← Κύπρος

E. HAILIS (Athienitis) Ltd ν. POLADOM PREFABRICATED HOUSES LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8659/2010, 30/3/2012

E. HAILIS (Athienitis) Ltd ν. POLADOM PREFABRICATED HOUSES LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8659/2010, 30/3/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:B13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. MΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8659/2010 Μεταξύ: E. HAILIS (Athienitis) Ltd Κατηγορούσας Αρχής ν.

  1. POLADOM PREFABRICATED HOUSES LTD
  2. Ιωάννης Κλεάνθους
  3. Λεωνίδας Κλεάνθους Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 30 Μαρτίου
  4. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Γ. Κούμας (για να ακουσει απόφαση η κα Παύλου). Ο Κατηγορούμενος 3 εμφανίζεται προσωπικά και εκ μέρους των Κατηγορουμένων 1, ως διευθυντής και εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος αυτών δυνάμει εξουσιοδότησης ημερ. 10/6/
  5. Κατηγορούμενος 3 παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Κατηγορουμένοι 1 και 3 αντιμετωπίζουν κατηγορία για έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρυσμα κατά παράβαση των Άρθρων 305(Α)(

(2)και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, ως ετροποποιήθη από τους Νόμους 186/1986, 166/1987, 36(Ι)/1997 και 37(Ι)/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της Πρώτης Κατηγορίας, η Κατηγορουμένη 1 κατά ή περί τον Ιανουάριο του 2010 και/ή προγενέστερα, σε άγνωστη προς την Κατηγορούσα Αρχή περιοχή, εξέδωσε την επιταγή υπ' αρ. 16214396 της Σ.Π.Ε. Ορεινής Πιτσιλιάς προς όφελος και/ή σε διαταγή της Σεσίλια Χριστοφή για το ποσό των €540,00, και με ημερομηνία πληρωμής την 21/01/2010, η οποία με τη σειρά της την οπισθογράφησε και έναντι νομίμου ανταλλάγματος την παρέδωσε στους Παραπονούμενους, η οποία όταν παρουσιάστηκε εντός ευλόγου χρόνου από την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα στην τράπεζα, επί της οποίας εκδόθηκε, δεν εξοφλήθη και η Κατηγορουμένη 1, χωρίς εύλογη αιτία, προκάλεσε και προκαλεί τη μη εξόφλησή της. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες αδικήματος της Δεύτερης Κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος 3 συμμετείχε στη διάπραξη αδικήματος όταν, κατά ή περί τον Ιανουάριο του 2010 και/ή προγενέστερα, σε άγνωστη προς την Κατηγορούσα Αρχή περιοχή, παρείχε συνδρομή και/ή βοήθησε και/ή παρακίνησε την Κατηγορουμένη 1 στην έκδοση της επιταγής υπ' αρ. 16214396 της Σ.Π.Ε. Ορεινής Πιτσιλιάς προς όφελος και/ή σε διαταγή της Σεσίλια Χριστοφή για το ποσό των €540,00, και με ημερομηνία πληρωμής την 21/01/2010, η οποία με τη σειρά της την οπισθογράφησε και έναντι νομίμου ανταλλάγματος την παρέδωσε στους Παραπονούμενους, η οποία όταν παρουσιάστηκε εντός ευλόγου χρόνου από την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα στην τράπεζα, επί της οποίας εκδόθηκε, δεν εξοφλήθη και ο Κατηγορούμενος 3, χωρίς εύλογη αιτία, προκάλεσε και συνεχίζει να προκαλεί την μη εξόφλησή της. Ο Κατηγορούμενος 3, λοιπόν, αντιμετωπίζει την υπό εξεταση κατηγορία υπό την ιδιότητά του ως διευθυντή της Κατηγορουμένης 1 εταιρείας δυνάμει του Άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  2. Στο σημείο αυτό χρήζει διευκρίνισης ότι η Κατηγορία 2 αρχικά στρέφονταν και εναντίον του Κατηγορουμένου 2, εναντίον, όμως, του οποίου αυτή απεσύρθη στην πορεία λόγω μη επίδοσης. Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε συνολικά δύο μάρτυρες για να αποδείξει την υπόθεσή της. Ως πρώτος μάρτυρας, κατέθεσε ο κ. Ανδρέας Καλλής, Τμηματάρχης της Σ.Π.Ε. Ορεινής Πιτσιλιάς (Μ.Κ.Α.1), ο οποίος ανέφερε ότι γνωρίζει την Κατηγορουμένη 1 καθότι είναι πελάτισσα της Τράπεζάς του. Η τελευταία διατηρεί στην εν λόγω Τράπεζα τον τρεχούμενο λογαριασμό με αρ. 20103-40-00527-7 και διατηρεί βιβλιάριο επιταγών. Εξουσιοδοτημένος για να υπογράφει επιταγές για την Κατηγορουμένη 1 είναι ο Κατηγορούμενος 3, τον οποίο και αναγνώρισε στην αίθουσα του Δικαστηρίου. Σχετικά προς τούτο κατέθεσε στη διαδικασία, ως Τεκμήριο «2», σχετική εξουσιοδότηση της Κατηγορουμένης 1, ημερομηνίας 26/8/
  3. Ακολούθως, αναγνώρισε την επιταγή με αρ. 16214396, αρ. λογαριασμού 20103-40-00527-7, με ημερομηνία πληρωμής τις 21/1/2010 και εκδότη την Κατηγορουμένη 1, για το ποσό των €540,00 και δικαιούχο κάποια Σεσίλια Χριστοφή. Η εν λόγω επιταγή κατατέθηκε στη διαδικασία, ως Τεκμήριο «1». Περαιτέρω, ο Μ.Κ.Α.1 ανέφερε πως η υπογραφή επί του Τεκμηρίου 1 στο σημείο που αναγράφεται το όνομα του εκδότη, ήτοι της Κατηγορουμένης 1, είναι η υπογραφή του Κατηγορουμένου
  4. Σε σχέση με την επιταγή, Τεκμήριο 1, ανέφερε ότι κατατέθηκε για πληρωμή στο υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου, Λεωφόρος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, στη Λάρνακα, αλλά την επέστρεψαν πίσω γιατί είχαν γραπτή επιστολή από τον εκδότη καθότι ο δικαιούχος την είχε απωλέσει. Σχετικά προς τούτο κατέθεσε στη διαδικασία, ως Τεκμήριο «3», επιστολή ημερομηνίας 27/1/2010, υπογεγραμμένη από τον Κατηγορούμενο 3 δια λογαριασμό της Κατηγορουμένης 1, στην οποία αναγράφονται αυτολεξεί τα εξής: «ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΟΠΩΣ Η ΕΠΙΤΑΓΗ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ 16214396 ΓΙΝΗ STOP-PAYMENT ΔΙΟΤΙ Ο ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΣ (INTERLIFE) THN EXEI ΑΠΟΛΕΣΕΙ». Ο Μ.Κ.Α.1 δεν αντεξετάστηκε. Ως δεύτερη μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή, κατέθεσε η κα Μάγδα Χαϊλή, (Μ.Κ.Α.2), Διευθύντρια της Παραπονουμένης εταιρείας. Σχετικά προς τούτο κατέθεσε, ως Τεκμήριο «4», στη διαδικασία αντίγραφο Πιστοποιητικού Αξιωματούχων της Παραπονουμένης που εξέδωσε ο Έφορος Εταιρειών στις 25/8/
  5. Κατέθεσε, επίσης, ως Τεκμήριο «5», πιστόν αντίγραφο Πιστοποιητικού Αξιωματούχων της Κατηγορουμένης 1 που εξέδωσε ο Έφορος Εταιρειών στις 11/10/
  6. Ακολούθως, η Μ.Κ.Α.2 κατέθεσε ως μέρος της Κυρίως Εξέτασής της Γραπτή Δήλωση, η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε στην διαδικασία ως Έγγραφο «Α». Στο Έγγραφο Α καταγράφεται ότι η Παραπονούμενη Εταιρεία είναι ιδιοκτήτρια και διατηρεί υπεραγορές σε διάφορα μέρη της Κύπρου. Περί της 25/1/2010, η Σεσίλια Χριστοφή μετέβηκε στην υπεραγορά E. HAILIS (Athienitis) Ltd, στη Λευκωσία, και παρέδωσε στους Παραπονουμένους την επιταγή με αρ. 16214396 της ΣΠΕ Ορεινής Πιτσιλιάς για το ποσό των €540,00, με ημερομηνία πληρωμής την 21/1/2010, επιταγή η οποία είχε εκδοθεί στο όνομα της Σεσίλιας Χριστοφή. Η Σεσίλια Χριστοφή οπισθογράφησε την επιταγή και έναντι νομίμου ανταλλάγματος την παρέδωσε στους Παραπονουμένους. Εκδότης της επιταγής ήταν η Κατηγορουμένη
  7. Οι Κατηγορούμενου 2 και 3 είναι διευθυντές της Κατηγορουμένης 1 εταιρείας. Στις 26/1/2010, ο Δήμος Κουμίδης, εκ μέρους των Παραπονουμένων, μετέβηκε στο υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου, το οποίο βρίσκεται στην οδό Μακαρίου στη Λάρνακα, προκειμένου να καταθέσει την επιταγή. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα στις 29/1/2010, οι Παραπονούμενοι ειδοποιήθηκαν από αρμόδιο υπάλληλο της Τράπεζας Κύπρου ότι ο εκδότης της επιταγής είχε δώσει οδηγίες να μην πληρωθεί η επιταγή. Ακολούθως, η Μ.Κ.Α.2 υπεβλήθη σε ερωτήσεις από τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής. Ερωτήθη σε ποιάν υπεραγορά αναφέρεται στο Έγγραφο Α, και απάντησε στη Λάρνακα. Εξήγησε ότι με την αναφορά «έναντι νομίμου ανταλλάγματος» εννοεί ότι η εν λόγω Σεσίλια Χριστοφή έκανε ψώνισμα €35-€36, τους έδωσε την επιταγή, ζήτησαν ταυτότητα, την οπισθογράφησε και της έδωσαν τα ρέστα. Η εν λόγω Σεσίλια Χριστοφή ανέγραψε τον αριθμό της ταυτότητάς της στο πίσω μέρος της επιταγής. Σχετικά κατέθεσε στη διαδικασία, ως Τεκμηριο «6», αντίγραφο της απόδειξης που εξέδωσαν οι Παραπονούμενοι για την εν λόγω συναλλαγή. Ανέφερε πως η ημερομηνία 25/1/2010, που αναγράφεται στο κάτω μέρος του Τεκμηρίου 6, είναι η ημερομηνία της συναλλαγής, ενώ η ημερομηνία 10/10/2011, που αναγράφεται στο πάνω μέρος του Τεκμηρίου 6, είναι η ημερομηνία που εξέδωσε ξανά την απόδειξη. Διευκρίνισε, ακολούθως, πως για την διαφορά έδωσαν μετρητά. Ερωτηθείσα αν ξαναπήγε η εν λόγω Σισίλια Χριστοφή στην υπεραγορά τους, απάντησε αρνητικά. Ερωτήθη ξανά και ανέφερε τα ίδια που αναγράφονται στο Έγγραφο Α σε σχέση με την κατάθεση της επιταγής στην Τράπεζα και την ειδοποίηση ανάκλησής της. Τέλος, ανέφερε ότι η επιταγή δεν έχει πληρωθεί. Κατά την αντεξέτασή της, η Μ.Κ.Α.2, ερωτήθη σε σχέση με το ότι ενώ η ίδια ανέφερε ότι η εν λόγω Σεσίλια Χριστοφή ψώνισε από τη Λάρνακα, ο κ. Κούμας είπε ότι ψώνισε στη Λευκωσία, και απάντησε από τη Λάρνακα. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος 3 της ανέφερε ότι του ιδίου του είχε τηλεφωνήσει κάποιος κ. Παναγιώτης από το Κατάστημα Smart στην Κοκκινοτριμιθιά λέγοντάς του ότι η εν λόγω Σεσίλια Χριστοφή ψώνισε από την υπεραγορά στην Κοκκινοτριμιθιά, για να απαντήσει η Μ.Κ.Α.2 ότι τα κεντρικά τους γραφεία είναι στην Λευκωσία και πως του τηλεφώνησαν από τα κεντρικά για να τον ενημερώσουν. Ανέφερε, στη συνέχεια, ότι στην υπεραγορά εξαργυρώνουν επιταγές με την παρουσίαση ταυτότητας. Δεν επιβεβαίωσαν την επιταγή γιατί δεν ξανασυνέβηκε κάτι τέτοιο. Την ταυτότητα την ζητούν για να σιγουρευτούν ότι είναι το πρόσωπο που αφορά η επιταγή. Ανέφερε, επίσης, ότι τότε δεν γνώριζαν ότι η επιταγή κλάπηκε από την εταιρεία και πως η εν λόγω Σεσίλια Χριστοφή την πλαστογράφησε, γι αυτό και απευθύνθηκαν στην εταιρεία που εξέδωσε την επιταγή. Σε υποβολή του Κατηγορουμένου 3 ότι είναι από την πρώτη ημέρα που ανέφερε στον κ. Παναγιώτη αυτό που έγινε, η Μ.Κ.Α. 2 απάντησε ότι δεν μπορούσαν να απευθυνθούν εναντίον της κοπέλας. Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 3 σύμφωνα με το Αρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ο Κατηγορούμενος 3 επέλεξε να δώσει μαρτυρία από τη θέση του αντεξεταζόμενου μάρτυρα και προς περαιτέρω υποστήριξη της υπεράσπισής του, κάλεσε ακόμη 3 μάρτυρες. Ο Κατηγορούμενος 3 ανέφερε ότι είναι Διευθυντής της Κατηγορουμένης
  1. Περί τις αρχές Ιανουαρίου του 2010 έδωσε στον ασφαλιστή του της εταιρείας Interlife, κ. Αλέξανδρο Αλεξάνδρου, μια επιταγή της εταιρείας του, ήτοι της Κατηγορουμένης 1, με αρ. 16214396 της Σ.Π.Ε. Ορεινής Πιτσιλιάς. Στην εν λόγω επιταγή, ο Κατηγορούμενος 3 έβαλε μόνο την υπογραφή του και ο ασφαλιστής του θα συμπλήρωνε το όνομα του δικαιούχου της επιταγής, που θα ήταν η ασφαλιστική εταιρεία, τοποθετώντας την σφραγίδα της τελευταίας. Επειδή η Κατηγορουμένη 1 είχε διάφορες ασφάλειες, ο εν λόγω ασφαλιστής θα έκανε έλεγχο και θα συμπλήρωνε το ποσό. Στη συνέχεια ανέφερε ότι στις 26/1/2010 του τηλεφώνησε ο ασφαλιστής του και του ανέφερε ότι την εν λόγω επιταγή την έβαλε στο γραφείο του και ότι εκ πρώτης όψεως χάθηκε και τον παρότρυνε να ειδοποιήσει την τράπεζα να γίνει stop payment. Κατόπιν τούτου, στις 27/1/2010 και η ώρα 8:15 π.μ. ο Κατηγορούμενος 3 πήγε στην Σ.Π.Ε. Ορεινής και έδωσε γραπτή εντολή να γίνει stop payment η επιταγή καθότι, ως ανέφερε, την είχαμε απωλέσει. Τότε δεν γνώριζαν ότι κλάπηκε, αλλά ότι χάθηκε. Η Τράπεζα δεν πλήρωσε την επιταγή όταν παρουσιάστηκε για πληρωμή. Μετά από 2-3 μέρες (δεν θυμόταν ακριβώς), του τηλεφώνησε κάποιος κος Παναγιώτης από την υπεραγορά, Smart-Αθηαινίτη στην Κοκκινοτριμιθιά και τον ρώτησε αν η επιταγή ήταν δική του. Του είπε ναι και πως ειδοποίησε την Τράπεζα. Ακολούθως, ο κος Παναγιώτης τον ρώτησε αν ξέρει κάποια Σεσίλια Χριστοφή, η οποία όπως ανακάλυψε είναι μια Ρουμάνα παντρεμένη, χωρισμένη, αλλάζει συνεχώς διευθύνσεις και δεν μπορεί να την εντοπίσει κανείς. Ο Κατηγορούμενος 3 ανέφερε ότι την επομένη τηλεφώνησε του ασφαλιστή του, κ. Αλεξάνδρου, στον οποίο ανέφερε τη συνομιλία με τον κ. Παναγιώτη. Ο ασφαλιστής του τότε του είπε ότι η κα Σεσίλια Χριστοφή εργαζόταν κοντά του ως ασφαλίστρια. Τότε, ως ανέφερε ο Κατηγορούμενος 3, ανακαλύψαμε ότι η επιταγή κλάπηκε από την κοπέλα. Η ασφάλειά του έκανε καταγγελία και την έδιωξε από την εταιρεία. Ήταν η θέση του Κατηγορουμένου 3 ότι αυτός δεν εξέδωσε επιταγή άνευ αντικρύσματος και σχετικά προς τούτο παρέπεμψε στην επιστολή ανάκλησης, Τεκμήριο
  2. Ανέφερε, επίσης, πως πλήρωσε κανονικά τα ασφάλιστρα στην ασφάλεια. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι είναι ψέμα αυτό που είπε η Μ.Κ.Α.2, ότι δηλαδή η αγορά έγινε από υπεραγορά στην Λάρνακα καθότι η αγορά έγινε στην Κοκκινοτριμιθιά. Ανέφερε πως η απόδειξη, Τεκμήριο 6, εκδόθηκε από υπεραγορά στη Λευκωσία και πως το τηλέφωνο 22445530, που αναγράφεται σε αυτό, είναι στην Κοκκινοτριμιθιά. Αν τηλεφωνήσει κάποιος στον αριθμό αυτό, θα απαντήσει «Smart Κοκκινοτριμιθιά». Είπε, επίσης, ότι 15 ημέρες πριν την κατάθεσή του στο Δικαστήριο επισκέφτηκε την υπεραγορά στην Κοκκινοτριμιθιά. Ζήτησε τον κ. Παναγιώτη και τον παρέπεμψε στον αδελφό του που είναι ο διευθυντής, ο οποίος του είπε ότι την υπόθεση την χειρίζεται ο Δικηγόρος. Την ίδια ημέρα επισκέφτηκε τα ταμεία της υπεραγοράς, όπου εντόπισε αναρτημένη ταμπέλα που γράφει «Δεν δεχόμαστε επιταγές-Μόνο με ταυτότητα.» Όταν ρώτησε τον κ. Παναγιώτη γιατί αλλάζουν επιταγές, ο τελευταίος του είπε ότι είναι η πολιτική της εταιρείας. Ο Κατηγορούμενος 3 ανέφερε ότι θα μπορούσε να πληρώσει τα €35, όχι, όμως, τα ρέστα που έδωσε η υπεραγορά. Την Σεσίλια Χριστοφή την έψαξε μέσω της αστυνομίας, η οποία, όμως, του είπε ότι αλλάζει συνέχεια διευθύνσεις και πως αδυνατεί να την εντοπίσει. Ακολούθως, κατέθεσε στη διαδικασία, ως Τεκμήριο «7», κάποιο έγγραφο με στοιχεία της εν λόγω Σεσίλιας Χριστοφή, το οποίο η τελευταία συμπλήρωσε στην ασφάλεια όταν πήγε να εργαστεί. Κατά την αντεξέτασή του, ο Κατηγορούμενος 3 ανέφερε ότι ούτε είδε, ούτε γνωρίζει την εν λόγω Σεσίλια Χριστοφή. Σε σχετική υποβολή που του έγινε ότι τα κεντρικά γραφεία των Smart είναι στην Κοκκινοτριμιθιά, ο Κατηγορούμενος 3 απάντησε πως ο κ. Παναγιώτης του είπε για υπεραγορά. Του υπεβλήθη ότι το τηλέφωνο που αναγράφεται στο Τεκμήριο 6 είναι το κεντρικό τηλέφωνο για όλα τα καταστήματα Smart και ο Κατηγορούμενος 3 απάντησε πως όταν τηλεφώνησε του απάντησαν «Smart-Κοκκινοτριμιθιά», λέγοντας πως τηλεφώνησε 5 μέρες προηγουμένως όταν πήρε την απόδειξη (εννοώντας όταν κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο). Ερωτήθη κατά πόσον τους ρώτησε αν είναι τα κεντρικά εκεί, όταν τηλεφώνησε, και απάντησε αρνητικά. Δεν ρώτησε κάτι άλλο. Ερωτήθη αν ξέρει ποιό είναι το τηλέφωνο για την υπεραγορά Smart στη Λάρνακα και απάντησε αρνητικά. Του έγινε υποβολή ότι για να μιλήσει κάποιος στην υπεραγορά Smart στη Λάρνακα θα πρέπει να τηλεφωνήσει στο τηλέφωνο της απόδειξης και να ζητήσει να τον συνδέσουν και απάντησε πως ο ίδιος δεν ενδιαφερόταν να μάθει κάτι τέτοιο. Δεν τον αφορά και δεν τον απασχολεί αν το εν λόγω τηλέφωνο είναι το κεντρικό τηλέφωνο, προσθέτοντας πως η κάθε υπεραγορά έχει το τηλέφωνό της. Διαφώνησε, επίσης, ότι η επίδικη αγορά έγινε στη Λάρνακα καθότι, ως ανέφερε, την περίοδο της αγοράς η Σεσίλια κατοικούσε στην Οδό Ζώδιας στην Κοκκινοτριμιθιά, όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 7, και πως το Τεκμήριο 6 το λέει ξεκάθαρα. Ανέφερε, επίσης, ότι ο κ. Παναγιώτης του είπε ότι ξέρει την κοπέλα. Δεν θυμόταν να πει ακριβώς πότε πλήρωσε στη συνέχεια την ασφάλεια, αλλά πρέπει να ήταν λίγες μέρες μετά. Αρνήθηκε υποβολή ότι την επιταγή δεν την έκλεψε η εν λογω Σεσίλια και πως την έδωσε ο ασφαλιστής έναντι των οφειλών του προς αυτήν, λέγοντας πως δεν μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο ο ασφαλιστής. Ανέφερε, επίσης, ότι η εν λόγω Σεσίλια δεν μένει πλέον, αλλά έμενε στην Κοκκινοτριμιθιά. Πήγε στην διεύθυνση στην Κοκκινοτριμιθιά που αναγράφεται στο Τεκμήριο 7 και διαπίστωσε ότι έμενε κάποιος άλλος εκεί, ο οποίος του είπε ότι είχε φύγει. Ρώτησε και άλλους, αλλά δεν ήξεραν να του πουν που βρίσκεται. Ως πρώτος μάρτυρας για την υπεράσπιση κατέθεσε ο κ. Αλέξανδρος Αλεξάνδρου, (Μ.Υ.1), ο οποίος ανέφερε ότι ήταν ασφαλιστής στην Interlife. Aνέφερε ότι τόσο ο Κατηγορούμενος 3, όσο και η Κατηγορουμένη 1, είναι πελάτες του εδώ και 10 χρόνια. Περί τα μέσα 10-15 Ιανουαρίου του 2010 συναντήθηκε με τον Κατηγορούμενο 3 σε ποδοσφαιρικό αγώνα στο γήπεδο Γ.Σ.Π., ο οποίος του έδωσε μια ανοικτή επιταγή, υπογραμμένη από τον ίδιο, με σκοπό να ξοφλήσει όλα τα ασφάλιστρα που χρωστούσε η Κατηγορουμένη 1, με ημερομηνία πληρωμής περί το τέλος Ιανουαρίου. Πρέπει να βρέθηκαν Σάββατο ή Κυριακή. Την Δευτέρα που πήγε στο γραφείο έβαλε την επιταγή στο συρτάρι, ως ανέφερε, χωρίς να την συμπληρώσει. Γύρω στις 23 ή 24 ή 25 ή 26 Ιανουαρίου, αναζήτησε την επιταγή στο γραφείο για να κάνει την πληρωμή, αλλά δεν τη βρήκε. Μαζί με αυτή την επιταγή, είχε και επιταγές άλλων πελατών. Ακολούθως έψαξε ξανά στον χαρτοφύλακα, στο σπίτι, στο αυτοκίνητο, αλλά δεν τη βρήκε. Ανέφερε πως αμέσως ειδοποίησε τον Κατηγορούμενο 3 ότι απώλεσε την επιταγή για να αποταθεί στην Τράπεζα για να την σταματήσει. Την επομένη μέρα του ξανατηλεφώνησε για τον υπενθυμίσει και ο Κατηγορούμενος 3 του είπε ότι το έκανε. Μετά από 15 ημέρες ξανασυναντήθηκε με τον Κατηγορούμενο 3 και του έδωσε άλλη επιταγή για τα ασφάλιστρα. Τέλη Ιανουαρίου με αρχές Φεβρουαρίου του τηλεφώνησε προσωπικά κάποιος κος Παναγιώτης από το Smart Κοκκινοτριμιθιάς και ζητούσε κάποια κοπέλα που εργαζόταν κοντά του ως ασφαλίστρια, Σεσίλια Χριστοφή. Όταν τον ρώτησε τί την ήθελε, του απάντησε ότι είχε κοντά του επιταγή της Poladom για το ποσό των €540, οπισθογραφημένη από την ίδια στο όνομά της και την έψαχνε γιατί η επιταγή είχε επιστραφεί πίσω. Τότε αντιλήφθηκε ότι αυτή έκλεψε την επιταγή και την έδιωξε αμέσως την ίδια στιγμή. Η ίδια του είχε παραδεχθεί ότι έκλεψε την επιταγή και πως πήγε στο Smart στην Κοκκινοτριμιθιά, όπου ψώνισε και πήρε μετρητά. Ακολούθως ανέφερε ότι σε 2-3 περιπτώσεις έψαξε να την βρει γιατί την ζητούσε και ο κ. Παναγιώτης. Ανέφερε πως πήγε στο σπίτι της στην Κοκκινοτριμιθιά 2-3 φορές, αλλά αυτή εξαφανίστηκε. Ανέφερε πως είναι σίγουρος ότι ψώνισε από την Κοκκινοτριμιθιά, κάτι που του είπε και ο κ. Παναγιώτης, λέγοντας, μάλιστα, ότι από τότε πέρασε ένα σταθερό τηλέφωνο στο κινητό του γιατί του είπε πως θα τον ενημερώσει αν τη βρει. Εξέφρασε, επίσης, την πεποίθησή του ότι αποκλείεται να μην ψώνισε από την Κοκκινοτριμιθιά γιατί δεν είχε αυτοκίνητο. Ακολούθως, διόρθωσε λέγοντας πως είχε αυτοκίνητο, αλλά ήταν χαλασμένο. Στη συνέχεια ο μάρτυρας κοίταξε το κινητό του και είπε πως ο αριθμός που είχε αποθηκευμένος στο κινητό του ήταν το
  3. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Υ.1 ανέφερε πως την Σεσίλια Χριστοφή την είχαν προσλάβει ως εκπαιδευόμενη ασφαλίστρια. Θα καθόταν εξετάσεις και θα έπαιρνε κάποιο Πιστοποιητικό. Ήταν ακόμη στον χρόνο της εκπαίδευσης. Κοντά του πήγε τον Νοέμβριο-Δεκέμβριο του
  4. Ανέφερε πως δεν δίνουν μισθό σε εκπαιδευόμενους ασφαλιστές. Παίρνουν μόνο προμήθεια, αλλά η Σεσίλια Χριστοφή δεν έφερε κάποια δουλειά μέσα. Ανέφερε πως όταν παρέλαβε την επιταγή από τον Κατηγορούμενο 3 στο γήπεδο, αυτή είχε μόνο την υπογραφή του Κατηγορούμενου 3 και τίποτε άλλο δεν ήταν συμπληρωμένο. Αρνήθηκε ότι στην Κυρίως Εξέταση ανέφερε ότι ήταν συμπληρωμένη η ημερομηνία της επιταγής όταν την παρέλαβε. Οι υπόλοιπες επιταγές που είχε μαζί με την επίδικη στο συρτάρι του δεν κλάπηκαν. Μόνο η συγκεκριμένη, η οποία ήταν ανοικτή. Τα στοιχεία τα συμπλήρωσε η εν λόγω Σεσίλια, αλλά δεν θυμόταν για την ημερομηνία. Ακολούθως ανέφερε πως δεν είπε για την ημερομηνία σίγουρα ή περίπου. Έψαξε να βρει την επιταγή να την συμπληρώσει γιατί με τον Κατηγορούμενο 3 συνεννοήθηκε να πληρωθεί τέλος του μήνα. Τελικά δεν θυμόταν αν η ημερομηνία ήταν συμπληρωμένη. Ακολούθως του υπεδείχθη η επιταγή, Τεκμήριο 1, και όταν ερωτήθη κατά πόσον το όνομα του δικαιούχου της επιταγής είναι γραμμένο με το γραφικό χαρακτήρα της Σεσίλιας Χριστοφή, ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι δεν είπε ότι ξέρει τον γραφικό της χαρακτήρα και πως δεν ξέρει να πει αν είναι ο γραφικός της χαρακτήρας. Ανέφερε, επίσης, ότι εκτός από την υπογραφή που είναι του Κατηγορουμένου 3, κανένα άλλο γράμμα στην επιταγή δεν είναι δικό του. Ο κ. Παναγιώτης του είπε ότι η Σεσίλια παρουσίασε την επιταγή, δεν ξέρει τον γραφικό της χαρακτήρα. Ερωτηθείς αν έκανε κάποια άλλη ενέργεια, ανέφερε ότι πήγε στον Αστυνομικό Σταθμό Ομορφίτας για να κάνει καταγγελία, αλλά ο αστυνομικός εκεί του είπε ότι έπρεπε να κάνει την καταγγελία ο Κατηγορούμενος
  5. Δεν ξέρει κατά πόσον ο τελευταίος προέβη σε καταγγελία. Ως δεύτερος μάρτυρας για την υπεράσπιση κλητεύθηκε και παρουσιάστηκε ο κ. Παναγιώτης Χαϊλής (Μ.Υ.2), ο οποίος ανέφερε ότι εργάζεται στο Χρηματιστηριακό γραφείο Chailis Co Consultancy. Τελικά, ο Κατηγορούμενος 3 δεν υπέβαλε οποιαδήποτε ερώτηση στον εν λόγω μάρτυρα, μετά που διαπίστωσε, ως ανέφερε, πως δεν ήταν αυτός το πρόσωπο που επιθυμούσε να κλητεύσει και να καταθέσει. Η Μ.Υ.2 δεν αντεξετάστηκε. Ως τρίτος μάρτυρας για την υπεράσπιση κλήθηκε και κατέθεσε ο κ. Σταύρος Χαϊλής (Μ.Υ.3), ο οποίος ανέφερε ότι είναι είναι ο διευθυντής της υπεραγοράς Smart Λευκωσίας. Ανέφερε πως δεν γνωρίζει την Σεσίλια Χριστοφή. Ο ίδιος δεν δουλεύει στο ταμείο για να ξέρει σε ποιαν υπεραγορά έγινε η αγορά. Η Μάρθα Χαϊλή, όμως, του είπε ότι η αγορά έγινε στη Λάρνακα. Όταν του υπεδείχθη η απόδειξη, Τεκμήριο 6, και ερωτήθη να πει αν είναι της Λευκωσίας ή της Λάρνακας, ο Μ.Υ.3 ανέφερε ότι αυτός είναι διευθυντής. Τα λογιστικά τα χειρίζεται το κεντρικό λογιστήριο που βρίσκεται στη Λάρνακα. Ανέφερε ότι υπάρχει ενιαίο σύστημα, ο κεντρικός υπολογιστής είναι ενιαίος και δεν γνωρίζει αν η συγκεκριμένη απόδειξη είναι της Λάρνακας ή της Λευκωσίας. Ανέφερε πως υπάρχει γενικός κωδικός που βάζουν για να ανοίξει το λογισμικό, γι' αυτό και στο κάτω μέρος δίπλα από την λέξη ταμίας, γράφει «manager». Δεν έχει ο κάθε ταμίας τον κωδικό του. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν έχει σχέση με την επίδικη επιταγή, καθότι οι εισπράξεις παν στο γενικό λογιστήριο. Ο ίδιος δεν έχει σχέση με τα λεφτά που θα εισπραχθούν. Η σημερινή πολιτική της εταιρείας σε σχέση με τις επιταγές, μετά τα διάφορα συμβάντα, είναι να λαμβάνουν επιταγές μόνο για το ποσό του ψωνίσματος με την παρουσίαση ταυτότητας. Ερωτηθείς να απαντήσει κατά πόσον επικοινώνησαν με τον πελάτη, ο Μ.Υ.3 ανέφερε ότι δεν ασχολείται με θέματα επιταγών ή πιστωτικών καρτών. Ερωτηθείς αν του ζητήθηκαν εξηγήσεις, ανέφερε ότι δεν είχε τέτοιο τηλεφώνημα. Ερωτήθηκε, επίσης, για τον κ. Παναγιώτη και ανέφερε ότι μόνο κάποιον αποθηκάριο με το όνομα Παναγιώτη έχει στην υπεραγορά. Δεν γνώριζε κατά πόσον ο κ. Παναγιώτης τηλεφώνησε του Κατηγορούμενου 3 και του ασφαλιστή. Ο Μ.Υ.3 δεν αντεξετάστηκε. Στο στάδιο των αγορεύσεων, ο Κατηγορούμενος 3 δήλωσε ρητά και κατηγορηματικά ότι δεν εξέδωσε καμιά επιταγή άνευ αντικρύσματος, εισηγούμενος πως με τη μαρτυρία του απέδειξε ότι η επίδικη επιταγή δεν κατέστη δυνατόν να εξοφληθεί κατόπιν των οδηγιών του για ανάκληση επειδή αυτή απωλέσθη. Δήλωσε αθώος και ζήτησε την απαλλαγή του από το Δικαστήριο. Σε σχέση με τις Λεπτομμέρειες Αδικήματος έκαστης Κατηγορίας ανέφερε ότι η από την μαρτυρία απεδείχθη ότι ό ίδιος δεν εξέδωσε την επίδικη επιταγή προς την κα Σεσίλια Χρειστοφή και πως τα πραγματικά γεγονότα είναι όπως τα ανέφερε στη μαρτυρία του. Υποστήριξε, επίσης, ότι η αγορά έγινε στην υπεραγορά Smart, ιδιοκτησίας των Παραπονουμένων, στην Κοκκινιτριμιθιά και όχι στη Λάρνακα. Ήταν, επίσης, η θέση του ότι η υπεραγορά, με την τακτική που ακολουθούσε, μετατράπηκε σε υπερτράπεζα και πως εφ' όσον οι Παραπονούμενοι είχαν τα στοιχεία του πελάτη έπρεπε να αποταθούν σε αυτόν για να εισπράξουν το λαβείν τους. Ζήτησε, επίσης, να ληφθεί υπόψη ότι η υπεραγορά έλαβε το ρίσκο της εξαργύρωσης της επιταγής, άρα θα πρέπει να αναλάβει και τις ευθύνες της. Στην αντίπερα όχθη, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, ανέλυσε τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, λέγοντας πως η ένοχη διάνοια του Κατηγορουμένου ανάγεται στο στάδιο της ανάκλησης της επιταγής. Υποστήριξε πως ο Κατηγορούμενος 3 όφειλε τη στιγμή που έδωσε μια ανοικτή επιταγή να γνωρίζει πως αυτή μπορεί να απωλεσθεί και να βρεθεί στα χέρια κάποιου τρίτου. Ήταν, επίσης, η θέση του πως δεν προβλήθηκε ουσιαστική υπεράσπιση που να καταδεικνύει εύλογη αιτία, εισηγούμενος πως ο Κατηγορούμενος 3 έπρεπε να θεωρήσει τον ασφαλιστή του υπεύθυνο. Ανέφερε, επίσης, ότι το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος 3 δεν προσκόμισε μαρτυρία ότι κατήγγειλε την υπόθεση στην αστυνομία είναι ένα από τα στοιχεία που αποδυναμώνει την υπόθεσή του. Το ίδιο ισχύει, ως εισηγήθηκε, και με την αντιφατική προσφορά του να πληρώσει στους Παραπονούμενους μόνο το ποσό της αγοράς στην οποία προήβη η εν λόγω Σεσίλια Χριστοφή. Εισηγήθηκε, επίσης, ότι η κλοπή δεν αποτελεί εύλογη αιτία για ανάκληση. Σε κάθε περίπτωση, ήταν η θέση του πως από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία και στοιχεία, δεν είναι λογικό να εξαχθεί συμπέρασμα ότι η επίδικη επιταγή πτάγματι κλάπηκε. Εισηγήθηκε, επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος 3, ο οποίος γνωρίζει που διαμένει η εν λόγω Σεσίλια Χριστοφή, όφειλε να την κλητεύσει στο Δικαστήριο να καταθέσει, ώστε να αντεξεταστεί και από τους Παραπονούμενους. Έχω παρακαλουθήσει με κάθε δυνατή και επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες, τον τρόπο, το ύφος, τη συμπεριφορά, τις αντιδράσεις και γενικά την παρουσία τους στο Δικαστήριο και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με σκοπό να καταλήξω στα αναγκαία ευρήματα και συμπεράσματα για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Ο Μ.Κ.Α.1, Ανδρέας Καλλή, κατέθεσε με αμεσότητα και ευθύτητα σε σχέση με τα όσα γνώριζε για το λογαριασμό που η Κατηγορουμένη 1 διατηρεί στην τράπεζά τους, για την επίδικη επιταγή και την ανάκλησή της, ως και τη συμμετοχή του Κατηγορουμένου
  6. Αποδέχομαι, στην ολότητά της ως αληθή την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, ουδόλως αμφισβητήθηκε από τους Κατηγορουμένους. Περαιτέρω, το Τεκμήριο 2, που κατέθεσε ο εν λόγω μάρτυρας, γίνεται αποδεκτό για την απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου του. Όσον αφορά στο Τεκμήριο 3, γίνεται αποδεκτό για την απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου του, πλην της αναφοράς που περιέχεται σε αυτή, ήτοι ότι η επίδικη επιταγή έχει απωλεσθεί από τον δικαιούχο, εν όψει του ότι η αλήθεια του εν λόγω ισχυρισμού είναι ζήτημα που άπτεται της αξιοπιστίας του Μ.Υ.1, επί της οποίας θα επανέλθω. Τα αποδεκτα ως ανωτέρω γεγονότα αποτελούν και σχετικά ευρήματα του Δικαστηρίου. Η Μ.Κ.Α.2 μου έδωσε, επίσης, την εικόνα μιας ειλικρινούς, θετικής και αξιόπιστης μάρτυρας. Πέραν του ότι η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε από τους Κατηγορούμενους, πλην του ζητήματος του κατά πόσον η αγορά από την εν λόγω Σεσίλια Χριστοφή έγινε από υπεραγορά των Παραπονουμένων στη Λάρνακα ή στη Λευκωσία, η μάρτυρας κατέθεσε θετικά επί των γεγονότων όπως αυτά ήλθαν στην αντίληψή της ως εκ της θέσεώς της. Παρά το ότι δεν είχε προσωπική γνώση αρκετών γεγονότων, όπως αυτού της ανάκλησης, της πληροφόρησης που είχαν οι Παραπονούμενοι από την τράπεζά τους, ως και της αγοράς στην οποία προέβη εν λόγω Σεσίλια Χριστοφή, εντούτοις τα πλείστα όσα ανέφερε συνάδουν με τα τεκμήρια που κατέθεσε στο Δικαστήριο, όπως τα Τεκμήρια 4 και 5, τα οποία και γίνονται αποδεκτά για την απόδειξη της αλήθειας του περιεχόμενου τους, ως και την επιταγή, Τεκμήριο
  7. Όσον αφορά το Τεκμήριο 6 και παρά το ότι η Μ.Κ.Α.2 δεν είχε προσωπική γνώση της αγοράς στην οποία προέβη η εν λόγω Σεσίλια Χριστοφή, εντούτοις κρίνω ότι, ως και της θέσης της, η Μ.Κ.Α.2 είναι σε θέση να γνωρίζει κατά πόσον η επίδικη αγορά έγινε στην υπεραγορά της στη Λάρνακα ή σε κάποια άλλη υπεραγορά στη Λευκωσία. Παρά την αρχική αναφορά της στο Έγγραφο Α ότι η αγορά έγινε στη Λευκωσία, η οποία εκ των πραγμάτων κρίνω ότι οφείλεται σε λάθος, κατά τα άλλα κρίνω ότι οι εξηγήσεις επί του προκειμένου που δόθηκαν από την μάρτυρα αιτιολογούν και υποστηρίζουν την κατά τα άλλα αληθοφανή εκδοχή της. Σε κάθε περίπτωση και εν όψει του ότι φαινόταν από την αρχή της διαδικασίας ότι δεν αμφισβητούνταν από τους Κατηγορούμενους ότι πράγματι η εν λόγω Σεσίλια Χριστοφή προέβη στην επίδικη συναλλαγή με κάποια υπεραγορά των Παραπονουμένων, αδυνατώ να αντιληφθώ την ύπαρξη οποιασδήποτε σκοπιμότητας ή οφέλους από μέρους της μάρτυρος και των Παραπονουμένων στο να ισχυρίζονται ότι η αγορά έγινε στη Λάρνακα, εφ΄οσον το ουσιώδες για την υπόθεση των Παραπονουμένων ήταν κατά πόσον αυτοί κατέστησαν νομιμοποιημένοι κομιστές της επίδικης επιταγής. Στο σημείο αυτό χρήζει αναφοράς ότι η Μ.Κ.Α.2 δεν ερωτήθη από τον Κατηγορούμενο 3 να απαντήσει σε σχέση με τον αριθμό τηλεφώνου που αναγράφεται επί του Τεκμηρίου 6, η οποία σαφώς και θα ήταν, ως εκ της θέσεώς της στην υπεραγορά των Κατηγορουμένων στη Λάρνακα, η πλέον αρμόδια να δώσει τις απαιτούμενες εξηγήσεις και την εκδοχή των Παραπονουμένων. Επίσης, ουδόλως αντεξετάστηκε σε σχέση με τη θέση της ότι τα κεντρικά γραφεία των Παραπονουμένων βρίσκονται στην Κοκκινοτριμιθιά. Συνεπώς, η μαρτυρία της Μ.Κ.Α.2 κρίνεται αξιόπιστη και αποδεκτή στην ολότητά της, το δε περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6, το οποίο ουδόλως αμφισβητήθηκε από τους Κατηγορουμένους, γίνεται αποδεκτό για την απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου του. Τα αποδεκτα ως ανωτέρω γεγονότα αποτελούν και σχετικά ευρήματα του Δικαστηρίου. Έχω παρακολουθήσει με κάθε προσοχή τον Κατηγορούμενο 3 ενώ αυτός κατέθετε ενόρκως και γενικότερα την συμπεριφορά και στάση του καθ' όλη την ακροαματική διαδικασία. Μου έδωσε γενικά την εικόνα ενός πολύ ειλικρινούς, θετικού και αξιόπιστου μάρτυρα. Επίσης, ο Κατηγορούμενος 3 μου έδωσε την εντύπωση ενός απλού ανθρώπου, ο οποίος πίστευε και πιστεύει εντίμως στην αθωότητα και την εκδοχή του ως προς τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Κατ' αρχάς εξιστόρησε τα διαδραματισθέντα με ευθύτητα, απλότητα και σταθερότητα, την οποία διατήρησε και κατά την αντεξέτασή του. Παρά το ότι προφανώς, και ως εκ των υστέρων διεφάνη, ήταν αλόγιστη η πράξη του να παραδώσει ανοικτή επιταγή στον Μ.Υ.1, είναι εμφανές ότι ο Κατηγορούμενος 3 εμπιστευόταν και εμπιστεύεται τον τελευταίο, εξ ου και του παρέδωσε ανοικτή επιταγή για τα ασφάλιστρα της Κατηγορουμένης 1, ως επίσης ουδόλως αμφισβήτησε τα λεχθέντα του σε σχέση με την τύχη της εν λόγω επιταγής. Σε κάθε περίπτωση, ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ουδόλως αμφισβήτησε τις συνθήκες και τα όσα ο Κατηγορούμενος 3 ανέφερε σε σχέση με την έκδοση και παράδοση της επιταγής, ούτε το κατα πόσον πράγματι του ανέφερε ο Μ.Υ.1 αυτά που ο Κατηγορούμενος 3 κατέθεσε ότι του είπε, ούτε τις προσπάθειες που έκανε για να εντοπίσει την Σεσίλια Χριστοφή. Η θέση του κ. Κούμα, με τις αγορεύσεις του, ότι ο Κατηγορούμενος 3 γνώριζε τη Σεσίλια Χριστοφή, ως και το πού βρίσκεται αυτή, δεν υποστηρίζεται, ούτε μπορεί να συναχθεί από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Ο Κατηγορούμενος 3 ήταν σαφής και κατηγορηματικός επί του προκειμένου και η εν λόγω θέση του δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή του. Αυτό που αμφισβητήθηκε από τον κ. Κούμα είναι ότι πράγματι απωλέσθηκε και κλάπηκε η εν λόγω επιταγή, ως και η επιμονή του Κατηγορουμένου 3 ότι η αγορά έλαβε χώρα στην υπεραγορά των Παραπονουμένων στην Κοκκινοτριμιθιά. Σε σχέση με την τελευταία θέση του Κατηγορουμένου 3, οφείλω να παρατηρήσω ότι ο τελευταίος απέδωσε μεγαλύτερη σημασία και αξία απ' ό,τι χρειαζόταν εν όψει και της μη ουσιαστικής αμφισβήτησης από την Κατηγορούσα Αρχή ότι πράγματι αυτός έλαβε κάποιο τηλεφώνημα από κάποιο κ. Παναγιώτη από την υπεραγορά Smart στην Κοκκινοτριμιθιά. Παρά το ότι ο Κατηγορούμενος 3 με έπεισε ότι έλεγε την αλήθεια για το ότι έλαβε το εν λόγω τηλεφώνημα και ότι αντιλήφθηκε ότι του ελέχθηκαν αυτά που κατέθεσε στο Δικαστήριο, εντούτοις και ενόψει της αποδοχής στην οποία προέβηκα της μαρτυρίας της Μ.Κ.Α.1, και της μη παρουσίασης στο Δικαστήριο ως μάρτυρα του εν λόγω προσώπου, δεν μπορώ να αποδεχθώ για την απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου της τη συγκεκριμένη εξ ακοής μαρτυρία, ότι δηλαδή η αγορά από τη Σεσίλια Χριστοφή έγινε στην Κοκκινοτριμιθιά και όχι στη Λάρνακα. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος 3 κατά την αντεξέτασή του παραδέχθηκε ότι δεν ρώτησε, κατά την πρόσφατη επικοινωνία που είχε με την υπεραγορά στην Κοκκινοτριμιθιά, κατά πόσον εκεί είναι και τα κεντρικά γραφεία, ούτε και ήταν σε θέση να υποστηρίξει πειστικά και με στοιχεία ότι η κάθε υπεραγορά είχε το δικό της τηλέφωνο. Είναι προφανές, λοιπόν, ότι ο Κατηγορούμενος 3 στήριξε μέχρι τέλους και με πάθος την εν λόγω θέση του στα όσα αντιλήφθηκε από την εν λόγω συνομιλία, κάτι που συνέδεσε με το ότι, εξ όσων γνώριζε, την εν λόγω περίοδο η Σεσίλια Χριστοφή κατοικούσε στην Κοκκινοτριμιθιά. Συνεπώς, τα όσα γεγονότα ο Κατηγορούμενος 3 κατέθεσε και εμπίπτουν στην στην προσωπική του γνώση, δηλαδή γεγονότα στα οποία ο ίδιος είχε συμμετοχή, ως και ότι έλαβαν χώρα οι συνομιλίες και συναντήσεις στις οποίες αναφέρθηκε κατά την ένορκη κατάθεσή του, με τη διευκρίνιση που κάνω ανωτέρω σε σχέση με τη συνομιλία με κάποιο κ. Παναγιώτη, γίνονται αποδεκτά και αποτελούν και σχετικά ευρήματα του Δικαστηρίου. Ο Μ.Υ.1 δεν μου έδωσε την εντύπωση ενός αξιόπιστου και ειλικρινούς μάρτυρα. Κατ' αρχάς δεν ήταν θετικός και σταθερός στη μαρτυρία του. Επί παραδείγματι, ενώ στην κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι η επιταγή που του παρέδωσε ο Κατηγορούμενος 3 είχε συμπληρωμένη και την ημερομηνία, πέραν της υπογραφής, κατά την αντεξέτασή του αρχικά επέμενε ότι δεν ανέφερε κάτι τέτοιο και στη συνέχεια ότι δεν θυμόταν. Περαιτέρω, και παρά το ότι τούτο ενδεχομένως να μην προκύπτει στα επίσημα πρακτικά της διαδικασίας, παρατήρησα ότι σε κάποιες στιγμές της μαρτυρίας του έχανε αδικαιολόγητα την ψυχραιμία του. Πέραν τούτου, η μαρτυρία του σε ουσιώδες σημείο έρχεται σε αντίθεση και αντιφάσκει με την μαρτυρία του Κατηγορουμένου 3, την οποία έχω ήδη κρίνει αποδεκτή και αξιόπιστη. Ανέφερε πως αντιλήφθηκε ότι είναι η Σεσίλια Χριστοφή που έκλεψε την επιταγή μετά την συνομιλία που είχε με τον κ. Παναγιώτη της υπεραγοράς Smart Κοκκινοτριμιθιάς, ενώ η θέση του Κατηγορουμένου 3 είναι πως ο ίδιος ενημέρωσε τον Μ.Υ.1 για την συνομιλία που είχε με τον κ. Παναγιώτη και πως τότε αντιλήφθηκαν ότι κλάπηκε από αυτήν η επιταγή. Στερείται, επίσης, αληθοφάνειας η θέση του Μ.Υ.1 ότι ενώ υποσχέθηκε στον κ. Παναγιωτη ότι θα τον ενημέρωνε όταν θα εντόπιζε τη Σεσίλια Χριστοφή, από την άλλη ανέφερε ότι μόλις αντιλήφθηκε, από τα λεγόμενα του κ. Παναγιώτη, ότι είναι αυτή που έκλεψε την επιταγή, συνομίλησε μαζί της, του επιβεβαίωσε ότι έκλεψε την επιταγή και μετά την έδιωξε. Γιατί αφού την εντόπισε, όπως ανέφερε, δεν ενημέρωσε τον κ. Παναγιώτη ή γιατί δεν την κατήγγειλε αμέσως στην αστυνομία για το σοβαρό αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου; Ομοίως, δεν έπεισε η προσπάθειά του να πείσει το Δικαστήριο ότι αποθήκευσε από τότε το τηλέφωνο του κ. Παναγιώτη, το οποίο είναι και διαφορετικό από το τηλέφωνο του Τεκμηρίου
  8. Δεν αντέχει, επίσης, τη βάσανο της λογικής η προσπάθειά του να πείσει το Δικαστήριο ότι δεν μπορούσε να προσπαθήσει καν να αναγνωρίσει ή όχι το γραφικό χαρακτήρα της εκπαιδευόμενης ασφαλίστριάς του ή ότι η εν λόγω εκπαιδευόμενη ασφαλίστρια δεν μπορούσε να μεταβεί στη Λάρνακα, επειδή δεν είχε αυτοκίνητο, το οποίο τελικά μας είπε ότι ήταν χαλασμένο. Πώς μετακινούνταν δηλαδή η εκπαιδευόμενη ασφαλίστρια τόσο για σκοπούς της εργασίας της ή κατά την μετακίνησή της από το σπίτι που διέμενε στην Κοκκινοτριμιθιά στην εργασία της; Μήπως με το να πληρώνει τις υπηρεσίες ταξί από τον μισθό και τις προμήθειες που ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι δεν είχε να λαμβάνει; Συνεπώς, είναι προφανές ότι ο Μ.Υ.1 δεν ανέφερε την αλήθεια στο Δικαστήριο, πέραν του ότι η επιταγή προορίζονταν για τα ασφάλιστρα της Κατηγορουμένης 1, ότι ενημέρωσε στη συνέχεια τον Κατηγορούμενο 3 ότι η επιταγή είχε χαθεί και ότι ο τελευταίος στη συνέχεια πλήρωσε τα εν λόγω ασφάλιστρα. Ενόψει της κατάληξής μου επί της αξιοπιστίας του εν Μ.Υ.1 δεν μπορώ να κάνω αποδεκτή τη θέση του ως προς τις συνθήκες που η επιταγή κατέληξε στα χέρια της εν λόγω Σεσίλιας Χριστοφή. Ο Μ.Υ.2 δεν ανέφερε ο,τιδήποτε στο Δικαστήριο πέραν της ταυτότητάς του. Συνεπώς, δεν υπάρχει μαρτυρία για να αξιολογηθεί, πέραν του ότι είναι πράγματι αυτός που είπε ότι είναι, το οποίο δεν βρίσκω λόγο να αμφισβητήσω. Την εικόνα του ειλικρινούς, θετικού και αξιόπιστου μάρτυρα σχημάτισα, επίσης, σε σχέση με τον Μ.Υ.
  9. Πέραν του ότι η μαρτυρία του ουδόλως αμφισβητήθηκε από τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, τα όσα αυτός ανέφερε αντέχουν τη βάσανο της λόγικής και συνάδουν με τα κατατεθέντα τεκμήρια, ως και τη μαρτυρία την οποία το Δικαστήριο έχει ήδη κάνει αποδεκτή. Συνεπώς, αποδέχομαι ως αληθή τα όσα ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε, τα οποία και αποτελούν σχετικά ευρήματα του Δικαστηρίου. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και ευρήματα στα οποία έχω ήδη προβεί, θα προχωρήσω να εξετάσω αν στοιχειοθετούνται, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι 1 και
  10. Σύμφωνα με το Άρθρο 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (βλ. τροποποιητικό Νόμο 70(I)/2008): «
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της». Το λεκτικό της πιο πάνω νομοθετικής διάταξης έχει, μεταξύ άλλων, ερμηνευθεί στις υποθέσεις Γιάννης Βούρας ν. 1. Ανδρέα, Λουκά, Ματθαίου (Α.Λ.Μ.) Γενικές Μεταφορές Λτδ κ.ά.
(2003)2 Α.Α.Δ 153 και Philippa Estates Ltd v. Γιαννάκη Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ.142, από τις οποίες προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: Η έκδοση επιταγής από τον κατηγορούμενο, Η πρόκληση μη εξόφλησής της από τον κατηγορούμενο με οποιαδήποτε πράξη του. Η πράξη με την οποία προκαλείται η μη εξόφληση επιταγής να αφορά σε επιταγή που εκδόθηκε προ ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Όπως τονίστηκε στην Philippa (ανωτέρω), ο χρόνος τέλεσης της ποινικά επιλήψιμης πράξης, δηλ. της πρόκλησης μη εξόφλησης, δεν συναρτάται με την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. Ο χρόνος κατά τον οποίο προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη ή μη εξόφληση της επιταγής μπορεί να είναι προγενέστερος ή μεταγενέστερος της ημερομηνίας πληρωμής της επιταγής. Το Άρθρο 305Α
(2)αρχικά προοριζόταν να καλύψει και τη μεταχρονολογημένη επιταγή, εξ ου και χρησιμοποιήθηκε από το νομοθέτη η συγκεκριμένη νομοθετική διάταξη. Ακολούθησε, επίσης, η τροποποίηση του Άρθρου 4 του Κεφ.154, με τον Νόμο 164(I)/2003, που τέθηκε σε ισχύ στις 24/10/2003, με τον οποίο προσετέθη στις ερμηνευτικές διατάξεις ο ορισμός της «επιταγής», ο οποίος για τους σκοπούς του Άρθρου 305Α σημαίνει: «Γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή». Ο Κατηγορούμενος 3 κατηγορείται για παροχή συνδρομής στη διάπραξη του πιο πάνω αδικήματος. Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, τονίστηκε ότι παρά το ότι γενικά ένας διευθυντής ή σύμβουλος εταιρείας θεωρείται ως αντιπρόσωπος εταιρείας, το ότι υπογράφει μια επιταγή υπό αυτή του την ιδιότητα, δεν σημαίνει ότι υπέχει προσωπικά αστική ευθύνη, η οποία αστική ευθύνη βαρύνει την εταιρεία που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Τούτο, όμως, δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής του ευθύνης ως συνεργού στο αδίκημα και έτσι μπορεί να διωχθεί, ως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, ως αυτουργός δυνάμει του Άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Έτσι, στην κατάλληλη περίπτωση, και όπου αποδεικνύεται υποκειμενική υπόσταση (mens rea), τότε μπορεί να κριθεί ένοχος. Το ότι ένας διευθυντής ή σύμβουλος εταιρείας, στην κατάλληλη περίπτωση, μπορεί να κριθεί ένοχος ως συνεργός της εταιρείας στη διάπραξη του αδικήματος έχει αποφασιστεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Βλ., μεταξύ άλλων, Αστυνομία ν. Toorac Fashion Ltd
(1993)2 Α.Α.Δ. 117, Ευγένιος Ajini ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 319, Zakakiotis v. Kalavas
(1999)2 Α.Α.Δ. 523, Ταμείο Προνοίας ν. Samoa (Αρ.2)
(2000)2 A.A.Δ. 619, Wellfit Engineering ν. Χαπίδη κ.ά.
(2004)2 Α.Α.Δ. 271 και Ιωάννου ν. Nanaimo Ltd
(2005)2 Α.Α.Δ.
  1. Τα ίδια, βεβαίως, ισχύουν και για άλλους αξιωματούχους της εταιρείας, οι οποίοι είναι εξουδιοδοτημένοι να υπογράφουν επιταγές για αυτήν. Σε αυτές τις περιπτώσεις, λοιπόν, πρέπει να αποδειχθεί η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό, η οποία εμπεριέχει δύο έννοιες, ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση (β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea), η οποία αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό, μάλιστα, στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία, τα κατατεθέντα τεκμήρια και τα ευρήματα στα οποία προβαίνω ανωτέρω, είναι φανερό ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η Κατηγορουμένη 1 εταιρεία, μέσω του Κατηγορουμένου 3, ο οποίος ήταν διευθυντής της και το εξουσιοδοτημένο πρόσωπο που μπορούσε να υπογράψει επιταγές εκ μέρους της, ως και το πρόσωπο δια μέσω του οποίου η Κατηγορουμένη 1 ενεργούσε τον ουσιώδη χρόνο, εξέδωσε την επιταγή, της οποίας τελικά κατέστησαν νομιμοποιημένοι κομιστές οι Παραπονούμενοι, ως επίσης ότι η Κατηγορουμένη 1 εταιρεία με την επιστολή ανάκλησης προς την εκδότρια τράπεζα ημερ. 27/1/2010, η οποία δόθηκε μέσω και δια της υπογραφής του Κατηγορουμένου 3 διευθυντή της, ανακάλεσε την πληρωμή της επιταγής με αποτέλεσμα αυτή να μην πληρωθεί όταν εμφανίστηκε στην εκδότρια τράπεζα για πληρωμή από τους Παραπονούμενους. Μετά την πιο πάνω κατάληξή μου, αυτό που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσον οι Κατηγορουμένοι 1 και 3 έχουν κατορθώσει να αποδείξουν την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας που παρέχει το εδάφιο 2 του Άρθρου 305Α του Κεφ.
  2. Όπως έχει κατ'επανάληψιν τονιστεί, το βάρος απόδειξης υπεράσπισης που δημιουργείται είτε από το νόμο είτε από το κοινοδίκαιο έχει ο κατηγορούμενος με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Βλ., μεταξύ άλλων Tarapoulouzis v. The District Officer Nicosia
(1962)C.L.R 91, Zavos v. The Police
(1963)1 C.L.R. 57, Papadopoulos v. The Republic
(1980)2 C.L.R. 10, Ergatides v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 182 και N.C. Diamonds Co. Ltd v. Χρίστου Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763. Το τί συνιστά εύλογη αιτία στα πλαίσια της υπεράσπισης που καθιερώνει το Άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154 έχει ερμηνευθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Diamonds (ανωτέρω). Τονίστηκε ότι το Άρθρο 305Α
(2)ουσιαστικά καθιερώνει την αρχή του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία. Συγκεκριμένα έγινε αναφορά στην υπόθεση Pitsillides v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 374, όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης. Αναφέρθηκε, επίσης, ότι η ίδια φράση έχει στην αγγλική νομολογία συσχετισθεί με την έννοια της δίκαιης αιτίας, ενώ σχετικά έγινε αναφορά και στην φράση bona fide (καλή τη πίστει) που στην αγγλική νομολογία θεωρήθηκε ταυτόσημη με τη λέξη «honestly» (ειλικρινά). Με βάση την πιο πάνω ερμηνεία, το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του εκεί πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την υπεράσπιση του εδαφίου 2, ότι δηλαδή πρέπει ο κατηγορούμενος να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και επιπρόσθετα ότι η πεποίθησή του αυτή ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις (κάτι που εξετάζεται αντικειμενικά), έγινε μέσα στο πνεύμα των παραπάνω αποφάσεων. Με βάση αυτά, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η ενέργεια του εκεί κατηγορουμένου ήταν 1) ειλικρινής και 2) υπαγορεύτηκε από εύλογη αιτία. Στην Diamonds κρίθηκε, επίσης, ότι η ποινική ευθύνη του εκδότη καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο 2 του Άρθρου 305Α, χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις, γιατί σε αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχαν περιθώρια επίκλησης της υπεράσπισης που παρέχει το εν λόγω εδάφιο καθότι θα καθιερώνονταν η αντίθετη θεωρία, ήτοι του μη ανακλητού της επιταγής. Στα περιστατικά της παρούσας, κρίνω ότι η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μου από τον Μ.Κ.Α.1, τον Κατηγορούμενο 3 και την υπεράσπιση, και την οποία έχω αποδεχθεί, είναι ικανή για να αποσείσει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτοτήτων το βάρος απόδειξης της υπεράσπισης που βαρύνει τους Κατηγορουμένους. Ότι δηλαδή η ενέργεια της Κατηγορουμένης 1 εταιρείας, διά μέσω του διευθυντή αυτής, Κατηγορουμένου 3, να προβεί στην ανάκληση της επιταγής ήταν 1) ειλικρινής και 2) υπαγορεύτηκε από εύλογη αιτία. Έχει ήδη αποτελέσει εύρημά μου πως ο Κατηγορούμενος 3 δέχθηκε την προηγούμενη ημέρα της ανάκλησης, τηλεφώνημα από τον ασφαλιστή του, Μ.Υ.1, ότι η επιταγή, που η Κατηγορουμένη 1 εξέδωσε και παρέδωσε κενή προς αυτόν για να πληρώσει τα ασφάλιστρα προς την ασφαλιστική εταιρεία Interlife, είχε χαθεί. Ο Κατηγορούμενος 3 δεν είχε λόγο να αμφισβητήσει τα όσα του ανέφερε ο για χρόνια ασφαλιστής του, τον οποίο και εμπιστευόταν. Ήταν, συνεπώς, μετά που αντιλήφθηκαν οι Κατηγορούμενοι ότι η επιταγή τους, που προορίζονταν για την πληρωμή των ασφαλίστρων της Κατηγορουμένης 1, δεν θα χρησιμοποιούνταν για τον προορισμένο και συμφωνηθέντα απ' αυτούς σκοπό, ως και το ότι αυτή θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τον οποιοδήποτε τυχόντα, ο οποίος μάλιστα θα μπορούσε να τη χρησιμοποιήσει με την αναγραφή σε αυτήν οποιουδήποτε ποσού, που προέβηκαν στην ανάκλησή της. Το ότι τελικά δεν αποδείχθηκε στο Δικαστήριο ότι η επιταγή απωλέσθηκε με τον τρόπο που ο Κατηγορούμενοι ειλικρινώς πίστευαν ότι έφυγε από την κατοχή του Μ.Υ.1 δεν αναιρεί το ότι η ενέργειά τους ήταν ειλικρινής ή το ότι η ενέργειά τους υπαγορεύτηκε από εύλογη αιτία. Το ουσιώδες, κατά την άποψή μου, είναι ότι τον κρίσιμο χρόνο της ανάκλησης της επιταγής συνυπήρχε τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό κριτήριο που έθεσε η νομολογία. Όπως τονίστηκε στην Diamonds (ανωτέρω), η ποινική ευθύνη των Κατηγορουμένων καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο 2 του Άρθρου 305Α και δεν επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις. Το ότι προφανώς οι Κατηγορούμενοι δεν μερίμνησαν εξ αρχής για την προστασία του περιουσιακού τους στοιχείου, δεν συνεπάγεται ότι αυτοί θα έπρεπε να στερηθούν του δικαιώματος και της υποχρέωσής τους να επιχειρήσουν να το προστατεύσουν όταν ειλικρινώς αντιλήφθηκαν ότι αυτό απειλούνταν. Πρέπει, επίσης, να μην διαφεύγει της προσοχής μας ο σκοπός της ποινικής διαδικασίας. Αυτή καθαυτή η δίωξη δεν υποβοηθά ούτε σκοπεί στην είσπραξη της απαίτησης. Βλ. Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου (απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου)
(2002)2 Α.Α.Δ. 552. Συνεπώς, στα περιστατικά της παρούσας, κρίνω ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 απέδειξαν ότι προέβησαν στην ανάκληση της επιταγής για εύλογη αιτία. Με δεδομένο, λοιπόν, ότι οι Κατηγορούμενοι, με το Τεκμήριο 3, παρέθεσαν γραπτώς στην εκδότρια τράπεζα τους λόγους της ανάκλησης της επιταγής, αυτοί νομιμοποιούνται στην επιτυχή επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας του εδαφίου 2 του Άρθρου 305Α. Συνεπώς, αποτελεί αναπόδραστη κατάληξή μου ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 έχουν επικαλεστεί επιτυχώς την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Βλ. Κονιζίδου ν. Αρέστη (Αρ.1)
(2009)2 Α.Α.Δ. 354, στη σελ. 349. Παρά την πιο πάνω κατάληξή μου, η οποία σφραγίζει και την τύχη της παρούσας ποινικής δίωξης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν θα καταδίκαζα τους Κατηγορουμένους και για να ένα επιπρόσθετο ουσιαστικό λόγο που επηρεάζει το θεμέλιο των Κατηγοριών που αντιμετωπίζουν. Οι Κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορουμένοι βασίζονται σε τροποποιητικούς νόμους, οι οποίοι έχουν καταργηθεί και τελικά αντικαταστάθηκαν με τον Τροποποιητικό Νόμο 70(Ι)/2008, που είναι ο Νόμος που ήταν σε ισχύ την ημερομηνία της κατ' ισχυρισμόν διάπραξης των αδικημάτων, και ο οποίος δεν αναγράφεται στη νομική βάση των Κατηγοριών. Με δεδομένο ότι οι Κατηγορούμενοι, σε περίπτωση που καταδικάζονταν με βάση με τον Τροποποιητικό Νόμο 70(I)/2008, θα υπόκεινταν σε μεγαλύτερη ποινή από την προβλεπόμενη από τους καταργηθέντες τροποποιητικούς νόμους που αναγράφονται στην νομική βάση των Κατηγοριών, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε, εκ των πραγμάτων, να τροποποιήσει αυτεπάγγελτα το Κατηγορητήριο δυνάμει του Άρθρου 85
(4)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, διά της προσθήκης της ορθής νομικής βάσης, και να καταδίκαζε τους Κατηγορούμενους, ακόμη και σε περίπτωση που αποτύγχανε η από μέρους τους επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας. Βλ. Σάββας Σάββα ν. Δήμου Πάφου, Ποινική Έφεση Αρ. 202/2010, ημερομηνίας 25/11/2011. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, οι Κατηγορούμενοι 1 και 3, αθωώνονται και απαλλάσονται από την Κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κάθε ένας ξεχωριστά. (Υπ.) ...................................... Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.