Tecoma Travel & Tours ν. Transfly Travel & Tours Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10574/2010, 12/6/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:B19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. MΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10574/2010 Tecoma Travel & Tours ν.
- Transfly Travel & Tours Ltd
- Aλίκη Σιάτη Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 12 Ιουνίου
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Π. Χατζή Χριστοφής. Για τους Κατηγορουμένους 1: Καμιά εμφάνιση. Για την Κατηγορουμένη 2: κ. Μ. Χριστοδούλου. Κατηγορουμένη 2: Παρούσα. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν 8 συνολικά Κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατά παράβαση των Άρθρων 305 Α
(1)και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος των Οκτώ Κατηγοριών, η Κατηγορουμένη 1 εταιρεία και η Κατηγορουμένη 2, ως διευθύντρια της Κατηγορουμένης 1, εξέδωσαν στο όνομα των Παραπονουμένων τις ακόλουθες επιταγές της Ελληνικής Τράπεζας, οι οποίες παρουσιάστηκαν στην τράπεζα εντός ευλόγου χρόνου από την ημερομηνία πληρωμής αλλά δεν πληρώθηκαν λόγω ελλείψεως καφαλαίων του εκδότη τους και επιστράφηκαν με την ένδειξη «να παρουσιαστεί ξανά-μη επαρκή υπόλοιπα» και παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο πέραν των 15 ημερών από της παρουσιάσεως έκαστης επιταγής:
- Την επιταγή με αριθμό 94442351 για το ποσό των Λ.Κ.2.000,00 που εξεδόθη κατά ή περί τις 24/10/2006 (Πρώτη Κατηγορία).
- Την επιταγή με αριθμό 94442352 για το ποσό των Λ.Κ.2.000,00 που εξεδόθη κατά ή περί τις 24/10/2006 (Δεύτερη Κατηγορία).
- Την επιταγή με αριθμό 94442359 για το ποσό των Λ.Κ.3.500,00 που εξεδόθη κατά ή περί τις 30/10/2006 (Τρίτη Κατηγορία).
- Την επιταγή με αριθμό 94442360 για το ποσό των Λ.Κ.3.500,00 που εξεδόθη κατά ή περί τις 30/10/2006 (Τέταρτη Κατηγορία).
- Την επιταγή με αριθμό 94442361 για το ποσό των Λ.Κ.3.500,00 που εξεδόθη κατά ή περί τις 30/10/2006 (Πέμπτη Κατηγορία).
- Την επιταγή με αριθμό 94442362 για το ποσό των Λ.Κ.3.500,00 που εξεδόθη κατά ή περί τις 30/10/2006 (Έκτη Κατηγορία).
- Την επιταγή με αριθμό 94442363 για το ποσό των Λ.Κ.2.000,00 που εξεδόθη κατά ή περί τις 30/10/2006 (Έβδομη Κατηγορία).
- Την επιταγή με αριθμό 94442364 για το ποσό των Λ.Κ.2.006,17 που εξεδόθη κατά ή περί τις 30/10/2006 (Όγδοη Κατηγορία). Στο σημείο αυτό χρήζει αναφοράς ότι παρά το ότι κατά την πρώτη δικάσιμο, που έλαβε χώρα στις 8/11/2011, ο κ. Χριστοδούλου εμφανιζόταν και για την Κατηγορουμένη 1 εταιρεία, στην πορεία δηλώθηκε και έγινε παραδεκτό γεγονός από τους διαδίκους ότι στις 23/9/2010 εξεδόθη από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, στην Αίτηση 14/2010, Διάταγμα Εκκαθάρισης της Κατηγορουμένης 1, δυνάμει του οποίου ο Επίσημος Παραλήπτης διορίστηκε προσωρινός εκκαθαριστής της. Ο κ. Χριστοδούλου, ο οποίος ανέφερε ότι η Κατηγορουμένη 2 και ο ίδιος δεν γνώριζαν την ύπαρξη διατάγματος εκκαθάρισης, ζήτησε και του δόθηκε άδεια από το Δικαστήριο να αποσυρθεί από Δικηγόρος της Κατηγορουμένης 1 καθότι δεν ήταν εξουσιοδοτημένος από τον Επίσημο Παραλήπτη να εκπροσωπεί αυτήν στην παρούσα διαδικασία. Σημειωτέον ότι, όπως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης, στις 27/9/2010 που ήταν ορισμένη η υπόθεση για απάντηση στις Κατηγορίες, καταχωρήθηκε γραπτή εξουσιοδότηση της Κατηγορουμένης 1, ημερομηνίας 27/9/2010, με την οποία εξουσιοδοτήθηκε η Κατηγορουμένη 2 να εκπροσωπήσει την πρώτη και να μην παραδεχθεί τις Κατηγορίες. Περαιτέρω, κατόπιν αιτήματος της Κατηγορούσας Αρχής, το Δικαστήριο έδωσε άδεια για συνέχιση της διαδικασίας, δυνάμει του Άρθρου 220 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113, με ταυτόχρονες οδηγίες για επίδοση του Κατηγορητηρίου στον Επίσημο Παραλήπτη. Το Κατηγορητήριο επεδόθη στον Επίσημο Παραλήπτη καλώντας αυτόν να εμφανιστεί στο Δικαστήριο στις 10/1/
- Ένεκα του ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε εμφάνιση από τον Επίσημο Παραλήπτη την εν λόγω ημερομηνία, η εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης συνέχισε εναντίον της Κατηγορουμένης 1 χωρίς την όποια εμφάνιση εκ μέρους της. Για την απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι ακόλουθοι 4 μάρτυρες: Ο κ. Κώστας Σκιτίνης (Μ.Κ.1), η κα Χρύσω Παυλίδου (Μ.Κ.2), ο κ. Πάρης Φλουρέντζου (Μ.Κ.3) και ο κ. Γιάννης Ζανεττής (Μ.Κ.4). Ο κ. Κώστας Σκιτίνης (Μ.Κ.1) ανέφερε ότι είναι διευθυντής και ιδιοκτήτης των Παραπονουμένων, οι οποίοι δραστηριοποιούνται στον τουριστικό τομέα, μεταξύ άλλων με την έκδοση εισιτηρίων. Ακολούθως ανεφέρθη στην συνεργασία των Παραπονουμένων με την Κατηγορουμένη 1 εταιρεία, προς την οποία εξέδιδαν και πωλούσαν εισιτήρια για πελάτες της τελευταίας. Ο ίδιος είχε επαφές με τον κ. Μάριο Σιάτη, ο οποίος είναι ο υιός της Κατηγορουμένης
- Ο κ. Σιάτης πήγαινε στους Παραπονουμένους, παραλάμβανε τα εισιτήρια και πλήρωνε άλλοτε με μετρητά και άλλοτε με επιταγές, μέχρι του σημείου που κάποιες από τις επιταγές δεν εξαργυρώνονταν από την τράπεζα. Τις επιταγές τις παρέδιδε ο Μάριος Σιάτης στον Μ.Κ.1, ο οποίος με την σειρά του τις παρέδιδε στο λογιστήριο των Παραπονουμένων για να κατατεθούν στην τράπεζα. Οι επιταγές που αφορά η παρούσα ποινική υπόθεση είναι επιταγές που του έδωσε ο Μάριος Σιάτης για λεφτά που χρωστούσε η Κατηγορουμένη 1 στους Παραπονούμενους, οι οποίες δεν εξαργυρώθηκαν. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, όταν δόθηκαν οι επιταγές αυτές, οι οποίες παραμένουν απλήρωτες μέχρι σήμερα, το υπόλοιπο του λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1 πρέπει να ήταν γύρω στις Λ.Κ.40.000,
- Ο ίδιος ζήτησε εξόφληση των επιταγών, τόσο από τον Μάριο Σιάτη, όσο και τον πατέρα του τελευταίου, αλλά η αντίδραση αυτών ήταν αρνητική. Ουδεμία άλλη πληρωμή έγινε μετά την έκδοση των εν λόγω επιταγών, για αυτό και σταμάτησε η συνεργασία τους. Ανέφερε, επίσης, ότι, για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι Παραπονούμενοι έκαναν υπομονή με τον Μάριο Σιάτη, θέλοντας να τον βοηθήσουν να βρει λεφτά. Δεν μπορούσαν, όμως, να περιμένουν άλλο, γι αυτό και πήγαν στο Δικηγόρο τους. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι το πρόσωπο που ήξερε από την Κατηγορουμένη 1 κατά την διάρκεια της συνεργασίας τους, ήταν ο Μάριος Σιάτης, ο οποίος και αγόραζε από τους Παραπονούμενους εισιτήρια για τους δικούς του πελάτες. Η συνεργασία ξεκίνησε το 2004 και διήρκησε μέχρι τις τελευταίες επιταγές. Ανέφερε, επίσης, ότι, μετά που ήρθαν πίσω οι επιταγές, επικοινώνησε με τον Μάριο Σιάτη, ο οποίος του ζητούσε χρόνο να πληρώσει και έδινε υποσχέσεις. Όταν του ετέθη από τον κ. Χριστοδούλου ότι ο Μάριος Σιάτης ήταν πτωχεύσας την επίδικη περίοδο, ο Μ.Κ.1 είπε ότι πρώτη φορά άκουγε κάτι τέτοιο στο Δικαστήριο. Αρνήθηκε, επίσης, υποβολή ότι ουδέποτε υποσχέθηκε ο Μάριος Σιάτης να πληρώσει. Ακολούθως, ο Μ.Κ.1 ερωτήθη κατά πόσον έγιναν συγκεκριμένες πληρωμές την περίοδο από 31/3/2007 έως και τις 30/8/2007 και απάντησε ότι μπορεί και να έγιναν. Στη συνέχεια ανέφερε ότι ο Μάριος Σιάτης συνέχιζε να αγοράζει εισιτήρια, αλλά οι Παραπονούμενοι δεν δέχονταν επιταγές και πληρώνονταν με μετρητά. Η προηγηθείσα αναφορά του ότι δεν πληρώθηκε κάποιο ποσό μετά τις επιταγές, αφορούσε τα ποσά των επιταγών. Ο Μ.Κ.1 δεν κατέθεσε στη διαδικασία οποιοδήποτε έγγραφο. Η κα Χρύσω Παυλίδου (Μ.Κ.2) ανέφερε ότι είναι Διευθύντρια στο κατάστημα Νίκου Παττίχη της Ελληνικής Τράπεζας στη Λάρνακα, πρώην κατάστημα Δροσιάς. Η Κατηγορουμένη 1 διατηρούσε τρεχούμενο λογαριασμό με όριο παρατραβήγματος και είχε και δάνειο. Υπογραφέας (signatory) του λογαριασμού ήταν η Κατηγορουμένη
- Κάθε μήνα αποστέλλονταν καταστάσεις του λογαριασμού στη διεύθυνση που δήλωσαν οι πελάτες, ήτοι στη διεύθυνση Γρηγόρη Αυξεντίου 7, Φράνσις Κωρτ, 1oς όροφος, Διαμ. 11Β-12Β, 6023 στη Λάρνακα. Η Κατηγορουμένη 2 ζήτησε να αποστέλλονται οι καταστάσεις στην εν λόγω διεύθυνση. Ανέφερε, επίσης, ότι οι επιταγές που περιγράφονται στο Κατηγορητήριο εκδόθηκαν από τον εν λόγω λογαριασμό. Αντεξεταζόμενη, η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι εργάζεται στην Ελληνική Τράπεζα τα τελευταία 22 χρόνια. Είχε συμμετοχή, αλλά δεν χειριζόταν αποκλειστικά τον λογαριασμό της Κατηγορουμένης
- Ανέφερε, επίσης, ότι δεν γνωρίζει την διεύθυνση της Κατηγορουμένης
- Η Μ.Κ.2 δεν κατέθεσε οποιοδήποτε έγγραφο ως τεκμήριο στη διαδικασία. Ο κ. Πάρις Φλουρέντζου (Μ.Κ.3) ανέφερε ότι εργαζόταν στο λογιστήριο των Παραπονουμένων από από το 2003 μέχρι το
- Γνωρίζει την Κατηγορουμένη 1, η οποία ήταν πελάτης τους μέχρι τα προβλήματα. Η συνεργασία με την Κατηγορουμένη 1 ξεκίνησε γύρω στο έτος
- Η συμφωνία ήταν πως τα τιμολόγια, τα οποία εκδίδονταν προς την Κατηγορουμένη 1, έπρεπε να πληρώνονται εντός 15 ημερών. Τους λογαριαριασμούς της Κατηγορουμένης 1 τους τηρούσε ο ίδιος. Στα αρχικά στάδια η συνεργασία ήταν εντάξει, αλλά μετά προέκυψε το πρόβλημα με τις επιταγές που έρχονταν πίσω. Τα προβλήματα ξεκίνησαν μετά τους 3-4 μήνες της συνεργασίας. Στην αρχή μιλούσε ο ίδιος με τον ιδιοκτήτη της Κατηγορουμένης 1, ο οποίος τους ζητούσε να κάνουν υπομονή, και οι Παραπονούμενοι τους έδωσαν περιθώριο. Το πρόβλημα, όμως, συνεχίστηκε. Όταν οι Παραπονούμενοι δεν μπορούσαν πλέον να καλύψουν το πρόβλημα ρευστότητας που είχαν, διέκοψαν την συνεργασία με την Κατηγορουμένη
- Ο Μ.Κ.3 αναφέρθηκε, επίσης, σε κάποιο διακανονισμό και νέα συμφωνία που έγινε, δηλαδή να πωλούν τα εισιτήρια στην Κατηγορουμένη 1 με ένα επιπλέον κόστος και η τελευταία να πληρώνει αυτά με μετρητά. Η τελευταία πληρωμή από την Κατηγορουμένη 1 έγινε τον Ιούνιο του
- Αντεξεταζόμενος, ο Μ.Κ.3 ανέφερε πως το πρόσωπο με το οποίο πάντα επικοινωνούσε ο ίδιος από την Κατηγορουμένη 1 ήταν ο Μάριος Σιάτης. Οι πληρωμές γίνονταν, επίσης, από τον Μάριο Σιάτη. Ανέφερε, επίσης, ότι το υπόλοιπο της Κατηγορουμένης 1 προέκυψε από κάποιες επιταγές που ήρθαν πίσω και πως για ένα μικρό διάστημα καλύφτηκε κάποιο μέρος των ποσών των επιταγών. Αρνήθηκε υποβολή ότι πληρώθηκε το ποσό των επιταγών. Ο κ. Γιάννης Ζανεττής (Μ.Κ.4) ανέφερε ότι εργάζεται στο Τμήμα Δανειοδοτήσεων της Ελληνικής Τράπεζας. Γνωρίζει την Κατηγορουμένη 1 καθότι εργαζόταν στο κατάστημα όπου αυτή διατηρούσε λογαριασμό. Σήμερα, ο εν λόγω λογαριασμός βρίσκεται στο Debt Recovery Unit. Είχε μαζί του και κατέθεσε στη διαδικασία, ως Τεκμήριο «2», κατάσταση του εν λόγω λογαριασμού, ημερομηνίας 17/11/2009, με αριθμό 360-01-289571-
- Στο Τεκμήριο 2 καταγράφεται κίνηση από τις 27/4/2004 μέχρι τις 4/1/
- Το Debt Recovery Unit έστειλε το Τεκμήριο 2 στην κα Χρύσω Παυλίδου. Κατέθεσε, επίσης, στη διαδικασία, ως Τεκμήριο «3», πιστόν αντίγραφο συμφωνίας παρατραβήγματος μεταξύ της Ελληνικής Τράπεζας και της Κατηγορουμένης 1 ημερομηνίας 4/1/
- Το πιστωτικό όριο του τρεχουμένου λογαριασμού του Κατηγορουμένης 1 ήταν Λ.Κ.10.000,
- Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.4 ανέφερε ότι εργάζεται στην Ελληνική Τράπεζα τα τελευταία 27 χρόνια. Σε υποβολή ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 είναι λανθασμένο, ο Μ.Κ.4 ανέφερε ότι έφερε στο Δικαστήριο αυτά που του παρέδωσαν. Το Τεκμήριο 3 δεν υπογράφτηκε ενώπιόν του και δεν γνωρίζει ποιοί το υπέγραψαν. Περαιτέρω, οι διάδικοι προέβηκαν σε δήλωση παραδεκτών γεγονότων. Τα εν λόγω παραδεκτά γεγονότα, ως εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, έχουν ως εξής: Η Κατηγορουμένη 1 εξέδωσε προς όφελος των Παραπονουμένων τις ακόλουθες επιταγές: Την επιταγή με αριθμό 94442351, για το ποσό των Λ.Κ.2.000,00, με ημερομηνία πληρωμής την 24/10/
- Την επιταγή με αριθμό 94442352, για το ποσό των Λ.Κ.2.000,00, με ημρομηνία πληρωμής την 24/10/
- Την επιταγή με αριθμό 94442359, για το ποσό των Λ.Κ.3.500,00, με ημρομηνία πληρωμής την 30/10/
- Την επιταγή με αριθμό 94442360, για το ποσό των Λ.Κ.3.500,00, με ημερομηνία πληρωμής την 30/10/
- Την επιταγή με αριθμό 94442361, για το ποσό των Λ.Κ.3.500,00, με ημερομηνία πληρωμής την 30/10/
- Την επιταγή με αριθμό 94442362, για το ποσό των Λ.Κ.3.500,00, με ημερομηνία πληρωμής την 30/10/
- Την επιταγή με αριθμό 94442363, για το ποσό των Λ.Κ.2.000,00, με ημερομηνία πληρωμής την 30/10/
- Την επιταγή με αριθμό 94442364, για το ποσό των Λ.Κ.2.006,17, με ημερομηνία πληρωμής την 30/10/
- Οι επιταγές με αρ. 94442351 και 94442352 παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για πληρωμή στις 26/10/
- Οι επιταγές με αρ. 94442359, 94442360, 94442361, 94442362, 94442363 και 94442364, παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για πληρωμή την 1/11/
- Όλες οι επιταγές δεν εξοφλήθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλείων της Κατηγορουμένης 1 και παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο πέραν των 15 ημερών από την ημερομηνία παρουσίασης έκαστης επιταγής. Περαιτέρω, οι διάδικοι κατέθεσαν εκ συμφώνου και για την απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου του, ως Τεκμήριο «1», το αποτέλεσμα έρευνας που διεξήχθη στον Έφορο Εταιρειών σε σχέση με την Κατηγορουμένη
- Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορουμένης 2, με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, παραπέμποντας στην προσκομισθείσα μαρτυρία και σχετική νομολογία, εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σύμφωνα με το Άρθρο 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, και ως εκ τούτου η Κατηγορουμένη 2 δεν θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Κατ' αρχάς ο κ. Χριστοδούλου εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας αναφορικά με την ταυτότητα του προσώπου που υπέγραψε τις επίδικες επιταγές, ως επίσης ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε σε σχέση με το με ποιά πράξη η Κατηγορουμένη 2 συνέδραμε την Κατηγορουμένη 1 στην διάπραξη των αδικημάτων. Πέραν τούτου, εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την ένοχη διάνοια της Κατηγορουμένης
- Εισηγήθηκε ότι η συνέργεια στην έκδοση της ακάλυπτης επιταγής επιτελείται κατά τον χρόνο της υπογραφής της και πως η Κατηγορούσα Αρχή όφειλε να αποδείξει την ένοχη διάνοια της Κατηγορουμένης 2 και συγκεκριμένα κατά πόσον η Κατηγορουμένη 2 γνώριζε ότι κατά την ημερομηνία πληρωμής έκαστης επιταγής αυτή δεν θα εξοφλουνταν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων και πως είχε πρόθεση να συνεργήσει στην έκδοση της επιταγής που γνώριζε ότι θα επιστρέφονταν απλήρωτη. Ουδεμία τέτοια μαρτυρία, είτε άμεση είτε περιστατική, προσκομίστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Τουναντίον, η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία δεικνύει ότι η Κατηγορουμένη 2 δεν είχε οποιαδήποτε ουσιαστική εμπλοκή με τις δραστηριότητες της Κατηγορουμένης
- Ομοίως, δεν υπάρχει μαρτυρία ότι η Κατηγορουμένη 2 δεν ενεργούσε καλόπιστα ή ότι γνωριζε τα γεγονότα που συγκροτούν το σδίκημα. Αντίθετη επί του προκειμένου ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ο οποίος, με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, υποστήριξε, με παραπομπή στη μαρτυρία και νομολογία, πως με την προσκομισθείσα μαρτυρία και τα παραδεκτά γεγονότα οι Κατηγορουμένες 1 και 2 πρέπει να κληθούν σε απολογία. Με παραδεκτό γεγονός την έκδοση των επιταγών και με την μαρτυρία ότι η μόνη υπογράφων του εν λόγω λογαριασμού ήταν η Κατηγορουμένη 2, εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει αμφιβολία για την ένοχη πράξη της τελευταίας. Όσον αφορά την ένοχη διάνοια, εισηγήθηκε ότι αυτή μπορεί να αποδειχθεί με περιστατική μαρτυρία, η οποία και ετέθη ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι παράμετροι που καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον κατηγορουμένου έχουν τεθεί στην Azinas ν. The Police
(1981)2 Α.Α.Δ. 9, στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Αγγλική Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης, και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο για τον καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιόν του μαρτυρία ότι: Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή Η μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό, δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατόν αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, αναφέρθηκε πως: «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας». Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Καθοδήγηση Πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει της ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Η λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλ. Shaaban bin Hussien v. Chong Fook Kam [1970] 2 W.L.R. 441). Όπως τονίστηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, σελ. 365-366: «Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι' αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Συνεπώς, εκείνο το οποίο έχει να επιτελέσει το Δικαστήριο σ΄αυτό το στάδιο είναι η αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης και κατ΄επέκταση εάν, αντικειμενικά, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν στοιχειοθετεί ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή εάν είναι τόσο αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο θα βασιζόταν σε αυτή για να καταδικάσει τους Κατηγορούμενους. Κατ' αρχάς και παρά το ότι δεν έγινε σχετική προς τούτο εισήγηση, θα πρέπει να λεχθεί ότι έχοντας διεξέλθει το σύνολο του μαρτυρικού υλικού και τα παραδεκτά γεγονότα, δεν θεωρώ ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία την οποία το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αντιπαρέλθει επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης στο σύνολό της. Συνεπώς, καταλήγω ότι η μαρτυρία δεν είναι αντινομική. Συνεπώς, αυτό που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσον, κατά την αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων, έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των υπό κρίση αδικημάτων. Από το λεκτικό του Άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, ως αυτό τροποποιήθηκε με το Ν.25(Ι)/2003, ο οποίος και αποτελεί το νομικό υπόβαθρο των Κατηγοριών, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων είναι τα ακόλουθα: Η έκδοση επιταγής. Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Η παρουσίαση αυτή να έλαβε χώρα κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή καθίσταται πληρωτέα. Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της είτε στο ότι ο τραπεζικός του λογαριασμός ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Η μη πληρωμή της επιταγής εντός περιόδου δεκαπέντε ημερών από την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Η Κατηγορουμένη 2 αντιμετωπίζει τις υπό κρίση Κατηγορίες, ως συνεργός, υπό την ιδιότητά της ως Διευθύντρια της Κατηγορουμένης 1, κατά παράβαση του Άρθρου 305 Α
(1)σε συνδυασμό με το Άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα που αφορά την ποινική ευθύνη συνεργών και διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα εξής: «20. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετείχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος και για αυτό δύναται να διωχθεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α)...................................................................................... (β)...................................................................................... (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά την διάπραξη ποινικού αδικήματος. (δ).......................................................................................» Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factrory Ltd
(2003)2 A.A.Δ. 261, αναφέρθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη, αλλά η αστική ευθύνη βαρύνει την εταιρεία που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό, όμως, δεν αποκλείει την δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχθούν όπως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, ως αυτουργοί, δυνάμει του Άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Σε τέτοια περίπτωση πρέπει να αποδειχθεί, πρώτον, η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό, η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία, ήτοι
(1)την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση
(2)σε αδίκημα και, δεύτερον, η ένοχη διάνοια (mens rea), η οποία αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για το συνεργό είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτείται πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Όπως τονίστηκε στην Αγγλική υπόθεση Johnson v. Youden [1950] 1 K.B. 455, σελ. 546, «before a person can be convicted of aiding and abetting the commission of an offence, he must at least know the essential matters which constitute the offence». Δηλαδή, για να καταδικαστεί κάποιος για παροχή βοήθειας στη διάπραξη κάποιου αδικήματος, πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζει τα ουσιώδη θέματα που συνιστούν το αδίκημα. Στην υπόθεση Davies, Turner & Co. Ltd v. Brodie [1954] 1 W.L.R. 1364, o Lord Goddard, επαναλαμβάνοντας την πιο πάνω αναφορά του στην Youden, προσέθεσε, στη σελ. 1364, πως «If a person shuts his eyes to the obvious or refrains from making any inquiry where a reasonably sensible man would make inquiry, I think that the court can find that he was aiding and abetting, certainly if he shuts his eyes to the obvious.» Δηλαδή, αν κάποιος κλείνει τα μάτια του σε ό,τι είναι πασίδηλο ή αποφεύγει να προβεί σε έρευνα εκεί που ο λογικά σκεπτόμενος άνθρωπος θα προέβαινε σε τέτοια, το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει ότι αυτός παρείχε βοήθεια ή παρακινούσε, σίγουρα εάν κλείνει τα μάτια του σε ό,τι ειναι πασίδηλο. Περαιτέρω, στην υπόθεση National Coal Board v. Gamble [1959] 1 K.B. 11, λέχθηκε, στη σελ. 20, ότι «...aiding and abetting is a crime that requires proof of mens rea, that is to say, of intention to aid as well as of knowledge of the circumstances», δηλαδή η παροχή βοήθειας είναι έγκλημα που απαιτεί την απόδειξη ένοχης πράξης, δηλαδή πρόθεση προσφοράς βοήθειας καθώς και γνώση των περιστάσεων. Επίσης, στην Αγγλική υπόθεση Blakely v. DPP
(1991)RTR 405, αναφέρεται ότι θα πρέπει, τουλάχιστον, να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι η πράξη του θα προξενούσε ή θα συνέδραμε στη διάπραξη του κυρίως αδικήματος. Η προϋπόθεση της ύπαρξης γνώσης εκ μέρους του συνεργού έχει εφαρμογή ακόμη και στις περιπτώσεις, όπου το κύριο αδίκημα είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης. Βλ., μεταξύ άλλων, Callow v. Tillstone [1900] 83 LT 411, Παυλόπουλος (ανωτέρω) και Pavlos Zenonos General Motors Ltd ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 5. Περαιτέρω, όπως τονίστηκε στην Παυλόπουλος (ανωτέρω), σελ. 268, η συνέργεια επιτελείται κατά τον χρόνο της υπογραφής της επιταγής. Θα πρέπει, βεβαίως, να προστεθεί ότι η ένοχη διάνοια κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί, στις κατάλληλες περιπτώσεις, με περιστατική μαρτυρία. Βλ., μεταξύ άλλων, Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R.
- Έχω διεξέλθει με προσοχή τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με τα παραδεκτά της υπόθεσης γεγονότα, και θεωρώ ότι θα πρέπει να γίνει διαχωρισμός ως προς το κατά πόσον έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορουμένης 2, σε αντίθεση με την Κατηγορουμένη
- Κρίνω ότι κανένα αδίκημα των 8 Κατηγοριών του Κατηγορητηρίου έχει στοιχειοθετηθεί εναντίον της Κατηγορουμένης 2, έστω και σε αυτό το στάδιο της υπόθεσης. Η μόνη μαρτυρία που έχει τεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή σε σχέση με την Κατηγορουμένη 2 είναι η εξής: Ότι αυτή είναι η μόνη Διευθύντρια της Κατηγορουμένης 1 από τις 5/2/2004 μέχρι και τις 23/9/2010, που εξεδόθη διάταγμα εκκαθάρισης εναντίον της τελευταίας (Τεκμήριο 1). Επίσης, ότι αυτή ήταν η υπογράφουσα (signatory) του λογαριασμού 360-01-289571-01 που η Κατηγορουμένη 1 διατηρούσε στην Ελληνική Τράπεζα, από τον οποίο εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές. Περαιτέρω, ότι η Κατηγορουμενη 2 ζήτησε από την Ελληνική Τράπεζα όπως οι καταστάσεις του εν λογαριασμού αποστέλλονται στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Κατηγορουμένης 1 (Μαρτυρία Μ.Κ.2 και Τεκμήριο 1). Κατ' αρχάς, δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρία ότι είναι η Κατηγορουμένη 2 το πρόσωπο που υπέγραψε τις επιταγές για λογαριασμό της Κατηγορουμένης
- Το ότι η Κατηγορουμένη 2 ήταν και η υπογράφουσα του επίδικου λογαριασμού δεν συνεπάγεται ότι ήταν και το εξουσιοδοτημένο πρόσωπο από την Κατηγορουμένη 1 να υπογράφει και τις επιταγές που εκδίδονταν από τον εν λόγω λογαριασμό. Η Μ.Κ.2 δεν ερωτήθη και σε κάθε περίπτωση δεν ανέφερε ο,τιδήποτε περί τούτου. Συνεπώς, καμιά βοήθεια στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής δύναται να αντληθεί από το παραδεκτό γεγονός ότι η Κατηγορουμένη 1 πράγματι εξέδωσε τις επίδικες επιταγές. Στο σημείο αυτό χρήζει διευκρίνισης ότι δεν κατατέθηκαν ως τεκμήρια οι επίδικες επιταγές. Συνεπώς, αποτελεί κατάληξή μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει, έστω στον βαθμό που απαιτείται σε αυτό το στάδιο της δίκης, την ένοχη πράξη της Κατηγορουμένης 2 σαν συνεργού της Κατηγορουμένης 1 στην έκδοση των επίδικων επιταγών, στοιχείο που βαρύνει αποκλειστικά την Κατηγορούσα Αρχή. Βλ. Μάρω Χ' Iωάννου ν. Δημητρίου
(2000)2 Α.Α.Δ.
- Ακόμη, όμως, και λανθασμένη να είναι η πιο πάνω κατάληξή μου, κρίνω ότι οι Κατηγορίες εναντίον της Κατηγορουμένης 2 θα πρέπει να απορριφθούν και για τον λόγο ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέδειξε, έστω στον βαθμό που απαιτείται σε αυτό το στάδιο της δίκης, ότι, κατά τον ουδιώδη χρόνο έκδοσης έκαστης επιταγής, η Κατηγορουμένη 2 γνώριζε ότι κατά τον χρόνο παρουσίασης της αντίστοιχης επιταγής στην Ελληνική Τράπεζα αυτή δεν θα εξοφλούνταν λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του επίδικου λογαριασμού. Κατ' αρχάς δεν υπάρχει ενώπιόν μου μαρτυρία από την οποία να προκύπτει η ημερομηνία έκδοσης έκαστης επίδικης επιταγής. Ουδόλως διαφωτιστική επί του προκειμένου ήταν η μαρτυρία των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3, οι οποίοι δεν ανέφεραν την ημερομηνία ή έστω την χρονική περίοδο παράδοσης από τον Μάριο Σιάτη των επιταγών στους Παραπονούμενους. Δεν υπάρχει, επίσης, μαρτυρία κατά πόσον οι 8 συνολικά επιταγές παραδόθηκαν την ίδια ημερομηνία ή σε διαφορετικές ημερομηνίες ή κατά πόσον αυτές ήταν μεταχρονολογημένες ή όχι. Συνεπώς, δεν υπάρχει η αφετηρία για να εξεταστεί ή όποια ένοχη διάνοια της Κατηγορουμένης
- Δεν προσθέτει, επίσης, ο,τιδήποτε στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής το ότι οι καταστάσεις λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1 αποστέλλονταν στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου της γραφείο, ως η υπόδειξη της Κατηγουμένης
- Δεν υπάρχει μαρτυρία, η οποία να τοποθετεί την Κατηγορουμένη 2 στην εν λόγω διεύθυνση, κάτι το οποίο σε συνδυασμό με άλλα στοιχεία, τα οποία ειρήσθω εν παρόδω δεν υφίστανται, να μπορούσε να οδηγήσει σε συμπέρασμα γνώσης της Κατηγορουμένης 2 των κατά καιρούς διαθεσίμων καφαλαίων του επίδικου λογαριασμού. Περαιτέρω, η μαρτυρία των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3 δεν αποκαλύπτει την όποια ενεργό συμμετοχή ή εμπλοκή της Κατηγορουμένης 2 στις καθημερινές επιχειρηματικές δραστηριότητες της Κατηγορουμένης 1, κάτι το οποίο σε συνδυασμό με άλλα στοιχεία, τα οποία επίσης δεν υφίστανται, να μπορούσε να οδηγήσει σε συμπέρασμα γνώσης της Κατηγουμένης 2 των εκάστοτε διενεργούμενων αγορών, πωλήσεων, εξόδων και εισπράξεων της Κατηγορουμένης
- Τουναντίον, η μαρτυρία των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3 παρουσιάζει ως ιδιοκτήτη και διευθύνων νου της επιχείρησης της Κατηγορουμένης 1 τον Μάριο Σιάτη, υιό της Κατηγορουμένης
- Από κανένα, λοιπόν, στοιχείο της μαρτυρίας, λαμβανόμενο είτε μεμονωμένα είτε σωρευτικά, δύναται να προκύψει, έστω και σε αυτό το στάδιο της δίκης, το απαραίτητο νοητικό στοιχείο για τη διάπραξη των αδικημάτων από την Κατηγορουμένη 2 ως συνεργού της Κατηγορουμένης
- Συνεπώς, κρίνω ότι η μαρτυρία που έχει τεθεί εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής δεν είναι επαρκής για να μπορεί να κληθεί η Κατηγορουμένη 2 σε απολογία σε οποιαδήποτε των Κατηγοριών που αντιμετωπίζει. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η κλήση της Κατηγορουμένης 2 σε απολογία θα έδιδε την ευχέρεια στην Κατηγορούσα Αρχή να διορθώσει τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της, κάτι, όμως, που δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Ενόψει της κατάληξής μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορουμένης 2, η Κατηγορουμένη 2 απαλλάσσεται και αθωώνεται σε όλες τις Κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Όσον δε αφορά την Κατηγορούμενη 1, από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μου, και εξετάζοντας τούτη αντικειμενικά, χωρίς να προβαίνω σε υποκειμενική αξιολόγησή της, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της σε όλες τις Κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Εφόσον δεν υπάρχει εμφάνιση για την Κατηγορουμένη 1, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσον με την προσκομισθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί η διάπραξη από αυτήν των αδικημάτων των Κατηγοριών που αντιμετωπίζει, εφόσον ακούσω προηγουμένως τις θέσεις του κ. Χατζή Χριστοφή. (Υπ.) ...................................... Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο