Παναγιώτης Πέτρου ν. M. Themistocleous Maintenance Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 20737/2009, 23/1/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:B3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. MΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 20737/2009 Μεταξύ: Παναγιώτης Πέτρου Κατηγορούσας Αρχής ν.
- M. Themistocleous Maintenance Ltd
- Μιχάλη Θεμιστοκλέους Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 23 Ιανουαρίου
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Α. Μυλωνάς (για να ακουσει απόφαση η κα. Σ. Γεωργίου). Για τους Κατηγορουμένους 1 και 2: κα Ε. Κυπριανού με κα Θ. Γαλάζη (για να ακούσει απόφαση η κα Μ. Ορφανίδου). Κατηγορούμενος 2 παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Κατηγορουμένοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν κατηγορία για έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρυσμα κατά παράβαση των Άρθρων 305(Α)
(1)
(2)και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, ως ετροποποιήθη από τους Νόμους 186/1986, 166/1987, 36(Ι)/1997, 37(Ι)/1999, 129(Ι)/1999 και 25(Ι)/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, η Κατηγορουμένη 1 κατά ή περί την 6/2/2008 δια του διευθυντή αυτής Κατηγορουμένου 2 εξέδωσε σε διαταγή και παρέδωσε στον Παραπονούμενο από την Αραδίππου την επιταγή της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοκκινοτριμιθιάς με αριθμό 02177649 για ποσό €9.500,00, η οποία αφού παρουσιάστηκε εντός ευλόγου χρόνου από την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα στην Τράπεζα για αποπληρωμή, δεν εξοφλήθη και/ή δεν επληρώθη λόγω του ότι η εκδότρια άνευ ευλόγου αιτίας προκάλεσε την μη εξόφλησή της διά ανακλήσεώς της. Ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει την υπό εξεταση κατηγορία υπό την ιδιότητά του ως διευθυντή της Κατηγορουμένης 1 εταιρείας δυνάμει του Άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε συνολικά δύο μάρτυρες για να αποδείξει την υπόθεσή της. Ως πρώτος μάρτυρας, κατέθεσε ο Παραπονούμενος-Κατήγορος, κ. Παναγιώτης Πέτρου (Μ.Κ.Α.1), ο οποίος ανέφερε ότι έχει εργοστάστιο ξυλουργικό στη Βιομηχανική περιοχή Αραδίππου και γνωρίζει τους Κατηγορουμένους γιατί το 2008 ήρθε στο κατάστημα ο Κατηγορούμενος 2 για να κλείσουν συμφωνία για την αγορά μιας κολλητικής μηχανής. Ως ανέφερε, ο Κατηγορούμενος 2 είδε τη μηχανή, του άρεσε και συμφώνησαν να την πιάσει. Κοντά του ο Κατηγορούμενος 2 πήγε μέσω κάποιου από τη Λευκωσία, που δεν θυμόταν ποιός είναι. Ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος 2 τους έδωσε την ίδια ημέρα δύο επιταγές. Η μια ήταν για το ποσό των €12.000,00 με ημερομηνία πληρωμής στις 6/2/2008, η οποία εξαργυρώθηκε, και η άλλη για το ποσό των €9.500,00, με ημερομηνία πληρωμής στις 31/12/2008, η οποία, όμως, δεν πληρώθηκε γιατί, όταν την έκανε κατάθεση, αυτή ήρθε πίσω. Σχετικά προς τούτο κατέθεσε, ως Τεκμήριο «1», την επιταγή με αρ.02177649 επί της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοκκινοτριμιθιάς για το ποσό των €9.500,00, με ημερομηνία πληρωμής στις 31/12/2008, με εκδότη τους κ.κ. M. Themistocleous Maintenance Ltd. Ανέφερε πως την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 1, την υπέγραψε ο Κατηγορούμενος 2, ο οποίος έφερε αυτοκίνητο, φόρτωσε τη μηχανή και την πήρε στη Λευκωσία. Αναφορικά με το θέμα της ανάκλησης της επιταγής, ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος 2 δεν του ανέφερε τίποτα, είτε γραπτώς είτε τηλεφωνικώς. Η εν λόγω επιταγή δεν πληρώθηκε μέχρι σήμερα. Κατά την αντεξέταση, υπεβλήθη στον Μ.Κ.Α.1 ότι ουδέποτε συναλλάχτηκε μαζί του ο Κατηγορούμενος 2, αλλά με τον γιο του Πέτρο, για να απαντήσει πως ναιμεν μίλησαν με τον γιο του, αλλά τις επιταγές τις πήρε ο ίδιος και πως η συναλλαγή έγινε με τον γιο του κατόπιν δικών του οδηγιών. Σε επόμενη ερώτηση, ανέφερε ότι η συναλλαγή έγινε μέσω του γιου του και κάποιου άλλου προσώπου που ο ίδιος δεν γνώριζε, ακολούθως δέχτηκε πως οι Κατηγορούμενοι ουδέποτε συναλλάχτηκαν μάζι του, αλλά συμφώνησαν με τον γιο του. Σε ερώτηση που του έγινε για την επιχείρηση ξυλουργικών που έχει, ανέφερε πως η επιχείρηση είναι ιδιοκτησίας κάποιας εταιρείας, αλλά η μηχανή ήταν δική του. Αυτός την αγόρασε, γι αυτό και η επιταγή βγήκε στο όνομά του. Αρχικά ανέφερε πως δεν θυμόταν αν εξέδωσε τιμολογίο και στη συνέχεια είπε ότι έχει τιμολόγιο που αγόρασε τη μηχανή, αλλά στους Κατηγορουμένους δεν εξέδωσε τιμολόγιο. Το συνολικό κόστος της μηχανής ήταν €21.500,
- Ανέφερε πως η μηχανή κολλά pvc πάνω σε μελανίνες. Δεν γνώριζε να πει πόσο πάχος ξύλου κολλά η μηχανή, αλλά ο ίδιος έκανε τη δουλειά του με αυτή. Δεν γνώριζε να απαντήσει σε σχετική υποβολή που του έγινε ότι οι Κατηγορούμενοι ενδιαφέρονταν για και ζήτησαν από το γιο του κολλητική μηχανή πάχους έξι πόντων, λέγοντας πως ο Κατηγορούμενος 2 ήρθε και την είδε. Του υπεβλήθη, επίσης, ότι η μηχανή που παρέδωσε ο γιος του στους Κατηγορουμένους κολλά ξύλα 4 πόντων και όχι 6, όπως ήταν η συμφωνία, και απάντησε πως δεν ξέρει. Ο ίδιος δεν άκουσε τον γιο του να αναφέρει ότι η μηχανή ήταν για έξι πόντους. Του υπεβλέθη, επίσης, ότι ο γιος του πήγε στη Λευκωσία, όπου και διαπίστωσε το πρόβλημα με τη μηχανή και προσπαθούσε να την φτιάξει και απάντησε ότι γνωρίζει ότι πήγε μια δυο φορές για να βοηθήσει τους Κατηγορουμένους να λειτουργήσουν τη μηχανή, αλλά δεν ξέρει αν είναι για άλλο σκοπό. Αυτό που ξέρει είναι ότι ο ίδιος πούλησε μηχανή, παρέλαβε επιταγές και δεν ξέρει τί έγινε παρακάτω. Όταν του ετέθη ότι οι Κατηγορούμενοι ενημέρωσαν τον γιο του περί της ανάκλησης της επιταγής για το λόγο ότι ο τελευταίος δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα, ο Μ.Κ.Α.1 απάντησε πως αν γνώριζε κάτι τέτοιο δεν θα κατέθετε την επιταγή. Στη συνέχεια ανέφερε πως καταχώρησε την παρούσα ποινική υπόθεση για να πάρει τα χρήματά του. Ως δεύτερος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή, κατέθεσε ο κ. Τάκης Χ''Κωστής (Μ.Κ.Α.2), Γραμματέας της Σ.Π.Ε. Κοκκινοτριμιθιάς. Ανέφερε ότι η Κατηγορουμένη 1 εταιρεία διατηρεί κοντά τους το λογαριασμό με αριθμό 40-00450-
- Υπεύθυνος για να υπογράφει επιταγές είναι ο Κατηγορούμενος 2, τον οποίο και υπέδειξε στην αίθουσα του Δικαστηρίου. Αναγνώρισε την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 1, λέγοντας πως είχε δοθεί εντολή από τον πελάτη τους να μην την πληρώσουν. Η εντολή για μη πληρωμή έγινε γραπτώς και την επιστολή την υπέγραψε ο Κατηγορούμενος 2 εκ μέρους της Κατηγορουμένης
- Κατέθεσε την εν λόγω επιστολή ημερομηνίας 21/4/2008, ως Τεκμήριο «2». Κατά την αντεξέταση, ο Μ.Κ.Α.2 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος 2 τους είχε αναφέρει ότι προέβαινε σε ανάκληση του Τεκμηρίου 1 επειδή έγινε παραβίαση της συμφωνίας. Η εν λόγω ενημέρωση από τον Κατηγορούμενο 2 ήταν προφορική προς τον ίδιο. Δεν σημείωσε στα αρχεία της τράπεζας αυτό που του ανέφερε ο Κατηγορούμενος 2, ούτε και κράτησε στοιχεία. Ανέφερε πως στο παρελθόν η διαδικασία της ανάκλησης επιταγής στην τράπεζά τους γινόταν με επιστολή από τον πελάτη χωρίς να αναφέρεται ο λόγος της ανάκλησης. Η διαδικασία αυτή ίσχυε και στην προκειμένη περίπτωση. Σήμερα, όμως, που έχει μηχανογραφηθεί το σύστημα, στην επιστολή του πελάτη αναγράφεται και ο λόγος της ανάκλησης. Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2 σύμφωνα με το Αρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ο Κατηγορούμενος 2 επέλεξε να δώσει μαρτυρία από τη θέση του αντεξεταζόμενου μάρτυρα και προς περαιτέρω υποστήριξη της υπεράσπισής του, κατέθεσαν ακόμη 3 μάρτυρες. Ο Κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι είναι διευθυντής της Κατηγορουμένης 1 εταιρείας. Τον Παραπονούμενο, Μ.Κ.Α.1 δεν τον γνωρίζει, απλώς τον είδε μια φορά στο εργοστάσιο. Γνωρίζει τον υιό του, με τον οποίο έκανε τη διαπραγμάτευση για την αγορά της επίδικης μηχανης. Ακολούθως ανέφερε ότι το 2007 αγόρασε μια μηχανή που κολλά ξύλα 3,50 πόντους από κάποιον Γιαννάκη Σολομωνίδη. Επειδή, όμως, δεν έκανε τη δουλειά του με την εν λόγω μηχανή γιατί ήθελε μηχανή που να κολλά 6 ή 8 πόντους, προσπαθούσε να βρει μια τέτοια μηχανή. Μαζί με τον κ. Νίκο Ευσταθίου προσπαθούσαν να βρουν μεταχειρισμένη μηχανή που να κολλά 6 ή 8 πόντους από το εξωτερικό, χωρίς τούτο να γίνει κατορθωτό. Μια μέρα, ο Νίκος του είπε ότι έχει κάποιο φίλο στη Λάρνακα που έχει μηχανή που κολλά 6 πόντους. Πήγε στη Λάρνακα, όπου είδε τη μηχανή. Η μηχανή ήταν ακινητοποιημένη και δεν δούλευε. Συμφώνησαν με τον Πέτρο την τιμή της μηχανής. Κάποια λεφτά ο Πέτρος τα ήθελε στο όνομα του πατέρα του και έτσι έγινε. Την μηχανή την πήρε στο εργοστάσιό του, αλλά επειδή ήθελε «recondition» παρήγγειλε κάποια μηχανήματα από το εξωτερικό, τα οποία χρειάστηκαν ένα με δύο μήνες για να έρθουν. Όταν ήρθαν και δούλεψε η μηχανή, ο Κατηγορούμενος 2 έμεινε προ εκπλήξεως γιατί η μηχανή δεν πήγαινε μέχρι τους 6 πόντους, όπως συμφώνησε με τον Πέτρο, αλλά μόνο στους
- Δεν ήθελε μηχανή για 4 πόντους. Είχε μηχανή για 3,5 πόντους, την οποία έδωσε πίσω γιατί ήθελε μεγαλύτερη. Ανέφερε πως είχε δώσει και άλλες επιταγές για τη συναλλαγή που πληρώθηκαν. Πρόθεσή του δεν ήταν να μην πληρώσει. Πλήρωσε σύμφωνα με τη συμφωνία. Τηλεφώνησε τότε του Πέτρου να έρθει, ο οποίος έκανε περίπου ένα μήνα να έρθει. Όταν ήρθε ο Πέτρος, ειδοποίησαν και τεχνικούς. Ο Πέτρος προσπαθούσε να κάνει τη μηχανή να δουλέψει στους 6 πόντους, αλλά δεν τα κατάφερε. Ο Πέτρος συνολικά ήρθε στο εργοστάσιό του δύο φορές. Όταν έφυγε του είπε πως θα του φέρει το δικό του τεχνικό ώστε να δουλέψει η μηχανή στους έξι πόντους. Μιλούσαν στο τηλέφωνο, αλλά μετά ο Πέτρος δεν του έδινε απάντηση. Ο Κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι είπε στον Πέτρο να του δώσει πίσω τα λεφτά και να του επιστρέψει το μηχάνημα, αλλά ο Πέτρος δεν του έδινε απάντηση. Γι αυτό πήγε στην τράπεζά του, έδωσε την επιστολή, Τεκμήριο 2, τους είπε ότι η συμφωνία δεν ετιμήθη και σταμάτησε την επιταγή. Στην τράπεζα δεν του είπαν ότι έπρεπε να αναγράψει στην επιστολή τους λόγους για την ανάκληση της επιταγής. Είπε του Πέτρου να του δώσει πίσω τα λεφτά που τον πλήρωσε και να κλείσει η πράξη, διαφορετικά δεν θα του έδινε τα €9.500,
- Δεν έγινε κάτι άλλο μετά. Γι' αυτόν το μηχάνημα κάνει τη μισή δουλειά απ' ό,τι ήθελε. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν του έδωσαν τιμολόγιο ή απόδειξη για τα λεφτά που πλήρωσε κάτι που του δημιούργησε και λογιστικό πρόβλημα. Δεν του φάνηκε παράξενο που η επιταγή βγήκε στο όνομα του Παραπονουμένου. Ό,τι του είπε, έκανε. Η επιταγή με ημερομηνία πληρωμής 6/2/2008 πληρώθηκε γιατί ήταν στη διαδικασία που επιδιορθώνετο το μηχάνημα. Ανέφερε, επίσης, ότι είναι έτοιμος ανά πάσα στιγμή να επιστρέψει πίσω τη μηχανή. Κατά την αντεξέτασή του, ο Κατηγορούμενος 2 ερωτήθη σε σχέση με το συνολικό τίμημα αγοράς της επίδικης επιταγής και απάντησε ότι είναι περίπου €25.000,00 με €26.000,00, αλλά δεν θυμόταν ακριβώς. Ανέφερε πως πέραν των δύο επιταγών που ανέφερε ο Μ.Κ.Α.1 δόθηκαν ακόμη δύο επιταγές εξ €2.000,00 περίπου έκαστη, τις οποίες θα προσκόμιζε στο Δικαστήριο, αλλά δεν θυμόταν ακριβώς. Το ότι υπήρχαν ακόμη δύο επιταγές δεν το είχε αναφέρει στη Δικηγόρο του προηγουμένως γιατί έκανε λάθος και το ανέφερε για πρώτη φορά έξω από το Δικαστήριο μετά που ολοκληρώθηκε η αντεξέταση του Μ.Κ.Α.
- Συμφώνησε ότι η πρώτη επιταγή είχε ως ημερομηνία πληρωμής την ημερομηνία που έγινε η συμφωνία. Ανέφερε ότι έχει αποδείξεις για το «recondition» της μηχανής και πως ήξερε όταν την αγόραζε ότι χρειαζόταν «recondition» γιατί ήταν 20 χρονών. Ακολούθως, προσπαθούσαν ενάμισυ με δύο μήνες για να ξεκινήσουν την μηχανή. Σε ερώτηση που του έγινε κατά πόσον σύμφωνα με τα λεγόμενά του πέρασαν 5 ή έστω 4 μήνες από την ημερομηνία που αγόρασε τη μηχανή ώσπου να συνειδητοποιήσει ότι η μηχανή δεν μπορούσε να δουλεύει στους 6 πόντους, ο Κατηγορούμενος 2 απάντησε ότι δεν θυμόταν ακριβώς. Είναι μετά τη δεύτερη φορά που ήρθε ο Πέτρος που φάνηκε ότι δεν μπορούσε να δουλέψει η μηχανή στους 6 πόντους και μετά πήγε στην Τράπεζα. Όταν του ετέθη ότι πήγε στην Τράπεζα 5 μήνες μετά που αγόρασε την επιταγή, ο Κατηγορούμενος απάντησε πως μπορεί να πέρασαν και τρεις μήνες. Όταν του υπεβλήθη ότι λέει ψέματα εφόσον η συμφωνία έγινε τον Φεβρουάριο και η ανάκληση τον Απρίλιο, ο Κατηγορούμενος απάντησε πως δεν θυμάται ημερομηνίες, ξέρει, όμως, ότι η μηχανή δεν κάνει αυτά που συμφώνησαν. Ανέφερε, επίσης, ότι η αρχική τους συμφωνία ήταν πως η επίδικη επιταγή δεν θα κατατίθετο στην Τράπεζα με σκοπό την εξαργύρωση και πως θα σπάζανε τα λεφτά της επιταγής. Δεν το ανέφερε τούτο στη Δικηγόρο του γιατί η επιταγή μιλά από μόνη της. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος 2 είπε πως δεν αμφισβητεί ότι η μηχανή ήταν του Παραπονούμενου, λέγοντας πως μπορεί και να είναι και πως τις επιταγές τις έβγαλε εκεί που του είπαν. Δεν έστειλε επιστολή στον Παραπονούμενο γιατί μιλούσε με τον Πέτρο. Το μηχάνημα δεν το επέστρεψε στον Παραπονούμενο γιατί δεν μιλούσε με τον Παραπονούμενο, αλλά με τον Πέτρο, ο οποίος επέμενε ότι το μηχάνημα μπορούσε να δουλέψει στους 6 πόντους. Δεν είχε εμπιστοσύνη να πάρει πίσω το μηχάνημα και μετά να του δώσουν τα λεφτά. Δεν ζήτησε τα λεφτά του πίσω με αγωγή γιατί η μηχανή, όπως ανέφερε, δεν είναι άχρηστη, κάνει τη δουλειά της. Τις χοντρές του, όμως, δουλειές, όπως ανέφερε, τις παίρνει αλλού γιατί το μηχάνημα δεν κάνει όλη τη δουλειά του. Αρνήθηκε, επίσης, υποβολή ότι την μηχανή την είδε, την επέβλεψε και μετά έδωσε τις επιταγές, λέγοντας πως η μηχανή δεν δούλευε όταν την είδε. Ανέφερε πως είναι διατεθειμένος να τους παραδώσει την μηχανή στο εργοστάσιό τους αν του δώσουν πίσω τα λεφτά του. Θεώρησε πως το θέμα θα έλειγε με την μη πληρωμή των €9.500,00 επειδή ο Πέτρος δεν ξαναβγήκε στο τηλέφωνο. Ως πρώτος μάρτυρας για την υπεράσπιση κατέθεσε ο κ. Ευστάθιος Νικολάου (Μ.Υ.1), ο οποίος και εργαζόταν στον Κατηγορούμενο 2 ως πριν δύο χρόνια. Δεν γνωρίζει τον Παραπονούμενο, αλλά τον υιό του, ο οποίος ήρθε για ένα πρόβλημα που είχε μια μηχανή και προσπαθούσε να την κάνει να κολλά ξύλα έξι πόντους, αλλά δεν τα κατάφεραν. Συμφώνησαν και οι δύο η μηχανή να κολλά έξι πόντους, αλλά τούτο εστάθη αδύνατο. Δεν γνώριζε πόσες φορές ήρθε ο Πέτρος, αλλά αυτός ήταν παρών μόνο σε μια περίπτωση, κατά την οποία πρέπει να προσπαθούσαν πέραν των δύο ωρών. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Υ.1 ανέφερε πως, όταν ήρθε ο Πέτρος, ο ίδιος δούλευε στον Κατηγορούμενο
- Δεν θυμόταν ακριβώς πότε έγινε τούτο λέγοντας πως μπορεί πέρασαν τρισήμισυ με πέντε χρόνια. Δεν ήξερε τι έγινε μετά γιατί η δουλειά του ήταν άλλη. Σε ερώτηση αν γνωρίζει αν λειτουργεί η μηχανή, ανέφερε πως όταν ήταν εκεί δούλευε, αλλά είχε προβλήματα. Δεν είναι, όμως, τεχνικός για να ξέρει, αλλά το πρόβλημα που άκουσε ήταν η λογομαχία ότι η μηχανή ήταν για να κολλά έξι πόντους. Ως δεύτερος μάρτυρας για την υπεράσπιση κατέθεσε η κα Διαμάντω Θεμιστοκλέους (Μ.Υ.2), γραμματέας στην Κατηγορουμένη 1 εταιρεία, η οποία ασχολείται με τα οικονομικά της εταιρείας, και σύζυγος του Κατηγορουμένου
- Ανέφερε ότι της ζήτησε ο σύζυγός της να ψάξει να βρει τις επιταγές που πλήρωσαν για το μηχάνημα. Αρχικά της είπε να ψάξει στο όνομα Παναγιώτης Πέτρου. Μετά όταν πήγαν στα αρχεία και έψαξαν καλύτερα, βρήκαν τις επιταγές, οι οποίες ήταν στο όνομα ΝΕΑ ΠΡΟΟΔΟΣ. Ο σύζυγός της θυμήθηκε ότι αυτές είναι οι επιταγές. Η Μ.Υ.2 είχε μαζί της αντίγραφα των επιταγών αναφέροντας πως τα πρωτότυπα βρίσκονται στην τράπεζα, από την οποία ζήτησε και εξασφάλισε αντίγραφα. Η υπεράσπιση δεν επέμενε στην κατάθεση των αντιγράφων των επιταγών από την Μ.Υ.2 αναφέροντας, μετά από ένσταση του κου Μυλωνά, ότι θα κλήτευε την τράπεζα να καταθέσει τα πρωτότυπα. Η Μ.Υ.2 ανέφερε, επίσης, ότι οι Δικηγόροι της έκαναν έρευνα στον Έφορο Εταιρειών για να εξακριβώσουν τους διευθυντές της εταιρείας ΝΕΑ ΠΡΟΟΔΟΣ ΛΤΔ, οι οποίοι και εξασφάλισαν κάποιο έγγραφο που είχε μαζί της. Και στο σημείο αυτό η υπεράσπιση δεν επέμενε στην κατάθεση του εν λόγω εγγράφου από την Μ.Υ.2, μετά από ένσταση του κου Μυλωνά. Στο στάδιο, όμως, εκείνο, δηλώθηκαν από τους διαδίκους, και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, ως παραδεκτά γεγονότα τα εξής: «Η εταιρεία ΝΕΑ ΠΡΟΟΔΟΣ ΛΤΔ έχει ως διευθυντές τον Πέτρο Πέτρου και τον Παναγιώτη Πέτρου. Ο Παναγιώτης Πέτρου είναι ο Παραπονούμενος». Τέλος, η Μ.Υ.2 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν ο σύζυγός της ή η εταιρεία τους έχει άλλες συναλλαγές με την εταιρεία ΝΕΑ ΠΡΟΟΔΟΣ ΛΤΔ. Η Μ.Υ.2 δεν αντεξετάστηκε. Ως τρίτος μάρτυρας για την υπεράσπιση κατέθεσε ο κ. Νίκος Ευσταθίου (Μ.Υ.3). Με τον Κατηγορούμενο 2 είναι παιδικοί φίλοι. Τον Παραπονούμενο δεν τον γνωρίζει. Ανέφερε στη συνέχεια ότι ο Κατηγορούμενος 2 ήθελε μια μηχανή να κολλά 6 πόντους. Ο ίδιος έψαξε και στο εξωτερικό, αλλά βρήκε μια μηχανή που είχε ο φίλος του, Πέτρος Πέτρου, τον οποίο γνωρίζει από την Αγγλία. Έφερε σε επαφή τον Πέτρο με τον Κατηγορούμενο, αλλά μετά δεν είχε επαφή παρά μόνο μια φορά που βρέθηκαν στο εργοστάσιο του Κατηγορουμένου 2 και ήταν εκεί και ο Πέτρος για να ρυθμίσει την μηχανή. Μετά το εργοστάσιο πήγαν όλοι έξω για φαγητό. Έμαθε τυχαία ότι ο Πέτρος είχε αυτό το μηχάνημα όταν πήγε στο εργοστάσιό του στη Λάρνακα και το είδε σε μια γωνιά. Τότε ρώτησε τον Πέτρο αν το μηχάνημα είναι προς πώληση και του απάντησε καταφατικά. Ρώτησε, επίσης, τον Πέτρο αν η μηχανή μπορεί να κολλήσει ξύλα πάχους έξι πόντων, του απάντησε πάλι καταφατικά και μετά τους έφερε σε επαφή. Αντεξεταζόμενος, ο Μ.Υ.3 δέχθηκε πως το εργοστάσιο του Πέτρου είναι μαζί με τον πατέρα του. Το μηχάνημα ήξερε ότι είναι του εργοστασίου. Δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει σε ποιόν ανήκε. Πριν το κλείσιμο της υπόθεσης για την υπεράσπιση, τα ακόλουθα γεγονότα δηλώθηκαν, επίσης, από τους διαδίκους, και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, ως παραδεκτά γεγονότα: «Η πρώτη κατηγορουμένη εταιρεία εξέδωσε δύο επιταγές προς όφελος της εταιρείας ΝΕΑ ΠΡΟΟΔΟΣ ΛΤΔ για το ποσό των €2.000,00 έκαστη. Η πρώτη με ημερομηνία πληρωμής τις 28/2/2008 και η δεύτερη τις 30/3/
- Οι εν λόγω επιταγές είχαν πληρωθεί προς τον δικαιούχο». Στο στάδιο των αγορεύσεων, η ευπαίδευτη συνήγορος των Κατηγορουμένων ανέφερε ότι η θέση της υπεράσπισης είναι διττή: Πρώτον, ότι η εν λόγω συναλλαγή δεν έγινε με τον Παραπονούμένο και, δεύτερον, ότι οι Κατηγορούμενοι είχαν εύλογη αιτία για την ανάκληση της επίδικης επιταγής. Προς υποστήριξη της προβληθείσας θέσης της υπεράσπισης, παρέπεμψε σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας, από την οποία προκύπτει, ως ανέφερε, ότι η συναλλαγή έγινε με τον υιό του Παραπονουμένου, Πέτρο Πέτρο, και πως η μηχανή που αγοράστηκε τελικά κολλούσε ξύλα πάχους μόνο 4 εκατοστών και όχι 6 εκατοστών, ως τα συμφωνηθέντα, κάτι που όταν διαπιστώθηκε ανάγκασε τους Κατηγορουμένους να προβούν σε ανάκληση της επιταγής. Ήταν, επίσης, η θέση της κας Κυπριανού πως ο λόγος που οι Κατηγορούμενοι δεν ανέγραψαν επί του Τεκμηρίου 2 τους λόγους της ανάκλησης οφείλεται σε υπαιτιότητα της τράπεζάς τους και πως η παράλειψη αυτή του συνεργατικού ιδρύματος δεν μπορεί να ενεργεί εις βάρος των πελατών της. Η κα Κυπριανού υποστήριξε, επίσης, ότι ο Παραπονούμενος χρησιμοποιεί καταχρηστικά την ποινική διαδικασία ενόψει της δήλωσής του, κατά την αντεξέτασή του, ότι καταχώρησε την υπόθεση για να εισπράξει τα λεφτά του. Στην αντίπερα όχθη, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, αναλύοντας του συστατικά στοιχεία του αδικήματος, υποστήριξε πως απαοτελούν αναντίλεκτα γεγονότα πως οι Κατηγορούμενοι εξέδωσαν την επίδικη επιταγή προς όφελος του Παραπονουμένου και την παρέδωσαν σε αυτόν ως μέρος ανταλλάγματος για την αγορά από αυτούς ενός μηχανήματος συγκόλλησης ξυλείας και πως οι Κατηγορούμενοι με το Τεκμήριο 2 ανακάλεσαν την πληρωμή της. Ακολούθως, με αναφορά σε σχετική νομολογία υποστήριξε πως οι Κατηγορούμενοι απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος που είχαν για να αποδείξουν την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Αναφέρθηκε σε αντιφάσεις, κατά την άποψή του, στην μαρτυρία του Κατηγορουμένου 2 εισηγούμενος ότι ο Κατηγορούμενος 2 ανακάλεσε την επιταγή πριν να διαπιστωθεί η κατ'ισχυρισμόν ακαταλληλότητα του μηχανήματος. Εισηγήθηκε, επίσης, ότι οι Κατηγορούμενοι όφειλαν, αν είχαν πρόβλημα με την επιταγή, να ειδοποιήσουν γραπτώς τον Παραπονούμενο και να επιστρέψουν το μηχάνημα πριν να προβούν σε ανάκληση της επιταγής και όχι να το κατέχουν μέχρι σήμερα. Τόνισε, επίσης, ότι οι Κατηγορούμενοι δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε κίνηση που να επιδεικνύει τη θέλησή τους για ακύρωση της συμφωνίας αγοράς του μηχανήματος. Η έκδοση και της δεύτερης επιταγής με ημερομηνία πληρωμής 6/2/2008 και συνεπώς η καταβολή του ποσού των €12.000,00 προς όφελος του Παραπονούμενου καταδεικνύει, κατά την άποψή του, ότι οι Κατηγορούμενοι δεν πίστευαν ειλικρινά ότι είχαν δικαίωμα να ανακαλέσουν την πληρωμή της επιταγής. Τέλος, υποστήριξε, πως ακόμη και να είχαν οι Κατηγορούμενοι εύλογους λόγους για να ανακαλέσουν την πληρωμή της επιταγής, αυτοί δεν δύνανται να προβάλλουν στα πλαίσια της παρούσας την εν λόγω υπεράσπιση ενόψει του ότι δεν τήρησαν τις προϋποθέσεις του Άρθρου 305Α
(3), ήτοι δεν ανέφεραν γραπτώς τους λόγους ανάκλησης στην επιστολή ανάκλησης, Τεκμήριο
- Έχω παρακαλουθήσει με κάθε δυνατή και επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες, τον τρόπο, το ύφος, τη συμπεριφορά, τις αντιδράσεις και γενικά την παρουσία τους στο Δικαστήριο και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με σκοπό να καταλήξω στα αναγκαία ευρήματα και συμπεράσματα για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Ξεκινώντας με τον Παραπονούμενο, Μ.Κ.Α.1, οφείλω να παρατηρήσω ότι δεν μου προξένησε την εντύπωση ενός ειλικρινούς, θετικού και αξιόπιστου μάρτυρα, αλλά ενός μάρτυρα που ήρθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει μόνο εκείνα τα γεγονότα που ο ίδιος ήθελε να αναφέρει με τον τρόπο που επέλεξε ο ίδιος να παρουσιάσει. Αρχικά παρουσίασε τον εαυτό του ως το πρόσωπο που είχε ενεργό συμμετοχή στη συναλλαγή που οδήγησε στην αγορά του επίδικου μηχανήματος από τους Κατηγορουμένους για να παραδεχθεί τελικά κατά την αντεξέτασή του ότι η συναλλαγή έγινε με τον υιό του κατόπιν, όμως, δικών του οδηγιών καθότι το επίδικο μηχάνημα ήταν δικό του γιατί το αγόρασε ο ίδιος από την Αγγλία. Βεβαίως, το ότι το μηχάνημα ήταν ιδιοκτησίας του Παραπονουμένου δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή του, ούτε από τον Κατηγορούμενο 2 ή από οποιοδήποτε από τους μάρτυρες υπεράσπισης. Δεν αντέχει, όμως, τη βάσανο της λογικής η θέση του Παραπονουμένου ότι αυτός δεν γνώριζε τις προδιαγραφές του εν λόγω μηχανήματος και συγκεκριμένα πόσα εκατοστά πάχους ξύλα αυτό συγκολλά εφόσον, μάλιστα, αυτός το αγόρασε και το εισήγαγε από το εξωτερικό. Αποτελεί θέση μου ότι Παραπονούμενος γνώριζε πολύ καλά τις πραγματικές δυνατότητες του μηχανήματος και πως παρέλειψε να αναφέρε ο,τιδήποτε σχετικό στο Δικαστήριο απλούστατα για να μην βοηθήσει με οποιοδήποτε τρόπο την υπόθεση της υπεράσπισης. Επίσης, δεν αντέχει τη βάσανο της λογικής η θέση του Παραπονούμενου ότι οι Κατηγορούμενοι δεν δύνανται να διαμαρτύρονται για την ποιότητα της μηχανής εφ'όσον, ως ο ίδιος ανέφερε, ο Κατηγορούμενος 2 είδε την μηχανή, του άρεσε και την πήρε. Δεν ήταν η θέση του Παραπονουμένου ότι οι Κατηγορούμενοι αγόρασαν το μηχάνημα μετά που έλεγξαν την λειτουργία του ή ότι αυτό ήταν σε λειτουργία όταν επισκέφτηκε το εργοστάσιό του ο Κατηγορούμενος
- Κάποιος δεν αγοράζει ένα μηχάνημα συγκόλλησης ξυλείας γιατί του αρέσει εμφανισιακά, αλλά για τις προδιαγραφές που ο πωλητής παρουσιάζει στον αγοραστή σε σχέση με αυτό. Η απάντηση του Παραπονουμένου, κατά την αντεξέτασή του, ότι «Εγώ πούλησα μηχάνημα, παρέλαβα επιταγές, δεν ξέρω τί έγινε παρακάτω» είναι ενδεικτική της όλης στάσης και διάθεσής του να μην αναφέρει ο,τιδήποτε σε σχέση με τη διαφορά που προέκυψε σε σχέση με την ποιότητα του πωληθέντος μηχανήματος. Στερείται, επίσης, αληθοφάνειας η θέση του Παραπονουμένου ότι δεν γνώριζε κατά την ένορκη κατάθεσή του το πρόβλημα που προέκυψε. Ο Παραπονούμενος δεν ανέφερε ότι έχει οποιοδήποτε πρόβλημα επικοινωνίας με τον υιό του Πέτρο. Εφ'όσον, ως ο ίδιος τελικά παραδέχθηκε, ήταν με τον γιο του που έγιναν οι διαπραγματεύσεις για την αγορά του μηχανήματος και είναι ο γιος του που πήγε έπειτα στο εργοστάσιο των Παραπονουμένων για να βοηθέσει, ως ανέφερε, τους τελευταίους να το θέσουν σε λειτουργία, θα αναμένετο τουλάχιστον από την πλευρά του Παραπονουμένου, αν επιθυμούσε να αμφισβητήσει τη θέση των Κατηγορουμένων ότι δεν υπήρχε το πρόβλημα στις συμφωνηθείσες προδιαγραφές του μηχανήματος, να καλούσε ως μάρτυρα τον υιό του, Πέτρο Πέτρου, για να μαρτυρήσει επί του προκειμένου. Ο Μ.Κ.Α.2, Τάκης Χ''Κωστής, κατέθεσε με αμεσότητα και ευθύτητα σε σχέση με τα όσα γνώριζε για την επίδικη επιταγή και την ανάκλησή της, ως και τη συμμετοχή του Κατηγορουμένου 2 στην εν λόγω πράξη. Αποδέχομαι, στην ολότητά της ως αληθή την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, ουδόλως αμφισβητήθηκε από τους συνηγόρους των διαδίκων, το δε Τεκμήριο 2, που κατέθεσε ο εν λόγω μάρτυρας, γίνεται αποδεκτό για την απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου του. Έχω παρακολουθήσει με κάθε προσοχή τον Κατηγορούμενο 2 ενώ αυτός κατέθετε ενόρκως. Μου έδωσε γενικά την εικόνα ενός ειλικρινούς, θετικού και αξιόπιστου μάρτυρα. Επίσης, ο Κατηγορούμενος 2 μου έδωσε την εντύπωση ενός απλού ανθρώπου, ο οποίος απαντούσε με ευθύτητα και απλότητα στις ερωτήσεις που του ετίθονταν χωρίς να προσπαθεί να αναλογιστεί την σκοπιμότητα των ερωτήσεων που του υποβάλλονταν, κυρίως κατά την αντεξέτασή του, και παρέθεσε με πειστικότητα την εκδοχή του σε σχέση με αυτό που ο ίδιος θεωρούσε ως το παράπονό του σε σχέση με την συγκολλητική μηχανή ξυλείας που αγόρασε. Δέχθηκε ότι αυτός υπέγραψε, ως διευθυντής της Κατηγορουμένης 1, την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 1, και την επιστολή ανάκλησης, Τεκμήριο
- Δεν δίστασε να αναφέρει ότι το μοναδικό πρόβλημα της μηχανής είναι ότι αυτή δεν ανταποκρίνεται στη συμφωνηθείσα προδιαγραφή σε σχέση με τη δυνατότητά της να συγκολλά ξύλα πάχους 6 πόντων, κάτι που τον ενδιέφερε ιδιαίτερα, για αυτό και συμφώνησε να την αγοράσει, επιστρέφοντας πίσω την συγκολλητική μηχανή που είχε αγοράσει από κάποιο άλλο τρίτο πρόσωπο. Η εν λόγω αληθοφανής εκδοχή του Κατηγορουμένου ουδόλως αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή του από τον κο Μυλωνά. Ομοίως, ο Κατηγορούμενος 2 δεν αμφισβητήθηκε όταν ανέφερε πως όταν επιθεώρησε το μηχάνημα στο εργοστάσιο στην Αραδίππου αυτό δεν ήταν σε λειτουργία και πως χρειαζόταν να παραγγείλει κάποια μηχανήματα από το εξωτερικό για να τεθεί σε λειτουργία. Αποτελεί, γεγονός, ότι ο Κατηγορύμενος 2 δεν γνώριζε να πει επακριβώς το χρονικό διάστημα που χρείαστηκε για να έρθουν τα εν λόγω εξαρτήματα από το εξωτερικό. Αρχικά ανέφερε 1 με 2 μήνες. Ακολούθως ανέφερε ότι από τη στιγμή που τέθηκε σε λειτουργία το μηχάνημα πέρασαν περίπου άλλοι δύο μήνες μέχρι να αντιληφθεί, μετά και την εμπλοκή του υιού του Παραπονουμένου και τεχνικών, ότι το μηχάνηνα δεν μπορούσε να συγκολλήσει ξύλα πάχους έξι εκαταστών παρά μόνο ξύλα πάχους μέχρι 4 εκατοστών. Είναι σε αυτό το σημείο της μαρτυρίας που επικεντρώθηκε ο κ. Μυλωνάς για να πλήξει την αξιοπιστία του Κατηγορουμένου
- Ουδόλως, όμως, αντεξετάστηκε ο Κατηγορούμενος 2 σε σχέση με τα υπόλοιπα που ανέφερε, ότι δηλαδή πράγματι το μηχάνημα δεν μπορούσε να συγκολλήσει ξύλα πάχους 6 εκατοστών ή τις προσπάθειες που γίνονταν ή ότι ο υιός του Παραπονουμένου τον διαβεβαίωνε ότι το μηχάνημα μπορούσε να πράξει τούτο, ως και το ότι ανέφερε στον υιό του Παραπονουμένου να πάρει πίσω το μηχάμηνα και να του επιστρέψει πίσω τα λεφτά του και πως αν δεν πράξει τούτο δεν θα τον πληρώσει το υπόλοιπο ποσό των €9.500,
- Δεν θεωρώ, όμως, ότι η αδυναμία του Κατηγορουμένου 2 να προσδιορίσει με ακρίβεια τα διαρρεύσαντα χρονικά διαστήματα, έχοντας μάλιστα υπόψη και το χρόνο που διέρρευσε από τα επίδικα γεγονότα μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης, αποτελεί λόγο που να πλήττει την αξιοπιστία του. Ο Κατηγορούμενος 2 δεν αποδέκτηκε πως πέρασαν 4 ή 5 μήνες από την ημερομηνία που αγόρασε το μηχάνημα μέχρι την ημερομηνία ανάκλησης της επιταγής. Δήλωνε αδυναμία να προσδιορίσει με ακρίβεια τα χρονικά διαστήματα λέγοντας πως από την ημερομηνία αγοράς μέχρι και την ημερομηνία ανάκλησης μπορεί να πέρασαν 3 μήνες, εκδοχή που δεν είναι ασυμβίβαστη με τα κατά τα άλλα παραδεκτά γεγονότα και τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθέντα τεκμήρια. Η αγορά έγινε στις αρχές Φεβρουαρίου και η ανάκληση στα τέλη Απριλίου. Αποτελεί, επίσης, γεγονός, ότι ο Κατηγορούμενος 2 περίμενε μέχρι και την εκδίκαση της υπόθεσης για να συλλέξει όλα τα στοιχεία που αφορούν την υπόθεσή του και δεν γνώριζε να αναφέρει με ακρίβεια το τίμημα αγοράς του μηχανήματος, λέγοντας πως πέραν των επιταγών που ανέφερε ο Παραπονούμενος πρέπει να υπάρχουν και άλλες δύο, τις οποίες και θα παρουσίαζε στη συνέχεια. Η μη προφανώς επαρκής προετοιμασία του Κατηγορουμένου 2 δεν συνεπάγεται, όμως, ότι αυτός δεν είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Την εικόνα της ειλικρινούς, θετικού και αξιόπιστου μάρτυρα σχημάτισα, επίσης, σε σχέση με την Μ.Υ.
- Πέραν του ότι η μάρτυρας ουδόλως αντεξετάστηκε, αυτή ανέφερε με αμεσότητα και απλότητα πώς τελικά διαπίστωσε, σε συνεννόηση με τον σύζυγό της, ότι οι επιπλέον δύο επιταγές που πληρώθηκαν από την Κατηγορουμένη 1 για την αγορά του μηχανήματος εξεδόθηκαν με δικαιούχο την εταιρεία ΝΕΑ ΠΡΟΟΔΟΣ ΛΤΔ. Κρίνω ότι η εν λόγω μάρτυρας ήρθε στο Δικαστήριο για να πει μόνο την αλήθεια και όχι απλώς για να βοηθήσει την υπόθεση του συζύγου της, Κατηγορουμένου
- Η μαρτυρία της Μ.Υ.2, την οποία αποδέχομαι στο σύνολό της, τα οποία και αποτελούν σχετικά ευρήματα του Δικαστηρίου, επιβεβαιώνουν την εκδοχή του Κατηγορουμένου 2 ότι το τίμημα αγοράς του επίδικου μηχανήματος ήταν πέραν των ποσών των δύο επιταγών στις οποίες αναφέρθηκε ο Παραπονούμενος. Επί του προκειμένου, απορρίπτω την εισήγηση του κ. Μυλωνα ότι η μαρτυρία αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή γιατί η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τη θέση του Παραπονουμένου ότι το τίμημα του μηχανήματος ήταν €21.500,
- Ο Παραπονούμενος δεν αναφέρθηκε στο τίμημα πώλησης του μηχανήματος, αλλά στις επιταγές που έλαβε ο ίδιος και στο συνολικό κόστος του μηχανήματος. Ομοίως, ειλικρινή, θετική και αξιόπιστη κρίνω την μαρτυρία των Μ.Υ.1 και Μ.Υ.
- Οι εν λόγω μάρτυρες κατέθεσαν με απλότητα, ευθύτητα και συνέπεια σε σχέση με τα όσα γνώριζαν για την υπόθεση. Πέραν του ότι η εκδοχή τους δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή τους, αυτοί δεν υπερέβαλλαν στα όσα είπαν ούτε και επιχείρησαν να αναφερθούν σε γεγονότα για τα οποία δεν είχαν προσωπική γνώση. Ιδιαίτερα σε σχέση με τον Μ.Υ.1, αυτός δεν μου έδωσε την εντύπωση ότι ήρθε να μαρτυρήσει απλώς για να βοηθήσει την υπόθεση του πρώην εργοδότη του, Κατηγορουμένου 2, αλλά για να πει την αλήθεια των όσων γνώριζε. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τον Μ.Υ.
- Δεν ήρθε απλώς για να βοηθήσει την υπόθεση του φίλου, Κατηγορουμένου
- Εξ άλλου, ανέφερε πως είναι φίλος του και ο Πέτρος, ο υιός του Παραπονουμένου. Αποδέχομαι, συνεπώς, ως αληθή στην ολότητά τους τα όσα ανέφεραν οι εν λόγω μάρτυρες. Τα όσα ανέφερε ο Μ.Υ.1 επιβεβαιώνουν κυρίως την θέση του Κατηγορουμένου 2 περί του προβλήματος που διαπιστώθηκε στο επίδικο μηχάνημα και στις προσπάθειες που καταβάλλονταν, στην παρουσία μάλιστα του υιού του Παραπονουμένου, ώστε αυτό να συγκολλά ξύλα πάχους μέχρι 6 εκατοστών. Τα όσα δε ανέφερε ο Μ.Υ.3 επιβεβαιώνουν κυρίως τη θέση του Κατηγορουμένου 2 ότι ο υιός του Παραπονουμένου παρασούσιασε το επίδικο μηχάνημα να έχει τη δυνατότητα να συγκολλά ξύλα πάχους μέχρι 6 εκατοστά, εξ ου και το ενδιαφέρον που επέδειξαν οι Κατηγορούμενοι για να το αγοράσουν. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας και των παραδεκτών γεγονότων καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Α. Ότι η Κατηγορουμένη 1 εταιρεία στις 6 Φεβρουαρίου του 2008 αγόρασε κατόπιν συμφωνίας που συνήψε με τον υιό του Παραπονουμένου, και κατόπιν οδηγιών του τελευταίου, ένα μηχάνημα συγκόλλησης ξυλείας (στο εξής «το Μηχάνημα»), ιδιοκτησίας του Παραπονουμένου. Ηταν ρητός όρος των συμφωνηθέντων ότι το Μηχάνημα μπορούσε να συγκολλήσει ξύλα πάχους μέχρι 6 εκατοστών. Β. Το τίμημα πώλησης του Μηχανήματος συμφωνήθηκε στο συνολικό ποσό των €25.500,00, το οποίο ήταν πληρωτέο και πληρώθηκε ως εξής: 1). Με την έκδοση και παράδοση από την Κατηγορουμένη 1 δύο επιταγών για το συνολικό ποσό των €21.500,00, προς όφελος του Παραπονουμένου. Η μια για το ποσό των €12.000,00, με ημερομηνία πληρωμής στις 6/2/2008, και η άλλη για το ποσό των €9.500,00, με ημερομηνία πληρωμής στις 31/12/2008 (Τεκμήριο 1). 2). Το υπόλοιπο ποσό των €4.000,00, με την έκδοση και την παράδοση από την Κατηγορουμένη 1 δύο επιταγών προς όφελος της εταιρείας ΝΕΑ ΠΡΟΟΔΟΣ ΛΤΔ, διευθυντές της οποίας είναι ο Παραπονούμενος και ο υιός του Πέτρος Πέτρου, για το ποσό των €2.000,00 έκαστη, η πρώτη με ημερομηνία πληρωμής τις 28/2/2008 και η δεύτερη τις 30/3/
- Γ. Οι τρεις επιταγές ανωτέρω με ημερομηνία πληρωμής 6/2/2008, 28/2/2008 και 30/3/2008, εκ συνολικού ποσού €16.000,00 ξοφλήθηκαν και πληρώθηκαν προς τους αντίστοιχους δικαιούχους. Δ. Η τέταρτη επιταγή (Τεκμήριο 1) για το ποσό των €9.500,00 που εξέδωσε η Κατηγορουμένη 1, επί της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοκκινοτριμιθιάς, προς όφελος και εις διαταγή του Παραπονουμένου, με αρ. 02177649, και ημερομηνία πληρωμής 31/12/2008 (στο εξής «η Επιταγή»), υπεγράφη από τον Κατηγορούμενο 2, διευθυντή της Κατηγορουμένης 1, εκ μέρους της τελευταίας. Η Επιταγή παρουσιάστηκε στις 15/1/2009 για πληρωμή, και στις 20/1/2009 επεστράφη απλήρωτη από την εκδότρια τράπεζα με την ένδειξη «Οδηγίες να μην πληρώσουμε την επιταγή». Ε. Στις 21/4/2008, η Κατηγορουμένη 1 με επιστολή της προς την εκδότρια τράπεζα, (Τεκμήριο 2), προκάλεσε την ανάκληση της Επιταγής. Η επιστολή ανάκλησης, Τεκμήριο 2, υπογράφτηκε από τον Κατηγορούμενο 2, διευθυντή της Κατηγορουμένης 1, εκ μέρους της τελευταίας. Ο Κατηγορούμενος 2, με την παράδοση της επιστολής ανάκλησης στην εκδότρια τράπεζα ανέφερε ως λόγο ανάκληση της Επιταγής την μη τήρηση των συμφωνηθέντων. Ο εν λόγω λόγος ανάκλησης δεν αναγράφηκε επί της επιστολής ανάκλησης. ΣΤ. Το Μηχάνημα κατά παράβαση των συμφωνηθέντων δεν μπορούσε να συγκολλήσει ξύλα πάχους μέχρι 6 εκατοστά παρά μόνο μέχρι 4 εκατοστά. Ζ. Κατά τους ουσιώδεις χρόνους η Κατηγορουμένη 1 εταιρεία ενεργούσε διά μέσω του διευθυντή αυτής, Κατηγορουμένου
- Με βάση τα πιο πάνω ευρήματά μου, θα προχωρήσω να εξετάσω αν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι 1 και
- Σύμφωνα με το Άρθρο 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (βλ. τροποποιητικό Νόμο 25(I)/2003): «
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1)ανωτέρω, πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε απ'αυτό καθ'οιονδήποτε χρόνο προ ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπέρβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή και στις δύο ποινές. Νοείται ότι, για τους σκοπούς του εδαφίου αυτού, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στην Τράπεζα, επί της οποίας εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της». Το λεκτικό της πιο πάνω νομοθετικής διάταξης έχει, μεταξύ άλλων, ερμηνευθεί στις υποθέσεις Γιάννης Βούρας ν. 1. Ανδρέα, Λουκά, Ματθαίου (Α.Λ.Μ.) Γενικές Μεταφορές Λτδ κ.ά.
(2003)2 Α.Α.Δ 153 και Philippa Estates Ltd v. Γιαννάκη Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ.142, από τις οποίες προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: Η έκδοση επιταγής από τον κατηγορούμενο, Η πρόκληση μη εξόφλησής της από τον κατηγορούμενο με οποιαδήποτε πράξη του. Η πράξη με την οποία προκαλείται η μη εξόφληση επιταγής αφορά σε επιταγή που εκδόθηκε προ ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Όπως τονίστηκε στην Philippa (ανωτέρω), ο χρόνος τέλεσης της ποινικά επιλήψιμης πράξης, δηλ. της πρόκλησης μη εξόφλησης, δεν συναρτάται με την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. Ο χρόνος κατά τον οποίο προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη ή μη εξόφληση της επιταγής μπορεί να είναι προγενέστερος ή μεταγενέστερος της ημερομηνίας πληρωμής της επιταγής. Το Άρθρο 305Α
(2)αρχικά προοριζόταν να καλύψει και τη μεταχρονολογημένη επιταγή, εξ ου και χρησιμοποιήθηκε από το νομοθέτη η συγκεκριμένη νομοθετική διάταξη. Ακολούθησε, επίσης, η τροποποίηση του Άρθρου 4 του Κεφ.154, με τον Νόμο 164(I)/2003, που τέθηκε σε ισχύ στις 24/10/2003, με τον οποίο προσετέθη στις ερμηνευτικές διατάξεις ο ορισμός της «επιταγής», ο οποίος για τους σκοπούς του Άρθρου 305Α σημαίνει: «Γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή». Ο Κατηγορούμενος 2 κατηγορείται για παροχή συνδρομής στη διάπραξη του πιο πάνω αδικήματος. Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, τονίστηκε ότι παρά το ότι γενικά ένας διευθυντής ή σύμβουλος εταιρείας θεωρείται ως αντιπρόσωπος εταιρείας, το ότι υπογράφει μια επιταγή υπό αυτή του την ιδιότητα, δεν σημαίνει ότι υπέχει προσωπικά αστική ευθύνη, η οποία αστική ευθύνη βαρύνει την εταιρεία που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Τούτο, όμως, δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής του ευθύνης ως συνεργού στο αδίκημα και έτσι μπορεί να διωχθεί, ως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, ως αυτουργός δυνάμει του Άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Έτσι, στην κατάλληλη περίπτωση, και όπου αποδεικνύεται υποκειμενική υπόσταση (mens rea), τότε μπορεί να κριθεί ένοχος. Το ότι ένας διευθυντής ή σύμβουλος εταιρείας, στην κατάλληλη περίπτωση, μπορεί να κριθεί ένοχος ως συνεργός της εταιρείας στη διάπραξη του αδικήματος έχει αποφασιστεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Βλ., μεταξύ άλλων, Αστυνομία ν. Toorac Fashion Ltd
(1993)2 Α.Α.Δ. 117, Ευγένιος Ajini ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 319, Zakakiotis v. Kalavas
(1999)2 Α.Α.Δ. 523, Ταμείο Προνοίας ν. Samoa (Αρ.2)
(2000)2 A.A.Δ. 619, Wellfit Engineering ν. Χαπίδη κ.ά.
(2004)2 Α.Α.Δ. 271 και Ιωάννου ν. Nanaimo Ltd
(2005)2 Α.Α.Δ.
- Τα ίδια, βεβαίως, ισχύουν και για άλλους αξιωματούχους της εταιρείας, οι οποίοι είναι εξουδιοδοτημένοι να υπογράφουν επιταγές για αυτήν. Σε αυτές τις περιπτώσεις, λοιπόν, πρέπει να αποδειχθεί η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό, η οποία εμπεριέχει δύο έννοιες, ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση (β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea), η οποία αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό, μάλιστα, στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ'ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία, τα κατατεθέντα τεκμήρια και τα ευρήματα στα οποία προβαίνω ανωτέρω, είναι φανερό ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η Κατηγορουμένη 1 εταιρεία, μέσω του Κατηγορουμένου 2, ο οποίος ήταν διευθυντής της και το πρόσωπο που μπορούσε να υπογράψει εκ μέρους της, ως και το πρόσωπο δια μέσω του οποίου η Κατηγορουμένη 1 ενεργούσε τον ουσιώδη χρόνο, εξέδωσε την Επιταγή προς όφελος του Παραπονουμένου, ως επίσης ότι η Κατηγορουμένη 1 εταιρεία με την επιστολή ανάκλησης προς την εκδότρια τράπεζα ημερ. 21/4/2008, η οποία δόθηκε μέσω και δια της υπογραφής του Κατηγορουμένου 2 διευθυντή της, ανακάλεσε την πληρωμή της Επιταγής με αποτέλεσμα αυτή να μην πληρωθεί όταν εμφανίστηκε στην εκδότρια τράπεζα για πληρωμή. Μετά την πιο πάνω κατάληξή μου, αυτό που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσον οι Κατηγορουμένοι 1 και 2 έχουν κατορθώσει να αποδείξουν την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας που παρέχει το εδάφιο 2 του Άρθρου 305Α του Κεφ.
- Όπως έχει κατ'επανάληψιν τονιστεί, το βάρος απόδειξης υπεράσπισης που δημιουργείται είτε από το νόμο είτε από το κοινοδίκαιο έχει ο κατηγορούμενος με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Βλ., μεταξύ άλλων Tarapoulouzis v. The District Officer Nicosia
(1962)C.L.R 91, Zavos v. The Police
(1963)1 C.L.R. 57, Papadopoulos v. The Republic
(1980)2 C.L.R. 10, Ergatides v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 182 και N.C. Diamonds Co. Ltd v. Χρίστου Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763. Το τί συνιστά εύλογη αιτία στα πλαίσια της υπεράσπισης που καθιερώνει το Άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154 έχει ερμηνευθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Diamonds (ανωτέρω). Τονίστηκε ότι το Άρθρο 305Α
(2)ουσιαστικά καθιερώνει την αρχή του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία. Συγκεκριμένα έγινε αναφορά στην υπόθεση Pitsillides v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 374, όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης. Αναφέρθηκε, επίσης, ότι η ίδια φράση έχει στην αγγλική νομολογία συσχετισθεί με την έννοια της δίκαιης αιτίας, ενώ σχετικά έγινε αναφορά και στην φράση bona fide (καλή τη πίστει) που στην αγγλική νομολογία θεωρήθηκε ταυτόσημη με τη λέξη «honestly» (ειλικρινά). Με βάση την πιο πάνω ερμηνεία, το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας, κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του εκεί πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την υπεράσπιση του εδαφίου 2, ότι δηλαδή πρέπει ο κατηγορούμενος να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και επιπρόσθετα ότι η πεποίθησή του αυτή ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις (κάτι που εξετάζεται αντικειμενικά), έγινε μέσα στο πνεύμα των παραπάνω αποφάσεων. Με βάση αυτά, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η ενέργεια του εκεί κατηγορουμένου ήταν 1) ειλικρινής και 2) υπαγορεύτηκε από εύλογη αιτία. Στην Diamonds κρίθηκε, επίσης, ότι η ποινική ευθύνη του εκδότη καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο 2 του Άρθρου 305Α, χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις γιατί σε αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχαν περιθώρια επίκλησης της υπεράσπισης που παρέχει το εν λόγω εδάφιο καθότι θα καθιερώνονταν η αντίθετη θεωρία, ήτοι του μη ανακλητού της επιταγής. Στα περιστατικά της παρούσας κρίνω ότι η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μου από τον Κατηγορούμενο 2 και την υπεράσπιση, και την οποία έχω αποδεχθεί ως αξιόπιστη, είναι ικανή για να αποσείσει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτοτήτων το βάρος απόδειξης της υπεράσπισης που βαρύνει τους Κατηγορουμένους. Ότι δηλαδή η ενέργεια της Κατηγορουμένης 1 εταιρείας, διά μέσω του διευθυντή αυτής, Κατηγορουμένου 2, να προβεί στην ανάκληση της Επιταγής ήταν 1) ειλικρινής και 2) υπαγορεύτηκε από εύλογη αιτία. Έχει ήδη αποτελέσει εύρημά μου πως το Μηχάνημα κατά παράβαση των συμφωνηθέντων δεν μπορούσε να συγκολλήσει ξύλα πάχους μέχρι 6 εκατοστών παρά μόνο 4 εκατοστών. Η εν λόγω συμφωνηθείσα προδιαγραφή του Μηχανήματος διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην απόφαση των Κατηγορουμένων να την αγοράσουν. Οι Κατηγορούμενοι δεν είχαν την δυνατότητα στο στάδιο της αγοράς του Μηχανήματος να ελέγξουν κατά πόσον ανταποκρίνονταν στα συμφωνηθέντα καθότι αυτό δεν βρισκόταν σε λειτουργία και χρειάζονταν να αγοραστούν κάποια εξαρτήματα από το εξωτερικό για να τεθεί σε λειτουργία. Οι Κατηγορούμενοι ουσιαστικά βασίστηκαν στις διαβεβαιώσεις του υιού του Παραπονουμένου, με τον οποίο έγιναν οι διαπραγματέυσεις και καθορίστηκαν τα συμφωνηθέντα. Όταν, λοιπόν, τέθηκε σε λειτουργία το Μηχάνημα και οι Κατηγορούμενοι δεν μπορούσαν να συγκολλήσουν ξύλα πάχους μέχρι 6 εκατοστών επικοινώνησαν τόσο με τεχνικούς όσο και με τον υιό του Παραπονουμένου, με τους οποίους προσπάθησαν ώστε το Μηχάνημα να λειτουργεί μέχρι τα έξι εκατοστά. Οι προσπάθειες αυτές διήρκησαν σχεδόν δύο μήνες, του υιού του Παραπονουμένου διαβεβαιώνοντος ότι αυτό μπορούσε να γίνει. Ήταν μετά που οι Κατηγορούμενοι αντιλήφθηκαν ότι πήραν Μηχανημα με χαμηλότερες προδιαγραφές απ'ό,τι συμφώνησαν, και με το οποίο μπορούσαν να κάνουν το ήμισυ της δουλειάς την οποία θα έκαναν αν παραλάμβαναν συγκολλητική μηχανή ξυλείας με τις συμφωνηθείσες προδιαγραφές, που προέβησαν στην ανάκληση της Επιταγής. Το ότι οι Κατηγορούμενοι μεταγενέστερα δεν ακύρωσαν τη συμφωνία επιστρέφοντας το Μηχάνημα και δεν καταχώρησαν αγωγή διεκδικώντας αποζημιώσεις ή εφόσον επέλεξαν να κρατήσουν το Μηχάνημα δεν καταχώρησαν αγωγή διεκδικώντας αποζημιώσεις δεν αναιρεί το ότι η ενέργειά τους ήταν ειλικρινής ή το ότι η ενέργειά τους υπαγορεύτηκε από εύλογη αιτία. Το ουσιώδες, κατά την άποψή μου, είναι ότι τον κρίσιμο χρόνο της ανάκλησης της Επιταγής συνυπήρχε τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό κριτήριο που έθεσε η νομολογία. Θα πρέπει, επίσης, να τονιστεί οτι δεν υποστηρίχθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή ούτε και προκύπτει από την ενώπιόν μου τεθείσα μαρτυρία ότι το Μηχάνημα μπορούσε να λειτουργήσει στα έξι εκατοστά. Δέχομαι, επίσης, ότι πρόθεση των Κατηγορουμένων ήταν να τηρήσουν τα συμφωνηθέντα εξ ου και οι υπόλοιπες επιταγές που δόθηκαν για την αγορά του Μηχανήματος, και οι οποίες ήταν πληρωτέες πριν την τελική διαπίστωση από τους Κατηγορουμένους ότι το Μηχάνημα δεν ανταποκρίνονταν στα συμφωνηθέντα, πληρώθηκαν προς τους δικαιούχους. Όπως τονίστηκε στην Diamonds (ανωτέρω) η ποινική ευθύνη των Κατηγορουμένων καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο 2 του Άρθρου 305Α
(2)και δεν επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις. Συνεπώς, στα περιστατικά της παρούσας κρίνω ότι οι Κατηγορούμενοι απέδειξαν ότι προέβησαν στην ανάκληση της Επιταγής για εύλογη αιτία. Η πιο πάνω κατάληξή μου, όμως, δεν σφραγίζει στα περιστατικά της παρούσας την τύχη της παρούσας ποινικής διώξης εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2. Η μη παράθεση γραπτώς από τους Κατηγορουμένους στην εκδότρια τράπεζα των λόγων της ανάκλησης της Επιταγής, τους αποστερεί στα πλαίσια της παρούσας ποινικής δίωξης τη δυνατότητα επιτυχούς επίκλησης της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας του εδαφίου 2 του Άρθρου 305Α. Κρίνω ότι το λεκτικό της επιφύλαξης του εδαφίου 2 είναι σαφές και δεν επιδέχεται άλλης ερμηνείας. Δεν μπορεί κατηγορούμενος με την κατηγορία του Άρθρου 305Α
(2)να επικαλεστεί με επιτυχία την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας, σε περίπτωση που παραλείπει, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή, να παραθέσει γραπτώς στην εκδότρια τράπεζα τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της. Στην κρινόμενη περίπτωση δεν προκύπτει να έγινε τέτοια γραπτή ενημέρωση από τους Κατηγορουμένους μέχρι και την ημερομηνία που κατατέθηκε η Επιταγή για πληρωμή. Παρά το ότι δέχομαι τα όσα σχετικά κατέθεσαν επί του προκειμένου οι Μ.Κ.Α.1 και ο Κατηγορούμενος 2, ότι δηλαδή ο τελευταίος ανέφερε προφορικά στην εκδότρια τράπεζα τους λόγους ανάκλησης της Επιταγής και ότι οι τελευταίοι δεν του ανέφεραν ότι έπρεπε να αναφέρονται οι λόγοι ανάκλησης στην επιστολή ανάκλησης, εντούτοις η προβληθείσα άγνοια του νόμου από τον Κατηγορούμενους δεν δύναται να βοηθήσει την υπόθεσή τους, τουλάχιστον για σκοπούς διάγνωσης της ποινικής τους ευθύνης. Συνεπώς, αποτελεί αναπόδραστη κατάληξή μου ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν μπορούν να επικαλεστούν επιτυχώς την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Βλ. τα όσα σχετικά επί του προκειμένου λέχθηκαν στην υπόθεση Κονιζίδου ν. Αρέστη (Αρ.1)
(2009)2 Α.Α.Δ. 354, στη σελ. 349. Η κα Κυπριανού προέβαλε και ως διαζευκτική υπεράσπιση το οτι οι Κατηγορούμενοι δεν συναλλάχτηκαν με τον Παραπονούμενο αλλά με τον υιό του, Πέτρο. Οι υπερασπίσεις, όμως, που προσφέρονται σε κατηγορούμενο για το αδίκημα της ανάκλησης επιταγής που δημιουργεί το Άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154 περιορίζονται στην υπεράσπιση της εύλογης αιτίας και στην υπεράσπιση που δημιουργεί το εδάφιο
(5)του εν λόγω Άρθρου που διαλαμβανει τα εξής: « Το άρθρο αυτό δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις έκδοσης επιταγής, όταν αυτή εκδίδεται προς πληρωμή οφειλής που σχετίζεται με συναλλαγή ή πράξη η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη ή σε οποιοδήποτε νόμο». Στα περιστατικά της παρούσας δεν προκύπτει από την ενώπιόν μου προσαχθείσα μαρτυρία, ούτε καν υπαινίχθηκε από την υπεράσπιση, ότι η Επιταγή εξεδόθη για την πληρωμμή οφειλής που αντίκειται στα χρηστά ήθη ή σε οποιοδήποτε νόμο. Η υπεράσπιση που υπήρχε με το παλαιό εδάφιο
(6)του Άρθρου 305Α, στο οποίο προφανώς αναφέρεται η κα Κυπριανού, ότι δηλαδή το Άρθρο 305Α δεν εφαρμόζεται για οποιαδήποτε επιταγή από την οποία δεν προκύπτει αγώγιμο δικαίωμα κατά του εκδότη της, καταργήθηκε με τον τροποποιητικό νόμο 25
(1)/2003. Συνεπώς, ζητήματα νομιμοποιημένου κομιστή και αγώγιμου δικαιώματος επί επιταγής, όπως αυτά συζητήθηκαν και εξετάστηκαν, μεταξύ άλλων, και στη σχετικά πρόσφατη υπόθεση Τουμάζου ν. Σαββίδη, Ποινική Έφεση 181/2007, 21 Δεκεμβρίου 2010, δεν δύναται να προβάλλονται σε κατηγορία για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής που κατ'ισχυρισμόν συντελέστηκε μετά που τέθηκε σε ισχύ ο τροποιητικός νόμος 25
(1)/2003. Τέλος, σε σχέση με τη θέση της κας Κυπριανού ότι η παρούσα ποινική δίωξη ασκείται καταχρηστικά από τον Παραπονούμενο για σκοπούς είσπραξης του λαβείν του, θα αρκεστώ να παραπέμψω στην απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου (απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου)
(2002)2 Α.Α.Δ. 552, η οποία και σαφώς δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο. Όπως τονίστηκε στην εν λόγω υπόθεση, το πώς ο παραπονούμενος βλέπει τον σκοπό της διαδικασίας δεν μπορεί να έχει αποφασιστική σημασία. Σημασία έχει οτι ο παθών μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα της καταχώρησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης, άσχετα από οποιαδήποτε ελατήριά του που δεν λείπουν και από άλλης φύσεως διώξεις. Η αντίδραση του παραπονουμένου, ότι δηλαδή καταχώρησε τη δίωξη για να εισπράξει τα χρήματά του, βρίσκεται μέσα στο συνηθισμένο ανθρώπινο μέτρο, αλλά αυτό δεν προσδιορίζει το δικαίωμα ούτε αλλοιώνει το σκοπό της ποινικής διαδικασίας. Αυτή καθαυτή η δίωξη δεν υποβοηθά ούτε σκοπεί στην είσπραξη της απαίτησης. Συνεπώς, στα περιστατικά της παρούσας, η εν λόγω δήλωση του Παραπονουμένου ότι καταχώρησε την ποινική υπόθεση για να πάρει τα χρήματά του δεν δύναται, άνευ ετέρου, να οδηγήσει σε συμπέρασμα περί κατάχρησης της παρούσας διαδικασίας. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, οι προβληθείσες υπερασπίσεις απορρίπτονται. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεσή της εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2, τους οποίους και κρίνω ένοχους στην Κατηγορία που αντιμετωπίζουν ο κάθε ένας ξεχωριστά. (Υπ.) ...................................... Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο