ΣΠΕ Βασιλικός Πεντάσχοινος ν. Κοντόζη Κοντόζη, Αρ. Υπόθεσης: 20326/2011, 13/2/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:B6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. MΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 20326/2011 Μεταξύ: ΣΠΕ Βασιλικός Πεντάσχοινος Κατηγορούσας Αρχής ν. Κοντόζη Κοντόζη Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 13 Φεβρουαρίου 2012 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Γιαννάτσου για κ. Ζαμπά. Κατηγορούμενος απών Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην παρούσα υπόθεση, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τέσσερις κατηγορίες που αφορούν πράξεις καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτή κατά παράβαση των Άρθρων 3
(1)(γ)
(3)και 4
(2)και
(3)του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008, N. 60(Ι)/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων των Κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, κατά την περίοδο από 01/12/2010 μέχρι και 1/11/2011, ο Κατηγορούμενος καθυστερεί την καταβολή του ποσού των €1.435,20, ήτοι 12 καθυστερημένων δόσεων και συγκεκριμένα των δόσεων που ήταν πληρωτέες την 1/12/2010 έως και 1/11/2011, αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων, κατά παραβαση του διατάγματος που εξεδόθη από το Δικαστήριο στις 29/9/2000, με το οποίο διετάσσετο να καταβάλλει €119,60 μηνιαίως από 1/11/2000 για εξόφληση του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους του στην αγωγή 2793/99, στην οποία εξεδόθη εναντίον του απόφαση για το ποσό των €613,38, πλέον έξοδα, πλέον τόκοι, στις 8/10/1999, για λόγους άλλους από φυσική ή οικονομική αδυναμία. Στην παρούσα υπόθεση, ένεκα της παράλειψης του Κατηγορουμένου να εμφανιστεί στη διαδικασία παρά τη δέουσα επίδοση σε αυτόν κλήσης κατηγορουμένου, η οποία καταχωρήθηκε, ως Έγγραφο «Α», η Κατηγορούσα Αρχή, με την άδεια του Δικαστηρίου, προχώρησε να αποδείξει την υπόθεσή της, στην απουσία του Κατηγορουμένου, με την κατάθεση δύο ενόρκων δηλώσεων που υπογράφονται από τη γραμματέα των Παραπονουμένων-Κατηγορούσας Αρχής, κα Χριστίνα Ευαγγέλου (στο εξής «η Ενόρκως Δηλούσα»). Η Ενόρκως Δηλούσα καταχώρησε, ως Τεκμήριο «Α», αντίγραφο απόφασης (στο εξής «η Απόφαση») που εξεδόθη από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στην αγωγή με αρ. 2793/99 (στο εξής «η Αγωγή»), στις 8/10/1999, υπέρ της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Τόχνης (στο εξής «οι Ενάγοντες») και εναντίον τριών εναγομένων (στο εξής «οι Εναγόμενοι»), μεταξύ των οποίων και ο Κατηγορούμενος, σύμφωνα με την οποία οι Εναγόμενοι καταδικάστηκαν να πληρώσουν στους Ενάγοντες ομού και/ή κεχωρισμένως το ποσό των Λ.Κ.359 με τόκο 9% ετησίως από 1/1/1999 πλέον Λ.Κ.112,50, έξοδα της Αγωγής, με τόκο προς 8% ετησίως επί του ποσού των Λ.Κ.105 από 21/6/1999 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον Λ.Κ.16,50, έξοδα επίδοσης, πλέον Φ.Π.Α. Περαιτέρω, καταχώρησε, ως Τεκμήριο «Β», το εκ συμφώνου διάταγμα (στο εξής «το Διάταγμα Μηνιαίων Δόσεων») που εξεδόθη από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, στις 29/9/2000, στα πλαίσια της Αγωγής, με το οποίο ο Κατηγορούμενος διετάχθη όπως πληρώσει προς τους Ενάγοντες το εξ αποφάσεως χρέος του, ως και τα έξοδά του, δια μηνιαίων δόσεων εκ Λ.Κ.70 από την 1/11/2000 και μέχρι τελείας εξόφλησης, πλέον το ποσό των Λ.Κ.66,50, έξοδα της παρούσας αιτήσεως. Σύμφωνα με την Ενόρκως Δηλούσα, ο Κατηγορούμενος καθυστερεί την καταβολή των δόσεών του από 1/12/2010 μέχρι την 1/11/2011, ήτοι 12 δόσεις προς €119,60 εκάστη, σύνολο €1.435,
- Επειδή κανένα ποσό πλήρωσε έναντι του εν λόγω ποσού, η Ενόρκως Δηλούσα ζητά την έκδοση διατάματος πληρωμής πλέον τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας. Επίσης, η Ενόρκως Δηλούσα κατέθεσε, ως Τεκμήριο «Δ», αναλυτική κατάσταση λογαριασμού (στο εξής «η Κατάσταση Λογαριασμού») του δανείου/λογαριασμού με αριθμό 7210002, σύμφωνα με το οποίο το υπόλοιπο του λογαριασμού στις 31/12/2010 ανέρχονταν στα €1.800,06 και στις 31/12/2011 στα €1.964,
- Το Άρθρο 3
(1)(γ) του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008 διαλαμβάνει πως οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους «(γ) παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία είναι ένοχος ποινικού αδικήματος...» Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πράξης καταδολίευσης που αυτή δημιουργεί είναι τα ακόλουθα: (α) Η ύπαρξη οφειλέτη χρέους από δικαστική απόφαση. (β) Η έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, και (γ) Η παράλειψη καταβολής οποιασδήποτε δόσης από τον εξ αποφάσεως οφειλέτη κατά την ημερομηνία πληρωμής. Το Άρθρο 3
(4)(γ) του Νόμου 60(Ι)/2008 αναφέρει τις υπερασπίσεις που ο κατηγορούμενος δύναται να προβάλει σε κατηγορία που του προσάπτεται δυνάμει του Άρθρου 3
(1)(γ), οι οποίες όμως δεν θα μας απασχολήσουν στα πλαίσια της παρούσας. Κατηγορούμενος για πράξη καταδολίευσης, ως η υπό κρίση υπόθεση, διαπράττει αδίκημα αν παραλείψει να καταβάλει οποιαδήποτε δόση εξ αποφάσεως χρέους και για το οποίο εξεδόθη το σχετικό διάταγμα μηνιαίων δόσεων. Σύμφωνα δε με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Άρθρου 2 του Νόμου 60(Ι)/2008, οι όροι «εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος», «εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους» και «εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής» έχουν την έννοια που αποδίδεται σε αυτούς από το Άρθρο 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6. Σύμφωνα, λοιπόν, με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Άρθρου 2 του Κεφ.6, «εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής» σημαίνει «πρόσωπο υπέρ του οποίου εκδίδεται δικαστική απόφαση με την οποία διατάσσεται η πληρωμή χρημάτων», «εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους» σημαίνει «πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδίδεται δικαστική απόφαση με την οποία διατάσσεται η πληρωμή χρημάτων», και «εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος» σημαίνει «χρήματα που επιδικάστηκαν με δικαστική απόφαση». Πρέπει, συνεπώς, να αποδειχθεί και η ύπαρξη, κατά το χρόνο που μια μηνιαία δόση παρουσιάζεται ως απαιτητή, του υπολοίπου του εξ αποφάσεως χρέους προς όφελος του εξ αποφάσεως πιστωτή. Αυτό προϋποθέτει την απόδειξη του εξ αποφάσεως χρέους, δηλαδή των ποσών που επιδικάστηκαν με δικαστική απόφαση προς όφελος του εξ αποφάσεως πιστωτή και εναντίον του εξ αποφάσεως οφειλέτη και τον υπολογισμό του ποσού που οφείλεται βάσει της απόφασης, πλέον ο τόκος που προνοείται στην απόφαση, πλέον τα επιδικασθέντα έξοδα. Επίσης, οποιαδήποτε ποσά καταβλήθηκαν έναντι του εξ αποφάσεως χρέους θα πρέπει να αφαιρεθούν έτσι ώστε το Δικαστήριο να έχει μια πλήρη εικόνα για το ακριβές του υπολοίπου του εξ αποφάσεως χρέους και στο οποίο να ανταποκρίνονται οι επί του κατηγορητηρίου αναφερόμενες δόσεις. Όπως τονίστηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, σελ. 365-366: «Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι' αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Κατ'αρχάς, με την μαρτυρία που ετέθη ενώπιόν μου, η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει στον βαθμό που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις, ήτοι πέραν πάσας λογικής αμφιβολίας, ότι αυτή είναι εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής του εξ αποφάσεως χρέους στην Αγωγή. Ενάγοντες στην Αγωγή, τόσο σύμφωνα με την Απόφαση όσο και το Διάταγμα Μηνιαίων Δόσεων, τα οποία ειρήσθω εν παρόδω γίνονται αποδεκτά για την απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου τους, είναι η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Τόχνης. Ουδεμία επεξήγηση επί του προκειμένου γίνεται από την Ενόρκως Δηλούσα ούτε και προσκομίστηκε οποιοδήποτε έγγραφο που να καταδεικνύει την όποια τυχόν σχέση μεταξύ των δύο νομικών προσώπων. Όπως προανέφερα, το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας ποινικής διαδικασίας δεν δύναται να προβάινει σε υποθέσεις γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι. Παρά το πιο πάνω εύρημά μου, το οποίο σφραγίζει και την τύχη της παρούσας ποινικής δίωξης, θα προχωρήσω να εξηγήσω τους επιπλέον λόγους, για τους οποίους δεν μπορεί να επιτύχει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχης. Με την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μου, η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει το ακριβές υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους στην Αγωγή, στο οποίο να ανταποκρίνονται οι επί του κατηγορητηρίου αναφερόμενες δόσεις. Είναι εμφανές ότι η Κατάσταση Λογαριασμού δεν ακολουθεί τους όρους της Απόφασης. Πουθενά η Απόφαση δεν προνοεί για τη δυνατότητα χρέωσης και πρόσθεσης στο εκάστοτε υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους εξόδων «τήρησης λογαριασμού» ή «επιβ.καθ.», ό,τι και αν σημαίνει το τελευταίο, με τα οποία χρεώνεται ετησίως η Κατάσταση Λογαριασμού. Ακολουθώντας, μάλιστα, τους όρους της Απόφασης και προβαίνοντας σε απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς, διαπιστώνω, επί παραδείγματι, ότι το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους στις 31/12/2000 και 31/12/2001, δηλαδή με τον συνυπολογισμό του τόκου που προνοείται στην Απόφαση, ανέρχεται στις Λ.Κ.391,31 και Λ.Κ.423,62 αντίστοιχα, και όχι Λ.Κ.395,03 και Λ.Κ.482.72 αντίστοιχα, ως αναφέρεται στην Κατάσταση Λογαριασμού. Επιπλέον, τα έξοδα της αίτησης που οδήγησαν στην έκδοση του Διατάγματος Μηνιαίων Δόσεων, στα οποία δύνανται να προστίθεται μόνο ο νόμιμος τόκος, προσετέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή στην Κατάσταση Λογαριασμού και τοκίζονται με υψηλότερο επιτόκιο από το επιτρεπόμενο δυνάμει του Διατάγματος Μηνιαίων Δόσεων, αυξάνοντας με τον τρόπο αυτό το εκάστοτε υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους με τρόπο διαφορετικό απ' ό,τι προνοείται στην Απόφαση. Περαιτέρω, ουδεμία επεξήγηση δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή τί αφορούσαν κάποιες χρεώσεις επί της Κατάστασης Λογαριασμού που περιγράφονται ως «έξοδα μέμο» ή «απόσυρση ριτ», τα οποία δεν προνοούνται είτε στην Απόφαση είτε στο Διάταγμα Μηνιαίων Δόσεων. Ούτε, επίσης, προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που έστω να επιχειρεί να δικαιολογήσει την προσθήκη των εν λόγω εξόδων στο εξ αποφάσεως χρέος. Επί του προκειμένου, κρίνω σκόπιμο να παραπέμψω στο ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, Third Edition, Volume 16, σελ. 30: 'The costs of the execution are costs of the writ of execution, and not of the action in which judgment was recovered or the order was made, and consequently they are not a debt due from the judgment debtor. It is doubtful whether the costs of a previous abortive execution can be included in the direction to levy'. Πόσο δε μάλλον όταν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει τεθεί μαρτυρία από την οποία να προκύπτει τί αφορούν τα διάφορα δικηγορικά έξοδα, τα οποία η Κατηγορούσα Αρχή επιχείρησε να προσθέσει στο εξ αποφάσεως χρέος. Βλ., επίσης, τα όσα σχετικά αναφέρονται στα συγγράμματα The Annual Practice 1958, σελ. 1010, και Halsbury's Laws of England, Third Edition, Volume 2, σελ. 292, στα οποία τονίζεται ότι τα έξοδα ενός ανεπιτυχούς μέτρου εκτέλεσης δεν θεωρούνται μέρος του εξ αποφάσεως χρέους και μπορούν να εισπραχθούν μόνο από τους καρπούς του συγκεκριμένου μέτρου εκτέλεσης (βλ. Re Long & Co., Ex parte Cuddeford
(1888)20 Q.B.D. 316). Όπως προανέφερα, η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Κατά την άποψή μου, δεν μπορεί να αναμένεται από το Δικαστήριο στα πλαίσα της παρούσας ποινικής διαδικασίας να προβαίνει σε προσθαραιρέσεις από μόνο του για την εξεύρεση του ακριβές υπολοίπου του εξ αποφάσεως χρέους κατά τις ημερομηνίες που κατ'ισχυρισμόν διαπράχθηκαν τα αδικήματα από τον Κατηγορούμενο, όταν η μαρτυρία που προσκομίζει η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους δεν ακολουθεί τους όρους της Απόφασης. Η παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να τύχει επιτυχίας και για ένα επιπλέον λόγο. Ο Νόμος 60(Ι)/2008 ετέθη σε ισχύ στις 18/7/2008, ενώ το Διάταγμα Μηνιαίων Δόσεων εκδόθηκε στις 29/9/2000, με την πρώτη μηνιαία δόση πληρωτέα την 1/11/2000. Βλέποντας τα ποσά της Απόφασης με τους τόκους και τα έξοδα, ως και τα έξοδα του Διατάγματος Μηνιαίων Δόσεων, και αφαιρώντας τα ποσά που πληρώθηκαν, σύμφωνα με την Κατάσταση Λοφοαριασμού, μέχρι τις 18/7/2008, και συναθροίζοντας τις δόσεις από την 1/11/2000 μέχρι και τις 18/7/2008, που τέθηκε σε ισχύ ο Νομος 60(Ι)/2008, διαπιστώνει κανείς πως αυτές ξεπερνούν κατά παρασάγγας το οφειλόμενο ποσό, αν φυσικά αυτές καταβάλλονταν. Με δεδομένο, λοιπόν, ότι στον Νόμο 60(Ι)/2008 δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια για αναδρομική ισχύ του, την ημερομηνία που ο Κατηγορούμενος θα έπρεπε να αρχίσει να καταβάλλει τις δόσεις, ως και τη διαπίστωσή μου ότι οι παραλείψεις του Κατηγορουμένου αφορούν σε ημερομηνίες πριν να τεθεί σε ισχύ ο Νόμος 60(Ι)/2008, θεωρώ ότι η παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να έχει επιτυχία. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να έχει άλλη καταληξη από την απόρριψη. Ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται από όλες τις Κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ...................................... Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο