Νικόλα Μαρσέλλο κ.α. ν. Κύπρου Κωνσταντίνου, Αρ. Υπόθεσης: 14421/2011, 5/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:B45 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. MΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14421/2011
- Νικόλα Μαρσέλλο
- Ευάγγελο Μούσκο
- Νανά Μούσκου ν. Κύπρου Κωνσταντίνου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 5 Δεκεμβρίου
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Λουκαϊδης. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Λ. Ιωαννίδης (για ν' ακούσει απόφαση η κα. Μ. Ψυλλίδη). Κατηγορούμενος: Παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 4 συνολικά Κατηγορίες. Η Πρώτη Κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράνομης εισόδου σε περιουσία που ανήκει σε άλλον με σκοπό διάπραξης αδικήματος, κατά παράβαση του Άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της Πρώτης Κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος από πολλών ετών εισήλθε στο κτήμα των κατηγόρων με αριθμό τεμαχίου 289, Φ/Σχ. 40/57 στα Πυργά (στο εξής «το Κτήμα»), χωρίς την συγκατάθεση των κατηγόρων με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος και συγκεκριμένα κατοχής υποστατικού ανεγερθέντος άνευ αδείας ή και για το οποίο δεν υπάρχει πιστοποιητικό εγκρίσεως. Η Δεύτερη Κατηγορία αφορά το αδίκημα της κατοχής περιουσίας άλλου με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος. Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της Δεύτερης Κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος κατέχει εδώ και χρόνια το Κτήμα, χωρίς την συγκατάθεση των κατηγόρων με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος και συγκεκριμένα κατοχής υποστατικού άνευ αδείας ή και για το οποίο δεν υπάρχει πιστοποιητικό εγκρίσεως. Η Τρίτη Κατηγορία αφορά το αδίκημα της κατοχής κτιρίου ανεγερθέντος άνευ αδείας, κατά παράβαση του Άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της Τρίτης Κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος κατέχει μια μάντρα εντός του Κτήματος των κατηγόρων για το οποίο δεν έχει εκδοθεί άδεια οικοδομής. Η Τέταρτη Κατηγορία αφορά το αδίκημα της κατοχής κτιρίου κατά παράβαση του Άρθρου 10
(1)του Κεφ. 96. Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της Τέταρτης Κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος κατέχει το κτίριο εντός του Κτήματος, για το οποίο δεν έχει εξασφαλιστεί πιστοποιητικό εγκρίσεως. Για την απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι ακόλουθοι μάρτυρες: Ο κ. Νικόλαος Μαρσέλλος (Μ.Κ.1), ο οποίος είναι ένας εκ των Παραπονουμένων, ο τοπογράφος κ. Αντρέας Κυνηγός (Μ.Κ.2), ο τοπογράφος κ. Παντελής Σολιάτης (Μ.Κ.3), ο Πολιτικός Μηχανικός στην Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακας, κ. Αναστάσιος Καρκώτης (Μ.Κ.4) και ο Κοινοτάρχης της κοινότητας Πυργών, κ. Χριστάκης Κωνσταντίνου (Μ.Κ.5). Περαιτέρω, κατατέθηκαν συνολικά 17 τεκμήρια. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σύμφωνα με το Άρθρο 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, και ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος δεν θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Κατ' αρχάς, o κ. Ιωαννίδης εισηγήθηκε ότι από τη μαρτυρία προέκυψε το κίνητρο του Μ.Κ.1, ήτοι η εκδίωξη του Κατηγορουμένου από την μάντρα και άρα η κατάχρηση της διαδικασίας που γίνεται από αυτόν, η μαρτυρία του οποίου άφησε πολλά κενά. Σε σχέση με την Πρώτη Κατηγορία, εισηγήθηκε ότι από την μαρτυρία προέκυψε ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε στο Κτήμα προ δεκαετιών και όταν οι Παραπονούμενοι/Κατήγοροι δεν βρίσκονταν στο προσκήνιο. Η Δεύτερη Κατηγορία δεν ανεφέρει ποιά είναι η νομοθετική διάταξη που δημιουργεί το αδίκημα που αφορά. Πέραν τούτου, εισηγήθηκε ότι δεν προέκυψε κάτι τέτοιο. Σε σχέση με την Τρίτη Κατηγορία, ανέφερε ότι αυτή είναι προδήλως αβάσιμη καθότι δεν υφίσταται τέτοιο αδίκημα. Όσον αφορά την Τέταρτη Κατηγορία, ο κ. Ιωαννίδης ανέφερε πως παρά το ότι δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση ότι ο Κατηγορούμενος κατέχει, εντούτοις υπάρχει κενό στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής καθότι δεν έχει συγκεκριμενοποιηθεί, είτε με το Κατηγορητήριο είτε με τη μαρτυρία, ποιό είναι το κτίριο, αντικείμενο της Κατηγορίας, που δεν έχει άδεια. Συνεπώς, σε περίπτωση καταδίκης του Κατηγορουμένου, το Δικαστήριο δεν θα ξέρει για ποιό υποστατικό θα εκδώσει το όποιο διάταγμα. Εισηγήθηκε, επίσης, ότι η υπόθεση θα πρέπει να απορριφθεί ενόψει της υπέρμετρης καθυστέρησης που παρατηρήθηκε στην ποινική δίωξη του Κατηγορουμένου, παραπέμποντας σε νομολογία που πραγματεύεται το ζήτημα της καθυστέρησης. Τέλος, ο κ. Ιωαννίδης, εισηγήθηκε ότι υπάρχουν τέτοιες αντιφάσεις στη μαρτυρία που πλήττουν την αξιοπιστία των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 σε σχέση με τις χωρομετρικές εργασίες που έκαστος εξ αυτών προέβη. Αντίθετη επί του προκειμένου ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ο οποίος εισηγήθηκε ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία έχει αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων όλων των Κατηγοριών. Σε σχεση με το αδίκημα της Πρώτης Κατηγορίας, ο κ. Λουκαϊδης εισηγήθηκε ότι είναι στην αποκλειστική γνώση του Κατηγορουμένου κατά πόσον είχε ή όχι άδεια ο τελευταίος να εισέλθει και, άρα, το βάρος απόδειξης βρίσκεται αποκλειστικά σε αυτόν. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση ότι η περιουσία ανήκει στους Κατηγόρους, ως επίσης δεν ετέθη ότι ο Κατηγορούμενος πήρε οποτεδήποτε άδεια από αυτούς. Σύμφωνα με τον κ. Λουκαϊδη, από την μαρτυρία των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 προέκυψε ότι το 77% της μάντρας που κατέχει ο Κατηγορούμενος βρίσκεται μέσα στην ιδιοκτησία των Κατηγόρων. Σε σχέση με το αδίκημα της Τρίτης Κατηγορίας, ο κ. Λουκαϊδης ανέφερε ότι στην Έκθεση Αδικήματος καταγράφεται το λανθασμένο Άρθρο και ότι το Δικαστήριο έχει την διακριτική ευχέρεια να τροποποιήσει από μόνο του και να προσθέσει το σωστό Άρθρο που είναι το Άρθρο 281. Το ίδιο ανέφερε και σε σχέση με την Έκθεση Αδικήματος της Δεύτερης Κατηγορίας, ήτοι ότι το Δικαστήριο μπορεί από μόνο του να προσθέσει το Άρθρο 281 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο αποτελεί το νομικό υπόβαθρο της Κατηγορίας. Τέλος, ο κ. Λουκαϊδης εισηγήθηκε ότι το αδίκημα της κατοχής είναι συνεχιζόμενο αδίκημα και, άρα, δεν τίθεται θέμα καθυστέρησης ή κατάχρησης. Εισηγήθηκε, επίσης, ότι σύμφωνα με τη νομολογία ακόμη και η παράλληλη έγερση διαδικασιών δεν αποτελεί κατάχρηση. Οι παράμετροι που καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον κατηγορουμένου έχουν τεθεί στην Azinas ν. The Police
(1981)2 Α.Α.Δ. 9, στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Αγγλική Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης, και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο για τον καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιόν του μαρτυρία ότι: Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή Η μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό, δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατόν αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, αναφέρθηκε πως: «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας». Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Καθοδήγηση Πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει της ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Η λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλ. Shaaban bin Hussien v. Chong Fook Kam [1970] 2 W.L.R. 441). Όπως τονίστηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, σελ. 365-366: «Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι' αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Συνεπώς, εκείνο το οποίο έχει να επιτελέσει το Δικαστήριο σ΄αυτό το στάδιο είναι η αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης και, κατ΄επέκταση, εάν, αντικειμενικά, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν στοιχειοθετεί ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή εάν είναι τόσο αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο θα βασιζόταν σε αυτή για να καταδικάσει τον Κατηγορούμενο. Κατ' αρχάς, θα πρέπει να λεχθεί ότι, έχοντας διεξέλθει το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, δεν θεωρώ ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία, συμπεριλαμβανομένης και της μαρτυρίας των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3, εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία την οποία το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αντιπαρέλθει επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης στο σύνολό της. Συνεπώς, καταλήγω ότι η μαρτυρία δεν είναι αντινομική. Ως εκ τούτου, η επί του προκειμένου εισήγηση του κ. Ιωαννίδη δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Συνεπώς, αυτό που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσον, κατά την αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων, έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των υπό κρίση αδικημάτων. Έχω διεξέλθει με προσοχή τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και θεωρώ ότι θα πρέπει να γίνει διαχωρισμός ως προς το κατά πόσον έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου στην Τέταρτη Κατηγορία, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες Κατηγορίες. Το Άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, το οποίο αποτελεί το νομικό υπόβαθρο της Πρώτης Κατηγορίας, διαλαμβάνει τα εξής: «Όποιος εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου, με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία ή με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας∙ ή όποιος, αφού εισέρθει νόμιμα σε τέτοια περιουσία, παραμένει σε αυτή παράνομα, με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.» Το λεκτικό της πιο πάνω νομοθετικής διάταξης έχει, μεταξύ άλλων, ερμηνευθεί στις υποθέσεις Protopapas v. The Police
(1962)2 C.L.R. 27, Lambides v. The Police
(1967)2 C.L.R. 142, Σωτηριάδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Δημητριάδης «Ρώτας» ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 203, Ανθία ν. Δημοκρατίας (Αρ.1)
(1999)2 Α.Α.Δ. 404, Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 354 και Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 493. Από τη μελέτη του Άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα προκύπτει ότι το υπό κρίση αδίκημα, ήτοι το αδίκημα της εγκληματικής επέμβασης («criminal trespass»), μπορεί να συντελεστεί με διάφορους τρόπους. Όπως αναφέρθηκε στην Lambides (ανωτέρω), το Άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα καλύπτει ένα ευρύ φάσμα συμπεριφοράς που συνιστά εγκληματική ενέργεια, γι' αυτό και θα πρέπει στο Κατηγορητήριο να αναφέρεται η συγκεκριμένη συμπεριφορά που αποτελεί το αντικείμενο της κατηγορίας. Το Άρθρο 39
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, προνοεί ότι κάθε κατηγορία στο κατηγορητήριο πρέπει να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, σε σύντομη και κοινή γλώσσα, περιγραφή του ποινικού αδικήματος, με το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος. Αποτελεί ευθύνη της κατηγορούσας αρχής να αποφασίσει το πραγματικό πλαίσιο που θα επικαλεστεί με σαφήνεια στο κατηγορητήριο, προκειμένου ο κατηγορούμενος να γνωρίζει τί θα αντιμετωπίσει κατά τη δίκη ώστε να προετοιμάσει ανάλογα την υπεράσπισή του. Στην υπό εξέταση περίπτωση, η Κατηγορούσα Αρχή επέλεξε και καθόρισε στις Λεπτομέρειες Αδικήματος, σαν κατ' ισχυρισμόν παράνομη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου, ότι αυτός εισήλθε στο Κτήμα των Παραπονουμένων/Κατηγόρων, χωρίς την συγκατάθεση των Κατηγόρων, με σκοπό να διαπράξει το αδίκημα της κατοχής υποστατικού, για το οποίο δεν υπάρχει πιστοποιητικό έγκρισης της αρμόδιας αρχής, κατά παράβαση του Άρθρου 10
(1)του περί Ρυθμίσεων Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96. Τα συστατικά στοιχεία, λοιπόν, του αδικήματος της Πρώτης Κατηγορίας είναι τα εξής: 1) Είσοδος του Κατηγορουμένου σε περιουσία∙ 2) Η περιουσία να ήταν στην κατοχή άλλου∙ 3) Η είσοδος του Κατηγορουμένου να έγινε χωρίς την άδεια ή συναίνεση ή συγκατάθεση του κατόχου της περιουσίας∙ 4) Η είσοδος του Κατηγορουμένου να έγινε με πρόθεση τη διάπραξη του αδικήματος που δημιουργεί το Άρθρο 10
(1)του Κεφ. 96. Όπως λέχθηκε στην Κυριάκου (ανωτέρω), το Άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα προστατεύει τον κάτοχο της περιουσίας, εντός της οποίας διενεργείται η είσοδος. Στην υπόθεση Lambides (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας παρέπεμψε και υιοθέτησε την απόφαση του Privy Council (σε υπόθεση της Κεϋλάνης) Sinnasamy Selvanayagam v. R.
