτητών του Ακινήτου την ημερομηνία καταρτισμού του Τεκμηρίου 1, όχι μόνο εγκαταλείφτηκε στην πορεία, αλλά περαιτέρω αποτέλεσε και την ένορκη εκδοχή του Κατηγορουμένου. Στο σημείο αυτό χρήζει αναφοράς ότι παρά το ότι ο Κατηγορούμενος στο Έγγραφο Α καταγράφει ότι διαφωνεί με την μαρτυρία του Μ.Κ.1, εντούτοις ουδεμία ουσιαστική αμφισβήτηση της εκδοχής του τελευταίου περιέχεται στα όσα ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Ο Κατηγορούμενος δέχθηκε την συνομολόγηση των συμφωνιών, Τεκμηρίων 1 και 3, την έκδοση της άδειας διαίρεσης γης, Τεκμήριο 4, την προφορική συμφωνία που έγινε την ημερομηνία υπογραφής του Τεκμηρίου 1 σε σχέση με τo ποσό της αποζημίωσης που θα λάμβανε η Παραπονουμένη και ο Μ.Κ.1 από την σύζυγό του, ως και το ότι εξέδωσε ο ίδιος την επιταγή, Τεκμήριο 2, προς όφελος της Παραπονουμένης προς εκτέλεση των όρων της συμφωνίας, την πληρωμή της οποίας ανακάλεσε με το έντυπο ανάκλησης, Τεκμήριο
- Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος δέχθηκε ότι μέχρι σήμερα δεν κατέβαλε είτε αυτός είτε η σύζυγός του στην Παραπονουμένη ή στον Μ.Κ.1 οποιοδήποτε ποσό έναντι του ποσού της επιταγής. Επίσης, ο Κατηγορούμενος δέχθηκε ότι οι εργασίες για τον διαχωρισμό του Ακινήτου σε οικόπεδα προχωρούσε κανονικά από την Εταιρεία μέχρι και τις αρχές του
- Το κατά πόσον το ποσό της επιταγής ή της αποζημίωσης είναι ανακτήσιμο ως αστικό χρέος είναι ζήτημα νομικό και δεν αποτελεί αντικείμενο της αξιολόγησης της μαρτυρίας των μαρτύρων. Συνεπώς, πλην των διαφοροποιήσεων στις οποίες προβαίνω ανωτέρω και όσων αναφορών του Μ.Κ.1 αφορούν σε νομικά ζητήματα, αποδέχομαι τη μαρτυρία του τελευταίου ως αξιόπιστη και ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα. Από την αναντίλεκτη, αδιαμφισβήτητη και αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Κ.1, ως και τα τεκμήρια που αυτός κατέθεσε, προκύπτουν τα εξής, τα οποία και αποτελούν και σχετικά ευρήματα του Δικαστηρίου:
- Στις 9/2/2006, ο Έπαρχος Λάρνακας παραχώρησε άδεια (στο εξής «η Άδεια») στους τότε συνιδιοκτήτες του Ακινήτου για την διαίρεση/διαχωρισμό αυτού σε πέντε οικόπεδα σύμφωνα με τους όρους και με τα σχέδια που επισυνάφθηκαν σε αυτή. Η Άδεια είχε ισχύ μέχρι τις 30/5/2009 και έκτοτε δεν ανανεώθηκε.
- Στις 10/9/2007, οι τότε συνιδιοκτήτες του Ακινήτου συμφώνησαν με την Εταιρεία όπως η τελευταία προχωρήσει στην εκτέλεση των εργασιών του διαχωρισμού του Ακινήτου σύμφωνα με τους όρους και τα σχέδια της Άδειας, έναντι του ποσού των Λ.Κ.27.800,00 πλέον Φ.Π.Α., το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί από τους συνιδιοκτήτες με δόσεις ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών.
- Η Εταιρεία ξεκίνησε την εκτέλεση των εργασιών του διαχωρισμού του Ακινήτου, οι οποίες προχωρούσαν κανονικά μέχρι και τις αρχές του 2009, όταν κάποιοι από τους συνιδιοκτήτες αρνήθηκαν να πληρώσουν το μερίδιο που τους αναλογούσε στην Εταιρεία, οπόταν η Εταιρεία σταμάτησε τις εργασίες.
- Στις 14/11/2007, οι τότε συνιδιοκτήτες του Ακινήτου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν η Παραπονουμένη, ο Μ.Κ.1 και η σύζυγος του Κατηγορουμένου, μετά από κλήρωση που έλαβε χώρα στις 13/11/2007, υπέγραψαν συμφωνία (στο εξής «η Συμφωνία Διανομής»), με την οποία αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα της προηγηθείσας κλήρωσης σε σχέση με την μεταξύ τους διανομή των 5 οικοπέδων που θα προέκυπταν από τον διαχωρισμό του Ακινήτου. Μεταξύ άλλων, η Παραπονουμένη και ο Μ.Κ.1 θα έπαιρναν το οικόπεδο με αρ. 4 και η σύζυγος του Κατηγορουμένου το οικόπεδο με αρ.
- Περαιτέρω, με την Συμφωνία Διανομής συμφωνήθηκε το ποσό της αποζημίωσης που κάποιοι εκ των συνιδιοκτητών θα κατέβαλλαν στους υπόλοιπους συνιδιοκτήτες. Μεταξύ άλλων, συμφωνήθηκε όπως η Παραπονουμένη και ο Μ.Κ.1 λάβουν ως αποζημίωση το ποσό των Λ.Κ.18.000,00 (στο εξής «η Αποζημίωση»).
- Περαιτέρω, στις 14/11/2007 συμφωνήθηκε προφορικά (στο εξής «η Προφορική Συμφωνία») από ποιούς συνιδιοκτήτες θα καταβάλλονταν η Αποζημίωση. Μεταξύ άλλων, συμφωνήθηκε ότι η σύζυγος του Κατηγορουμένου θα κατέβαλλε το ποσό των Λ.Κ.8.000,
- Στις 14/11/ 2007, προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων της συζύγου του Κατηγορουμένου που απέρρεαν από την Συμφωνία Διανομής και την Προφορική Συμφωνία, ο τελευταίος εξέδωσε και παράδωσε στην Παραπονουμένη την μεταχρονολογημένη επιταγή (στο εξής «η Επιταγή») με αρ. 04635841 επί της Λαϊκής Τράπεζας (στο εξής «η Τράπεζα») για το ποσό των Λ.Κ.8.000,00, με ημερομηνία πληρωμής τις 13/12/2007 και δικαιούχο την Παραπονουμένη.
- Στις 13/12/2007, η Παραπονουμένη παρουσίασε στο κατάστημα της Τράπεζας στα φώτα της πυροσβεστικής στη Λάρνακα (στο εξής «το Κατάστημα 045») την Επιταγή προς πληρωμή, πλην όμως αυτή δεν τιμήθηκε και επιστράφηκε στην Παραπονουμένη απλήρωτη με την ένδειξη «stop payment 10/12/2007».
- Ολόκληρο το ποσό της Επιταγής παραμένει απλήρωτο μέχρι σήμερα.
- Η Παραπονουμένη και ο αδελφός της εισέπραξαν από το ποσό της Αποζημίωσης μόνο Λ.Κ.8.000,00 από συγκεκριμένη συνιδιοκτήτρια, πλην όμως οι υπόλοιπες συνιδιοκτήτριες δεν κατέβαλαν το ποσό εκ της Αποζημίωσης που τους αναλογεί μέχρι σήμερα.
- Μέχρι σήμερα δεν έχουν ολοκληρωθεί οι εργασίες για τον διαχωρισμό του Ακινήτου σε οικόπεδα. Την εικόνα ειλικρινούς και αξιόπιστου προσώπου σχημάτισα, επίσης, σε σχέση με την Μ.Κ.
- Αυτή κατέθεσε με ευθύτητα και πειστικότητα σε σχέση με γεγονότα που γνώριζε ως εκ της θέσης της στην Τράπεζα και από έγγραφα που είχε στην κατοχή της στα πλαίσια των καθηκόντων της. Πέραν του ότι ουδόλως αμφισβητήθηκε η μαρτυρία της κατά την αντεξέτασή της, δεν έχω εντοπίσει ο,τιδήποτε είτε σε αυτά που ανέφερε είτε στον τρόπο που κατέθετε που να είναι ικανό να με οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι ήταν διατεθειμένη να εμφανιστεί στο Δικαστήριο και να παραποιήσει την αλήθεια. Συνεπώς, αποδέχομαι την μαρτυρία της στην ολότητά της ως αξιόπιστη και ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα. Σε σχέση με το έντυπο ανάκλησης, Τεκμήριο 6, που η Μ.Κ.2 κατέθεσε, αποδέχομαι και αποτελεί και σχετικό εύρημα του Δικαστηρίου, ότι αυτό υπεγράφη από τον Κατηγορούμενο και εδόθη στο Κατάστημα 001 με σκοπό την ανάκληση της πληρωμής της Επιταγής. Ο Κατηγορούμενος κατέγραψε επί του Τεκμηρίου 6 σαν λόγο ανάκλησης της Επιταγής αυτολεξεί: «cancelled deed/agreement.» Η εντολή για ανάκληση καταχωρήθηκε στο ηλεκτρονικό σύστημα της Τράπεζας. Όσον αφορά την κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 5, αποδέχομαι ότι αυτό απεικονίζει την κίνηση του τρεχούμενου λογαριασμού που ο Κατηγορούμενος διατηρούσε στο Κατάστημα 001, με αρ. 001-11-059984 (στο εξής «ο Λογαριασμός»), για την περίοδο από την 1/11/2007 έως και τις 31/12/
- Περαιτέρω, αποτελεί εύρημά μου ότι η Επιταγή εκδόθηκε από τον Κατηγορούμενο από βιβλιάριο επιταγών που εκδόθηκε από την Τράπεζα σε σχέση με τον Λογαριασμό. Ουδεμία, επίσης, δυσκολία παρουσιάζεται σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.
- Αυτός κατέθεσε με ευθύτητα και πειστικότητα σε σχέση με γεγονότα που γνώριζε ως εκ της θέσης του στην Τράπεζα και του προσωπικού χειρισμού που είχε σε σχέση με την κατάθεση και τους λόγους που δεν τιμήθηκε η Επιταγή όταν παρουσιάστηκε στο Κατάστημα 045, στο οποίο εργαζόταν τον ουσιώδη χρόνο. Πέραν του ότι ουδόλως αμφισβητήθηκε η μαρτυρία του, εφόσον δεν αντεξετάστηκε, δεν έχω διαπιστώσει ο,τιδήποτε είτε σε αυτά που ανέφερε είτε στον τρόπο που κατέθετε που να είναι ικανό να με οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι ήταν διατεθειμένος να εμφανιστεί στο Δικαστήριο και να παραποιήσει τα γεγονότα. Συνεπώς, αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Κ.3 στην ολότητά της ως αξιόπιστη και ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα. Από αυτήν προκύπτει, τα οποία και αποτελούν σχετικά ευρήματά μου, ότι ο Μ.Κ.3 κατέγραψε επί της Επιταγής με κόκκινο μελάνι τις λέξεις «stop payment 10/12/07» και έθεσε την υπογραφή του δίπλα από την σφραγίδα του Καταστήματος
- Ο Μ.Κ.3 βασίστηκε για την πράξη του αυτή στα στοιχεία που ήταν καταχωρημένα στο ηλεκτρονικό σύστημα της Τράπεζας. Έχοντας παρακολουθήσει με κάθε προσοχή τον Κατηγορούμενο ενώ αυτός κατέθετε ενόρκως και γενικότερα την συμπεριφορά και στάση του καθ' όλη την ακροαματική διαδικασία, αυτός δεν μου έδωσε την εικόνα ότι ήταν σε όλα τα θέματα ειλικρινής. Πέραν του μέρους εκείνου της μαρτυρίας του, το οποίο ουσιαστικά ταυτίζεται με την μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας και τα ευρήματα στα οποία έχω ήδη προβεί ανωτέρω, η υπόλοιπη μαρτυρία του που ουσιαστικά αφορούσε τους λόγους που τον οδήγησαν να προβεί στην ανάκληση της Επιταγής δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για τους εξής λόγους. Η επί του προκειμένου εκδοχή του Κατηγορουμένου στηρίχτηκε ουσιαστικά στην θέση που ο ίδιος προέβαλε για πρώτη φορά στην κυρίως εξέτασή του, ότι δηλαδή είχε συμφωνηθεί προφορικά ότι το ποσό εκ της Αποζημίωσης, που έπρεπε να καταβάλει η σύζυγός του, θα καταβάλλονταν όταν η Συμφωνία Διανομής θα κατατίθετο στο Κτηματολόγιο ή όταν τα οικόπεδα θα διαχωρίζονταν και μεταβιβάζονταν στους δικαιούχους, ως προέβλεπε η Συμφωνία Διανομής. Το εν λόγω ζήτημα, όμως, το οποίο κρίνεται ουσιώδες στην κρινόμενη υπόθεση δεν ετέθη από την υπεράσπιση στον Μ.Κ.1, ώστε αυτός να έχει τη δυνατότητα να τοποθετηθεί. Όπως τονίστηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551, σελ. 590: «...Είναι γνωστή η νομική θεώρηση του θέματος. Η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Ο κανόνας δεν διαφοροποιείται μεταξύ αστικών και ποινικών υποθέσεων. Η κλασσική τοποθέτηση επί του θέματος αφορούσε το αστικό δίκαιο. Έτσι στην Adidas Sportshunfabriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, λέχθηκε ακριβώς ότι στο επίκεντρο του αντιπαραθετικού συστήματος δικαιοσύνης, πρέπει να τίθεται η θέση της υπεράσπισης στους μάρτυρες του ενάγοντος, το δε Δικαστήριο στην απουσία ικανής δικαιολογίας ως προς το λόγο της παράλειψης, δικαιούται να αγνοήσει την μονομερώς τεθείσα εκδοχή που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων. Το πώς θα ενεργήσει το Δικαστήριο εξαρτάται βεβαίως και από το ουσιώδες ή μη του παραλειφθέντος ισχυρισμού ... Σημαντική στο θέμα ήταν η προβληθείσα υπεράσπιση περί κακοποίησης του εφεσείοντα. Η θέση αυτή προβλήθηκε όμως για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του εφεσείοντα ... Ορθά επομένως το Κακουργιοδικείο αναφέρθηκε στο σημείο αυτό ως πλήττον την αξιοπιστία της γενικότερης εκδοχής των εφεσειόντων...» Στην κρινόμενη υπόθεση, όχι μόνο δεν ετέθη η εν λόγω ουσιωδέστατη εκδοχή κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1, αλλά, παρά το ότι ο Κατηγορούμενος κατά την αντεξέτασή του κλήθηκε να σχολιάσει την εν λόγω παράλειψη, αυτός ουδεμία εξήγηση έδωσε. Ομοίως, ουδεμία εξήγηση επιχειρήθηκε να δοθεί έστω στο στάδιο των αγορεύσεων. Συνεπώς, η εν λόγω παράλειψη δεν μπορεί παρά να οδηγήσει το παρόν Δικαστήριο να αγνοήσει την μονομερώς τεθείσα εκδοχή του Κατηγορουμένου, ότι δηλαδή έγινε πράγματι τέτοια προφορική συμφωνία. Πέραν των ανωτέρω, η εν λόγω εκδοχή του Κατηγορουμένου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή καθότι χαρακτηρίζεται η ίδια από εγγενή αντινομία και αντιφατικότητα. Ποιά ήταν τελικά η προφορική συμφωνία την οποία επικαλέστηκε ο Κατηγορούμενος; Ότι το ποσό της Αποζημίωσης που αναλογούσε στην σύζυγο του Κατηγορουμένου θα καταβάλλονταν όταν η Συμφωνία Διανομής θα κατατίθετο στο Κτηματολόγιο ή όταν τα οικόπεδα θα διαχωρίζονταν και μεταβιβάζονταν στους δικαιούχους; Εξ άλλου, όπως ο ίδιος ο Κατηγορούμενος δέχτηκε αντεξεταζόμενος, κατά τον χρόνο υπογραφής της Συμφωνίας Διανομής, και άρα κατά τον χρόνο που κατ' ισχυρισμόν έγινε η προφορική συμφωνία που ανέφερε, ήξερε ότι χρειαζόταν αρκετός χρόνος για να γίνει ο διαχωρισμός. Τί εξυπηρετούσε τότε η έκδοση της Επιταγης που ήταν πληρωτέα ένα μήνα αργότερα; Επίσης, τί εξυπηρετούσε η έκδοση μεταχρονολογημένης επιταγής εφόσον δήθεν συμφωνήθηκε ότι το ποσό της Αποζημίωσης θα καταβάλλονταν έστω με την κατάθεση της Συμφωνίας Διανομής στο Κτηματολόγιο; Γιατί δεν ανέμεναν ο Κατηγορούμενος και η σύζυγός του την κατάθεση αυτής στο Κτηματολόγιο και μετά να πληρώσουν, εφόσον η κατάθεση μιας συμφωνίας στο Κτηματολόγιο θα μπορούσε να λάμβανε χώρα την αμέσως επόμενη ημέρα, όπως και ο ίδιος ανέφερε; Ουδόλως βοηθά την εκδοχή του Κατηγορουμένου η εξήγηση που αυτός επιχείρησε να δώσει κατά την αντεξέτασή του, ότι δηλαδή η Συμφωνία Διανομής έγινε βράδυ και έπρεπε να βγουν οι επιταγές. Δεν ετέθη ο,τιδήποτε ενώπιόν μου από το οποίο να προκύπτει ότι και οι υπόλοιπες συνιδιοκτήτριες παρέδωσαν κάποιο ποσό ή επιταγή στην Παραπονουμένη ή τον Μ.Κ.1 στις 14/11/2007 σε σχέση με το ποσό της Αποζημίωσης, ώστε να μπορούσε να συναχθεί συμπέρασμα ότι έπρεπε δίχως άλλο να πληρωθεί ολόκληρο το ποσό της Αποζημίωσης με επιταγές το βράδυ της 14/11/
- Επίσης, ουδεμία εξήγηση δόθηκε από τον Κατηγορούμενο γιατί, εφόσον τα όσα δικαιολογούσαν την ανάκληση της πληρωμής της Επιταγής κατέστησαν εμφανή από τις 15/11/2007, αυτός δεν έδωσε οδηγίες για την ανάκλησή της αμέσως και ανέμενε να πράξει τούτο δύο ημέρες πριν την ημερομηνία πληρωμής της. Επίσης, εφόσον ο Κατηγορούμενος άφησε να παρέλθει σχεδόν ένας μήνας πριν την ανάκλησή της Επιταγής, θα αναμενόταν τουλάχιστον από αυτόν να μας έλεγε σε τί ενέργειες προέβη στο μεταξύ. Όπως για παράδειγμα, επικοινώνησε ή όχι με την Παραπονουμένη ή τον Μ.Κ.1; Δεν ανέφερε κάτι τέτοιο. Όπως μάλιστα ο ίδιος είπε, τότε δεν αναζήτησε καν την συμβουλή Δικηγόρου για να διαπιστώσει κατά πόσον πράγματι η σύζυγός του παρέμεινε εκτεθειμένη ως αποτέλεσμα της μη κατάθεσης της Συμφωνίας Διανομής στο Κτηματολόγιο. Αρκέστηκε στο ότι πήγαν στο Κτηματολόγιο. Δεν ανέφερε, επίσης, κατά πόσον τους είπε κάποιος στο Κτηματολόγιο ότι η σύζυγός του ήταν εκτεθειμένη. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορώ παρά να αγνοήσω την εκδοχή του Κατηγορουμένου ότι αυτός και η σύζυγός του επιχείρησαν να καταθέσουν την Συμφωνία Διανομής στο Κτηματολόγιο, εφόσον ούτε και αυτή ετέθη στους μάρτυρες κατηγορίας, και δη τον Μ.Κ.
- Πέραν των ανωτέρω, η ένορκη εκδοχή του Κατηγορουμένου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και για το λόγο ότι αντιφάσκει με το ίδιο το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6, το οποίο ο ίδιος συμπλήρωσε και υπέγραψε. Είναι ένα πράγμα να λες ότι μια συμφωνία ή ένα έγγραφο ακυρώθηκε ή τερματίστηκε και κάτι τελείως διαφορετικό το ότι δεν εκπληρώθηκαν οι όροι ή οι προϋποθέσεις για την καταβολή ενός συμφωνηθέντος τιμήματος ή αποζημίωσης. Δεν μπορεί, επίσης, να μην σχολιαστεί αρνητικά το ότι ο Κατηγορούμενος δεν επιχείρησε να εξηγήσει τους λόγους ανάκλησης που επικαλέστηκε στο Τεκμήριο 6, σε συσχετισμό με τα όσα ενόρκως ανέφερε. Παρά, λοιπόν, το ότι αποδέχομαι ότι η σύζυγος του Κατηγορουμένου κατέβαλε, με τον τρόπο που εξήγησε και το Τεκμήριο 7 που κατέθεσε, τα έξοδα που της αναλογούσαν για τον διαχωρισμού του Ακινήτου σε οικόπεδα, για τους λόγους που ανέφερα, ως και ένεκα της γενικότερης στάσης που ο Κατηγορούμενος τήρησε κατά την αντεξέτασή του, όπου απέφευγε να απαντά με ευθύτητα στις ερωτήσεις που του ετίθονταν, απορρίπτω την εκδοχή του επί των αμφισβητούμενων της υπόθεσης γεγονότων. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και ευρήματα στα οποία έχω ήδη προβεί, θα προχωρήσω να εξετάσω αν στοιχειοθετούνται, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της Κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Το Άρθρο 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (βλ. τροποποιητικό Νόμο 25(I)/2003, ο οποίος αποτελεί το νομικό υπόβαθρο της Κατηγορίας και ήταν σε ισχύ την ημερομηνία της κατ' ισχυρισμόν διάπραξης του αδικήματος), διαλαμβάνει τα εξής: «
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1)ανωτέρω, πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε απ' αυτό καθ'οιονδήποτε χρόνο προ ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή και στις δύο ποινές. Νοείται ότι, για τους σκοπούς του εδαφίου αυτού, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στην Τράπεζα, επί της οποίας εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της». Το λεκτικό της πιο πάνω νομοθετικής διάταξης έχει, μεταξύ άλλων, ερμηνευθεί στις υποθέσεις Γιάννης Βούρας ν. 1. Ανδρέα, Λουκά, Ματθαίου (Α.Λ.Μ.) Γενικές Μεταφορές Λτδ κ.ά.
(2003)2 Α.Α.Δ 153 και Philippa Estates Ltd v. Γιαννάκη Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ.142, από τις οποίες προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: Η έκδοση επιταγής από τον κατηγορούμενο∙ Η πρόκληση μη εξόφλησής της από τον κατηγορούμενο με οποιαδήποτε πράξη του∙ Η πράξη με την οποία προκαλείται η μη εξόφληση επιταγής να αφορά σε επιταγή που εκδόθηκε προ ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Η απάντηση επί της σχετικής εισήγησης του κ. Χαβιαρά, ήτοι ότι, από τις ίδιες τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της Κατηγορίας, δεν προκύπτει κάποιο αδίκημα εφόσον η επιταγή ανακλήθηκε πριν την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα, δόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας στην υπόθεση Philippa (ανωτέρω). Στην εν λόγω υπόθεση τονίστηκε ότι ο χρόνος τέλεσης της ποινικά επιλήψιμης πράξης, δηλ. της πρόκλησης μη εξόφλησης, δεν συναρτάται με την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. Ο χρόνος κατά τον οποίο προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη ή μη εξόφληση της επιταγής μπορεί να είναι προγενέστερος ή μεταγενέστερος της ημερομηνίας πληρωμής της επιταγής. Το Άρθρο 305 Α
(2)αρχικά προοριζόταν να καλύψει και τη μεταχρονολογημένη επιταγή, εξ ου και χρησιμοποιήθηκε από το νομοθέτη η συγκεκριμένη νομοθετική διάταξη. Ακολούθησε, επίσης, η τροποποίηση του Άρθρου 4 του Κεφ.154, με τον Νόμο 164(I)/2003, που τέθηκε σε ισχύ στις 24/10/2003, με τον οποίο προσετέθη στις ερμηνευτικές διατάξεις ο ορισμός της «επιταγής», ο οποίος για τους σκοπούς του Άρθρου 305 Α σημαίνει: «Γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή». Η υπόθεση Λοής (ανωτέρω), στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε ότι οι διατάξεις του εδαφίου 2, οι οποίες καθιστούν την μη εξόφληση επιταγής αδίκημα, αναφέρονται σε επιταγή που έχει καταστεί πληρωτέα, καθότι δεν νοείται μη εξόφληση μη υπάρχουσας οφειλής, αφορούσε το αδίκημα της μη εξόφλησης επιταγής κατά παράβαση του Άρθρου 305 Α
(2), όπως τότε αυτό είχε διαγραφεί και αντικατασταθεί με το Νόμο 36(Ι)/97, το οποίο διαλάμβανε τα εξής: «
(2)Όποιος, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από αυτόν, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες, εκτός αν αποδείξει ότι είχε εύλογη αιτία να πιστεύει ότι δικαιούταν να προβεί σε τέτοια πράξη.» Η Λοής ήταν μία από τις πρώτες αποφάσεις, στις οποίες είχε τεθεί ουσιαστικά από το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας το ζήτημα της μη ύπαρξης αδικήματος σε σχέση με μεταχρονολογημένες επιταγές, νομολογία που οδήγησε στη συνέχεια τον Νομοθέτη να τροποποιήσει και πάλι ολόκληρο το Άρθρο 305 Α του Κεφ. 154, με τη διαγραφή και την αντικατάστασή του με τον τροποποιητικό Νόμο 25(I)/2003, ο οποίος, ως προανέφερα, αποτελεί το νομικό υπόβαθρο της Κατηγορίας στην παρούσα. Ακριβώς, με την προσθήκη της φράσης «καθ' οιονδήποτε χρόνο προ ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα», η οποία, βεβαίως, δεν υπήρχε στο εδάφιο
(2)που εξετάστηκε στην Λοής (ανωτέρω), ο Νομοθέτης κάλυψε την περίπτωση της μεταχρονολογημένης επιταγής. Περαιτέρω και κατ' αναλογίαν των όσων λέχθηκαν στην Philippa (ανωτέρω), κρίνω ότι ο νόμος δεν θα ήταν λογικός και δεν θα εξυπηρετούσε το σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε, αν ο εκδότης επιταγής, απαλλάσσονταν, άνευ ετέρου, της ποινικής του ευθύνης σε περίπτωση που αυτός, με οποιαδήποτε πράξη του, τελούμενη πριν την ημερομηνία κατά την οποία η επιταγή κατέστη πληρωτέα, προκαλούσε την μη εξόφλησή της. Συνεπώς, η επί του προκειμένου εισήγηση του κ. Χαβιαρά δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Με βάση, λοιπόν, τα ευρήματα στα οποία προβαίνω ανωτέρω, είναι φανερό ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο Κατηγορούμενος στις 14/11/2007 εξέδωσε και παρέδωσε στην Παραπονουμένη την Επιταγή, η οποία, όταν παρουσιάστηκε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε για πληρωμή, ήτοι την Τράπεζα, την ημερομηνία πληρωμής αυτής, ήτοι στις 13/12/2007, δεν πληρώθηκε ένεκα του ότι ο εκδότης αυτής, ήτοι ο Κατηγορούμενος, με την παράδοση στην Τράπεζα στις 10/12/2007 του Τεκμηρίου 6, έδωσε οδηγίες για να ανακληθεί η πληρωμή της, ήτοι προκάλεσε την μη εξόφλησή της από την Τράπεζα. Μετά την πιο πάνω κατάληξή μου, αυτό που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσον ο Κατηγορούμενος έχει κατορθώσει να αποδείξει την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας που παρέχει το εδάφιο 2 του Άρθρου 305 Α του Κεφ.154. Όπως έχει κατ' επανάληψιν τονιστεί, το βάρος απόδειξης υπεράσπισης που δημιουργείται είτε από το νόμο είτε από το κοινοδίκαιο έχει ο κατηγορούμενος με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Βλ., μεταξύ άλλων Tarapoulouzis v. The District Officer Nicosia
(1962)C.L.R 91, Zavos v. The Police
(1963)1 C.L.R. 57, Papadopoulos v. The Republic
(1980)2 C.L.R. 10, Ergatides v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 182 και N.C. Diamonds Co. Ltd v. Χρίστου Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763. Το τί συνιστά εύλογη αιτία στα πλαίσια της υπεράσπισης που καθιερώνει το Άρθρο 305 Α
(2)του Κεφ. 154 έχει ερμηνευθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Diamonds (ανωτέρω). Τονίστηκε ότι το Άρθρο 305 Α
(2)ουσιαστικά καθιερώνει την αρχή του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία. Συγκεκριμένα έγινε αναφορά στην υπόθεση Pitsillides v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 374, όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης. Αναφέρθηκε, επίσης, ότι η ίδια φράση έχει στην αγγλική νομολογία συσχετισθεί με την έννοια της δίκαιης αιτίας, ενώ σχετικά έγινε αναφορά και στην φράση bona fide (καλή τη πίστει) που στην αγγλική νομολογία θεωρήθηκε ταυτόσημη με τη λέξη «honestly» (ειλικρινά). Με βάση την πιο πάνω ερμηνεία, το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του εκεί πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την υπεράσπιση του εδαφίου 2, ότι δηλαδή πρέπει ο κατηγορούμενος να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και επιπρόσθετα ότι η πεποίθησή του αυτή ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις (κάτι που εξετάζεται αντικειμενικά), έγινε μέσα στο πνεύμα των παραπάνω αποφάσεων. Με βάση αυτά, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η ενέργεια του εκεί κατηγορουμένου ήταν 1) ειλικρινής και 2) υπαγορεύτηκε από εύλογη αιτία. Στην Diamonds κρίθηκε, επίσης, ότι η ποινική ευθύνη του εκδότη καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο 2 του Άρθρου 305 Α, χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις, γιατί σε αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχαν περιθώρια επίκλησης της υπεράσπισης που παρέχει το εν λόγω εδάφιο, καθότι θα καθιερώνονταν η αντίθετη θεωρία, ήτοι του μη ανακλητού της επιταγής. Ως προς την εμβέλεια και εφαρμογή της εν λόγω υπεράσπισης σχετικές είναι και οι υποθέσεις Philippa (ανωτέρω), Κονιζίδου ν. Αρέστη (Αρ.1)
(2009)2 Α.Α.Δ. 345, Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ ν.
- Αδελφοί Σ. Πεκρής (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 45/2010, ημερομηνίας 2/11/2011, Αντρέου ν.
- Vangel Art Ltd κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 246/2009, ημερομηνίας 24/1/2012, και Φωτίου ν. Exantas Marine Enterprises Ltd, Ποινική Έφεση Αρ. 38/2010, ημερομηνίας 31/10/
- Στην Vangel Art (ανωτέρω), όπου ο εκεί κατηγορούμενος εξήγησε ότι ανακάλεσε την πληρωμή της μίας εκ των δύο επιταγών επειδή ο παραπονούμενος του παρέδωσε μόνο τα τέσσερα γαϊδούρια που συμφώνησαν, ενώ ο παραπονούμενος ισχυρίζετο ότι η συμφωνία ήταν για τα τέσσερα γαϊδούρια που του παρέδωσε, τονίστηκαν τα εξής από το Ανώτατο Δικαστήριο: «... το κρίσιμο ερώτημα για σκοπούς της υπεράσπισης του άρθρου 305(Α)
(2)δεν αφορά μάλλον στη θετική διαπίστωση του σχετικού όρου της προφορικής συμφωνίας, δεδομένης της εκ διαμέτρου διαφωνίας των διαδίκων ως προς τούτο, παρά στην κρίση του εύλογου της ενέργειας των Εφεσιβλήτων να προκαλέσουν τη μη εξόφληση εν όψει ακριβώς της έντονης διαφωνίας τους με τον Εφεσείοντα ως προς τον κρίσιμο όρο για τον αριθμό των γαϊδουριών που επωλήθησαν. Εξ άλλου, η ποινική διαδικασία, στερούμενη του δικογραφικού πλαισίου της αστικής διαδικασίας, και τοσούτο μάλλον αφού έχει άλλο σκοπό, όχι μόνο δεν προσφέρεται για την επακριβή επίγνωση μιας διαφοράς που έχει στη γένεση και στην ουσία της αστική μορφολογία, αλλά και έχει ως βασική παράμετρο την ένοχη πρόθεση παρά την αντικειμενική ορθότητα της πράξης. Η υπεράσπιση της ευλόγου αιτίας φαίνεται ακριβώς να έχει αυτή την κατεύθυνση και να επιδιώκει να αντισταθμίσει την άλλως αυστηρή ευθύνη που διέπει το άρθρο 305(Α)
(2), εισάγοντας, έστω και υπό τη μορφή υπεράσπισης, ένα στοιχείο που ουσιαστικά ανάγεται στο mens rea.» Όπως προκύπτει από το λεκτικό της ίδιας της επιφύλαξης του εδαφίου
(2)του Άρθρου 305 Α και τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κονιζίδου ν. Αρέστη (ανωτέρω), προϋπόθεση για την επιτυχή επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας αποτελεί η παράθεση από τον κατηγορούμενο γραπτώς στην Τράπεζα, επί της οποίας εκδόθηκε η επιταγή, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή, του λόγου ή των λόγων για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της. Είναι εμφανές ότι, στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας του Κατηγορουμένου και των ευρημάτων στα οποία έχω ήδη προβεί κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας, η υπεράσπιση που επιχείρησε ο Κατηγορούμενος να προβάλει στην παρούσα είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. Εν πρώτοις, στη βάση των πιο πάνω αρχών, θεωρώ ότι η γραπτή παράθεση από τον Κατηγορούμενο στην Τράπεζα σαν λόγου ανάκλησης της Επιταγής την «ακύρωση της συμφωνίας», εμποδίζει τον Κατηγορούμενο από του να προβάλλει στην Κατηγορία που αντιμετωπίζει την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας στηρίζοντας τούτη σε άλλο λόγο. Για την επιτυχή επίκληση, λοιπόν, της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας στην προκειμένη περίπτωση, ο Κατηγορούμενος θα έπρεπε κατ' αρχάς να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία από την οποία τουλάχιστον να προκύπτει ότι ο ίδιος και η σύζυγός του θεωρούσαν, κατά τον χρόνο ανάκλησης της Επιταγής, ότι η Συμφωνία Διανομής και/ή η Προφορική Συμφωνία ήταν άκυρη ή τερματίστηκε ή ακυρώθηκε. Δεν είναι, όμως, αυτή η ένορκη εκδοχή που προώθησε ο Κατηγορούμενος στη διαδικασία. Τουναντίον, σύμφωνα με τον ίδιο, ουδέποτε τερματίστηκε η Συμφωνία Διανομής, η οποία, ως ανέφερε, βρίσκεται σε ισχύ μέχρι σήμερα. Και τούτο ανεξάρτητα του ότι τερματίστηκαν από την Εταιρεία οι εργασίες για τον διαχωρισμό του Ακινήτου στις αρχές του 2009, ήτοι σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο της ημερομηνίας ανάκλησης της Επιταγής. Δεν θα μπορούσε άλλωστε στα περιστατικά της παρούσας να τεθεί σοβαρά ζήτημα ακύρωσης ή τερματισμού της Συμφωνίας Διανομής ή της Προφορικής Συμφωνίας, εφόσον κατά τον επίδικο χρόνο ανάκλησης της Επιταγής συνεχίζονταν, εν γνώσει του Κατηγορουμένου και της συζύγου του, οι εργασίες για τον διαχωρισμό του Ακινήτου σε οικόπεδα, για την εκτέλεση των οποίων, μάλιστα, η σύζυγος του Κατηγορουμένου κατέβαλε μεταγενέστερα στην Εταιρεία τα έξοδα που της αναλογούσαν. Ομοίως, μια τέτοια εκδοχή δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή εφόσον δεν αναφέρθηκε ο,τιδήποτε, από το οποίο να προκύπτει ότι η σύζυγος του Κατηγορουμένου (ή οποιοσδήποτε άλλος ενεργώντας εκ μέρους της) γνωστοποίησε είτε στην Παραπονουμένη είτε στον Μ.Κ.1 ότι θεωρούσε τερματισθείσα ή άκυρη την Συμφωνία Διανομής ή την Προφορική Συμφωνία. Ανεξάρτητα της πιο πάνω κατάληξής μου, υπενθυμίζω ότι έχω αγνοήσει και απορρίψει την ένορκη εκδοχή του Κατηγορουμένου, ήτοι ότι είχε συμφωνηθεί προφορικά ότι το ποσό της Αποζημίωσης, που έπρεπε να καταβάλει η σύζυγός του, θα καταβάλλονταν όταν η Συμφωνία Διανομής θα κατατίθετο στο Κτηματολόγιο ή όταν τα οικόπεδα θα διαχωρίζονταν και μεταβιβάζονταν στους δικαιούχους, ως και ότι επιχείρησε με την σύζυγό του να καταθέσει στο Κτηματολόγιο τη Συμφωνία Διανομής. Ενόψει τούτου, ελλείπει το όποιο υπόβαθρο γεγονότων, επί του οποίου θα μπορούσε να γίνει εύρημα ότι η ενέργεια του Κατηγορουμένου να προβεί σε ανάκληση της Επιταγής ήταν ειλικρινής και υπαγορεύτηκε από εύλογη αιτία. Τουναντίον, είναι εμφανές ότι τα όσα ανέφερε ο Κατηγορούμενος στο Δικαστήριο σε σχέση με τον λόγο ανάκλησης της Επιταγής αποτελούσαν εκ των υστέρων σκέψεις για να δικαιολογήσει την πράξη του. Δεν πρέπει, επίσης, να διαφεύγει της προσοχής μας ότι το ζητούμενο στην παρούσα δεν είναι κατά πόσον μέχρι σήμερα δεν έχουν ολοκληρωθεί οι εργασίες για τον διαχωρισμό του Ακινήτου ή, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Κατηγορούμενος, εξακολουθεί μέχρι σήμερα να βλέπει ένα χωράφι. Δεν ενδιαφέρει, επίσης, για σκοπούς διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του Κατηγορουμένου το ότι ο μετέπειτα τερματισμός από την Εταιρεία των εργασιών διαχωρισμού του Ακινήτου σε οικόπεδα, ήτοι στις αρχές του 2009, ως και η σημερινή κατάσταση του Ακινήτου, ενδεχομένως να καταδεικνύει ότι θα ήταν σώφρον να συμφωνείτο όπως το ποσό της Αποζημίωσης καταβληθεί μετά τον επί τόπου διαχωρισμό του Ακινήτου. Δεν ήταν, όμως, αυτό που συμφωνήθηκε. Το ζητούμενο είναι κατά πόσον η πράξη του Κατηγορουμένου να προκαλέσει την ανάκληση της Επιταγής, τον κρίσιμο χρόνο που αυτή η πράξη έλαβε χώρα, ήταν ειλικρινής και υπαγορεύτηκε από εύλογη αιτία. Τέλος, θα πρέπει να λεχθεί ότι τα όσα επεσήμανε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Vangel Art (ανωτέρω) δεν μπορούν να βοηθήσουν την υπόθεση του Κατηγορουμένου εφόσον, για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, έχω αγνοήσει και απορρίψει την μαρτυρία που ο Κατηγορούμενος επιχείρησε να εισάξει για να αποδείξει την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Συνεπώς, στα περιστατικά της παρούσας, κρίνω ότι ο Κατηγορούμενος απέτυχε να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι προέβη στην ανάκληση της πληρωμής της Επιταγής για εύλογη αιτία. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η προβληθείσα από τον Κατηγορούμενο υπεράσπιση απορρίπτεται. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, την υπόθεσή της εναντίον του Κατηγορουμένου, τον οποίο κρίνω ένοχο στην Κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ...................................... Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο