← Κύπρος

Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού ν. M.L.C.D. HOTEL MANAGEMENT LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9553/2010, 7/2/2012

Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού ν. M.L.C.D. HOTEL MANAGEMENT LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9553/2010, 7/2/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:B5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. MΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9553/2010 Μεταξύ: Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού Κατηγορούσας Αρχής ν.

  1. M.L.C.D. HOTEL MANAGEMENT LTD
  2. ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΡΙΣΤΟΦΗ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 7 Φεβρουαρίου 2012 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Γ. Ζαχαρίου. Για τους Κατηγορουμένους 1 και 2: κος Α. Κλεάνθους. Κατηγορούμενος 2 παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Καρηγορούσας Αρχής, ο συνήγορος των Κατηγορουμένων εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σύμφωνα με το Άρθρο 74

(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, και ως εκ τούτου οι Κατηγορούμενοι δεν θα πρέπει να κληθούν σε απολογία. H εισήγηση του κ. Κλεάνθους συνίστατο κυρίως στο ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει μαρτυρία που να συνδέει τους Κατηγορουμένους με το αδίκημα, ως και το ότι το περί ου λόγος διάταγμα δεν είναι σαφές. Ανέφερε, επίσης, ότι η Κατηγορία στερείται νομικής βάσης. Αντίθετη επί του προκειμένου ήταν η θέση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία εισηγήθηκε ότι με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, οι Κατηγορούμενοι θα πρέπει να κληθούν να προβάλουν την υπεράσπισή τους. Οι παράμετροι που καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον κατηγορουμένου έχουν τεθεί στην Azinas ν. The Police
(1981)2 Α.Α.Δ. 9, στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Αγγλική Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης, και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο για τον καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιόν του μαρτυρία ότι: Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή Η μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό, δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατόν αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, αναφέρθηκε πως: «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας». Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Καθοδήγηση Πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει της ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Η λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλ. Shaaban bin Hussien v. Chong Fook Kam [1970] 2 W.L.R. 441). Όπως τονίστηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, σελ. 365-366: «Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι' αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Συνεπώς, εκείνο το οποίο έχει να επιτελέσει το Δικαστήριο σ΄αυτό το στάδιο είναι η αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης και κατ΄επέκταση εάν, αντικειμενικά, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν στοιχειοθετεί ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή εάν είναι τόσο αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο θα βασιζόταν σε αυτή για να καταδικάσει τους Κατηγορούμενους. Στην παρούσα υπόθεση, οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν την Κατηγορία της μη συμμόρφωσης προς εκδοθέν διάταγμα κατά παράβαση των Άρθρων 1, 2, 3, 4, 5
(1)
(2)
(3), 6, 16, 18
(1)(α), (β), (γ), (δ)
(2)(α) (β), 3, 4, 5 του περί Κέντρων Αναψυχής Νόμου του 1985, ως ετροποποιήθη μέχρι σήμερα, και του Άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της Κατηγορίας, «Οι Κατηγορούμενοι περί την 10/1/2008 μέχρι και σήμερα στη Λάρνακα, παρέλειψαν να συμμορφωθούν με διάταγμα που εκδόθηκε στην Ποινική Υπόθεση 9527/2007 περί την 10/1/2008, με το οποίο διατάσσετο η αναστολή λειτουργίας του Κέντρου Αναψυχής στο I.B. SANDBEACH CASTLE.» Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε συνολικά τέσσερις μάρτυρες για να αποδείξει την υπόθεσή της. Ως πρώτος μάρτυρας, (Μ.Κ.Α.1), κατέθεσε ο Ιδιώτης Επιδότης, κ. Κούλλης Ξενής, ο οποίος ανέφερε ότι στις 26/8/2009 επέδωσε προσωπικά στον Κατηγορούμενο 2, υπό την προσωπική του ιδιότητα, το διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην ποινική υπόθεση με αρ. 9527/07 (στο εξής «η Ποινική Υπόθεση 9527/07») που εκδόθηκε στις 10/1/2008 και ετοίμασε ένορκη δήλωση επίδοσης. Σχετικά προς τούτο κατέθεσε, ως Τεκμήριο «1», την εν λόγω ένορκη δήλωση επίδοσης, στην οποία επισυνάπτεται πιστόν αντίγραφο συνταχθέντος διατάγματος που επέδωσε (στο εξής «το Διάταγμα του Τεκμηρίου 1»), το οποίο, σύμφωνα με το κείμενό του, εξεδόθη στα πλαίσια της Ποινικής Υπόθεσης 9527/07 με κατηγορούσα αρχή τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού και με κατηγορουμένους 1 και 2 τους κ.κ. M.L.C.D. Hotel Management Ltd και τον Δημήτρη Χριστοφή αντίστοιχα. Θα καταγράψω αυτολεξεί το περιεχόμενό του: «Της υποθέσεως ταύτης ελθούσης προς ακρόασιν της κας Ζαχαρίου δικηγόρου κατηγορούσας αρχής και του κ. Μιχαηλίδη δικηγόρου κατηγορουμένων και αφού ηκούσθη παν ό,τι ελέχθη υπό ή εκ μέρους των διαδίκων, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως ανασταλεί και δια του παρόντος αναστέλλεται η λειτουργία του κέντρου αναψυχής I.B. SANDBEACH CASTLE στη Λάρνακα. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΕΚ ΣΥΜΦΩΝΟΥ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως ο κατηγορούμενος 2 πληρώσει πρόστιμο ποσού €300- στην 1η κατηγορία. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως ο κατηγορούμενος 2 πληρώσει το ποσό των €340- έξοδα της κατηγορούσας αρχής πλέον ΦΠΑ. Η κατηγορία 2 αποσύρεται και απορρίπτεται. Οι κατηγορούμενοι απαλλάσσονται και αθωώνονται επ'αυτή. Καμιά ποινή στον κατηγορούμενο1». Ως ημερομηνία σύνταξης του Διατάγματος του Τεκμηρίου 1 καταγράφεται η 29/7/09 και ακολουθεί η εξής οπισθογράφηση: «Οπισθογράφηση: Εάν εσείς ο πιο πάνω αναφερόμενος Δημήτρης Χριστοφή αμελήσετε να συμμορφωθείτε με το παρόν διάταγμα σεις μεν υπόκεισθε σε σύλληψη η δε περιουσία σας σε κατάσχεση». Ως δεύτερη μάρτυρας, (Μ.Κ.Α.2), κατέθεσε η κα Φωτεινή Λάρκου, Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, υπεύθυνη για τις ποινικές υποθέσεις. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο «2», πιστόν αντίγραφο του κατηγορητητηρίου (ποινικό έντυπο αρ. 7) στην Ποινική Υπόθεση 9537/07 (στο εξής «το Κατηγορητήριο στην Ποινική Υπόθεση 9537/07»). Ανέφερε, επίσης, ότι στις 10/1/2008 εξεδόθη διάταγμα αναστολής της λειτουργίας του κέντρου αναψυχής και κατέθεσε, ως «Τεκμήριο 3», πιστόν αντίγραφο του συνταχθέντος διατάγματος (στο εξής «το Συνταχθέν Διάταγμα»), το οποίο είναι πανομοιότυπο με το Διάταγμα του Τεκμηρίου
  2. Ανέφερε, επίσης, πως από το πρακτικό του Δικαστηρίου φαίνεται ότι στις 10/1/2008 ήταν παρόντες στο Δικαστήριο και ο Κατηγορούμενος 2, ο οποίος εκπροσωπούνταν από δικηγόρο, και πως το διάταγμα εξεδόθη κατόπιν παραδοχής. Δεν μπορούσε, όμως, να διαβάσει τα πρακτικά του Δικαστηρίου γιατί δεν ήταν αποστενογραφημένα. Σύμφωνα με το Κατηγορητήριο στην Ποινική Υπόθεση 9527/07, με τους ίδιους διαδίκους ως η παρούσα, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετώπιζαν την κατηγορία (στο εξής «η Κατηγορία στην Ποινική Υπόθεση 9527/07») της λειτουργίας κέντρου αναψυχής χωρίς άδεια λειτουργίας κατά παράβαση των διατάξεων του περί Κέντρου Αναψυχής Νόμου του 1985, ως ετροποποιήθη, και του Άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  3. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες αδικήματος αυτής «Οι Κατηγορούμενοι ως επιχειρηματίας και διευθυντής του Κέντρου Αναψυχής I.B. SANDBEACH CASTLE, λειτουργούσε από 15/5/2007 και/ή προγενέστερα σε χρόνο άγνωστο για τους παραπονούμενους μέχρι και σήμερα στη Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας το εν λόγω κέντρο Αναψυχής χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή.» Κατά την αντεξέτασή της, η Μ.Κ.Α.2 ανέφερε ότι στο φάκελο της Ποινικής Υπόθεσης 9527/07 υπάρχει εξουσιοδότηση απο την κατηγορουμένη εταιρεία προς τον διευθυντή της να μην παραδεχθεί και στη συνέχεια εξουσιοδότηση να παραδεχθεί. Ως τρίτη μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή, (Μ.Κ.Α.3), κατέθεσε η κα Νικολέττα Πάτσαλου, Λειτουργός διασφάλισης ποιότητας στους Παραπονουμένους από το 1990, η οποία ανέφερε ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα που αφορούν το κέντρο αναψυχής το οποίο λειτουργούσε εντός του χώρου του ξενοδοχείου με την ονομασία I.B. Sand Beach Castle. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο «4», τα εγκεκριμένα σχέδια του εν λόγω υποστατικού, τα οποία είναι κατατεθειμένα στους Παραπονούμενους, το οποίο αποτελείται από ένα ξενοδοχείο και βοηθητικούς χώρους ξενοδοχείου. Το 2007 διαπίστωσε από επίσκεψή της στο χώρο ότι οι βοηθητικοί χώροι του ξενοδοχείου, που βρίσκονται εντός του χώρου του ξενοδοχείου, είχαν τροποποιηθεί και έγιναν προσθήκες και μετατροπές, και πως το μέρος εκείνο του ξενοδοχείου χρησιμοποιείται και λειτουργεί ως κέντρο αναψυχής, το οποίο φέρει την ονομασία KUDETA. Μετά την εν λόγω διαπίστωση, δόθηκαν οδηγίες στους Δικηγόρους τους να ξεκινήσουν ποινική διαδικασία για να ανασταλεί η λειτουργία του μέρους εκείνου του ξενοδοχείου που χρησιμοποιείται ως κέντρο αναψυχής χωρίς άδεια, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η καταχώρηση της Ποινικής Υπόθεσης 9527/07 εναντίον της Κατηγορουμένης 1 εταιρείας και του διευθυντή αυτής, Κατηγορουμένου 2, ο οποίος διαχειρίζετο το ξενοδοχείο και κατά συνέπεια επέτρεπε και προέβαινε στη λειτουργία του κέντρου αναψυχής. Σύμφωνα, επίσης, με τη μάρτυρα, στην Ποινική Υπόθεση 9527/07, με παραδοχή του ίδιου του Κατηγορουμένου 2 προσωπικά και εκ μέρους της Κατηγορουμένης 1, έγινε παραδοχή και εκδόθηκε, μεταξύ άλλων, διάταγμα αναστολής της λειτουργίας του κέντρου αναψυχής που λειτουργούσε εντός των ορίων και των χώρων του ξενοδοχείου με την ονομασία I.B. Sand Beach Castle, το οποίο ονομάζετο KUDETA. Σύμφωνα, επίσης, με τη Μ.Κ.Α.3, η Κατηγορουμένη 1 εταιρεία ήταν τουλάχιστον από το 2007 και συνέχιζε μέχρι τις 25/11/2010 να είναι δηλωμένη ως επιχειρηματίας του χώρου του ξενοδοχείου, εντός του οποίου λειτουργούσε το κέντρο αναψυχής χωρίς άδεια, και ο Κατηγορούμενος 2 ήταν δηλωμένος και είχε τον έλεγχο και την κατοχή ολόκληρου του ξενοδοχείου. Σύμφωνα με τη Μ.Κ.Α.3, η Κατηγορουμένη εταιρεία 1 με επιστολή της προς τους Παραπονούμενους, ημερομηνίας 30/3/2011, που υπογράφεται από τον Κατηγορούμενο 2, ως διευθυντή, πληροφορεί ότι από τις 25/11/2010 δεν διαχειρίζεται πλέον το ξενοδοχείο «I.B. SANDBEACH CASTLE» στη Λάρνακα και πως ουδεμία σχέση έχει με οποιεσδήποτε δραστηριότητες διεξάγονται στο εν λόγω ξενοδοχείο. Η εν λόγω επιστολή κατατέθηκε στη διαδικασία, ως Τεκμήριο «5». Η Μ.Κ.Α.3 αναφέρθηκε, επίσης, και κατέθεσε ως τεκμήρια στην διαδικασία επιστολές που στάληκαν στην Κατηγορουμένη 1 από τους Παραπονούμενους τόσο πριν όσο και μετά τις 10/1/2008, σε σχέση με την ανανέωση της κατάταξης του ξενοδοχείου I.B. SANDBEACH CASTLE, η οποία τελούσε υπό τον όρο, μεταξύ άλλων, να μην χρησιμοποιούνται οι «παράνομες προσθηκομετατροπές που έχουν επενεχθεί στην επιχείρηση». Αναφέρθηκε, επίσης, σε διάφορες επιθεωρήσεις που διενήργησε η ίδια στο χώρο του ξενοδοχείου από τις 16/5/2008 μέχρι την 1/11/2010, κατά τις οποίες παρατηρούσε ότι το κέντρο αναψυχής ήταν σε λειτουργία, ήτοι ήταν ανοικτό, είχε πελάτες και προσωπικό που σέρβιραν ποτά. Σε κάποιες από τις επιθεωρήσεις ήταν παρών και ο Κατηγορούμενος 2 και στις υπόλοιπες ο υιός του, οι οποίοι και υπέγραφαν τα Δελτία Επιθεώρησης Ξενοδοχειακής Επιχείρησης εκ μέρους της Κατηγορουμένης 1, που η μάρτυρας ετοίμαζε μετά από κάθε επιθεώρηση. Δεκατρία τέτοια δελτία κατατέθηκαν στη διαδικασία ως τεκμήρια. Σε όλα τα εν λόγω δελτία αναγράφεται ως επιχείρηση το όνομα του ξενοδοχείου, ως επιχειρηματίας το όνομα της Κατηγορουμένης 1 και ως διευθυντής το όνομα του Κατηγορουμένου
  4. Κατέθεσε, επίσης, ως τεκμήριο, επιστολή των Παραπονουμένων προς την Κατηγορουμένη 1, ημερομηνίας 14/8/2010, στην οποία τονίζεται η αναγκαιότητα λήψης από την τελευταία των απαραίτητων αδειών για τη λειτουργία του κέντρου αναψυχής και πως, σε αντίθετη περίπτωση, θα λαμβάνονταν δικαστικά και άλλα μέτρα εναντίον της Κατηγορουμένης
  5. Κατέθεσε, επίσης, ως τεκμήριο, επιστολή του Δήμου Λάρνακας ημερομηνίας 29/3/2007 προς τον κο Δημήτρη Χριστοφή, Ξενοδοχείο «Sand Beach Castle», στην οποία αναφέρεται ότι δεν δύναται να εκδοθούν άδειες πώλησης οινοπνευματωδών ποτών καθότι δεν εξασφαλίστηκαν οι άδειες σε σχέση με το μπαρ-εστιατόριο με την ονομασία KUDETA. Τονίζεται, επίσης, ότι ένεκα του ότι στο υποστατικό πωλούνται οινοπνευματώδη ποτά χωρίς άδειες, θα ληφθούν δικαστικά μέτρα σε περίπτωση με άρσης των παρατηρήσεων. Αντεξεταζόμενη, η Μ.Κ.Α.3 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος 2 έχει σχέση με το κέντρο αναψυχής γιατί είναι διευθυντής του ξενοδοχείου. Δεν γνώριζε να αναφέρει ποιός είναι ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου παρά μόνο ότι ο Κατηγορούμενος 2 της ανέφερε ότι ιδιοκτήτης του ακινήτου είναι κάποιος τουρκοκύπριος. Δεν είχε να παρουσιάσει έγγραφα που να δείχνουν τη σχέση του κέντρου αναψυχής με τον Κατηγορούμενο 2, ούτε τη σχέση του ξενοδοχείου με το κέντρο αναψυχής. Δέχθηκε ότι ενημερώθηκε από τον Κατηγορούμενο 2 ότι το κέντρο αναψυχής είναι ξεχωριστή οντότητα, και πως ο ίδιος της ανέφερε ότι δεν έχει σχέση με αυτό, αλλά, ως ανέφερε, παραμένει γεγονός ότι βρίσκεται στους χώρους του ξενοδοχείου. Ο Κατηγορούμενος 2 πάντα την διαβεβαίωνε ότι θα εξασφάλιζε τις άδειες για το κέντρο αναψυχής. Ανέφερε, επίσης, ότι, κατά τις επιθεωρήσεις της στο κέντρο αναψυχής, δεν είδε από ποιόν εκδίδονταν οι αποδείξεις. Δεν γνώριζε να αναφέρει κατά πόσον το κέντρο αναψυχής λειτουργούσε την περίοδο από Οκτώβριο μέχρι Μάρτιο εκάστου έτους, που είναι κλειστό το ξενοδοχείο, καθότι δεν έκανε επιθεωρήσεις εκείνες τις ημέρες. Από τις 21/2/2011, επιθεωρεί το ξενοδοχείο άλλη λειτουργός των Παραπονουμένων και η ίδια δεν γνωρίζει κατά πόσον το κέντρο αναψυχής λειτουργεί και σήμερα. Της υπεδείχθη το Συνταχθέν Διάταγμα και ανέφερε ότι δεν το είχε ξαναδεί, λέγοντας πως ίσως να έπρεπε να αναφέρεται ρητά η παύση της λειτουργίας του κέντρου αναψυχής KUDETA. Κατά την επανεξέτασή της, η Μ.Κ.Α.3 ανέφερε ότι μετά την έκδοση του διατάγματος δεν είχε πληροφόρηση από τον Κατηγορούμενο 2 ότι δεν αντιλήφθηκε ότι το διάταγμα αναφερόταν στο KUDETA. Ως τέταρτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσε ο κ. Παναγιώτης Αβραάμ (Μ.Κ.Α.4), Δικηγόρος που συνεργάζεται με το Δικηγορικό γραφείο των Δικηγόρων των Παραπονουμένων. Ο μάρτυρας κατέθεσε, ως Τεκμήριο «24», το αποστενογραφημένο πρακτικό (στο εξής «το Πρακτικό ημερ. 10/1/2008») του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 10/1/2008, στην Ποινική Υπόθεση 9527/07 που εξασφάλισαν στο μεταξύ. Σύμφωνα με το Πρακτικό ημερ. 10/1/2008, από το οποίο προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος 2 ήταν παρών στο Δικαστήριο, μετά που αυτός επανακατηγορήθηκε και δήλωσε παραδοχή στην Κατηγορία στην Ποινική Υπόθεση 9527/07, δηλώθηκαν τα εξής: «κ. Ζαχαρίου: Θα ζητήσω όπως αποσύρω την κατηγορία 2 για τους Κατηγορουμένους. Όσον αφορά τα γεγονότα, τα γεγονότα ως το κατηγορητήριο. Το συγκεκριμένο κέντρο αναψυχής είχε γίνει κατόπιν μετατροπής των βοηθητικών αποθηκευτικών χώρων του ξενοδοχείου και μετατράπηκε σε κέντρο αναψυχής χωρίς την έγκριση των σχεδίων από τους παραπονούμενους, με αποτέλεσμα να μην εκδοθεί άδεια. Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει άδεια λειτουργίας, για αυτό το λόγο θα ζητήσουμε διάταγμα αναστολής της λειτουργίας του κέντρου αναψυχής. Όσον αφορά προηγούμενες καταδίκες, δεν υπάρχουν. Τα έξοδα έχουν συμφωνηθεί στα €340, πλέον ΦΠΑ. κ. Μιχαηλίδης: Τα γεγονότα είναι όπως τα εξέθεσε η Κατηγορούσα Αρχή, με δύο διευκρινήσεις. Ήδη έχει σταματήσει να λειτουργεί το κέντρο, δεν λειτουργεί από την ημέρα της επιθεώρησης του ΚΟΤ και πριν ακόμη καταχωρηθεί η υπόθεση, έπαψε να λειτουργεί. Ο Κατηγορούμενος είναι έντιμος πολίτης, επαναπατρισθέν εξ Αγγλίας, διαχειρίζεται ξενοδοχείο στην παραλία και μετέτρεψε εκείνο τον χώρο ως κέντρο αναψυχής. Δεν λειτουργεί όμως τώρα και είναι πρόθυμος να σταματήσει τη λειτουργία του μονίμως. Παρακαλώ όπως θεωρηθεί σε αυτό το στάδιο η παραδοχή του ως άμεση παραδοχή γιατί υπήρχαν συζητήσεις και συνεννοήσεις με τον ΚΟΤ. Υπόσχεται ότι δεν θα επαναλάβει το ίδιο αδίκημα και οποιονδήποτε άλλο. Δικαστήριο: Λαμβάνω υπόψη μου τα γεγονότα όπως έχουν παρατεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή, καθώς και ότι ο Κατηγορούμενος 2 προέβηκε σε άμεση παραδοχή στο Δικαστήριο. Έχει ήδη σταματήσει να λειτουργεί το συγκεκριμένο υποστατικό μετά που έγινε η συγκεκριμένη επιθεώρηση και γι αυτό το λόγο, ενόψει της συμπεριφοράς του, επιβάλλω στον Κατηγορούμενο 2, στην πρώτη κατηγορία ποινή προστίμου €300, πλέον τα συμφωνηθέντα έξοδα €340, πλέον ΦΠΑ. Στην Κατηγορουμένη 1, δεν επιβάλλω καμία ποινή. Εκδίδεται διάταγμα αναστολής λειτουργίας του εν λόγω κέντρου αναψυχής. Η δεύτερη κατηγορία αποσύρεται και απορρίπτεται. Οι Κατηγορούμενοι απαλλάσσονται και αθωώνονται από αυτήν.» Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.Α.4 ερωτήθη σε σχέση με διάφορες συζητήσεις και ενέργειες που έγιναν είτε ενώπιον του Δικαστηρίου είτε εκτός Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας ποινικής υπόθεσης και ανέφερε την εκδοχή του. Σύμφωνα με το Άρθρο 18
(1)(α) του περί Κέντρων Αναψυχής Νόμου του 1985, Ν.29/85(στο εξής «ο Νόμος»), ως αυτός έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, οποιοδήποτε πρόσωπο, το οποίο διατηρεί ή λειτουργεί κέντρον άνευ αδείας λειτουργίας είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πεντακόσιες λίρες ή σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές. Περαιτέρω, το Άρθρο 18
(2)του Νόμου διαλαμβάνει τα εξής: «
(2)Επιπροσθέτως προς οιανδήποτε άλλην ποινήν προβλεπομένην υπό του παρόντος άρθρου, το Δικαστήριον επί τη καταδίκη οιουδήποτε προσώπου δι' αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου, δύναται κατά την κρίσιν του να διατάξη- (α) την διακοπήν της λειτουργίας του κέντρου εν σχέσει προς το οποίον διεπράχθη το αδίκημα διά τοσούτο χρονικόν διάστημα όσον το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει πρέπον· (β) την καταβολήν υπό του καταδικασθέντος προσώπου των εξόδων της δίκης.» Ακολούθως, το Άρθρο 18
(4)του Νόμου προνοεί πως: «Παν πρόσωπον μη συμμορφούμενον προς διάταγμα εκδοθέν δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (α) του εδαφίου
(2)είναι ένοχον αδικήματος και υπόκειται, εν περιπτώσει καταδίκης αυτού, εις φυλάκισιν δια χρονικόν διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας επτακοσίας πεντήκοντα λίρας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς ταύτας». Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης, ως και τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας, που πραγματεύεται το αδίκημα της παρακοής διατάγματος Δικαστηρίου ή μη συμμόρφωσης με διάταγμα Δικαστηρίου, συνάγεται και προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του Άρθρου 18
(4)του Νόμου είναι τα ακόλουθα: (α) Η έκδοση διατάγματος διακοπής της λειτουργίας κέντρου αναψυχής δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 18
(2)(α) του Νόμου, (β) Η γνώση του προσώπου προς το οποίο το διάταγμα απευθύνεται της ύπαρξης και του ακριβούς περιεχομένου του διατάγματος, (γ) Η παράλειψη συμμόρφωσης με το διάταγμα αυτό, του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται, (δ) Η ηθελημένη ανυπακοή ή άλλως πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος. Όπως τονίστηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Λάζαρος Μαύρος ν. 1. Θεόδωρος Στυλιανού κ.ά.
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2389, με αναφορά στις υποθέσεις Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas
(1989)1(E) A.A.Δ. 750 και Antonis Mouzouris & Another v. Xylophaghou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287, η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος (actus reus) συνίσταται σε πράξη ή παράλειψη, η οποία παραβιάζει το διάταγμα, η δε υποκειμενική του υπόσταση (mens rea) σε ηθελημένη ανυπακοή ή, άλλως, σε πρόθεση ανυπακοής ή καταστρατήγησης του διατάγματος του Δικαστηρίου. Για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί ηθελημένη ανυπακοή του κατηγορουμένου προς την απόφαση του Δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ'εαυτού δεν αρκεί, πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του Δικαστηρίου. Βλ., επίσης, Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309, Δήμος Έγκωμης ν. Μαριάννου Πέτρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 70, Έπαρχος Πάφου ν. Χρύσως Κωνσταντίνου
(2009)2 Α.Α.Δ 594, Ελισάβετ Θεοφάνους ν. Γαλαταριώτης κ.ά.
(2009)2 Α.Α.Δ. 634, Μαυρονικόλα ν. Ξάνθου, Έφεση 9/2009, ημερομηνίας 24 Φεβρουαρίου 2011, και Μιχαηλίδης ν. Poliakova, Έφεση 22/2009, ημερομηνίας 24 Φεβρουαρίου 2011. Στις υποθέσεις Mouzouris, Κωνσταντίνου (ανωτέρω) και Χωματένος ν. Σταυρινού
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2110 ξεκαθαρίστηκε ότι τόσο η αντικειμενική όσο και η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος είναι δυνατό να αποδειχθεί, στις κατάλληλες περιπτώσεις, με περιστατική μαρτυρία. Όπως λέχθηκε, όμως, στην Poliakova (ανωτέρω), «η νομολογία έχει διαχρονικά και με συνέπεια ακολουθήσει τη γραμμή ότι για να είναι δυνατή η τιμωρία ενός καθ'ου η αίτηση, τα διατάγματα θα πρέπει να εξειδικεύονται με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια ώστε να μην αφήνεται αμφιβολία ως προς το ποιες πράξεις απαγορεύονται και υπό ποία ιδιότητα. Η πράξη ή παράλειψη του καθ'ου για την οποία εκ των υστέρων ζητείται η τιμωρία του, πρέπει να εμπίπτει εντός των ρητών και αναμφισβήτητων προδιαγραφών που το λεκτικό του διατάγματος καταγράφει (δέστε τις υποθέσεις Iberian Trust Ltd v. Founders Trust and Investment Co Ltd
(1932)All E.R. 176 [Repr.] και P.A. Thomas & Co and Others v. Mould and Others
(1968)1 All E.R. 963). Στο σύγγραμμα των Borris & Lowe: 'The Law of Contempt' 2η έκδ., σελ. 395, αναφέρεται ότι: «Thus although persons are under a duty to comply strictly with the terms of an injunction, the Courts will only punish a person for contempt upon adequate proof of the following points. First, it must be established that the terms of the injunction are clear and unambiguous; secondly, it must be shown that the defendant has had proper notice of such terms; and thirdly, there must be clear proof that the terms have been broken by the defendant.» Περαιτέρω, στο σύγγραμμα των Arlidge, Eady & Smith on Contempt, 4η έκδοση, διαβάζουμε τα εξής, στη σελ. 1017: «An order or undertaking will not be enforced by committal if its terms are ambiguous, the rule being analogous to that which governs the interpretation of penal statutes. It is to the terms of the order itself that one must look in order to define the obligations imposed.» Είναι γι αυτό που στη σελ. 1020 του ίδιου συγγράμματος τονίζονται τα εξής: «The burden should thus lie upon those who seek to obtain an order, or to negotiate an undertaking, to obtain clear restrictions to the full extent required at the time when the defendant's obligation arises. An order should be clear in its terms and should not require the person to whom it is addressed to cross-refer to other material in order to ascertain his precise obligation. Contempt proceedings based on such a defective order may well founder.» Στο ίδιο πνεύμα, στην υπόθεση Σπύρου Γιάλλουρου ν. Βαριάνος Λτδ
(2007)2 Α.Α.Δ. 151, τονίστηκε πως το διάταγμα, αντικείμενο της εκεί κατηγορίας για παρακοή διατάγματος Δικαστηρίου, εξετάζεται από αυτό τούτο το περιεχόμενό του. Η αδιαμφισβήτητη, λοιπόν, αρχή που προκύπτει από τις νομικές αρχές που παρατίθενται ανωτέρω είναι πως, για να διαπιστωθούν οι όροι του διατάγματος, αντικείμενο της Κατηγορίας που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι στην παρούσα ποινική δίωξη, ως και το κατά πόσον οι πράξεις ή παραλείψεις των Κατηγορουμένων, για τις οποίες κατηγορούνται για παρακοή, εμπίπτουν εντός των ρητών και αναμφισβήτητων προδιαγραφών που το λεκτικό του διατάγματος καταγράφει, το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αυτό καθ'εαυτό το λεκτικό του διατάγματος και δεν μπορεί να επεκτείνει την εξέτασή του αυτή σε οποιαδήποτε περιβάλλουσα μαρτυρία. Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μου, και εξετάζοντας τούτη αντικειμενικά και χωρίς να προβαίνω σε υποκειμενική αξιολόγησή της, προκύπτει ότι το Συνταχθέν Διάταγμα διατάσσει την αναστολή της λειτουργίας του «κέντρου αναψυχής I.B. SANDBEACH CASTLE στη Λάρνακα» και όχι του «κέντρου αναψυχής στο I.B. SANDBEACH CASTLE στη Λάρνακα», ως οι Λεπτομέρειες Αδικήματος της Κατηγορίας. Από την ενώπιόν μου τεθείσα μαρτυρία προκύπτει ότι το I.B. SANDBEACH CASTLE είναι το όνομα κάποιου ξενοδοχείου στη Λάρνακα, εντός των βοηθητικών χώρων του οποίου φέρεται να λειτουργούσε, κατά τους ουσιώδεις προς την παρούσα υπόθεση χρόνους, κάποιο κέντρο αναψυχής (μπαρ-εστιατόρειο) με την ονομασία KUDETA. Δεν προκύπτει, ούτε και υποστηρίχτηκε από την Κατηγορούσα Αρχή ότι υφίστατο ή υφίσταται κέντρο αναψυχής με την ονομασία I.B. SANDBEACH CASTLE στη Λάρνακα ή οπουδήποτε αλλού. Περαιτέρω, ως προκύπτει από την μαρτυρία της Μ.Κ.Α.3, το παράπονο της Κατηγορούσας Αρχής εναντίον των Κατηγορουμένων εδράζεται στο ότι παρά την έκδοση του διατάγματος στην Ποινική Υπόθεση 9527/07 στις 10/1/2008, οι Κατηγορούμενοι δεν συμμορφώθηκαν με αυτό ενόψει του ότι παρέλειψαν να αναστείλουν την λειτουργία του κέντρου αναψυχής KUDETΑ, και όχι τη λειτουργία κάποιου κέντρου αναψυχής με την ονομασία I.B. SANDBEACH CASTLE στη Λάρνακα. Δεν είναι, όμως, αυτό το κατά τα άλλα σαφές λεκτικό του περιεχομένου του Συνταχθέντος Διατάγματος. Ουδόλως, επίσης, βοηθά την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής το περιεχόμενο του Πρακτικού ημερ. 10/1/2008, σύμφωνα με το οποίο εξεδόθη «διάταγμα αναστολής λειτουργίας του εν λόγω κέντρου αναψυχής». Είναι απόλυτα καθαρό ότι το διάταγμα του Δικαστηρίου αφορούσε το κέντρο αναψυχής, το οποίο περιγράφονταν στις λεπτομέρειες αδικήματος της Κατηγορίας στην Ποινική Υπόθεση 9527/07, ήτοι του κέντρου αναψυχής I.B. SANDBEACH CASTLE στη Λάρνακα. Ομοίως, δεν δύναται να βοηθήσει την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής το ότι, κατά την έκθεση των γεγονότων για σκοπούς υποβολής ποινής στην Ποινική Υπόθεση 9527/07, συμφωνήθηκε ότι το περί ου ο λόγος κέντρο αναψυχής «είχε γίνει κατόπιν μετατροπής των βοηθητικών αποθηκευτικών χώρων του ξενοδοχείου και μετατράπηκε σε κέντρο αναψυχής». Δεν ελέχθη στο Δικαστήριο ότι το ξενοδοχείο, στο οποίο έγινε αναφορά, ήταν το I.B. SANDBEACH CASTLE ή έστω ότι το κέντρο αναψυχής, για τη λειτουργία του οποίου κατηγορούνταν οι Κατηγορούμενοι και για το οποίο ζητήθηκε η έκδοση διατάγματος αναστολής της λειτουργίας του, ήταν κάποιο κέντρο αναψυχής στο I.B. SANDBEACH CASTLE ή κάποιο κέντρο αναψυχής με διαφορετική ονομασία από I.B. SANDBEACH CASTLE. Λαμβάνοντας, λοιπόν, υπόψη τα ανωτέρω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει, έστω και εκ πρώτης όψεως, πως οι πράξεις ή παραλείψεις των Κατηγορουμένων, σε σχέση με τις οποίες κατηγορούνται για παρακοή, εμπίπτουν εντός των ρητών και αναμφισβήτητων προδιαγραφών που το λεκτικό του διατάγματος καταγράφει (εξετάζοντας είτε το κείμενο του Συνταχθέντος Διατάγματος ή του Πρακτικού ημερ. 10/1/2008), συστατικό στοιχείο του αδικήματος της Κατηγορίας που οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν, το βάρος για την απόδειξη του οποίου βαρύνει αποκλειστικά την Κατηγορούσα Αρχή. Τα περιστατικά της παρούσας, κατά την άποψή μου, διαφοροποιούνται σαφώς από τα περιστατικά της υπόθεσης Έπαρχος Πάφου ν. 1. Κώστα Ηλιάδη κ.ά.
(2005)2 Α.Α.Δ. 231, καθότι οι λεπτομέρειες αδικήματος της εκεί κατηγορίας για παρακοή του διατάγματος κατεδάφισης ήταν σε αρμονεία και συμβατές με το εκδοθέν διάταγμα κατεδάφισης που παρέπεμπε στις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας της ποινικής υπόθεσης, στα πλαίσια της οποίας εξεδόθη το διάταγμα κατεδάφισης. Πέραν των ανωτέρω, σε αντίθεση με ό,τι ίσχυε και αποφασίστηκε στην υπόθεση Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. Πάμπου Χαραλάμπους
(2000)2 Α.Α.Δ. 186, δεν είναι σαφές κατά πόσον το αντικείμενο της Κατηγορίας διάταγμα στρέφεται εναντίον και της Κατηγορουμένης 1 εταιρείας, ενόψει του ότι ουδεμιά ποινή επεβλήθη σε αυτήν ούτε και επιδικάστηκαν εναντίον της τα έξοδα της Ποινικής Υπόθεσης 9527/07, όπως έγινε με τον Κατηγορούμενο
  1. Τουναντίον, από το σύνολο του διατάγματος (είτε εξετάζοντας το περιεχόμενο του Συνταχθέντος Διατάγματος ή του Πρακτικού ημερ. 10/1/2008), προκύπτει, τόσο ως θέμα ερμηνείας όσο και ως θέμα λογικής συνέπειας, ότι το διάταγμα απευθύνονταν μόνο εναντίον του Κατηγορουμένου
  2. Ενόψει της κατάληξής μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 απαλλάσσονται και αθωώνονται στην Κατηγορία που αντιμετωπίζουν. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Κατηγορουμένων 1 και 2 και εναντίον της Κατηγορούσας Αρχής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................................... Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.