(1951)A.C. 83, P.C., στην οποία εξετάστηκε το πανομοιότυπο αδίκημα της εγκληματικής επέμβασης του Άρθρου 427 του Ποινικού Κώδικα της Κεϋλάνης. Στην εν λόγω απόφαση τονίστηκαν τα εξής, στη σελ. 86: «Section 427 does not make every trespass a criminal offence: it is confined to cases in which the trespass is committed with a particular intention, and the intention indicates that the class of trespass to be brought within the criminal law is one calculated to cause a breach of the peace. Their Lordships are satisfied that the section was not intended to provide a cheap and expeditious method for enforcing a civil right. It is to be noted that the section deals with occupation, which is a matter of fact and not with possession, which may be actual or constructive and may involve matters of law .» Περαιτέρω, στην Ανθία (ανωτέρω), τονίστηκε ότι η πρόθεση, εκεί όχλησης, αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος που δημιουργεί το Άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα. Τονίστηκε, επίσης, ότι η κατηγορούσα αρχή φέρει, σε όλα τα στάδια της δίκης, το βάρος απόδειξης της ύπαρξης της πρόθεσης που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο. Παρά το ότι η πρόθεση μπορεί να συναχθεί ως πραγματικό γεγονός από τις περιστάσεις της υπόθεσης, το συμπέρασμα για ύπαρξη πρόθεσης πρέπει να είναι το μόνο εύλογο συμπέρασμα, το οποίο μπορεί να συναχθεί από τα γεγονότα. Στην εν λόγω υπόθεση γίνεται ιδιαίτερη μνεία στην Αγγλική υπόθεση Rex v. Steane [1947] 1 K.B. 997, στην οποία, μεταξύ άλλων, τονίζεται ότι «where an intent is charged in an indictment, the burden of proving that intent remains throughout on the prosecution». Στην υπό εξέταση περίπτωση, η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής ομολογουμένως απέτυχε να αποδείξει, έστω στο βαθμό που απαιτείται σε αυτό το στάδιο της δίκης, αριθμό συστατικών στοιχείων του αποδιδομένου στον Κατηγορούμενο αδικήματος. Κατ' αρχάς, ο ίδιος ο εκ των Παραπονουμένων (Μ.Κ.1) δεν γνώριζε καν πότε εισήλθε ο Κατηγορούμενος στην μάντρα, η οποία, σύμφωνα με την συνδυασμένη μαρτυρία των Μ.Κ.1, Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3, βρίσκεται από το 2003 στο Κτήμα. Η μόνη σχετική μαρτυρία επί του προκειμένου προέρχεται από τον Μ.Κ.4, Κοινοτάρχη της κοινότητας Πυργών, σύμφωνα με την οποία ο Κατηγορούμενος κατέχει την μάντρα από το 1980. Σύμφωνα, όμως, με την μαρτυρία του Μ.Κ.1, αυτός και οι υπόλοιποι Κατήγοροι κατέστησαν συνιδιοκτήτες του Κτήματος στις 20/3/2003 (βλ. Τεκμήριο 1). Προηγουμένως, σύμφωνα με τον Μ.Κ.1, η μάντρα δεν βρισκόταν καν εντός του Κτήματος, αλλά σε κρατική γη, την οποία οι Παραπονούμενοι αντάλλαξαν με δική τους. Όχι μόνο, λοιπόν, δεν προσφέρθηκε μαρτυρία ότι οι Παραπονούμενοι είχαν πραγματική κατοχή της γης εντός της οποίας βρισκόταν η μάντρα που κατέχει ο Κατηγορούμενος από το 1980, αλλά, σύμφωνα με την μαρτυρία, οι Παραπονούμενοι το 1980 δεν ήταν καν ιδιοκτήτες του ακινήτου εντός του οποίου, σύμφωνα με την μαρτυρία, βρίσκεται σήμερα μέρος της μάντρας. Συνεπώς, δεν τίθεται καν ζήτημα παράνομης εισόδου του Κατηγορουμένου σε περιουσία στην κατοχή των Παραπομουμένων. Πέραν της προαναφερθείσας κατάληξής μου, η οποία σφραγίζει την τύχη της Πρώτης Κατηγορίας, θα πρέπει να σημειώσω ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας από την οποία προκύπτει ή δύναται να συναχθεί συμπέρασμα, έστω στο βαθμό που απαιτείται σε αυτό το στάδιο της δίκης, ότι την ημερομηνία εισόδου του Κατηγορουμένου είτε στην μάντρα είτε στο Κτήμα, αυτός είχε πρόθεση να διαπράξει το αδίκημα της κατοχής οικοδομής χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης από την αρμόδια αρχή. Παρά το ότι το αδίκημα του Άρθρου 10
(1)του Κεφ. 96 είναι αυστηρής ευθύνης, εντούτοις θεωρώ ότι για να αποδειχθεί η πρόθεση του Κατηγορουμένου διάπραξης τέτοιου αδικήματος, θα έπρεπε τουλάχιστον να παρουσιαστεί κάποιου είδους μαρτυρία, από την οποία να είναι δυνατή η εξαγωγή συμπεράσματος ότι ο Κατηγορούμενος είχε την απαιτούμενη πρόθεση, όπως για παράδειγμα το ότι γνώριζε, την ημερομηνία εισόδου του στη μάντρα, ότι αυτή δεν είχε πιστοποιητικό έγκρισης από την αρμόδια αρχή. Δεν υπάρχει, όμως, τέτοια μαρτυρία. Συνεπώς, κρίνω ότι η μαρτυρία που έχει τεθεί εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής δεν είναι επαρκής για να μπορεί να κληθεί ο Κατηγορούμενος σε απολογία στην Πρώτη Κατηγορία. Ενόψει της κατάληξής μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου στην Πρώτη Κατηγορία, αυτός απαλλάσσεται και αθωώνεται σε αυτή. Όσον αφορά την Δεύτερη Κατηγορία, η οποία περιγράφει το αδίκημα που αυτή αφορά ως «κατοχή περιουσίας άλλου με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος», θα πρέπει εξ αρχής να λεχθεί ότι στην Έκθεση Αδικήματος δεν καταγράφεται το νομικό υπόβαθρο της Κατηγορίας, όπως επιτάσσουν τα Άρθρα 38(β) και 39(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Συνεπώς, δεν χωρεί αμφιβολίας ότι η Δεύτερη Κατηγορία είναι ελαττωματική. Ο κ. Λουκαϊδης με τις αγορεύσεις του, στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, εισηγήθηκε ότι το νομικό υπόβαθρο της Κατηγορίας είναι το Άρθρο 281 του Κεφ. 154, το οποίο το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να προσθέσει τροποποιώντας αυτεπάγγελτα το Κατηγορητήριο σύμφωνα με το Άρθρο 83
(1)του Κεφ. 154. Αδιαμφισβήτητα, ο περί Ποινικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ. 155, δίδει ευρείες εξουσίες στο Δικαστήριο να μεταβάλλει κατηγορητήριο, δηλαδή είτε να τροποποιεί τις κατηγορίες και τις λεπτομέρειές τους ή να αντικαθιστά ή να προσθέτει νέες κατηγορίες, όπου τούτο είναι αναγκαίο. Επιπρόσθετα, υπάρχουν πρόνοιες που επιτρέπουν στο Δικαστήριο, στις κατάλληλες περιπτώσεις, την καταδίκη κατηγορουμένων σε αδικήματα που δεν περιέχονται στο κατηγορητήριο. Πρέπει να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια και όχι υποχρέωση να τροποποιήσει το κατηγορητήριο με βάση τα Άρθρα 83
(1)και 85
(4)ή να καταδικάσει χωρίς τροποποίηση. Βλ. Γενικός Εισαγγελέας -v- Ανδρέας Στυλιανού, άλλως «Αβυσσινός»
(1993)2 Α.Α.Δ. 104. Στην υπόθεση Fatma Mehmet -v- The Police
(1970)2 C.L.R. 62 λέχθηκε ότι σκοπός των προνοιών των Άρθρων 83 και 85 του Κεφ. 155 είναι να παρέχουν στα Δικαστήρια τη δυνατότητα να απονέμουν δικαιοσύνη στην περίπτωση κατά την οποία απλές παρατυπίες μπορούσαν να οδηγήσουν στην αθώωση του κατηγορουμένου, παρά την απόδειξη των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, όπως είχε συμβεί σε πολλές υποθέσεις πριν την θέσπιση των εν λόγω Άρθρων. Στην προκειμένη περίπτωση χρήζει εξέτασης μόνο η εξουσία του Δικαστηρίου για τροποποίηση στη βάση του Άρθρου 83
(1)του Κεφ. 155, το οποίο διαλαμβάνει τα εξής: «Όταν, σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης φαίνεται στο Δικαστήριο ότι το κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο είναι ελαττωματικό, είτε ουσιαστικά είτε τυπικά, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει τέτοιο διάταγμα για τη μεταβολή του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο είτε με τροποποίησή του ή με υποκατάστασή του ή με προσθήκη σε αυτό νέας κατηγορίας ως το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο ώστε να ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης.» Προκύπτει, συνεπώς, από το ίδιο το λεκτικό του εν λόγω Άρθρου, ότι με βάση αυτό το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική και αδιαμφισβήτητη ευχέρεια να τροποποιεί, μεταβάλλει ή προσθέτει κατηγορίες σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει διάταγμα για τη μεταβολή του κατηγορητηρίου είτε κατόπιν αίτησης εκ μέρους ενός από τους διαδίκους στην υπόθεση, είτε αυτεπάγγελτα. Η τροποποίηση κατηγορητήριου συνιστά ενάσκηση διακριτικής ευχέρειας μέσα στα πλαίσια των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Από το ίδιο το λεκτικό του Άρθρου 83
(1)προκύπτει, επίσης, ότι για να έχει εξουσία το Δικαστήριο να τροποποιήσει κατηγορητήριο ως ανωτέρω, θα πρέπει να προηγηθεί διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι το κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό, είτε τυπικά είτε ουσιαστικά, προϋπόθεση η οποία αποτελεί δικαιοδοτικό όρο για την άσκηση της εν λόγω, κατά τα άλλα, ευρείας εξουσίας του Δικαστηρίου. Βλ., μεταξύ άλλων, Lanitis Bros Ltd -v- Ιατρικών Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1995)2 Α.Α.Δ. 266, όπου τονίστηκε η δυνατότητα μεταβολών στο κατηγορητήριο εφ΄ όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τίθενται στο κείμενο του εν λόγω Άρθρου. Το ζήτημα του κατά πόσον ένα κατηγορητήριο («charge» or «information») είναι ή όχι ελαττωματικό, ώστε να δύναται να γίνεται επίκληση των εξουσιών του Δικαστηρίου δυνάμει του Άρθρου 83
(1)έχει εξεταστεί, μεταξύ άλλων, από το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας στις υποθέσεις Pouris -v- The Republic
(1983)2 C.L.R. 148, Leonidou -v- The Police
(1987)2 C.L.R. 96, Κυριάκου -v- Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458 και Άκη Φάντη
(1995)1 Α.Α.Δ. 714. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι το κατά πόσον ένα κατηγορητήριο («charge» or «information») είναι ή όχι ελαττωματικό, αποτελεί θέμα που δεν συναρτάται μόνο με τα εξωτερικά γνωρίσματα του κατηγορητηρίου και ειδικότερα με τη διατύπωση των κατηγοριών, αλλά και με το πώς η Κατηγορούσα Αρχή αντικρίζει τις κατηγορίες, έχοντας ως κριτήριό της το αποδεικτικό υλικό το οποίο έχει στη διάθεσή της, ή, σε μεταγενέστερο στάδιο, δηλαδή στην εξέλιξη της δίκης, τη μαρτυρία που προσκομίστηκε. Παραπέμπω, επίσης, στο σύγγραμμα Archbold, Pleading, Evidence and Practice in Criminal Cases, 1993, σελ. 1/87 και επ., ως προς το πότε θεωρείται ελαττωματικό κατηγορητήριο με την έννοια που εξηγείται ανωτέρω. Βλ., επίσης, τις κλασσικές επί του θέματος αποφάσεις R -v- Ronald George Radley et al
(1974)58 Cr. App. R. 394 και Martin
(1961)45 Cr. App. R.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία και το εν λόγω σύγγραμμα προκύπτει ότι ο όρος «ελαττωματικό» επιδέχεται φιλελεύθερης ερμηνείας («liberal meaning») και το ζητούμενο είναι κατά πόσον το κατηγορητήριο «makes an accusation of crime without case when it should have made one with cause». Απαιτείται, βεβαίως, όπως το αντικείμενο της τροποποίησης να έχει κάποια σχετικότητα ή συνάφεια ως προς τα γεγονότα με τις υφιστάμενες κατηγορίες. Βλ. Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Λοΐζου και Πικής, σελ.
- Εξ άλλου, το ίδιο το Άρθρο 83
(1)αναφέρεται σε αναγκαίες μεταβολές ή προσθήκες ώστε το κατηγορητήριο να ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης. Είναι σαφές, επίσης, από το ίδιο το λεκτικό του Άρθρου 83
(1)του Κεφ. 155, ως και την προαναφερθείσα νομολογία, ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να μεταβάλλει το κατηγορητήριο σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης, δηλαδή κάθε στάδιο της διαδικασίας μέχρι την έκδοση της ετυμηγορίας του Δικαστηρίου. Βλ., μεταξύ άλλων, Leonidou (ανωτέρω) και Μαραγκού
(1999)1(Β) Α.Α. Δ. 890. Βασικό κριτήριο στην μεταβολή ενός κατηγορητήριου, βεβαίως, είναι η απουσία δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου και γενικά δυσμενούς επηρεασμού στην υπεράσπισή του. Συνήθως, η τροποποίηση γίνεται εύκολα στα αρχικά στάδια της δίκης και δυσκολότερη όσο αυτή προχωρεί γιατί τότε η πιθανότητα επηρεασμού της υπεράσπισης και του κατηγορουμένου αυξάνεται. Βλ., μεταξύ άλλων, Συμβούλιο Βελτιώσεως Ξυλοφάγου -v- Γιαννάκη Κούμα
(1997)2 Α.Α.Δ. 99. Όπως, επίσης, τονίζεται στο σύγγραμμα των κ.κ. Λοΐζου και Πικής (ανωτέρω), κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των Άρθρων 83, 84 και 85 του Κεφ. 155 δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι οι διαδικαστικές διατάξεις υπάρχουν για την προστασία του κατηγορούμενου και είναι συνήθως υποχρεωτικές («mandatory»). Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές, δεν χωρεί αμφιβολίας πως, ενόψει της διαπίστωσής μου ανωτέρω ότι η Δεύτερη Κατηγορία είναι ελαττωματική, το Δικαστήριο έχει εξουσία να τροποποιήσει την Δεύτερη Κατηγορία δυνάμει του Άρθρου 83
(1)του Κεφ. 155. Αυτό που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσον το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια και να τροποποιήσει αυτεπάγγελτα την Κατηγορία δια της προσθήκης του Άρθρου 281 του Ποινικού Κώδικα. Χρήζει υπενθύμισης ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν υπέβαλε αίτημα για τροποποίηση. Όπως προανέφερα, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια και όχι υποχρέωση να τροποποιήσει το Κατηγορητήριο. Για σκοπούς εξέτασης της άσκησης της επί του προκειμένου διακριτικής μου ευχέρειας, λαμβάνω σοβαρά υπόψη ότι την ημέρα έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας της παρούσας, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής επιχείρησε να υποβάλει αίτημα για τροποποίηση της Δεύτερης Κατηγορίας, ακριβώς για να προσθέσει το νομικό υπόβαθρο αυτής, αίτημα, όμως, το οποίο απέσυρε μετά την αντίδραση που υπήρξε εκ μέρους της υπεράσπισης. Από αυτό συνάγεται ότι η ανάγκη για τροποποίηση της Δεύτερης Κατηγορίας ήταν εμφανής στην Κατηγορούσα Αρχή τουλάχιστον από την αρχή της ακροαματικής διαδικασίας. Αυτή, όμως, επέλεξε να μην προωθήσει το αίτημά της για τροποποίηση στο αρχικό στάδιο της δίκης, ώστε να ήταν σε θέση να γνωρίζει ο Κατηγορούμενος επακριβώς την αποδιδόμενη σε αυτόν Κατηγορία και να προετοιμάσει καταλλήλως την υπεράσπισή του. Σε μια τέτοια περίπτωση, θα αποκλείονταν το ζήτημα του δυσμενούς επηρεασμού του Κατηγορουμένου, το οποίο, ως προανέφερα, διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην επί του προκειμένου άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Κρίνω, επίσης, σημαντικό να παραθέσω αυτούσιο το Άρθρο 281 του Κεφ. 154, το οποίο ο κ. Λουκαϊδης εισηγείται ότι αποτελεί το νομικό υπόβαθρο της Δεύτερης Κατηγορίας. Το Άρθρο 281, λοιπόν, του Κεφ. 154 διαλαμβάνει τα εξής: «
(1)Όποιος κατέχει, καλλιεργεί, νέμεται ή χρησιμοποιεί με οποιοδήποτε τρόπο- (α) γη εγγεγραμμένη επί ονόματι άλλου∙ (β) γη, σχετικά με την οποία κατατέθηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο σύμβαση πώλησης, δυνάμει των διατάξεων του περί Πωλήσεως Γαιών (Ειδική Εκτέλεσις) Νόμου, από τον αγοραστή αυτής, χωρίς τη συναίνεση του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη ή των κληρονόμων του ή του αγοραστή από τους κληρονόμους του, ανάλογα με την περίπτωση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή και στις δύο συτές ποινές.
(2)Οι διατάξεις του άρθρου 8 δεν εφαρμόζονται σε ποινική δίωξη που ασκήθηκε δυνάμει του άρθρου αυτού, εκτός αν ο κατηγορούμενος αποδείξει με τέτοιο τρόπο που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι αυτός αγόρασε ή απέκτησε από διανομή, ανταλλαγή, αιτία θανάτου ή λόγω γάμου τη γη αυτή από τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη ή από τους κληρονόμους του.» Μελετώντας, λοιπόν, το λεκτικό του Άρθρου 281 του Ποινικού Κώδικα, προκύπτει ότι αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει το υπόβαθρο του αδικήματος που η Δεύτερη Κατηγορία αφορά, τόσο η περιγραφή της Έκθεσης Αδικήματος όσο και οι Λεπτομέρειες Αδικήματος της οποίας παραπέμπουν σε κάποιο άλλο κατ' ισχυρισμόν αδίκημα, συστατικό στοιχείο του οποίου είναι και πάλιν ο σκοπός του Κατηγορουμένου να διαπράξει το αδίκημα της κατοχής υποστατικού χωρίς άδεια. Συνεπώς, είναι εμφανές ότι, ακόμη και σε περίπτωση που το Δικαστήριο προχωρήσει αυτεπάγγελτα να προσθέσει στην Έκθεση Αδικήματος το Άρθρο 281 του Ποινικού Κώδικα, η Δεύτερη Κατηγορία θα παραμείνει ελαττωματική και θα εξακολουθεί να προκαλεί σύγχυση στον Κατηγορούμενο σε σχέση με την υπόθεση που έχει να αντιμετωπίσει. Θεωρώ, λοιπόν, ότι το καθυστερημένο στάδιο της διαδικασίας, όπου τίθεται ζήτημα τροποποίησης, σε συνδυασμό με τα όσα αναφέρω ανωτέρω είναι παράγοντες που συνηγορούν εναντίον της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να τροποποιήσει την Έκθεση Αδικήματος της Δεύτερης Κατηγορίας, καθότι δεν έχω ικανοποιηθεί ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, δεν θα επηραστούν δυσμενώς τα δικαιώματα του Κατηγορουμένου. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου, αποτελεί αναπόδραστη κατάληξή μου ότι ο Κατηγορούμενος δεν μπορεί να κληθεί σε απολογία σε μια κατηγορία που αφορά μη προσδιορισθέν αδίκημα και, συνεπώς, αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται στη Δεύτερη Κατηγορία. Την ίδια κατάληξη έχει και η Τρίτη Κατηγορία, η οποία, σύμφωνα με την Έκθεση Αδικήματος και τις Λεπτομέρειες Αδικήματος αυτής, αφορά στο κατ΄ισχυρισμόν αδίκημα της κατοχής κτιρίου αναγερθέντος άνευ αδείας. Δεν υφίσταται τέτοιο αδίκημα. Τα δύο κύρια αδικήματα που δημιουργεί το Κεφ.96 είναι το αδίκημα της ανέγερσης οικοδομής, χωρίς άδεια οικοδομής από την αρμόδια αρχή, και το ξεχωριστό αδίκημα της κατοχής οικοδομής για την οποία δεν έχει εκδοθεί πιστοποιητικό έγκρισης από την αρμόδια αρχή. Όπως τονίστηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Έπαρχος Πάφου ν. Κώστα Ηλιάδη κ.ά.
(2005)2 Α.Α.Δ. 231, η κατοχή και χρήση οικοδομής χωρίς την εκ των προτέρων εξασφάλιση πιστοποιητικού τελικής έγκρισης είναι ξεχωριστό αδίκημα από αυτό της ανέγερσης της οικοδομής, χωρίς την προηγούμενη έκδοση άδειας οικοδομής. Η ύπαρξη πιστοποιητικού έγκρισης συναρτάται πάντα με την κατοχή και την χρήση της οικοδομής και όχι με την ανέγερσή της. Η δε άδεια οικοδομής συναρτάται με την ανέγερση της οικοδομής και όχι με την κατοχή της. Είναι εμφανές, λοιπόν, ότι και η Τρίτη Κατηγορία αφορά ανύπαρκτο αδίκημα, στο οποίο ο Κατηγορούμενος δεν μπορεί να κληθεί σε απολογία. Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται στην Τρίτη Κατηγορία. Όσον δε αφορά στην Τέταρτη Κατηγορία, από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μου, και εξετάζοντας τούτη αντικειμενικά, χωρίς να προβαίνω σε υποκειμενική αξιολόγησή της, και έχοντας περαιτέρω υπόψη τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτής, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου. Κρίνω ότι είναι πρόωρο να εξεταστούν τα ζητήματα περί κατάχρησης και καθυστέρησης που ήγειρε ο κ. Ιωαννίδης, ως και το κατά πόσον οι Κατήγοροι νομιμοποιούνται στην έγερση της παρούσας, η οποία παρέμεινε πλέον να αφορά την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη αδικήματος κατά παράβαση των διατάξεων του Κεφ. 96, υπό το φως, βεβαίως, της μαρτυρίας που δόθηκε από τον Μ.Κ.5 σε σχέση με τις ενέργειες της Επαρχιακής Διοίκησης Λάρνακας για την ποινική δίωξη του Κατηγορουμένου. Λέγω τούτο καθότι η εξέταση των εν λόγω ζητημάτων προαπαιτεί την διαπίστωση γεγονότων, έργο που δεν επιτελείται σε αυτό το στάδιο της δίκης. Θα προχωρήσω, λοιπόν, να καλέσω τον Κατηγορούμενο σε απολογία στην Τέταρτη Κατηγορία. (Υπ.) ...................................... Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο