← Κύπρος

ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. FTHARTEMPORIKI MICHALIS ZITTIS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12235/2010, 29/6/2012

ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. FTHARTEMPORIKI MICHALIS ZITTIS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12235/2010, 29/6/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:B24 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. MΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12235/2010 ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν.

  1. FTHARTEMPORIKI MICHALIS ZITTIS LTD
  2. Mιχάλης Ζίττης Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 29 Ιουνίου
  3. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Θ. Θωμά. Για τους Κατηγορουμένους 1 και 2: κ. Α. Πλουτάρχου. Κατηγορούμενος 2: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν ξεχωριστή κατηγορία για έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρυσμα κατά παράβαση των Άρθρων 305(Α)(

(1)και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της Πρώτης Κατηγορίας, η Κατηγορουμένη 1 κατά ή περί τις 30 Ιανουαρίου του 2010 στη Λάρνακα, εξέδωσε την επιταγή με αρ. 07243858 της Μarfin Laiki Bank για το ποσό των €43.366,00, η οποία όταν εμφανίστηκε εντός ευλόγου χρόνου από την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα στην τράπεζα από την οποία εξεδόθη, δεν εξοφλήθη και επεστράφη πίσω με την ένδειξη «ΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕΙ ΞΑΝΑ-ΜΗ ΕΠΑΡΚΗ ΥΠΟΛΟΙΠΑ», και η Κατηγορουμένη 1 παρέλειψε να εξοφλήσει αυτή μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα. Σύμφωνα δε με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της Δεύτερης Κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος 2 κατηγορείται, υπό την ιδιότητά του ως διεθυντή της Κατηγορουμένης 1 ως συνεργός, δηλαδή το πρόσωπο που παρείχε συνδρομή στην τελευταία στη διάπραξη του αδικήματος της Πρώτης Κατηγορίας δυνάμει του Άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  2. Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε συνολικά τέσσερις μάρτυρες για να αποδείξει την υπόθεσή της. Ως πρώτος μάρτυρας (Μ.Κ.1) κατέθεσε ο κ. Μιχάλης Μιλής, ο οποίος είναι Γραμματέας και Διευθυντής της «Οργάνωσης Παραγωγών Συνεργατικής Εταιρείας Διαθέσεως Γεωργικών Προϊόντων (ΣΕΔΙΓΕΠ) Λύσης Λτδ», στην οποία εργάζεται από το
  3. Σχετικά κατέθεσε ως Τεκμήριο «1» «Γνωστοποίηση Αλλαγής Ονόματος» της «Συνεργατικής Εταιρείας Διαθέσεως Γεωργικών Προϊόντων Λύσης (Αμμοχώστου) Λτδ» σε «Οργάνωση Παραγωγών Συνεργατική Εταιρεία Διαθέσεως Γεωργικών Προϊόντων (ΣΕΔΙΓΕΠ) Λύσης Λτδ», ημερομηνίας 8/6/2006, που εξέδωσε ο Έφορος Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών. Εξήγησε ότι η αλλαγή στην ονομασία έγινε στα πλαίσια κάποιων ευρωπαϊκών προγραμμάτων. Κατέθεσε, επίσης, ως Τεκμήριο «2» επιστολή του Εφόρου Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών, ημερομηνίας 24/6/2009, στην οποία, μεταξύ άλλων, καταγράφονται τα πρόσωπα της Επιτροπείας της «Οργάνωσης Παραγωγών (Φρούτων & Λαχανικών) Συνεργατικής Εταιρείας Διαθέσεως Γεωργικών Προϊόντων (ΣΕΔΙΓΕΠ) Λύσης Λτδ». Ακολούθως, ο Μ.Κ.1 υπέδειξε τον Κατηγορούμενο 2 στην αίθουσα του Δικαστηρίου, λέγοντας πως τον γνωρίζει. Ανέφερε, επίσης, ότι γνωρίζει την Κατηγορουμένη 1 γιατί ήταν συνεργάτες για ορισμένα χρόνια. Η συνεργασία ξεκίνησε το 2007, στα πλαίσια της οποίας της παρέδιδαν γεωργικά προϊόντα (φθαρτά, λαχανικά) για καθορισμένη τιμή για να τα εμπορευθεί και να τους πληρώσει. Για ορισμένο χρονικό διάστημα εξοφλούνταν οι υποχρεώσεις της Κατηγορουμένης 1, αλλά μετά οι επιταγές επιστρέφονταν πίσω. Αυτές κατατίθονταν ξανά 2-3 φορές και ερχόντουσαν πίσω με την ένδειξη «Αποταθείτε στον εκδότη-ανεπαρκή υπόλοιπα.» Μία εξ αυτών είναι η επιταγή με αρ. 07243858 της Μarfin Laiki Bank για το ποσό των €43.366,00, και ημερομηνία πληρωμής τις 30/1/2010, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο «3». Σύμφωνα με τον μάρτυρα, οι επιταγές έβγαιναν πάντοτε στο όνομα «ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ». Αυτές οι συνεργατικές εταιρείες ιδρύθηκαν την δεκαετία του 1960 και για σαράντα και πλέον έτη είναι καθιερωμένη και είναι γνωστή η ονομασία τους ως «ΣΕΔΙΓΕΠ» που είναι η συντομογραφία του ονόματος. Για τόσα χρόνια, σύμφωνα με τον μάρτυρα, όλες οι πράξεις της εταιρείας παγκύπρια γίνονταν με το όνομα «ΣΕΔΙΓΕΠ». Στην αρχή της συνεργασίας με την Κατηγορουμένη 1 και για περίοδο περί του ενός έτους, οι επιταγές της τελευταίας που εκδίδονταν στο όνομα «ΣΕΔΙΓΕΠ Λύσης Λτδ» εξαργυρόνονταν κανονικά. Σε σχέση με την επιταγή, Τεκμήριο 3, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι τέλος του 2009 υπήρχε υπόλοιπο και ο Κατηγορούμενος 2 ήρθε στο γραφείο του Μ.Κ.
  4. Ο Κατηγορούμενος 2 υπέγραψε την επιταγή στην παρουσία του και του την παρέδωσε. Ο Μ.Κ.1 παρουσίασε την επιταγή στην τράπεζα τρεις φορές και επεστράφη με την ένδειξη «ΑΠΟΤΑΘΕΊΤΕ ΣΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ.» Η έδρα των Παραπονουμένων είναι στη Δρομολαξιά και το συνεργατικό ίδρυμα με το οποίο συνεργάζονται βρίσκεται στη Λάρνακα, για αυτό και ο ίδιος πηγαίνει μια φορά την βδομάδα στο συνεργατικό ίδρυμα για καταθέσεις επιταγών. Ο Κατηγορούμενος 2 είπε στον Μ.Κ.1 να καθυστερήσει την κατάθεση της επιταγής γιατί είχε πρόβλημα, θα επέστρεφε πίσω. Για αυτό και ο Μ.Κ.1 κατέθεσε την επιταγή για πρώτη φορά στις 10/2/2010, ενώ η ημερομηνία πληρωμής ήταν στις 30/1/
  5. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.1 όταν πήγε πίσω στο γραφείο του από το συνεργατικό ίδρυμα την πρώτη φορά, τηλεφώνησε στον Κατηγορούμενο 2, και ο τελευταίος του είπε ότι θα το κανόνιζε και να ξανακαταθέσει την επιταγή. Η επιταγή, όμως, επεστράφη πίσω και για δεύτερη φορά. Ο Μ.Κ.1 είχε και τότε τηλεφωνική συνομιλία με τον Κατηγορούμενο 2, ο οποίος του είπε τα ίδια. Η επιταγή, όμως, επιστράφηκε πίσω για τρίτη φορά μετά από λίγες ημέρες. Ακολούθως, ο Μ.Κ.1 άρχισε διαβήματα για να εξαργυρώσει ο ίδιος την επιταγή και έπαιρνε διαβεβαιώσεις ότι θα έπαιρνε τα χρήματα, κάτι όμως που δεν έγινε μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.1, ο Κατηγορούμενος 2 έδινε υποσχέσεις για πληρωμή τόσο στον ίδιο όσο και στον Πρόεδρο της Επιτροπείας. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε, επίσης, ότι από τις 22/2/2010 άρχισαν οι τηλεφωνικές και προσωπικές επαφές με στόχο την είσπραξη της αξίας της επιταγής. Οι απαντήσεις του Κατηγορουμένου 2 τόσο στον ίδιο, όσο και στον Πρόεδρο της Επιτροπείας, με τον οποίο ο Κατηγορούμενος 2 είχε προσωπική φιλία, ήταν πως δέν θα έτρωγε λεφτά. Τον Μάιο του 2010 ξεκαθάρισε πως ο Κατηγορούμενος 2 δεν μπορούσε να υλοποιήσει τις υποσχέσεις του. Τότε, ο Μ.Κ.1 κάλεσε μαζί με την επιτροπεία τον Δικηγόρο, κ. Θωμά, για να αναλάβει τον όλο χειρισμό. Ακολούθησαν επαφές στην παρουσία και του Δικηγόρου, στις οποίες ο Κατηγορούμενος 2 υπόσχονταν πως θα έπαιρνε δάνειο αρχικά από την ΣΠΕ Στροβόλου, μετά από την ΣΠΕ Αγλαντζιάς, μετά από κάποια τράπεζα, αλλά δεν έγινε τίποτε. Μέχρι και αντίγραφα τίτλων ιδιοκτησίας ακίνητης περιουσίας παρουσίαζε ο Κατηγορούμενος 2 στις συναντήσεις. Οι υποσχέσεις αυτές κράτησαν από τον Μάιο μέχρι και τον Σεπτέμβριο του
  6. Ο Μ.Κ.1 είπε, επίσης, ότι σύμφωνα με τις πληροφορίες που υπάρχουν στην αγορά, ο Κατηγορούμενος 2 είναι ο ιδιοκτήτης και διευθυντής της Κατηγορουμένης
  7. Ανέφερε, επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος 2 ουδέποτε έκανε παράπονο για τα προϊόντα και τις τιμές. Η τελική τιμή συμφωνούνταν τηλεφωνικώς σε περίπτωση που υπήρχε διαφορά. Σύμφωνα με την τακτική που έχουν στον τρόπο είσπραξης, στο τέλος κάθε μήνα συμφωνούν με τους πελάτες τα τελικά ποσά και η εξόφληση πρέπει να γίνει μέχρι τις 10 ή 15 του επόμενου μήνα. Η συγκεκριμένη επιταγή, Τεκμήριο 3, βγήκε 2 μήνες μετά που παραδόθηκαν τα προϊόντα. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.1 ερωτήθη κατ' αρχάς κατά πόσον το νομικό πρόσωπο που είναι εγγεγραμμένο στον Έφορο Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών είναι αυτό που καταγράφεται στο Τεκμήριο 1 και όχι η «ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ», και απάντησε ότι είναι το ίδιο πράγμα. Αρνήθηκε υποβολή ότι δεν υπάρχει εγγεγραμμένο νομικό πρόσωπο με την επωνυμία «ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ», λέγοντας πως είναι αποδεκτό από όλους και από τα υπουργεία και ότι αναγνωρίστηκε το 2004, βάσει Ευρωπαϊκών Κανονισμών, ως ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ. Δεν είχε μαζί του κάποιο έγγραφο που να βεβαιώνει τούτο, αλλά είπε ότι εδώ και 40 με 50 χρόνια κανένας δεν αναφέρεται στις εταιρείες αυτές με το πλήρες όνομα, αλλά χρησιμοποιείται μόνο το «ΣΕΔΙΓΕΠ». Όλο το εμπόριο, ακόμη και ο Κατηγορούμενος 2 λέει ότι εργάζεται με την ΣΕΔΙΓΕΠ. Παρά το ότι στα επίσημα έγγραφα το όνομα είναι όπως αυτό καταγράφεται στο Τεκμήριο 1, σε όλες τις συνεργασίες, ακόμη και με τα υπουργεία και τα κυβερνητικά τμήματα, ως και όλοι οι φορείς του εμπορίου ανέκαθεν ήξεραν τις εταιρείες αυτές ως ΣΕΔΙΓΕΠ. Την ίδια απάντηση ο Μ.Ε.1 έδωσε και σε υποβολή που του έγινε ότι δεν υπάρχει νομικό πρόσωπο με την ονομασία ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ. Ανέφερε, επίσης, ότι αρμόδιο όργανο για την εγγραφή είναι ο Έφορος Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών και όχι ο Έφορος Εταιρειών. Ανέκαθεν, όλες οι εργασίες γίνονταν με την επωνυμία ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ, εξ ου και όλες οι επιταγές έβγαιναν με αυτή την ονομασία και εξαργυρώνονταν από όλες τις τράπεζες. Σε υποβολή ότι ο ίδιος είναι Γραμματέας της ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ (ΣΕΔΙΓΕΠ) ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ μόνον, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι είναι το ίδιο πράγμα. Ακολούθως, ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι πελάτης τους ήταν η Κατηγορουμένη 1, για την οποία ο Κατηγορούμενος 2 τους εξήγησε, όταν έγινε η συμφωνία για την συνεργασία, ότι είναι δική του και αυτός διευθυντής αυτής. Τα τιμολόγια έβγαιναν στο όνομα της Κατηγορουμένης 1, η οποία εκπροσωπούνταν από τον Κατηγορούμενο
  8. Τα φθαρτά στην Κατηγορουμένη 1 τα πωλούσε η ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ, που είναι η συντομογραφία του ονόματος ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ (ΣΕΔΙΓΕΠ) ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ. Η επιταγή, Τεκμήριο 3, δόθηκε για την πληρωμή των γεωργικών προϊόντων που έδιδαν στην Κατηγορουμένη 1 από τον Νοέμβριο του
  9. Σε υποβολή ότι δεν υφίσταται νομικό πρόσωπο με την ονομασία ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ, ο Μ.Κ.1 απάντησε ότι πιστεύει ότι είναι η ίδια εταιρεία. Ανέφερε, επίσης, ότι τόσο τα τιμολόγια, όσο και η κατάσταση λογαριασμού αναγράφει το όνομα ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ. Κατά την αντεξέταση δεν αμφισβητήθηκε ότι τα τιμολόγια ανέγραφαν το τελευταίο όνομα, απλώς έγινε υποβολή ότι εσφαλμένα αναγράφεται στα τιμολόγια η ύπαρξη μη εγκεκριμένου νομικού προσώπου. Σε υποβολή ότι η Κατηγορουμένη 1 εξέδωσε το Τεκμήριο 3 για να πληρώσει την αξία εμπορευμάτων που όφειλε στην ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ (ΣΕΔΙΓΕΠ) ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ, ο Μ.Κ.1 απάντησε πως είναι το ίδιο με την ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ. Ακολούθως, ο Μ.Κ.1 είπε ότι ο ίδιος παρέλαβε από τον Κατηγορούμενο 2 την επιταγή, Τεκμήριο 3, στο γραφείο του στην Δρομολαξιά, την οποία υπέγραψε ο Κατηγορούμενος 2 στην παρουσία του μαζί με άλλες τρεις επιταγές. Αρνήθη υποβολή ότι η επιταγή του απεστάλη από την Λευκωσία μέσω του οδηγού της Κατηγορουμένης 1, λέγοντας πως κατά την παράδοση αυτής από τον Κατηγορούμενο 2 ήταν παρούσα η λογίστρια του μάρτυρα, Χριστίνα Γεωργίου. Δεν πάνε όλοι οι πελάτες στο γραφείο του μάρτυρα για να πληρώσουν. Τις επιταγές από την χονδρική αγορά της Λευκωσίας τις φέρνει συνήθως ο πωλητής, κ. Χίνης, όμως ο Κατηγορούμενος 2 πήγε ο ίδιος στο γραφείο του επειδή υπήρχαν προβλήματα με προηγούμενες επιταγές, ώστε να δώσει νέες επιταγές και να πάρει, αν είχε, τις παλιές. Ο Κατηγορούμενος 2 έδωσε διάφορες επιταγές το 2007, το 2008 και το
  10. Κάποιες εξαργυρώθηκαν και κάποιες ήρθαν πίσω, για αυτό και έπρεπε να πάει στο γραφείο του για να δώσει είτε άλλες επιταγές είτε μετρητά. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, ο Κατηγορούμενος 2 δεν ξοφλούσε τους λογαριασμούς. Υπήρχε συνεχής κίνηση και έδιδε επιταγές για προηγούμενα υπόλοιπα άλλων μηνών. Σε σχέση με το υπόλοιπο της Κατηγορουμένης 1 ανέφερε ότι υπάρχουν επιστραφείσες επιταγές, συν υπόλοιπο λογαριασμού, συν κοινά κιβώτια πλαστικά που ανέρχονται περίπου στο συνολικό ποσό των €560.000,
  11. Στη συνέχεια, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι οι επιστραφείσες επιταγές φυλάσσονται στο χρωματοκιβώτιο στα γραφεία των Παραπονουμένων στη Δρομολαξιά μέχρι την κατάθεσή τους στο Δικαστήριο. Του έγιναν διάφορες υποβολές σε σχέση με το νομικό πρόσωπο που είχε στην κατοχή του την επιταγή, Τεκμήριο 3, και ο μάρτυρας απάντησε ότι η ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ και η ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ είναι η ίδια εταιρεία με την ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ (ΣΕΔΙΓΕΠ) ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ. Στον Έφορο Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών το όνομα είναι ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ (ΣΕΔΙΓΕΠ) ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ, αλλά στην καθημερινότητα λεγεται σε συντομία ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ. Οι έμποροι γράφουν πάντα στις συναλλαγές ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ. Η επιταγή, Τεκμήριο 3, κατατέθηκε στον τρεχούμενο λογαριασμό που οι Παραπονούμενοι διατηρούν στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λύσης. Ο λογαριασμός είναι στο όνομα ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ επειδή ο λογαριασμός αυτός υπήρχε από το
  12. Όταν το 2004 έστειλε ο Έφορος Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών την αλλαγή του ονόματος δεν τον άλλαξαν. Ανέφερε ξανά ότι ο λόγος που παρουσίασε την επιταγή στις 10/1/2010 ήταν γιατί του είπε ο Κατηγορούμενος 2 να περιμένει λίγες ημέρες ώστε να μπουν λεφτά μέσα. Σε σχέση με την ημερομηνία 12/2/2010 που αναγράφεται στο Τεκμήριο 3, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λύσης προωθεί τις επιταγές στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, η οποία με τη σειρά της προωθεί την επιταγή στην εκδότρια τράπεζα. Δεν γνώριζε να εξηγήσει τις σφραγίδες, λέγοντας πως η τράπεζα μπορεί να προσπαθούσε 1-2 φορές. Τηλεφώνησε στον Κατηγορούμενο 2, μετά που του τηλεφώνησαν από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λύσης, και του ανέφερε ότι η επιταγή δεν εξαργυρώθηκε. Ο Κατηγορούμενος 2 του είπε να την πάρει πίσω και να του φέρει μετρητά, κάτι που δεν έγινε μέχρι σήμερα. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε, επίσης, ότι η Κατηγορουμένη 1 εξέδωσε και άλλες ακάλυπτες επιταγές. Για ορισμένες έγιναν ποινικές διώξεις. Τις ακάλυπτες επιταγές τις έδινε κατά καιρούς στο Δικηγόρο. Οι πληρωμές γίνονταν συνήθως κάθε μήνα και έδινε τις επιταγές στο Δικηγόρο «λίγες λίγες» γιατί περίμενε να εξαργυρωθούν. Την επιταγή, Τεκμήριο 3, την έδωσε στο Δικηγόρο τον Σεπτέμβριο του
  13. Όταν του υπεδείχθη ότι το Κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 2/7/2010, απάντησε πως πιθανόν να είχε λάθος γιατί είχε υπόψη του την πρώτη δίκη. Ακολούθως, του υπεβλήθη ότι υπάρχουν ακόμη τέσσερις ποινικές διώξεις, η μία εκ των οποίων είναι η ποινική υπόθεση 893/2011 που αφορά την επιταγή με αρ. 00644024 με ημερομηνία εξόφλησης στις 28/3/
  14. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι δεν θυμάται. Σε υποβολή ότι άλλη ποινική υπόθεση είναι η 13819/2010 σε σχέση με την επιταγή με αρ. 00644021, ημερομηνίας 2/3/2010, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι αυτά είναι ζητήματα που αφορούν τον Δικηγόρο του, προς τον οποίο έδινε τμηματικά τις επιταγές, ενώ στο μεταξύ γίνονταν επαφές και έπαιρναν υποσχέσεις από τον Κατηγορούμενο
  15. Σε υποβολή ότι υπάρχει η ποινική υπόθεση 14530/2010 που αφορα την επιταγή 0064402, ημερομηνίας 14/3/2010, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι ο ίδιος γνωρίζει το ποσό των επιταγών που έδωσε στο Δικηγόρο, ο οποίος και τον ειδοποεί λίγες ημέρες πριν το Δικαστήριο. Σε υποβολή ότι υπάρχει και ποινική υπόθεση 13095/2010 για την επιταγή με αρ. 07243861, ημερομηνίας 28/2/2010 και την επιταγή 00644020, ημερομηνίας 28/2/2010, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι αυτά είναι θέματα που αφορούν το Δικηγόρο. Ανέφερε, όμως, ότι και αυτές οι επιταγές φυλάγονται στο χρηματοκιβώτιο. Τις έδιδε στο Δικηγόρο του ανάλογα με το πότε επιστρέφονταν πίσω. Δεν είχε στην κατοχή του τις άλλες επιταγές όταν παρέδωσε στο Δικηγόρο την επιταγή, Τεκμήριο 3, γιατί το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λύσης τις αφήνει κοντά του κάποιες ημέρες προτού τις επιστρέψει. Αν τις είχε στην κατοχή του, θα τις έδινε όλες στο Δικηγόρο. Αρνήθηκε ότι της έδωσε όλες μαζί στο Δικηγόρο, λέγοντας πως τις έδινε τμηματικά. Εξαρτάται, ως είπε, από την ημερομηνία επιστροφής, προσθέτοντας πως στο μεταξύ έγιναν επαφές με τον Κατηγορούμενο 2 και υποσχέσεις για εξόφληση. Αρνήθηκε υποβολή ότι σκοπίμως ηγέρθησαν πέντε ποινικές διώξεις, λέγοντας πως όλο το 2010 και το 2011 γίνονταν επαφές με τον Κατηγορούμενο 2 για να κανονίσει όσα λεφτά μπορούσε. Ερωτήθη κατά πόσον η επιταγή με αρ. 07242864 είναι για το ίδιο ποσό με την επιταγή, Τεκμήριο 3, και ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος 2 την ίδια ημερομηνία έδωσε 4 επιταγές ισάξιου ποσού για εξόφληση προηγούμενων υποχρεώσεων. Αρνήθη, επίσης, υποβολή ότι η επιταγή με αρ. 07242864 εδόθη για εξόφληση της επιταγής, Τεκμήριο 3, λέγοντας πως ήταν μέρος του λογαριασμού που είχε στην εταιρεία. Αν συνέβαινε αυτό που υπέβαλε ο συνήγορος υπεράσπισης, τότε ο Κατηγορούμενος 2 θα έπαιρνε πίσω την παλιά. Ως δεύτερος μάρτυρας κατέθεσε ο κ. Ηλίας Παπασταύρου (Μ.Κ.2), ο οποίος ανέφερε ότι είναι Γραμματέας του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λύσης από το
  16. Προηγουμένως ήταν εσωτερικός ελεγκτής από το
  17. Γνωρίζει την εταιρεία ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ, η οποία είναι πελάτης τους και διατηρεί λογαριασμούς κοντά τους. Με αυτό το όνομα είναι γνωστός σε αυτόν ο εν λόγω οργανισμός. Δεν θυμόταν την επιταγή, Τεκμήριο 3, αλλά πρέπει να την ξαναείδε επειδή βλέπει τις επιταγές. Με αναφορά στο Τεκμήριο 3, ανέφερε τις ημερομηνίες κατάθεσης της επιταγής και τις ημερομηνίες που ετέθηκαν οι διάφορες σφραγίδες. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.2, η φράση «μη επαρκή υπόλοιπα» σημαίνει ότι ο λογαριασμός της επιταγής δεν είχε επαρκή κεφάλαια για να τιμηθεί. Ο μάρτυρας γνώριζε ότι στην τράπεζά τους κατατέθηκαν και άλλες επιταγές με εκδότρια την Κατηγορουμένη 1 και δικαιούχο την ΣΕΔΙΓΕΠ Λύσης Λτδ. Οι προηγούμενες επιταγές είχαν τιμηθεί. Ανέφερε, επίσης, πως όταν κατέθετε επιταγές η ΣΕΔΙΓΕΠ Λύσης Λτδ, το όνομα του δικαιούχου στις επιταγές ήταν σχεδόν πάντοτε η ΣΕΔΙΓΕΠ Λύσης Λτδ. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι πελάτης τους είναι η ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ (ΣΕΔΙΓΕΠ) ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ, αλλά αυτή είναι γνωστή ως ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, τα ονόματα αυτά αφορούν το ίδιο νομικό πρόσωπο. Συμφώνησε πως δεν υπάρχει εγγεγραμμένο νομικό πρόσωπο με την επωνυμία ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ, αλλά προσέθεσε ότι το νομικό πρόσωπο είναι το ίδιο και ότι στην αγορά αυτό είναι γνωστό ως ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ. Ο λογαριασμός που διατηρείται κοντά τους είναι στο όνομα της ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ (ΣΕΔΙΓΕΠ) ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ, όπως είναι το σωστό όνομα της εταιρείας στον Έφορο. Η επιταγή, Τεκμήριο 3, κατατέθηκε στο λογαριασμό της ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ (ΣΕΔΙΓΕΠ) ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ. Δέχθηκε πως δικαιούχος δεν είναι η ΣΕΔΙΓΕΠ Λύσης Λτδ, αλλά το νομικό πρόσωπο. Ερωτήθη, στη συνέχεια, σε σχέση με τις σφραγίδες επί του Τεκμηρίου 3 και ανέφερε ότι τόσο η σφραγίδα ημερομηνίας 10/2/2010 όσο και η σφραγίδα ημερομηνίας 18/2/2010 ετέθη από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λύσης. Η μονογραφή με κόκκινο μελάνι ετέθη από την τράπεζα του εκδότη, δηλαδή η Λαϊκή Τράπεζα. Αυτή είναι η τακτική που ακολουθείται και αρνήθηκε υποβολή ότι δεν είναι η Λαϊκή Τράπεζα που έθεσε τις σφραγίδες ημερομηνίας 12/2/2010 και 22/2/
  18. Σε σχέση με άλλες επιταγές με εκδότρια την Κατηγορουμένη 1 που κατατέθηκαν στον συγκεκριμένο λογαριασμό, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι κάποιες πληρώθηκαν και κάποιες ήρθαν πίσω. Όταν η σφραγίδα από την τράπεζα του εκδότη της επιταγής λέει «Αποταθείτε στον εκδότη», το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λύσης ενημερώνει τον πελάτη, ο οποίος παραλαμβάνει την επιταγή για να αποταθεί στον εκδότη. Δεν θυμόταν κατά πόσον, όταν παρέδωσαν την επιταγή, Τεκμήριο 3, παρέδωσαν μαζί και άλλες επιταγές. Τούτο εξαρτάται από το πότε παραλάμβαναν τις επιταγές με την σφραγίδα «Αποταθείτε στον εκδότη». Δεν θυμόταν κατά πόσο η ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ (ΣΕΔΙΓΕΠ) ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ κατάθετε και επιταγές, επί των οποίων αναγράφονταν ως δικαιούχος κάποιο άλλο όνομα από το ΣΕΔΙΓΕΠ Λύσης Λτδ, καθότι ήταν πολλές οι επιταγές. Διευκρίνισε, επίσης, ότι η αναφορά του ότι ο λογαριασμός του εκδότη δεν είχε επαρκή υπόλοιπα στηρίχθηκε στην σφραγίδα που έθεσε η Λαϊκή Τράπεζα. Σε υποβολή ότι υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα, ο Μ.Κ.1 απάντησε ότι η επιταγή δεν πληρώθηκε. Ακολούθως, οι διάδικοι κατέθεσαν εκ συμφώνου, ως Τεκμήριο «4», για την απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου του, πιστόν αντίγραφο της εκ συμφώνου απόφασης ημερομηνίας 1/11/2011 (στο εξής «η Απόφαση») που εξεδόθη από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στην αγωγή με αρ. 1928/2010 (στο εξής «η Αγωγή») υπέρ των εκεί εναγόντων, Οργάνωση Παραγωγών ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ, και εναντίον του εκεί εναγομένου 1, FTHARTEMPORIKI MICHALIS ZITTIS LTD, για το ποσό των €43.366,
  19. Δηλώθηκε, επίσης, ως παραδεκτό γεγονός στη διαδικασία, το οποίο και εγκρίθηκε ως τέτοιο από το Δικαστήριο, ότι η Απόφαση αφορούσε αξίωση σε σχέση με την επιταγή, Τεκμήριο
  20. Ως τρίτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή, κατέθεσε ο κ. Σταύρος Βασιλειάδης (Μ.Κ.3), ο οποίος εργάζεται στη Λαϊκή Τράπεζα από το
  21. Σήμερα είναι Λειτουργός Εμπορικών Επιχειρήσεων στο κατάστημα Στροβόλου με κωδικό 304, θέση την οποία κατέχει στη Λαϊκή Τράπεζα από το
  22. Του υπεδείχθη η επιταγή, Τεκμήριο 3, και ανέφερε ότι το κατάστημά του χειρίζεται τον λογαριασμό της εταιρείας που εξέδωσε την επιταγή. Η επιταγή κατατέθηκε για πρώτη φορά στις 10/2/2010 για πληρωμή, αλλά στις 12/2/2010 επιστράφη πίσω στην τράπεζα του δικαιούχου γιατί δεν υπήρχε το απαραίτητο ποσό για να καλυφθεί το ποσό της επιταγής. Κατατέθηκε ξανά στις 18/2/2010 και επεστράφη πίσω στις 22/2/2010 για να αποταθούν στον εκδότη γιατί δεν υπήρχε διαθέσιμο υπόλοιπο για πληρωμή. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, δεν υπήρχε άλλος λόγος για τον οποίο επεστράφη πίσω η εν λόγω επιταγή. Ανέφερε, επίσης, ότι δικαιούχος της επιταγής ήταν η Σεδιγέπ Λύσης Λτδ και ξεκαθαρίστηκε από την Κεντρική Συνεργατική Τράπεζα. Σε ερώτηση κατά πόσον μπορεί οποιαδήποτε τράπεζα να θέσει θέμα για το όνομα του δικαιούχου της επιταγής, ο Μ.Κ.3 απάντησε πως τούτο μπορεί να γίνει όταν δεν συνταυτίζεται το όνομα του δικαιούχου με το όνομα του δικαιούχου όπου γίνεται η κατάθεση, κάτι που στην προκειμένη περίπτωση μπορούσε να γίνει από την Κεντρική Συνεργατική Τράπεζα, όπου έγινε η κατάθεση. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν είναι στις ευθύνες της πληρώτριας τράπεζας, στην προκειμένη περίπτωση της Λαϊκής Τράπεζας. Ακολούθως, κατέθεσε στη διαδικασία, ως Τεκμήριο «5», κατάσταση της κίνησης του συγκεκριμένου λογαριασμού με αρ. 004-11-026410 για την περίοδο από 1/1/2010 μέχρι τις 28/2/2010, την οποία εκτύπωσε από το ηλεκτρονικό σύστημα της Λαϊκής Τράπεζας. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, στις 12 και 22 του Φεβρουαρίου του 2010 η επιταγή παρουσιάστηκε για πληρωμή, αλλά, επειδή επεστράφη πίσω, στο Τεκμήριο 5 παρουσιάζεται η νενομισμένη χρέωση μαζί με τον αριθμό της επιταγής. Τόσο στις 12 όσο και τις 22 του Φεβρουαρίου του 2010, ο λογαριασμός ήταν σε υπέρβαση, γι αυτό δεν μπορούσε να πληρωθεί η επιταγή. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι στις 12/2/2010 ο λογαριασμός ήταν σε υπέρβαση και το υπόλοιπο των €314.000,00 (μείον) προέκυψε από πληρωμές επιταγών και άλλων χρεώσεων. Δεν είχαν εξουσιοδότηση να πληρώσουν ένεκα της υπέρβασης. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, το όριο του λογαριασμού πρέπει να ήταν €320.000,00, το οποίο σημαίνει ότι ο λογαριασμός μπορούσε να πάει πλην μέχρι €320.000,
  23. Διαφώνησε με υποβολή που του έγινε ότι το όριο ήταν πάνω από €320.000,00, λέγοντας πως στις 12/2/2010 το υπόλοιπο ήταν €314.000,00, και άρα το διαθέσιμο υπόλοιπο ήταν €6.000,
  24. Σε ερώτηση κατά πόσον η Λαϊκή Τράπεζα θα μπορούσε να πληρώσει, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι είναι πάντοτε τραπεζική πρακτική να πληρώνονται κάποιες επιταγές για κάποια ποσά, παρά την υπέρβαση. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, το ποσό της επιταγής ήταν αποτρεπτικό. Συμφώνησε πως ξαναπλήρωσαν επιταγές της Κατηγορουμένης 1 όταν ο λογαριασμός βρισκόταν σε υπέρβαση, αλλά δεν θυμόταν τί ποσά αφορούσαν. Σε ερώτηση ότι τούτο γινόταν επανειλημμένως, ο Μ.Κ.3 απάντησε ότι είναι ζήτημα που εμπίπτει στην διακριτική ευχέρεια της τράπεζας. Δέχθηκε, επίσης, ότι την εν λόγω περίοδο η συνεργασία των Κατηγορουμένων με την τράπεζα κινούνταν σε λογικά πλαίσια, προσθέτοντας ότι η Κατηγορουμένη 1 διακινούσε χρήματα μέσω της τράπεζας. Σε υποβολή ότι η Λαϊκή Τράπεζα θα μπορούσε να πληρώσει την επιταγή, ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι αυτή ήταν απόφαση των αρμοδίων προσόπων. Σε υποβολή ότι βάσει των συμφωνιών έπρεπε να πληρώσει η τράπεζα την επιταγή, ο μάρτυρας ανέφερε ότι οι συμφωνίες δεν προνοούν να πληρώνονται λογαριασμοί σε υπέρβαση. Δικαίωμα υπήρχε μέχρι του ποσού των €320.000,
  25. Ως τέταρτος μάρτυρας κατέθεσε ο κ. Κώστας Παπακώστας (Μ.Κ.4), Επαρχιακός Λάρνακας και Αμμοχώστου στην Υπηρεσία Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών, όπου έχει τον τίτλο του Πρώτου Συνεργατικού Λειτουργού. Μεταξύ των καθηκόντων του είναι η εποπτεία όλων των συνεργατικών ιδρυμάτων, πιστωτικών και μη, ως και η παροχή συμβουλών για την ανάπτυξη αυτών. Ο Μ.Κ.4 ανέφερε ότι η ΣΕΔΙΓΕΠ Λύσης ενεγράφη στον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών με το όνομα «Συνεργατική Εταιρεία Διαθέσεως Γεωργικών Προϊόντων Λύσης (Αμμοχώστου) Λτδ», προσθέτοντας πως το το «ΣΕΔΙΓΕΠ» είναι τα αρχικά αυτής της ονομασίας και πως η ονομασία «ΣΕΔΙΓΕΠ Λύσης» έχει καθιερωθεί σαν σύντομη επωνυμία και χρησιμοποιείται γενικά στις συναλλαγές. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, ο Έφορος Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών είναι ο καθ' ύλην αρμόδιος, σύμφωνα με την νομοθεσία, για την εγγραφή των συνεργατικών εταιρειών και ασχολείται με ο,τιδήποτε νομοθετικά αφορά τις εν λόγω εταιρείες. Ακολούθως, κατέθεσε στη διαδικασία ως Τεκμήριο «6» πιστόν αντίγραφο βεβαίωσης του Εφόρου Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών, ημερομηνίας 12/1/2012, το κείμενο της οποίας παραθέτω αυτολεξεί: «Με την παρούσα βεβαιούται ότι η Συνεργατική Εταιρεία με την επωνυμία «ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ (ΣΕΔΙΓΕΠ) ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ» είναι εγγεγραμμένη στο μητρώο των Συνεργατικών Εταιρειών με αριθμό εγγραφής 11/
  26. Οι ονομασίες «ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ» και «Οργάνωση Παραγωγών ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ» έχουν διαχρονικά καθιερωθεί από την πιο πάνω εταιρεία ως συντομίες της επωνυμίας της και χρησιμοποιούνται συνήθως από αυτή στις διάφορες συναλλαγές της.» Σύμφωνα με τον Μ.Κ.4, βεβαιώσεις, όπως αυτή του Τεκμηρίου 6, εμπίπτουν εντός της εξουσίας του Εφόρου να τις εκδίδει. Του υπεδείχθη, επίσης, η επιταγή, Τεκμήριο 3, και εξέφρασε την άποψη ότι για τον ίδιο η επιταγή είναι αποδεκτή από οποιαδήποτε τράπεζα, λέγοντας πως το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λύσης αποδέχεται το όνομα «ΣΕΔΙΓΕΠ Λύσης Λτδ». Σε ερώτηση πώς συναλλάσσεται η ΣΕΔΙΓΕΠ Λύσης με το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λύσης, ο μάρτυρας ανέφερε ότι η ΣΕΔΙΓΕΠ Λύσης άνοιξε εκεί ένα λογαριασμό, το άνοιγμα του οποίου ενεκρίθη, μέσω του οποίου γίνονται οι δίαφορες συναλλαγές της. Αντεξεταζόμενος, ο Μ.Κ.4 συμφώνησε ότι ο λογαριασμός στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λύσης είναι στο όνομα της εταιρείας ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ (ΣΕΔΙΓΕΠ) ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ, αλλά με την βεβαίωση του Εφόρου, ως είπε, για την Υπηρεσία του είναι το ίδιο πρόσωπο. Ανέφερε, επίσης, ότι ο αριθμός εγγραφής της εταιρείας ΣΕΔΙΓΕΠ Λύσης Λτδ είναι ο ίδιος με τον αριθμό εγγραφής της ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ (ΣΕΔΙΓΕΠ) ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ. Σε ερώτηση κατά πόσον υπάρχει εγγεγραμμένη εταιρεία με το όνομα ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ, ο Μ.Κ.1 απάντησε ότι είναι το ίδιο πρόσωπο. Υπάρχει εταιρεία ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ. Του εζητήθη να αναφέρει το συγκεκριμένο άρθρο της νομοθεσίας που δίδει την εξουσία στον Έφορο της Υπηρεσίας του να βεβαιώνει πώς είναι καθιερωμένο στην κυπριακή αγορά κάποιο νομικό πρόσωπο, και ο μάρτυρας ανέφερε πως δεν θυμάται το συγκεκριμένο άρθρο. Αρνήθηκε υποβολή ότι δεν έχει η Υπηρεσία του εξουσιοδότηση να εκδίδει πιστοποιητικά, ως το Τεκμήριο
  27. Κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.4, κατετέθη, επίσης, ως Τεκμήριο «7» αντίγραφο Πιστοποιητικού Εγγραφής της εταιρείας με την επωνυμία «ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΛΥΣΗΣ (ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ) ΛΤΔ», ημερομηνίας 8/4/1965, επί του οποίου υπάρχει βεβαίωση του Εφόρου της Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών ότι το όνομα της εν λόγω εταιρείας μετατράπηκε σε «Οργάνωση Παραγωγών Συνεργατική Εταιρεία Διαθέσεως Γεωργικών Προϊόντων (Σ.Ε.ΔΙ.ΓΕ.Π.) Λύσης Λτδ.» Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2 σύμφωνα με το Αρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 επέλεξαν το δικαίωμα της σιωπής. Δεν κάλεσαν οποιοδήποτε μάρτυρα προς υποστήριξη της υπεράσπισής τους. Στο στάδιο των αγορεύσεων, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, με αναφορά σε νομολογία και ανάλυση της προσαχθείσας μαρτυρίας εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την διάπραξη από τους Κατηγορουμένους 1 και 2 των αδικημάτων των Κατηγοριών που αντιμετωπίζουν και κάλεσε το Δικαστήριο να τους καταδικάσει. Στην αντίπερα όχθη, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορουμένων 1 και 2, εισηγήθηκε κατ' αρχάς ότι το Κατηγορητήριο δεν είναι έγκυρο καθότι ότι η εμφανιζόμενη ως κατήγορος εταιρεία είναι ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο και δεν μπορεί να εμφανίζεται ως κατήγορος. Εφόσον, σύμφωνα με την νομολογία, η ύπαρξη διαδίκου αποτελεί προϋπόθεση για την όποια διεκδίκηση, εισηγήθηκε ότι η νομική οντότητα του κατηγόρου δεν έχει αποδειχθεί με οποιοδήποτε τρόπο. Συνεπώς, ο κατήγορος δεν δικαιούται ή νομιμοποιείται να εμφανίζεται ως Κατηγορούσα Αρχή ενώπιον του Δικαστηρίου αφού είναι ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο. Ακολούθως, αναφέρθηκε στα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του Άρθρου 305 Α
(1)του Κεφ.154 και εισηγήθηκε ότι η επιταγή, Τεκμήριο 3, δεν φέρει όλα τα χαρακτηριστικά συναλλαγματικής και επιταγής καθότι το πρόσωπο που παρουσιάζεται ως δικαιούχος αυτής, ήτοι η ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ είναι ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο. Περαιτέρω, νομιμοποιημένος κομιστής της επιταγής, σύμφωνα με τον Μ.Κ.1, είναι η Οργάνωση Παραγωγών Συνεργατική Εταιρεία Διαθέσεως Γεωργικών Προϊόντων (Σ.Ε.ΔΙ.ΓΕ.Π.) Λύσης Λτδ και ουχί το ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ ή ο ανύπαρκτος κατήγορος. Πέραν τούτου, εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου κατά πόσον οι δύο σφραγίδες που τέθηκαν επί της επιταγής από την πληρώτρια τράπεζα είναι ενυπόγραφες σύμφωνα με το εδάφιο 3 του Άρθρου 305 Α. Δεν υπάρχει μαρτυρία σε ποιόν ανήκει η υπογραφή κάτω από τις σφραγίδες της πληρώτριας τράπεζας. Περαιτέρω, εισηγήθηκε ότι από το Τεκμήριο 5 προκύπτει ότι υπήρχαν ημερομηνίες που το χρεωστικό υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού υπερέβη κατά πολύ το όριο του λογαριασμού. Τούτο σε συνδυασμό με τα όσα ανέφερε ο Μ.Κ.3 οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η επιταγή μπορούσε να πληρωθεί και πως η επιταγή δεν ετιμήθη λόγω «της διακριτικής ευχέρειας του διευθυντή» και όχι «λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων». Ανεξάρτητα των ανωτέρω, ήταν η θέση του κ. Πλουτάρχου ότι, ακόμη και σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε όλα τα συστατικά στοιχεία της Πρώτης Κατηγορίας εναντίον της Κατηγορουμένης 1, η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία δεν είναι ικανή και αρκετή για να καταστήσει τον διευθυντή αυτής, Κατηγορούμενο 2, ποινικά υπέυθυνο ως συνεργό. Παρά το ότι ο Κατηγορούμενος 2 υπέγραψε την επιταγή ως διευθυντής της Κατηγορουμένης 1, αυτό δεν είναι αρκετό για να στοιχειοθετήσει την απαιτούμενη ένοχη διάνοια. Τα όσα ανέφερε ο Μ.Κ.1 δεν καταδεικνύουν ότι ο Κατηγορούμενος 2 είχε οποιαδήποτε γνώση «το τέλος του 2009», που σύμφωνα με τον Μ.Κ.1 ήταν η ημερομηνία έκδοσης της επιταγής», ότι δεν θα υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στον λογαριασμό της Κατηγορουμένης 1 την ημερομηνία πληρωμής της. Την εν λόγω εισήγησή του την στήριξε τόσο σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου όσο και σε πρωτόδικες αποφάσεις. Ενόψει των ανωτέρω, εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις Κατηγορίες εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και
  1. Αξιολόγηση-Ευρήματα Έχω παρακαλουθήσει με κάθε δυνατή και επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες, τον τρόπο, το ύφος, τη συμπεριφορά, τις αντιδράσεις και γενικά την παρουσία τους στο Δικαστήριο και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με σκοπό να καταλήξω στα αναγκαία ευρήματα και συμπεράσματα για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Όσον αφορά τον Μ.Κ.1, Μιχάλη Μιλή, θα πρέπει εξ αρχής να επισημανθεί ότι, όπως εξάγεται από τη σύνοψη του μαρτυρικού υλικού που παρέθεσα ανωτέρω και τις εισηγήσεις των συνηγόρων των διαδίκων, αρκετά σημεία της μαρτυρίας του δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Αναφέρομαι στις εμπορικές συναλλαγές της εταιρείας ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ (ΣΕΔΙΓΕΠ) ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ, (στο εξής η «Εταιρεία») με την Κατηγορουμένη 1, η οποία διήρκησε από το 2007 μέχρι τουλάχιστον το τέλος του
  2. Επίσης, στο ότι η Κατηγορουμένη 1 ενεργούσε σε σχέση με την εν λόγω συνεργασία δια μέσω του διευθυντή αυτής, Κατηγορουμένου 2, και ότι «τέλος» του 2009 η Κατηγορουμένη 1 διατηρούσε χρεωστικό υπόλοιπο στην Εταιρεία, έναντι του οποίου, «τέλος» του 2009 η Κατηγορουμένη 1 εξέδωσε και παρέδωσε στην Εταιρεία το Τεκμήριο
  3. Περαιτέρω, ότι το Τεκμήριο 3 υπεγράφη από τον Κατηγορούμενο 2, και το οποίο, παρά το ότι παρουσιάστηκε στην εκδότρια τράπεζα, ήτοι την Λαϊκή Τράπεζα τις ημερομηνίες που αναγράφονται επί αυτού, η Λαϊκή Τράπεζα δεν πλήρωσε την Εταιρεία το ποσό των €43.366,00 που το Τεκμήριο 3 αφορούσε. Σε κάθε περίπτωση, ο Μ.Κ.1 ήταν πειστικός όταν κατέθετε σε σχέση με τα πιο πάνω μη αμφισβητούμενα ουσιώδη της υπόθεσης γεγονότα. Σε σχέση με τα υπόλοιπα μέρη της μαρτυρίας του οφείλω να παρατηρήσω ότι σε αρκετά σημεία της μαρτυρίας του, ο Μ.Κ.1 έδωσε εκδοχές που δεν συνάδουν με την λογική, την μαρτυρία των υπόλοιπων μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής, ως επίσης με τα κατατεθέντα τεκμήρια. Για παράδειγμα, η αναφορά του ότι το Τεκμήριο 3 παρουσιάστηκε τρεις φορές στην τράπεζα για εξαργύρωση δεν συνάδει με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3, το οποίο ο ίδιος παρουσίασε, από το οποίο προκύπτει ότι αυτό παρουσιάστηκε μόνο δύο φορές. Σε κάθε περίπτωση, επί του προκειμένου, αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Κ.1, ότι δηλαδή είναι ο ίδιος που παρουσίασε το Τεκμήριο 3 στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λύσης για πληρωμή στο βαθμό που αυτή δεν συγκρούεται με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3, επί του οποίου θα επανέλθω. Περαιτέρω, η αναφορά του ότι ο λογαριασμός της Εταιρείας στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λύσης εξακολουθεί να είναι στο όνομα ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΤΔ δεν συνάδει με την μαρτυρία του Μ.Κ.2, ο οποίος ήταν και ο πλέον αρμόδιος να αναφέρει στο Δικαστήριο σε ποιού το όνομα είναι εγγεγραμμένος ο εν λόγω λογαριασμός. Δεν αποδέχομαι την εν λόγω αναφορά του Μ.Κ.1, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν συνάδει με την λογική, ήτοι ένα συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα, με τους ελέγχους τους οποίους υφίσταται από τον αρμόδιο έφορο να διατηρεί ένα λογαριασμό στο όνομα μιας εταιρείας, όπως αυτή έχει καθιερωθεί, παρά στο όνομα με το οποίο αυτή είναι εγγεγραμμένη. Περαιτέρω, ήταν συγκεχυμένες οι αναφορές του Μ.Κ.1 ως προς το ποιά συναλλαγή αφορούσε η πληρωμή που έγινε με το Τεκμήριο
  4. Στην Κυρίως Εξέτασή του ανέφερε ότι το Τεκμήριο 3 αφορούσε την πληρωμή φθαρτών και λαχανικών που παραδόθηκαν στην Κατηγορουμένη 1 δύο μήνες πριν την έκδοση του Τεκμηρίου 3, η οποία ανέφερε ότι έγινε τέλος του
  5. Κατά την αντεξέτασή του, όμως, ανέφερε ότι το Τεκμήριο 3 δόθηκε για την πληρωμή γεωργικών προϊόντων που έδιδαν στην Κατηγορουμένη 1 από τον Νοέμβριο του
  6. Περαιτέρω, δεν ήταν σαφής και ξεκάθαρη η αναφορά του μάρτυρα ότι όταν πραγματοποιήθηκε η συνάντηση με τον Κατηγορούμενο 2, τέλος του 2009, υπήρχαν επιταγές που η Κατηγορουμένη 1 είχε παραδώσει στην Εταιρεία προηγούμενως και δεν είχαν τιμηθεί. Ο Μ.Κ.1 επιχείρησε να εξηγήσει την παρουσία του Κατηγορουμένου 2 στο γραφείο του «τέλος» του 2009 στο ότι υπήρχαν προβλήματα με άλλες επιταγές. Παρά το ότι ο Μ.Κ.1 δεν αντεξετάστηκε σε σχέση με την εν λόγω αναφορά του, εντούτοις αυτή παρουσιάζει εγγενείς δυσκολίες αντιπαραβάλλοντάς την με τα όσα στη συνέχεια ο ίδιος ανέφερε, ήτοι ότι «έπρεπε να δώσει νέες επιταγές και να πάρει, αν είχε, τις παλιές.» Τελικά υπήρχαν ή δεν υπήρχαν οι παλιές; Η εν λόγω αντίφαση σε συνδυασμό με την μεταγενέστερη αναφορά του ότι την ίδια ημερομηνία που εκδόθηκε το Τεκμήριο 3, εκδόθηκαν και άλλες τρεις επιταγές ισάξιου ποσού για εξόφληση προηγούμενων υποχρεώσεων (χωρίς να γίνεται αναφορά σε παλιές επιταγές), ως και σε συνδυασμό με την αναφορά του Μ.Κ.2, επί της οποίας θα επανέλθω, ότι δηλαδή οι προηγούμενες επιταγές που παρουσιάστηκαν στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λύσης με εκδότη την Κατηγορουμένη 1 και κατατέθηκαν στο λογαριασμό της Εταιρείας εξαργυρώθηκαν, δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε ασφαλές συμπέρασμα κατά πόσον υπήρχαν ή όχι προηγούμενες προβληματικές επιταγές. Ομοίως, δεν βοηθά στην εξαγωγή συμπεράσματος η αναφορά του Μ.Κ.1 ότι το συνολικό οφειλόμενο υπόλοιπο της Κατηγορουμένης 1, συμπεριλαμβανομένων επιστραφεισών επιταγών, υπόλοιπου λογαριασμού και κοινών κιβωτίων, ανέρχεται στο ποσό των €560.000,00, καθότι ο Μ.Κ.1 δεν προσδιόρισε πότε προέκυψε το εν λόγω υπόλοιπο και ποιές επιστραφείσες επιταγές αφορούσε. Ομολογουμένως, κάποιος μπορεί να διερωτηθεί ποιά η σημασία επισήμανσης των εν λόγω αντιφάσεων ή κενών στην μαρτυρία του Μ.Κ.1 εφόσον κατά τα άλλα, ως έχω ήδη επισημάνει, δεν αμφισβητείται από την υπεράσπιση το ότι το Τεκμήριο 3 παραδόθηκε από την Κατηγορουμένη 1 για να πληρώσει την αξία εμπορευμάτων που όφειλε στην Εταιρεία. Η σημασία, όμως, των εν λόγω επισημάνσεων θα διαφανεί στη συνέχεια κατά την εξέταση της όποιας ποινικής ευθύνης του Κατηγορουμένου 2 ως συνεργού. Σε κάθε περίπτωση, μπορεί ευλόγως να συναχθεί ως συμπέρασμα, κάτι που δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, πως «τέλος» του 2009 ο χρεωστικός λογαριασμός της Κατηγορουμένης 1 στην Εταιρεία ήταν προβληματικός, για αυτό και χρειάστηκε να πραγματοποιηθεί συνάντηση μεταξύ του Μ.Κ.1 και του Κατηγορουμένου 2 για να συμφωνηθεί ο τρόπος αποπληρωμής του υπολοίπου. Σε κάθε περίπτωση, ήταν λογικοφανής, σταθερή και πειστική η κατά τα άλλα αναντίλεκτη αναφορά του Μ.Κ.1 σε σχέση με τις επικοινωνίες και συναντήσεις που είχε με τον Κατηγορούμενο 2, κατά το χρονικό διάστημα που ακολούθησε μετά την πρώτη ανεπιτυχή παρουσίαση για πληρωμή του Τεκμηρίου 3, με σκοπό την εξόφληση τόσο του Τεκμηρίου 3 όσο και άλλων επιταγών. Συνεπώς, το εν λόγω μέρος της μαρτυρίας του γίνεται αποδεκτό και αποτελεί και σχετικό εύρημα του Δικαστηρίου. Ως λογικοφανή και πειστική κρίνω, επίσης, την εκδοχή του Μ.Κ.1 ότι ο λόγος που δεν παρουσιάστηκε το Τεκμήριο 3 στην τράπεζα για εξαργύρωση την ημερομηνία πληρωμής αυτής, ήταν η παράκληση που δέχθηκε από τον Κατηγορούμενο 2 να μην το καταθέσει ώστε να εμβαστούν κεφάλαια στο λογαριασμό. Παρά το ότι αποδέχομαι ότι πράγματι έλαβε χώρα η εν λόγω συνομιλία του Κατηγορουμένου 2 με τον Μ.Κ.1, η οποία και αποτελεί και σχετικό εύρημα του Δικαστηρίου, εντούτοις θα πρέπει να τονιστεί ότι ο Μ.Κ.1 δεν ανέφερε πότε έγινε η εν λόγω συνομιλία με τον Κατηγορούμενο
  7. Αποδέχομαι, επίσης, την αναφορά του Μ.Κ.1 ότι το Τεκμήριο 3 παραμένει απλήρωτο μέχρι και σήμερα. Η περί του αντιθέτου υποβολή που έγινε στον Μ.Κ.1 περί εξόφλησης του Τεκμηρίου 3 με κάποια επιταγή με αρ. 07242864, παρέμεινε να αιωρείται στο κενό. Πέραν τούτο, όμως, και παρά το ότι στα περιστατικά της παρούσας δεν φαίνεται να κέκτηται πλέον οποιασδήποτε σημασίας το κατά πόσον ο Μ.Κ.1 παρέδωσε τις επιταγές στο Δικηγόρο, για τις οποίες καταχωρήθηκαν άλλες ποινικές υποθέσεις εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2, μαζί με το Τεκμήριο 3, οφείλω να παρατηρήσω ότι δεν ήταν πειστική και αληθοφανής η εν λόγω εκδοχή του Μ.Κ.
  8. Πρώτον, ήταν ανεπιτυχής η προσπάθειά του να δικαιολογήσει την αρχική αναφορά για την ημερομηνία που παρέδωσε το Τεκμήριο 3 στο Δικηγόρο του σε δήθεν σύγχυση με την ημερομηνία της πρώτης δίκης. Όπως προκύπτει από το ιστορικό του φακέλου, η παρούσα υπόθεση δεν ήταν ορισμένη για ο,τιδήποτε τον Σεπτέμβριο του
  9. Περαιτέρω, η Απόφαση στην Αγωγή εξεδόθη στις 1/11/
  10. Ποιά ήταν λοιπόν η προηγούμενη δίκη; Πέραν τούτου δεν συνάδει με την υπόλοιπη μαρτυρία του Μ.Κ.1, την οποία έχω ήδη κάνει αποδεκτή, η εκδοχή του ότι παρέδιδε τις επιταγές τμηματικά στο Δικηγόρο του ανάλογα με την ημερομηνία που αυτές επιστρέφονταν πίσω. Η επιταγές οι οποίες αναφέρθηκαν στον Μ.Κ.1 είχαν ημερομηνία πληρωμής πολύ μεταγενέστερη της ημερομηνίας που ο Μ.Κ.1 ανέφερε στην κυρίως εξέτασή του ότι ενεπλάκην ο Δικηγόρος του στην υπόθεση, ήτοι τον Μάιο του
  11. Σε κάθε περίπτωση, στην απουσία παράθεσης από την υπεράσπιση περαιτέρω στοιχείων σε σχέση με τις εν λόγω επιταγές, όπως για παράδειγμα κατά πόσον αυτές εκδόθηκαν από τον ίδιο τραπεζικό λογαριασμό της Κατηγορουμένης 1, ως επίσης στην απουσία παράθεσης μαρτυρίας σε σχέση με την ημερομηνία έκδοσης των εν λόγω επιταγών, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει το ζήτημα της κατάχρησης της διαδικασίας που η υπεράσπιση επιχείρησε αρχικά να προβάλει, και το οποίο σε κάθε περίπτωση ο κ. Πλουτάρχου δεν προώθησε με τις τελικές του αγορεύσεις. Οφείλω, όμως, να σημειώσω ότι δεν αποδέχομαι το σχετικό μέρος της μαρτυρίας του Μ.Κ.
  12. Τέλος, όσον αφορά το μέρος της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 σε σχέση με το ποιός τελικά συναλλάχτηκε με την Κατηγορουμένη 1 ή κατά πόσον η ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ και η ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ αποτελούν υπαρκτά νομικά πρόσωπα, θα πρέπει εξ αρχής να τονιστεί ότι αποτελεί μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι το εγγεγραμμένο νομικό πρόσωπο είναι η Εταιρεία. Τούτο προκύπτει τόσο από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 όσο και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2, τα οποία κατέθεσε ο Μ.Κ.1, το περιεχόμενο των οποίων αποδέχομαι ως αληθινό. Αυτή ήταν και επί του προκειμένου η εκδοχή του Μ.Κ.
  13. Αυτό που ουσιαστικά επιχείρησε να προβάλει ως γεγονός ο Μ.Κ.1 είναι πως η ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ και η ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ αφορούν το ίδιο νομικό πρόσωπο με την Εταιρεία. Η θέση ότι το όνομα ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ αποτελεί ουσιαστικά συντομογραφία του προηγούμενου εγγεγραμμένου ονόματος της Εταιρείας συνάδει κατ' αρχάς με το ίδιο το εν λόγω προηγούμενο όνομα που ήταν ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ ΛΥΣΗΣ (ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ) ΛΤΔ. Δηλαδή το γράμμα «Σ» είναι το αρχικό της λέξης «ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ», το γράμμα «Ε» είναι το αρχικό της λέξης «ΕΤΑΙΡΕΙΑ», τα γράμματα «ΔΙ» είναι τα αρχικά της λέξης «ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ», τα γράμματα «ΓΕ» είναι τα αρχικά της λέξης «ΓΕΩΡΓΙΚΑ» και το γράμμα «Π» τα αρχικά της λέξης «ΠΡΟΙΟΝΤΑ». Πέραν τούτου, θεωρώ ότι ο Μ.Κ.1 ως εκ της πολυετούς παρουσίας, θέσης και εργασίας του στην Εταιρεία ήταν σε θέση να μαρτυρήσει κατά πόσον η Εταιρεία διαχρονικά στις συναλλαγές της χρησιμοποιούσε για σκοπούς συντομίας στην αναφορά το όνομα ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ., ως και το ότι διαχρονικά οι αρμόδιες αρχές και οι διάφοροι φορείς του εμπορίου χρησιμοποιούσαν στις όποιες συναλλαγές τους με την Εταιρεία αντί το πλήρες όνομα, την συντομογραφία ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ, με το οποίο αυτή διαχρονικά έγινε γνωστή. Πέραν του ότι η εν λόγω αναφορά του Μ.Κ.1 δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, αυτή κρίνεται λογική, πειστική και σε πλήρη αρμονία με την μαρτυρία των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.4, επί της οποίας θα επανέλθω. Το ίδιο ισχύει και με την αναφορά του Μ.Κ.1 ότι οι επιταγές που παραδίδονται στην Εταιρεία καταγράφουν ως το όνομα του δικαιούχου την συντομογραφία ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ. Τούτο επιβεβαιώνεται έτι περαιτέρω με το όνομα που οι ίδιοι οι Κατηγορούμενοι ανέγραψαν επί του Τεκμηρίου 3 ως δικαιούχο αυτού, ήτοι ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ, ως και το ότι το Τεκμήριο 3 εξεδόθη από την Κατηγορουμένη 1 για την πληρωμή της αξίας εμπορευμάτων που όφειλε στην Εταιρεία. Κρίνω επουσιώδη την λανθασμένη αναφορά του Μ.Κ.1 σε σχέση με το όνομα του λογαριασμού που η Εταιρεία διατηρεί στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λύσης, την οποία αποδίδω σε αβλεψία. Όσον αφορά τώρα το όνομα ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ δέχομαι, επίσης, ως πειστική και λογική την κατά τα άλλα αναντίλεκτη μαρτυρία του Μ.Κ.1 ότι με την ένταξή της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την αλλαγή που επήλθε στο όνομα της Εταιρείας αυτή χρησιμοποιεί σε διάφορα έντυπα, όπως τιμολόγια και καταστάσεις λογαριασμών το εν λόγω όνομα για σκοπούς πρακτικότητας και ευκολίας στην καταγραφή. Όπως εξ άλλου κατέγραψα κατά την παράθεση της μαρτυρίας ανωτέρω, ο συνήγορος των Κατηγορουμένων δεν αμφισβήτησε ότι τα τιμολόγια που η Εταιρεία εξέδιδε στην Κατηγορουμένη 1 ανέγραφαν το εν λόγω όνομα, αντί το πλήρες εγγεγραμμένο όνομα αυτής. Είναι εμφανές ότι η Εταιρεία, ως απότελεσμα της αλλαγής που επήλθε στο προηγούμενο εγγεγραμμένο όνομά της με την προσθήκη ουσιαστικά στην αρχή αυτού των λέξεων «ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ», προσέθεσε σε διάφορα εμπορικά έντυπά της τις εν λόγω λέξεις μπροστά από την συντομογραφία «ΣΕΔΙΓΕΠ Λύσης Λτδ», ώστε αυτή να διαβάζει ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ. Παρά το ότι ομολογουμένως σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας του ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι ανέκαθεν όλες οι εργασίες της Εταιρείας γίνονταν με την επωνυμία ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ, κάτι που κρίνεται παράλογο και δεν γίνεται αποδεκτό εφόσον η αλλαγή στο εγγεγραμμένο όνομα έγινε το 2004, εντούτοις αυτό δεν αλλάζει την ουσία του πράγματος. Ότι δηλαδή πράγματι η επωνυμία ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ αποτελεί σύντομη αναγραφή του εγγεγραμμένου ονόματος της Εταιρείας, το οποίο χρησιμοποιείται από την Εταιρεία στις διάφορες συναλλαγές της, και με το οποίο αναγνωρίζεται από τους συναλλαττόμενους με αυτή ότι αφορά την ίδια. Στην εν λόγω κατάληξή μου συνεπικούρησε και το ίδιο το Τεκμήριο 4, το οποίο κατετέθη εκ συμφώνου για την απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου του, σε συνδυασμό με το παραδεκτό γεγονός ότι η Απόφαση αφορούσε αξίωση σε σχέση με το Τεκμήριο
  14. Υπενθυμίζω ότι, σύμφωνα με το Τεκμήριο 4, ως ενάγουσα στην Αγωγή καταγράφεται η ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ και εναγομένη-εξ αποφάσεως οφειλέτρια η Κατηγορουμένη
  15. Σε κάθε περίπτωση, οφείλω να ξεκαθαρίσω ότι με τα όσα γεγονότα έκανα παραδεκτά ανωτέρω ουδόλως αποδέχομαι ότι υφίσταται εγγεγραμμένο νομικό πρόσωπο με την επωνυμία ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ ή ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ. Ο Μ.Κ.2, Ηλίας Παπασταύρου, μου έκανε καλή εντύπωση και μου έδωσε την εικόνα ενός ειλικρινούς και αξιόπιστου προσώπου. Θεωρώ ότι ως Γραμματέας του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λύσης περιορίστηκε σε γεγονότα για τα οποία μπορούσε να δώσει άμεση μαρτυρία σε συνδυασμό με κάποια στοιχεία που προκύπτουν από το ίδιο το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3, το οποίο ως εκ της θέσης και της πείρας του ήταν σε θέση να εξηγήσει και να ερμηνεύσει. Δεν θεωρώ ούτε έχω επισημάνει ο,τιδήποτε από το οποίο να μπορεί να συναχθεί ότι ήταν διατεθειμένος να παραποιήσει μέρος των γεγονότων. Σε κάθε περίπτωση, το μόνο γεγονός που αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση όσον αφορά τα όσα ο Μ.Κ.2 κατέθεσε ήταν το κατά πόσον οι σφραγίδες ημερομηνίας 22/2/2010 και 12/2/2010 ετέθηκαν από την πληρώτρια τράπεζα, ήτοι την Λαϊκή Τράπεζα, και ο λόγος που δεν εξαργυρώθηκε η εν λόγω επιταγή. Ο Μ.Κ.2 ήταν αρκούντος ειλικρινής λέγοντας πως η αναφορά του ότι ο λογαριασμός του εκδότη δεν είχε επαρκή υπόλοιπα στηρίχτηκε στην σφραγίδα που έθεσε η Λαϊκή Τράπεζα, διερωτούμενος ταυτοχρόνως το εύλογο, κατά την άποψή μου, ήτοι για ποιόν λόγο να μην εξαργυρωθεί το Τεκμήριο 3 εάν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα. Περαιτέρω, η επιμονή του ότι είναι η Λαϊκή Τράπεζα που έθεσε τις σφραγίδες ημερομηνίας 12/2/2010 και 22/2/2010 δεν διαψεύστηκε από την μαρτυρία του Μ.Κ.3, επί της οποίας θα επανέλθω, επιβεβαιώνοντας την αρχική εντύπωση που το Δικαστήριο σχημάτισε για τον μάρτυρα, ότι δηλαδή αυτός γνωρίζει πολύ καλά την τακτική που ακολουθείται, ως επίσης γνωρίζει πολύ καλά για τα πράγματα που μιλά με σιγουριά. Προκύπτει, λοιπόν, από τα όσα ο Μ.Κ.2 κατέθεσε σε συνδυασμό με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3, ότι αυτό κατατέθηκε από την Εταιρεία στο λογαριασμο που η τελευταία διατηρεί στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λύσης στις 10/2/2010, το οποίο, όμως, επεστράφη απλήρωτο από την Λαϊκή Τράπεζα, προς την οποία προωθήθηκε για πληρωμή, με ενυπόγραφη σφραγίδα, ημερομηνίας 12/2/2010, επί της οποίας αναφράφεται «Να παρουσιαστεί ξανά-Μη επαρκή υπόλοιπα» (στο εξής «η Πρώτη Σφραγίδα»). Το Τεκμήριο 3 κατατέθηκε εκ νέου στο λογαριασμό που η Εταιρεία διατηρεί στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λύσης στις 18/2/2010 και δεν ετιμήθη επειδή η πληρώτρια τράπεζα προς την οποία προωθήθηκε για πληρωμή επέστρεψε αυτή απλήρωτη με ενυπόγραφη σφραγίδα, ημερομηνίας 22/2/2010, επί της οποίας αναγράφεται «Αποταθείτε στον εκδότη-Μη επαρκή υπόλοιπα» (στο εξής «η Δεύτερη Σφραγίδα»). Μετά την πιο πάνω εξέλιξη, το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λύσης επέστρεψε το Τεκμήριο 3 στην Εταιρεία για να αποταθεί στον εκδότη. Προκύπτει, επίσης, από την μαρτυρία του Μ.Κ.2 ότι η Εταιρεία είναι γνωστή στην αγορά με το όνομα ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ, ως και ότι οι προηγούμενες επιταγές που κατατέθηκαν στον λογαριασμό της Εταιρείας με εκδότη την Κατηγορουμένη 1 εξαργυρώθηκαν. Τα προαναφερθέντα αποτελούν και σχετικά ευρήματα του Δικαστηρίου. Καλήν, επίσης, εικόνα μου έκανε ο Μ.Κ.3, Σταύρος Βασιλειάδης, ο οποίος μου έδωσε την εικόνα ενός ειλικρινούς και αξιόπιστου προσώπου. Θεωρώ ότι ως εκ της πολυετούς πείρας του στην Λαϊκή Τράπεζα και ως Λειτουργός Εμπορικών Επιχειρήσεων στο υποκατάστημα που η Κατηγορουμένη 1 διατηρεί λογαριασμό, περιορίστηκε, επίσης, σε γεγονότα για τα οποία μπορούσε να δώσει άμεση μαρτυρία σε συνδυασμό με κάποια στοιχεία που προκύπτουν από έγγραφα, τα οποία ως εκ της ιδιότητάς του κατείχε. Δεν θεωρώ ούτε έχω επισημάνει ο,τιδήποτε από το οποίο μπορεί να συναχθεί ότι θα ήταν διατεθειμένος να παραποιήσει μέρος των γεγονότων. Προκύπτει, λοιπόν, από την μαρτυρία του Μ.Κ.3 και το Τεκμήριο 5 που κατέθεσε, ότι η Κατηγορουμένη 1 διατηρεί λογαριασμό παρατραβήγματος (στο εξής «ο Λογαριασμός») στην Λαϊκή Τράπεζα (Υποκατάστημα Στροβόλου) με αρ. 004-11-
  16. Αποδέχομαι, επίσης, ότι η κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 5, παρουσιάζει την κίνηση του Λογαριασμού από την 1/1/2010 μέχρι τις 28/2/
  17. Στις 12/2/2010, το Τεκμήριο 3 παρουσιάστηκε για πληρωμή στην Λαϊκή Τράπεζα. Την εν λόγω ημερομηνία, ο Λογαριασμός παρουσίαζε υπόλοιπο €314.092,
  18. Η Λαϊκή Τράπεζα δεν εξαργύρωσε το Τεκμήριο 3 και ο Λογαριασμός χρεώθηκε με πρόστιμο («p/lty» ως φαίνεται στην σελίδα 9 του Τεκμηρίου 5) εξ €40,
  19. Την ίδια ημερομηνία, η Λαϊκή Τράπεζα έθεσε την Πρώτη Σφραγίδα επί του Τεκμηρίου 5 και επέστρεψε αυτή απλήρωτη στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λύσης. Κατόπιν, ακολούθως, περαιτέρω προώθησης από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λύσης, το Τεκμήριο 3 παρουσιάστηκε για πληρωμή για δεύτερη φορά στη Λαϊκή Τράπεζα στις 22/2/
  20. Την εν λόγω ημερομηνία, ο Λογαριασμός παρουσίαζε υπόλοιπο €323.174,
  21. Η Λαϊκή Τράπεζα δεν εξαργύρωσε το Τεκμήριο 3 και ο Λογαριασμός χρεώθηκε με πρόστιμο («p/lty» ως φαίνεται στην σελίδα 11 του Τεκμηρίου 5) εξ €40,
  22. Την ίδια ημερομηνία, η Λαϊκή Τράπεζα έθεσε την Δεύτερη Σφραγίδα επί του Τεκμηρίου 3 και επέστρεψε αυτή απλήρωτη στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λύσης. Όπως προκύπτει από την σύνοψη της μαρτυρίας που καταγράφω ανωτέρω, κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.3 επιχειρήθηκε αρχικά να αμφισβητηθεί η αναφορά του ότι το εγκεκριμένο όριο παρατραβήγματος του Λογαριασμού ήταν €320,000,
  23. Στην πορεία, όμως, και μετά την σταθερή επιμονή του Μ.Κ.3 ότι αυτό ήταν το εγκεκριμένο όριο και άρα το διαθέσιμο υπόλοιπο τις ημερομηνίες κατάθεσης δεν αρκούσε για να καλύψει το ποσό του Τεκμηρίου 3 εξ €43.336,00, η θέση που προβλήθηκε από την υπεράσπιση, εγκαταλείποντας ουσιαστικά την αρχική διαφωνία για το εγκεκριμένο όριο, ήταν πως παρά την υπέρβαση που θα σημειωνόταν σε περίπτωση πληρωμής του Τεκμηρίου 3, εντούτοις η Λαϊκή Τράπεζα μπορούσε να πληρώσει το Τεκμήριο 3, όπως έκανε και στο παρελθόν, όταν ο λογαριασμός βρισκόταν σε υπέρβαση. Θεωρώ ότι ο Μ.Κ.3, ως εκ της θέσης του και των καθηκόντων του, ήταν σε θέση να μαρτυρήσει για το εγκεκριμένο όριο του Λογαριασμού. Πέραν του ότι η εκδοχή του ήταν σαφής και πειστική, δεν ετέθη ο,τιδήποτε ενώπιόν μου από το οποίο να προκύπτει ότι ο Μ.Κ.3 ή το τραπεζικό ίδρυμα που εκπροσωπούσε, είχε κάποια διαφορά με ή είχε οποιαδήποτε αρνητική προδιάθεση εναντίον της Κατηγορουμένης 1 ώστε να μην καταθέσει στο Δικαστήριο την αλήθεια, υπό το φως μάλιστα και της συμφωνίας του με τον συνήγορο υπεράσπισης ότι η συνεργασία την εν λόγω περίοδο κινούνταν σε λογικά πλαίσια. Ενόψει, περαιτέρω, και της μη ουσιαστικής αμφισβήτησης από την υπεράσπιση της εν λόγω αναφοράς του Μ.Κ.1, αποδέχομαι ότι το εγκεκριμένο όριο παρατραβήγματος του Λογαριασμού ήταν €320.000,
  24. Αυτό που προκύπτει από την αναντίλεκτη επί του προκειμένου μαρτυρία του Μ.Κ.1 και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5, είναι πως πράγματι υπήρξαν περιπτώσεις που το υπόλοιπο του Λογαριασμού ξεπερνούσε κατά πολύ το εγκεκριμένο όριο παρατραβήγματος. Για παράδειγμα, από τις 4/1/2010 μέχρι και τις 8/1/2010 το υπόλοιπο κυμαίνονταν σε ποσά της τάξης των €360.000,00 και €370.000,
  25. Μάλιστα, στις 11/1/2010 το υπόλοιπο έφτασε στο ποσό των €399.625,
  26. Την εν λόγω περίοδο, δηλαδή από τις 4/1/2010 μέχρι και τις 11/1/2010, διενεργήθηκαν διάφορες πιστώσεις και χρεώσεις στον Λογαριασμό και παρά την εν λόγω σημαντική υπέρβαση, η Λαϊκή Τράπεζα πλήρωσε διάφορες επιταγές, όπως για παράδειγμα κάποια επιταγή για το ποσό των €13.331,84 στις 5/1/2010, ανεβάζοντας το υπόλοιπο στο ποσό των €374.094,
  27. Θα πρέπει βεβαίως να σημειωθεί ότι στις 11/1/2010 με την κατάθεση προφανώς από την Κατηγορουμένη 1 κάποιων επιταγών αξίας €111.822,35, το υπόλοιπο μειώθηκε στο ποσό των €287.802,76, δηλαδή κάτω από το εγκεκριμένο όριο. Στη συνέχεια, ο Λογαριασμός διατηρούνταν στα εγκεκριμένα όρια μέχρι και τις 2/2/2010, οπόταν το υπόλοιπο ξεπέρασε το εγκεκριμένο όριο φτάνοντας σε ποσά της τάξης των €350.094,
  28. Την εν λόγω περίοδο, ήτοι από τις 11/1/2010 μέχρι και τις 2/2/2010, έγιναν διάφορες πιστώσεις και χρεώσεις στον Λογαριασμό. Ενδεικτικά αναφέρω ότι στις 2/2/2010, όταν σε κάποια στιγμή της εν λόγω ημερομηνίας το υπόλοιπο του Λογαριασμού ήταν €300.822,28, η Λαϊκή Τράπεζα πλήρωσε κάποια επιταγή για το ποσό των €43.366,00 ανεβάζοντας το υπόλοιπο στο ποσό των €344.188,
  29. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα από τις 2/2/2010 μέχρι και τις 9/2/2010, το υπόλοιπο του Λογαριασμού κυμαίνονταν σε ποσά της τάξης των €340.000,00 και €360.000,00, αυτό δε μειώθηκε στις 10/2/2010 στο ποσό των €317.700,68 μετά την κατάθεση διάφορων επιταγών για το συνολικό ποσό των €49.163,
  30. Την εν λόγω περίοδο διενεργούνταν, επίσης, διάφορες πιστώσεις και χρεώσεις στον Λογαριασμό. Ενδεικτικά, στις 4/2/2010 και ενώ το υπόλοιπο ανέρχονταν στο ποσό των €345.792,70, η Λαϊκή Τράπεζα πλήρωσε κάποια επιταγή για το ποσό των €10.000,
  31. Ακολούθως, και συγκεκριμένα από τις 10/2/2010 μέχρι και κάποια χρονική στιγμή στις 18/2/2010, το υπόλοιπο του Λογαριασμού διατηρήθηκε ουσιαστικά εντός του εγκεκριμένου ορίου για να αυξηθεί την ίδια ημερομηνία σε ποσό της τάξης των €322.000,00, ποσό στο οποίο το υπόλοιπο κυμαίνονταν μέχρι και τις 23/2/2010, οπόταν με την κατάθεση διάφορων επιταγών για το συνολικό ποσό των €34.971,69, το υπόλοιπο μειώθηκε στο ποσό των €294.210,
  32. Την εν λόγω περίοδο έγιναν, επίσης, διάφορες πιστώσεις και χρεώσεις στον Λογαριασμό. Ακολούθως, από τις 23/2/2010 μέχρι και τις 26/2/2010, το υπόλοιπο του Λογαριασμού κυμαίνονταν εντός του εγκεκριμένου ορίου σε ποσά της τάξης των €299.000,00 και €300.000,
  33. Προκύπτει, επίσης, από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 ότι την εν λόγω περίοδο, ήτοι από τις 4/1/2010 μέχρι και τις 26/2/2010, η κίνηση του Λογαριασμού ήταν σχεδόν καθημερινή, με αρκετές πράξεις κάθε ημερομηνία. Για σκοπούς πληρέστερης παρουσίασης της κίνησης του Λογαριασμού την προαναφερθείσα περίοδο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι στις πλείστες των εν λόγω ημερομηνιών κατατίθονταν και διάφορες επιταγές που εκδίδονταν προφανώς από την Κατηγορουμένη 1, οι οποίες και δεν πληρώνονταν. Το Τεκμήριο 5, όμως, δεν διαφωτίζει ποιά ήταν τα ποσά των εν λόγω επιταγών. Συνεπώς, αυτό που συνάγεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 είναι πως πράγματι η Λαϊκή Τράπεζα την περίοδο από 4/1/2010 μέχρι και τις 26/2/2010 προέβαινε σε πληρωμές διάφορων επιταγών παρά το ότι με τον τρόπο αυτό ο Λογαριασμός υπερέβαινε σημαντικά το εγκεκριμένο όριο, ως και ότι προέβη σε πληρωμές επιταγών σε χρονικά σημεία που ο Λογαριασμός βρισκόταν ήδη σε υπέρβαση. Ως προανέφερα, όμως, υπήρξαν και πολλές περιπτώσεις που δεν πληρώθηκαν αρκετές επιταγές. Παρά το ότι από το Τεκμήριο 5 δεν προκύπτει τί ποσά αφορούσαν οι μη πληρωθείσες επιταγές, μπορεί με ασφάλεια να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι το κατά πόσον θα πληρώνονταν επιταγές από τη Λαϊκή Τράπεζα, όταν με την πράξη αυτή το ποσό του παρατραβήγματος θα ξεπερνούσε το εγκεκριμένο όριο, ήταν ζήτημα που ενέπιπτε καθαρά στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης της τράπεζας, όπως εξ άλλου ανέφερε και ο Μ.Κ.3, έχοντας προφανώς υπόψη το σύνολο των επιταγών που παρουσιάζονταν σε συγκεκριμένη ημερομηνία για πληρωμή και τυχόν άλλη πληροφόρηση από τον πελάτη της σε σχέση με τις αναμενόμενες πιστώσεις. Τούτο, όμως, δεν συνεπάγεται ότι η Λαϊκή Τράπεζα ήταν υποχρεωμένη «βάσει των συμφωνιών», όπως επιχείρησε να προβάλει ο κ. Πλουτάρχου με την αντεξέτασή του, να πληρώσει το Τεκμήριο 3 στις 12/2/2010 ή στις 22/2/
  34. Όπως με σαφήνεια ανέφερε ο Μ.Κ.3, οι συμφωνίες δεν προνοούν να πληρώνονται επιταγές όταν ο λογαριασμός βρισκεται σε υπέρβαση. Ενόψει των ανωτέρω και επιπλέον ένεκα του ότι δεν ετέθη ενώπιον του Δικαστηρίου ο,τιδήποτε που να κλονίζει την εν λόγω θέση του Μ.Κ.3 ή οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποστηρίζει την αντίθετη εκδοχή, αποδέχομαι ως ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα τη θέση του μάρτυρα, ότι δηλαδή η Λαϊκή Τράπεζα δεν ήταν υποχρεωμένη να πληρώσει το Τεκμήριο 3 είτε στις 12/2/2010 είτε στις 22/2/2010 καθότι ο Λογαριασμός σε έκαστη των εν λόγω ημερομηνιών δεν είχε επαρκή υπόλοιπα για να καλύψει το ποσό του Τεκμηρίου 3, ήτοι το ποσό των €43.366,
  35. Όσον αφορά τέλος τον Μ.Κ.4, κ. Κώστα Παπακώστα, οφείλω να παρατηρήσω ότι δεν ήταν σε θέση να διαφωτίσει με πειστικότητα το Δικαστήριο επί των αμφισβητούμενων της υπόθεσης γεγονότων. Η μαρτυρία του σε κάποια σημεία χαρακτηριζόταν από υπερβολή και έπαρση θα τολμήσω να πω θεωρώντας ότι η θέση την οποία κατέχει στην Υπηρεσία Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών (στο εξής «η Υπηρεσία») τον νομιμοποιεί να εμφανίζεται στο Δικαστήριο και να λέει ό,τι θέλει. Για παράδειγμα, παρά το ότι ανέφερε το μη αμφισβητούμενο και εύλογο, το οποίο προκύπτει και μέσα από τα Τεκμήρια 1 και 6 που αποτελούν επίσημα έγγραφα, ότι η Εταιρεία είναι εγγεγραμμένη στο μητρώο συνεργατικών εταιρειών με αρ. εγγραφής 11/65, εντούτοις απέφυγε να απαντήσει ξεκάθαρα κατά πόσον στο μητρώο της Υπηρεσίας υπάρχει εγγεγραμμένη εταιρεία με το όνομα ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ, λέγοντας πως είναι το ίδιο πράγμα. Το κατά πόσον η εν λόγω ονομασία, όμως, αποτελεί την συντομία της εγγεγραμμένης Εταιρείας ή κατά πόσον χρησιμοποιείται για σκοπούς αναφοράς είναι ένα πράγμα και άλλο πράγμα αν υπάρχει εγγεγραμμένη εταιρεία με το εν λόγω όνομα, κάτι που απέφυγε να απαντήσει. Σε κάποιο άλλο μάλιστα σημείο της μαρτυρίας του ανέφερε ότι υπάρχει εταιρεία με το όνομα ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ. Τούτο, όμως, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό καθότι εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο, υπό το φως και των προνοιών του Άρθρου 21 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμων του 1985 μέχρι 2011 (στο εξής «ο περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος»), θα επρόκειτο για ξεχωριστή εταιρεία. Περαιτέρω, παρά το ότι κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι ο έφορος της Υπηρεσίας (στο εξής «ο Έφορος») έχει εξουσία να εκδίδει βεβαιώσεις, όπως αυτή του Τεκμηρίου 6, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει κατά την αντεξέτασή του το συγκεκριμένο άρθρο του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου που δίδει την εν λόγω εξουσία. Παρεμπιπτόντως, έχω μελετήσει το εν λόγω νομοθέτημα και δεν εντόπισα κάποια διάταξη που να υποστηρίζει την εν λόγω αναφορα του Μ.Κ.
  36. Πέραν τούτων, δεν μπορώ να αποδεκτώ ως ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα το σχετικό μέρος του Τεκμηρίου 6, το οποίο υποστηρίζει ότι η ονομασία ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ έχει «διαχρονικά» καθιερωθεί από την Εταιρεία ως συντομία της επωνυμίας της. Η λέξη διαχρονικά παραπέμπει σε βάθος χρόνου, δηλαδή κάτι που ισχύει τουλάχιστον για κάποιες δεκαετίες. Εφόσον, όμως, η αλλαγή της επίσημης ονομασίας της Εταιρείας στο υπάρχον όνομα έγινε το 2004, δεν μπορεί να τίθεται ζήτημα διαχρονικής καθιέρωσης της εν λόγω σύντομης επωνυμίας. Συνεπώς, πέραν του περιεχομένου του Τεκμηρίου 7, δεν αποδέχομαι το μέρος της μαρτυρίας του Μ.Κ.4, συμπεριλαμβανομένου του περιεχομένου του Τεκμηρίου 6, στο βαθμό που αυτά επιχειρούν να προσθέσουν ο,τιδήποτε περαιτέρω στα όσα γεγονότα αποδέκτηκα και αποτέλεσαν σχετικά ευρήματα του Δικαστηρίο ανωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 σε σχέση με το καθεστώς της Εταιρείας, τις δύο σύντομες επωνυμίες και την αποδοχή από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λύσης της κατάθεσης στον λογαριασμό της Εταιρείας επιταγών που αναγράφουν ως δικαιούχο «ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ». Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και ευρήματά μου, θα προχωρήσω να εξετάσω τα εγερθέντα νομικά ζητήματα και κατά πόσον η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της. Νομική Πτυχή- Συμπεράσματα Α. Εγκυρότητα Κατηγορητηρίου Καθηκόντως, θα προχωρήσω να εξετάσω εν πρώτοις το εγερθέν ζήτημα περί της μη εγκυρότητας του Κατηγορητηρίου, καθότι σε περίπωση που αποδεχθώ την σχετική εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της υπεράσπισης, τότε θα παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος. Το ζητούμενο, λοιπόν, είναι κατά πόσον το Κατηγορητήριο είναι άκυρο εξ υπαρχής ένεκα του ότι στο εισαγωγικό μέρος αυτού καταγράφεται ως Κατήγορος το όνομα ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ και όχι η εγγεγραμμένη επωνυμία της Εταιρείας. Το Άρθρο 38 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, διαλαμβάνει πως κάθε κατηγορητήριο είναι στον καθορισμένο τύπο, υπογράφεται από ή εκ μέρους του προσώπου που απαγγέλλει, αναφέρει το όνομα του Δικαστηρίου ενώπιον του οποίου θα διεξαχθεί η συνοπτική δίκη και περιλαμβάνει επίσης το όνομα και περιγραφή του κατηγορουμένου, όπως αυτά είναι γνωστά στον κατήγορο, τα οποία είναι εύλογα επαρκή προς διαπίστωση της ταυτότητας του κατηγορουμένου, ως και το ποινικό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα για τα οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος που περιλαμβάνουν τις λεπτομέρειες που εκτίθενται στο Άρθρο
  37. Η έρευνα του Δικαστηρίου δεν εντόπισε οποιαδήποτε πρόνοια στο Κεφ. 155 ή στον περί Ποινικής Δικονομίας Διαδικαστικό Κανονισμό που να πραγματεύεται το ζήτημα της καταγραφής ή της περιγραφής στο εισαγωγικό μέρος του κατηγορητηρίου του προσώπου του κατηγόρου. Ομοίως, δεν εντόπισα νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων που να πραγματεύεται το ζητούμενο. Στον καθορισμένο, μάλιστα, τύπο κατηγορητηρίου - Ποινικό Έντυπο Αρ. 7 (Τύπος Δ.32) - που επισυνάπτεται στο Παράρτημα Α του περί Ποινικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού, εντοπίζεται απλώς στο εισαγωγικό μέρος του κατηγορητηρίου η αναφορά «Κατηγορητήριο καταχωρηθέν από .....», χωρίς οποιαδήποτε υποσημείωση. Στο Σύγγραμμα Archbold, Pleading, Evidence and Practice in Criminal Cases, 1993, σελ. 1/69, διαβάζουμε τα ακόλουθα σε σχέση με τον τρόπο περιγραφής προσώπων σε κατηγορητήριο: «The accused should be described in the indictment by his christian name and surname: 2 Hale
  38. But these need not necessarily be stated correctly, provided that he is described in a manner which is reasonably sufficient to identify him. When a corporation is indicted, it should be described by its proper corporate name or style . The surname may be such as the accused has usually been known by or acknowledged; and if there be a doubt as to which one of the two names is his real surname, the second may be added in the indictment, thus: "Richard Wilson, otherwise called Richard Layer". In indictments for offences against the persons or property of individuals, the christian name and name of the person injured should be stated if known . A new-born child may be sufficiently described as "then lately before born of the body of A B and not named". In more modern English this might be rendered as ". a child then recently born to A.B. and not named." Where the person injured has a name of dignity as a peer, baronet, or knight, he should be described by it. "His Royal Highness the Duke of Cambridge" has been considered sufficient without setting forth any of his Christian names: R. v. Frost
(1855)Dears. 474". Περαιτέρω, στο Σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice
(2003), παρά. D10.13, σελ. 1269, διαβάζουμε τα εξής σε σχέση με την περιγραφή ονομάτων: "A person named in an indictment (whether as accused, victim or otherwise) should be described by his or her forenames and surname. Errors in stating names will not, however, affect the validity of the proceedings, provided that the misnamed person is identified with reasonable precision and the parties are not misled. By r.8 of the Indictment Rules 1971: "It shall be sufficient in an indictment to describe a person whose name is not known as a person unknown". Από την Αγγλική απόφαση Regina v. William Frost and John Russell (ανωτέρω) προκύπτει ότι τα ονόματα προσώπων σε ένα κατηγορητήριο εξυπηρετούν ουσιαστικά τον σκοπό της περιγραφής των προσώπων ("the names being matter of description") που αναφέρονται σε αυτό και ότι το ουσιώδες σε μια ποινική υπόθεση δεν είναι κατά πόσον ένα πρόσωπο προσδιορίζεται στο κατηγορητήριο με το ονοματεπώνυμό του, αλλά το κατά πόσον με την προσκομισθείσα μαρτυρία αποδεικνύεται κατά την ακροαματική διαδικασία το όνομα του προσώπου αυτού όπως καταγράφεται στο κατηγορητήριο. Για παράδειγμα, στην εν λόγω υπόθεση, όπου ο Δούκας του Cambridge περιγράφονταν στο κατηγορητήριο ως "George William Frederick Charles Duke of Cambridge", ενώ με τη μαρτυρία αποδείχθηκαν μόνο τα δύο χριστιανικά του ονόματα καθότι οι μάρτυρες δεν ήξεραν τα άλλα δύο, αποφασίστηκε πως δεν αποδείχθηκε η κατηγορία και οι κατηγορούμενοι απαλλάχτηκαν ενόψει του ότι, όπως τονίστηκε, "it is a general rule of law that whatever is laid as matter of description, must be proved as laid". Σε κάθε περίπτωση, ξεκαθαρίστηκε πως εάν ο Δούκας του Cambridge περιγράφονταν στο κατηγορητήριο ως «Duke of Cambridge", τότε η περιγραφή αυτή θα ήταν αρκετή. Στην εν λόγω απόφαση δίδονται και άλλα παραδείγματα επαρκούς περιγραφής προσώπων σε κατηγορητήριο, από τα οποία προκύπτει ότι η καταγραφή στο κατηγορητήριο κάποιου τίτλου που κατέχει κάποιο πρόσωπο κρίνεται αρκετή, παρά το ότι, κατά την ακροαματική διαδικασία, αποδεικνύεται ότι το όνομα αυτού χωρίς τον τίτλο είναι κάποιο άλλο. Για παράδειγμα, στην υπόθεση Rex v. Sulls (2 Leach´s Cr. Ca. 861), η παραπονούμενη περιγράφονταν στο κατηγορητήριο ως "Victory Baroness Turkheim", ενώ αποδείχθηκε ότι το όνομα αυτής χωρίς τον τίτλο ήταν 'Selina Victoire'. Βεβαίως, σε αυτήν την περίπτωση ήταν απαραίτητο να αποδειχθεί πως η παραπονούμενη πράγματι κατείχε τον εν λόγω τίτλο. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου, βεβαίως, πως τα παραδείγματα που παρέθεσα ανωτέρω δεν αφορούσαν την περιγραφή του κατηγόρου στο εισαγωγικό μέρος του κατηγορητηρίου, ως και το ότι αφορούσαν την περιγραφή φυσικού και όχι νομικού προσώπου. Αδυνατώ, όμως, να αντιληφθώ την ύπαρξη οποιουδήποτε αποχρώντος λόγου που να διαφοροποιεί το ζήτημα της περιγραφής κάποιου προσώπου σε κατηγορητήριο στην περίπτωση που το πρόσωπο αυτό είναι όχι μόνο το παραπονούμενο πρόσωπο, αλλά συνάμα και ο κατήγορος, ως επίσης να διαφοροποιεί το ζήτημα της περιγραφής κάποιου προσώπου σε κατηγορητήριο ανάλογα με το αν πρόκειται περί φυσικού ή νομικού προσώπου, και τούτου παρά το ότι Άρθρο 21 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου προνοεί ότι: «Η εγγραφή εταιρείας καθιστά αυτήν νομικό πρόσωπον υπό την επωνυμίαν υπό την οποία ενεγράφη, με διηνεκή διαδοχήν, μετ' εξουσίας να κατέχη περιουσίαν, να συμβάλληται, να εγείρη και υπερασπίζη αγωγάς και άλλας δικαστικάς διαδικασίας και να πράττει παν ό,τι είναι αναγκαίον δια τους σκοπούς της συστάσεώς της.» Κατά την άποψή μου, η περιγραφή στο εισαγωγικό μέρος του κατηγορητηρίου του νομικού ή φυσικού προσώπου που καταχωρεί αυτή εξυπηρετεί κατ' αρχάς στο να γνωρίζει ο κατηγορούμενος το θύμα της ποινικής πράξης για την οποία κατηγορείται, εξ ου και η αρχή που διατυπώνεται ανωτέρω στον Blackstones, ότι δηλαδή λάθος στην περιγραφή ονόματος δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της διαδικασίας, νοουμένου ότι το πρόσωπο αυτό αναγνωρίζεται με εύλογη επάρκεια ('precision') και δεν παραπλανούνται τα μέρη. Στην προκειμένη περίπτωση, η υπεράσπιση δεν έθεσε ούτε και θα μπορούσε, στην βάση των ευρημάτων μου, να θέσει θέμα παραπλάνησης με τον τρόπο της περιγραφής του ονόματος του κατηγόρου στο εισαγωγικό μέρος του Κατηγορητηρίου. Η κατηγορούσα αρχή έχει, βεβαίως, το βάρος να αποδείξει ότι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που περιγράφεται στο κατηγορητήριο υφίσταται. Παρά το ότι ομολογουμένως το ζήτημα της υπάρξης διαφέρει όταν πρόκειται για νομικό πρόσωπο, το οποίο δημιουργείται με συγκεκριμένη επωνυμία, εντούτοις είμαι της άποψης πως εφόσον αποδειχθεί στην ακροαματική διαδικασία ότι το όνομα του κατηγόρου/παραπονούμενου, όπως καταγράφεται στο εισαγωγικό μέρος του κατηγορητηρίου, αποτελεί, όπως στην προκειμένη περίπτωση, συντομία της εγγεγραμμένης επωνυμίας υπαρκτού νομικού προσώπου, την οποία στις εμπορικές συναλλαγές το νομικό πρόσωπο χρησιμοποιεί για σκοπούς ευκολίας στην αναφορά, ως επίσης ότι με αυτό αναγνωρίζεται επαρκώς ως το εγγεγραμμένο νομικό πρόσωπο, δεν τίθεται ζήτημα ανύπαρκτου νομικού προσώπου. Πρόκειται για απλό ζήτημα λανθασμένης περιγραφής ονόματος («misnomer»), το οποίο δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της διαδικασίας, όπως δεν θα επηράζε άλλωστε την εγκυρότητα μιας πολιτικής διαδικασίας. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, δεν αποδέχομαι τη θέση της υπεράσπισης ότι το Κατηγορητήριο είναι εξ υπαρχής άκυρο. Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του αδικήματος, αντικείμενο της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και εάν είναι. Βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363. Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής. Βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 401. Όπως τονίστηκε στην Γενικός Εισαγγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 246 «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.» Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί και αθωωθεί από την κατηγορία. Από το λεκτικό του Άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, ως αυτό τροποποιήθηκε με το Ν.70(Ι)/2008, ο οποίος αποτελεί το νομικό υπόβαθρο των Κατηγοριών, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: Η έκδοση επιταγής. Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Η παρουσίαση αυτή να έλαβε χώρα κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή καθίσταται πληρωτέα. Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της είτε στο ότι ο τραπεζικός του λογαριασμός ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Η μη πληρωμή της επιταγής εντός περιόδου δεκαπέντε ημερών από την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Από το σύνολο της μαρτυρίας, η οποία έγινε αποδεκτή ανωτέρω, τα μη αμφισβητούμενα της υπόθεσης γεγονότα και τα ευρήματα στα οποία έχω ήδη προβεί, είναι πρόδηλο ότι το μόνα ζητήματα που παραμένουν να εξεταστούν και αποφασιστούν σε σχέση με την απόδειξη της Πρώτης Κατηγορίας εναντίον της Κατηγορουμένης 1 είναι τα εξής. Πρώτον, κατά πόσον η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε ότι το Τεκμήριο 3 αποτελεί «επιταγή» εντός της εννοίας του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, ενόψει του ότι το Τεκμήριο 3 αναγράφει ως δικαιούχο όχι το εγγεγραμμένο όνομα της Εταιρείας, αλλά την σύντομη επωνυμία αυτής ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ. Δεύτερον, κατά πόσον το Τεκμήριο 3 δεν επληρώθη λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων της Κατηγορουμένης 1. Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Άρθρου 2 του Ποινικού Κώδικα «επιταγή» σημαίνει «γραπτή εντολή του εκδότη προς τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή.» Περαιτέρω, το Άρθρο 73 του Κεφ. 262 διαλαμβάνει ότι επιταγή είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει. Βεβαίως, ο εν λογω ορισμός θα πρέπει να τύχει της αναγκαίας διαφοροποίησης ενόψει του του ορισμού που εισήχθη στο Άρθρο 2 του Ποινικού Κώδικα (ως ανωτέρω) για να καλύψει και την περίπτωση της μεταχρονολογημένης επιταγής. Σύμφωνα, επίσης, με το Άρθρο 3
(1)του Κεφ. 262: «Συναλλαγματική είναι η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραμμένη από το πρόσωπο που τη δίδει και η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εμφανίσει ή σε ορισμένο ή καθορισμένο μελλοντικό χρόνο ορισμένο ποσό χρημάτων σε καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισμένου προσώπου ή στον κομιστή.» Περαιτέρω, το Άρθρο 5
(1)του Κεφ. 262 διαλαμβάνει ότι συναλλαγματική δύναται να εκδοθεί πληρωτέα στον αποδέκτη, ή σε διαταγή αυτού. Καθοριστικό για το ζήτημα που εξετάζουμε είναι το Άρθρο 6
(1)του Κεφ. 262, σύμφωνα με το οποίο «ο αποδέκτης πρέπει να κατονομάζεται ή άλλως πως να δηλώνεται σε συναλλαγματική με εύλογη βεβαιότητα». Δεν υπάρχει οποιαδήποτε διάταξη είτε στον Ποινικό Κώδικα ή στο Κεφ.262 που να επιτάσσει ότι για να αποτελεί κάποιο έγγραφο συναλλαγματική και/ή επιταγή θα πρέπει το όνομα του αποδέκτη να καταγράφεται, στην περίπτωση φυσικού προσώπου με το όνομά του ως αυτό είναι καταγραμμένο στο δελτίο ταυτότητάς του, ή στην περίπτωση νομικού προσώπου με το πλήρες εγγεγραμμένο όνομά του. Αυτό που απαιτείται από τις συνδυασμένες πρόνοιες των πιο πάνω νομοθετημάτων είναι όπως η γραπτή εντολή για πληρωμή ορισμένου φυσικού ή νομικού προσώπου να κατονομάζει τούτο με εύλογη βεβαιότητα. Με δεδομένο το εύρημά μου πως το ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ αποτελεί συντομία του εγγεγραμμένου ονόματος της Εταιρείας, με την οποία αυτή είναι διαχρονικά γνωστή, θεωρώ ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις και των δύο πιο πάνω νομοθετημάτων ώστε το Τεκμήριο 3 να αποτελεί επιταγή για τους σκοπούς του Άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, καθότι καθορίζει με εύλογη βεβαιότητα ότι αποδέκτης αυτής είναι η Εταιρεία. Πέραν του ότι η Εταιρεία είναι διαχρονικά γνωστή με την εν λόγω συντομία της εγγεγραμμένης επωνυμίας της, η θέση του κ. Πλουτάρχου, ότι δηλαδή το Τεκμήριο 3 (στο εξής «η Επιταγή») δόθηκε από την Κατηγορουμένη 1 στην Εταιρεία για πληρωμή της αξίας εμπορευμάτων που η πρώτη όφειλε στην τελευταία, το ότι όλες οι επιταγές που η Κατηγορουμένη 1 εξέδιδε και παρέδιδε στην Εταιρεία ανέγραφαν ως αποδέκτη/δικαιούχο την ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ, ως και το ότι κανένας από τους εμπλεκομένους δεν φαίνεται να είχε οποτεδήποτε οποιαδήποτε αμφιβολία ότι, με την εν λόγω περιγραφή και καταγραφή στη θέση του ονόματος του αποδέκτη/δικαιούχου της Επιταγής, το πρόσωπο που έπρεπε να πληρωθεί ήταν η Εταιρεία, κατά την άποψή μου ικανοποιούν με βεβαιότητα την εν λόγω νομοθετική απαίτηση. Δεν θα συμφωνήσω, επίσης, με την θέση του κ. Πλουτάρχου ότι η μη εξόφληση της Επιταγής από την Λαϊκή Τράπεζα στις 22/2/2010, οφείλεται σε οποιοδήποτε άλλο λόγο, παρά στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαιών στο Λογαριασμό. Η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει και αυτό το συστατικό στοιχείο του αδικήματος, τόσον με την παρουσίαση της Επιταγής, επί της οποίας υπάρχει η ενυπόγραφη Δεύτερη Σφραγίδα της Λαϊκής Τράπεζας, όσο και με την μαρτυρία του Μ.Κ.3 και της κατάθεσης του Τεκμηρίου 5, το περιεχόμενο των οποίων έχω ήδη αποδεχθεί. Το εδάφιο
(3)του Άρθρου 305Α του Ποινικού Κώδικα προνοεί ότι: «Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν το πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται απο τον εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοιείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώρηση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους.» Δεν μπορώ να συμφωνήσω με την εισήγηση της υπεράσπισης που ετέθη την υστάτη, ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του εδαφίου 3 επειδή δεν υπάρχει μαρτυρία σε σχέση με το πρόσωπο που υπέγραψε ή μονοέγραψε την Δεύτερη Σφραγίδα. Το εύρημα στο οποίο προέβη το Δικαστήριο, ότι δηλαδή η ενυπόγραφη Δεύτερη Σφραγίδα ετέθη από την Λαϊκή Τράπεζα ικανοποιεί πλήρως τις απαιτήσεις του εδαφίου 3, το οποίο ξακάθαρα απαιτεί όπως η σφραγίδα ή η σημείωση να τίθεται ενυπογράφως από το πιστωτικό ίδρυμα και τίποτε περισσότερο. Σε κάθε περίπτωση, εάν η υπεράσπιση ήθελε να προβάλει τη θέση ότι η υπογραφή ή η μονογραφή δεν ετέθη από την Λαϊκή Τράπεζα, οφειλε να θέσει τούτο κατά την ακροαματική διαδικασία, κάτι που δεν έπραξε. Αυτό που αμφισβητήθηκε αρχικά κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.2 ήταν κατά πόσον η Δεύτερη Σφραγίδα ετέθη από την Λαϊκή Τράπεζα και τίποτε περισσότερο, θέση η οποία και δεν προωθήθηκε κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.3, Διευθυντή της Λαϊκής Τράπεζας. Συνεπώς, στα περιστατικά της παρούσας δημιουργήθηκε μαχητό τεκμήριο ότι η μη εξόφληση της Επιταγής οφείλονταν στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων της Κατηγορουμένης 1 κατά την ημερομηνία της κατάθεσής της στο Λογαριασμό. Ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε από την υπεράσπιση που να ανατρέπει το εν λόγω τεκμήριο. Τουναντίον, η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει και με άλλο τρόπο ότι η Επιταγή δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων της Κατηγορουμένης 1. Βλ. Ιωάννου ν. Nanaimo Λίμιτεδ κ.ά.
(2005)2 Α.Α.Δ. 555. Όπως αποτέλεσε και σχετικό εύρημά μου, με την μαρτυρία του Μ.Κ.3 και την κατάθεση του Τεκμηρίου 5, απεδείχθη ότι τόσο στις 12/2/2010 όσο και στις 22/2/2010 δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στο Λογαριασμό για να καλύψουν το ποσό της Επιταγής. Αυτός ήταν και ο μοναδικός λόγος μη εξόφλησης της επιταγής. Το αν η Λαϊκή Τράπεζα, παρά την υπέρβαση και την υποχρέωσή της να πληρώνει επιταγές μόνον μέχρι του εγκεκριμένου ορίου του Λογαριασμού, θα μπορούσε ενδεχομένως, όπως έπραξε και σε άλλες περιπτώσεις, ασκώντας τη διακριτική της ευχέρεια, να πληρώσει την Επιταγή, τούτο είναι ζήτημα που δεν αφορά την απόδειξη του συγκερκιμένου συστατικού στοιχείου του αδικήματος του Άρθρου 305 Α
(1), ούτε και επιτρέπει να εμφιλοχωρήσει οποιαδήποτε αμφιβολία για το αν πράγματι η Επιταγή δεν ετιμήθη λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων της Κατηγορουμένης 1. Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η ενοχή της Κατηγορουμένης 1 στην Πρώτη Κατηγορία. Αυτό που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσον αποδείχθηκε η ενοχή του Κατηγορουμένου 2 στην Κατηγορία που αντιμετωπίζει, ήτοι τη Δεύτερη Κατηγορία. Ως προανέφερα, ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει τη Δεύτερη Κατηγορία ως συνεργός, υπό την ιδιότητά του ως Διευθυντής της Κατηγορουμένης 1, κατά παράβαση του Άρθρου 305 Α
(1)σε συνδυασμό με το Άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα που αφορά την ποινική ευθύνη συνεργών και διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα εξής: «20. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετείχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος και για αυτό δύναται να διωχθεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α)...................................................................................... (β)...................................................................................... (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά την διάπραξη ποινικού αδικήματος. (δ).......................................................................................» Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factrory Ltd
(2003)2 A.A.Δ. 261, αναφέρθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη, αλλά η αστική ευθύνη βαρύνει την εταιρεία που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό, όμως, δεν αποκλείει την δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχθούν όπως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, ως αυτουργοί, δυνάμει του Άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Σε τέτοια περίπτωση πρέπει να αποδειχθεί, πρώτον, η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό, η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία, ήτοι
(1)την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση
(2)σε αδίκημα και, δεύτερον, η ένοχη διάνοια (mens rea), η οποία αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για το συνεργό είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτείται πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Όπως τονίστηκε στην Αγγλική υπόθεση Johnson v. Youden [1950] 1 K.B. 455, σελ. 546, «before a person can be convicted of aiding and abetting the commission of an offence, he must at least know the essential matters which constitute the offence». Δηλαδή, για να καταδικαστεί κάποιος για παροχή βοήθειας στη διάπραξη κάποιου αδικήματος, πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζει τα ουσιώδη θέματα που συνιστούν το αδίκημα. Στην υπόθεση Davies, Turner & Co. Ltd v. Brodie [1954] 1 W.L.R. 1364, o Lord Goddard, επαναλαμβάνοντας την πιο πάνω αναφορά του στην Youden, προσέθεσε, στη σελ. 1364, πως «If a person shuts his eyes to the obvious or refrains from making any inquiry where a reasonably sensible man would make inquiry, I think that the court can find that he was aiding and abetting, certainly if he shuts his eyes to the obvious.» Δηλαδή, αν κάποιος κλείνει τα μάτια του σε ό,τι είναι πασίδηλο ή αποφεύγει να προβεί σε έρευνα εκεί που ο λογικά σκεπτόμενος άνθρωπος θα προέβαινε σε τέτοια, το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει ότι αυτός παρείχε βοήθεια ή παρακινούσε, σίγουρα εάν κλείνει τα μάτια του σε ό,τι ειναι πασίδηλο. Περαιτέρω, στην υπόθεση National Coal Board v. Gamble [1959] 1 K.B. 11, λέχθηκε, στη σελ. 20, ότι «...aiding and abetting is a crime that requires proof of mens rea, that is to say, of intention to aid as well as of knowledge of the circumstances», δηλαδή η παροχή βοήθειας είναι έγκλημα που απαιτεί την απόδειξη ένοχης πράξης, δηλαδή πρόθεση προσφοράς βοήθειας καθώς και γνώση των περιστάσεων. Επίσης, στην Αγγλική υπόθεση Blakely v. DPP
(1991)RTR 405, αναφέρεται ότι θα πρέπει, τουλάχιστον, να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι η πράξη του θα προξενούσε ή θα συνέδραμε στη διάπραξη του κυρίως αδικήματος. Η προϋπόθεση της ύπαρξης γνώσης εκ μέρους του συνεργού έχει εφαρμογή ακόμη και στις περιπτώσεις, όπου το κύριο αδίκημα είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης. Βλ., μεταξύ άλλων, Callow v. Tillstone [1900] 83 LT 411, Παυλόπουλος (ανωτέρω) και Pavlos Zenonos General Motors Ltd ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ.
  1. Περαιτέρω, όπως τονίστηκε στην Παυλόπουλος (ανωτέρω), σελ. 268, η συνέργεια επιτελείται κατά τον χρόνο της υπογραφής της επιταγής. Θα πρέπει, βεβαίως, να προστεθεί ότι η ένοχη διάνοια κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί, στις κατάλληλες περιπτώσεις, με περιστατική μαρτυρία. Βλ., μεταξύ άλλων, Fournides v. Republic. Με βάση το εύρημά μου ότι είναι ο Κατηγορούμενος 2 το πρόσωπο που υπέγραψε την Επιταγή που η Κατηγορουμένη 1 εξέδωσε προς την Εταιρεία, αποδεικνύεται στον απαιτούμενο βαθμό η ένοχη πράξη του Κατηγορουμένου
  2. Αυτό που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσον έχει αποδειχθεί και η ένοχη διάνοια του Κατηγορουμένου 2, δηλαδή κατά πόσον αυτός, κατά τον χρόνο υπογραφής και παράδοσης της Επιταγής, αντιλαμβανόταν ή υποπτευόταν ή γνώριζε ότι συνέβαλλε στην διάπραξη του αδικήματος από την Κατηγορουμένη 1, ότι δηλαδή κατά τον χρόνο εμφάνισης της Επιταγής στην Λαϊκή Τράπεζα για πληρωμή δεν θα υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για να πληρωθεί η Επιταγή. Επί του προκειμένου θεωρώ ότι υπάρχουν αρκετά κενά στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. Κατ' αρχάς δεν έχει προσδιοριστεί με επαρκή ακρίβεια η ημερομηνία έκδοσης και κατ' επέκταση η ημερομηνία που ο Κατηγορούμενος 2 υπέγραψε και παρέδωσε την Επιταγή στην Εταιρεία. Η αποδεκτή μαρτυρία και το αντίστοιχο εύρημα, στο οποίο προβαίνω ανωτέρω, ότι δηλαδή η έκδοση και παράδοση της επιταγής έλαβα χώρα «τέλος» του 2009 δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να καθορίσει με την απαιτούμενη επάρκεια το χρονικό σημείο, με αναφορά στο οποίο καλείται να εξετάσει την τυχόν ύπαρξη γνώσης από τον Κατηγορούμενο 2 των ουσιωδών περιστάσεων της διάπραξης του αδικημάτος από την Κατηγορουμένη
  3. Ο χρονικός προσδιορισμός «τέλος του 2009», κατά την άποψή μου περικλείει οποιαδήποτε ημέρα κατά τον τελευταίο μήνα του εν λόγω έτους. Ποιάς ημερομηνίας, λοιπόν, καλούμαι να αποφασίσω την όποια γνώση του Κατηγορουμένου 2; Πέραν τούτου, τα ευρήματα του Δικαστηρίου αφορούν την κίνηση του Λογαριασμού σε ημερομηνίες σαφέστατα μεταγενέστερες της ημερομηνίας έκδοσης της Επιταγής. Το ότι ήταν προβληματικό το χρεωστικό υπόλοιπο της Κατηγορουμένης 1 στην Εταιρεία, κατά την ημερομηνία έκδοσης της Επιταγής, δεν συνεπάγεται και ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στον Λογαριασμό την εν λόγω ημερομηνία, πόσο δε μάλλον ότι ο Κατηγορούμενος 2 γνώριζε για τυχόν έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων την ημερομηνία έκδοσης της Επιταγής. Δεν παρουσιάστηκε, επίσης, η συνομιλία που ο Κατηγορούμενος 2 είχε στα πλαίσια της συνάντησής του με τον Μ.Κ.1, από την οποία ενδεχομένως να προέκυπταν οι λόγοι μεταχρονολόγησης της Επιταγής. Η παράκληση του Κατηγορουμένου 2 προς τον Μ.Κ.1 να μην καταθέσει την Επιταγή την ημερομηνία πληρωμής δεν κέκτηται ιδιαίτερης βαρύτητας ενόψει του ότι δεν μπορώ να καταλήξω σε εύρημα ότι αυτή έλαβε χώρα κατά τον χρόνο έκδοσης της Επιταγής. Τουναντίον, το μόνο εύλογο συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί είναι ότι αυτή έλαβε χώρα το ενωρίτερο λίγες ημέρες πριν την ημερομηνία πληρωμής, ήτοι στις 30/1/
  4. Δεν μπορεί να βοηθήσει επίσης την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής το ότι την ημερομηνία έκδοσης της Επιταγής εκδόθηκαν και άλλες επιταγές από την Κατηγορουμένη 1, για τις οποίες δεν δόθηκαν επαρκή στοιχεία από τους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής, ήτοι τις ημερομηνίες πληρωμής τούτων και κατά πόσον αυτές πληρώθηκαν ή όχι. Το ότι αναφέρθηκαν από το συνήγορο υπεράσπισης κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1 τα στοιχεία κάποιων επιταγών, για τις οποίες έγιναν ποινικές διώξεις εναντίον της Κατηγορουμένης 1, δεν σημαίνει ότι κάποιες από αυτές περιλαμβάνονταν στις υπόλοιπες τρεις επιταγές που εκδόθηκαν από την Κατηγορουμένη 1 την ημέρα έκδοσης της Επιταγής. Περαιτέρω, η μαρτυρία δεν ήταν διαφωτιστική σε σχέση με το κατά πόσον οι υπόλοιπες τρεις επιταγές εκδόθηκαν από τον Λογαριασμό της Κατηγορουμένης 1 στη Λαϊκή Τράπεζα ή κάποιο άλλο λογαριασμό. Ακόμη και λανθασμένη να είναι η κατάληξη στην οποία προβαίνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 και πράγματι να υπήρχαν προβληματικές επιταγές που η Κατηγορουμένη 1 εξέδωσε προς την Εταιρεία πριν την έκδοση της Επιταγής, ούτε το στοιχείο αυτό θα βοηθούσε την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής εφόσον δεν έχουν δοθεί οποιαδήποτε στοιχεία για αυτές, κυρίως κατά πόσον αυτές εκδόθηκαν από τον ίδιο Λογαριασμό που εκδόθηκε η επίδικη. Με τα πιο πάνω δεδομένα δεν μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια στην ύπαρξη της απαιτούμενης γνώσης από τον Κατηγορούμενο 2 την κατά τα άλλα γενικά προσδιορισθείσα ημερομηνία έκδοσης της Επιταγής. Κανένα, λοιπόν, από τα στοιχεία της μαρτυρίας, λαμβανόμενο είτε μεμονωμένα είτε σωρευτικά μπορεί να θεμελιώσει την ύπαρξη του απαραίτητου νοητικού στοιχείου για διάπραξη αδικήματος από τον Κατηγορούμενο 2 ως συνεργό. Τα στοιχεία αυτά δεν έχουν τον ειρμό, την συνοχή και την αποδεικτική δύναμη της περιστατικής μαρτυρίας, που μπορεί να οδηγήσει χωρίς αμφιβολία σε τέτοιο συμπέρασμα. Βλ. Fournaris v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73. Ως εκ τούτου, οποιοδήποτε συμπέρασμα για την ύπαρξη του απαραίτητου νοητικού στοιχείου από τον Κατηγορούμενο 2 στα περιστατικά της παρούσας, και έχοντας μάλιστα υπόψη την αδιάλειπτη κίνηση του Λογαριασμού, όπως την καταγράφω ανωτέρω, και το ότι δεν αναφέρθηκε καν κατά πόσο ο Κατηγορούμενος 2 ήταν ο μοναδικός διευθυντής της Εταιρείας ή έστω ο αποκλειστικός διαχειριστής του Λογαριασμού, θα συνιστούσε υπόθεση και μόνο. Βλ. Cyprus Trade & Tours Ltd v. Μαυρουδή
(2010)2 Α.Α.Δ. 16. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την Κατηγορία 2 που αφορά τον Κατηγορούμενο 2, ο οποίος απαλλάσσεται και αθωώνεται από αυτή. (Υπ.) ...................................... Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.