← Κύπρος

Α.Π. Μιχαήλ & Υιοί Λτδ ν. Ανδρέας Κωνσταντίνου, Αρ. Υπόθεσης: 21021/2011, 20/2/2012

Α.Π. Μιχαήλ & Υιοί Λτδ ν. Ανδρέας Κωνσταντίνου, Αρ. Υπόθεσης: 21021/2011, 20/2/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:B9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. MΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 21021/2011 Μεταξύ: Α.Π. Μιχαήλ & Υιοί Λτδ Κατηγορούσας Αρχής ν. Ανδρέας Κωνσταντίνου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 20 Φεβρουαρίου 2012 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Θ. Θωμά. Κατηγορούμενος απών Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην παρούσα υπόθεση, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες που αφορούν πράξεις καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτή κατά παράβαση των Άρθρων 3

(1)(γ) και 4
(2)
(3)του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008, N. 60(Ι)/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων των Κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, κατά την περίοδο από 01/02/2011 μέχρι και 1/11/2011, ο Κατηγορούμενος καθυστερεί την καταβολή του ποσού των €512,60, ήτοι δέκα καθυστερημένες δόσεις και συγκεκριμένα τις δόσεις που ήταν πληρωτέες την 1/02/2011 έως και 1/11/2011, αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων, κατά παραβαση του διατάγματος που εξεδόθη από το Δικαστήριο στις 26/2/2003, με το οποίο διετάσσετο να καταβάλλει Λ.Κ.30,00, ήτοι €51,26 μηνιαίως από 1/3/2003 για εξόφληση του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους του στην αγωγή 3563/1999 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, για λόγους άλλους από οικονομική ή φυσική αδυναμία. Στην παρούσα υπόθεση, ένεκα της παράλειψης του Κατηγορουμένου να εμφανιστεί στη διαδικασία παρά τη δέουσα επίδοση σε αυτόν κλήσης κατηγορουμένου, η οποία καταχωρήθηκε, ως Έγγραφο «Α», η Κατηγορούσα Αρχή, με την άδεια του Δικαστηρίου, προχώρησε να αποδείξει την υπόθεσή της στην απουσία του Κατηγορουμένου, με την κατάθεση δύο ενόρκων δηλώσεων που υπογράφονται από υπάλληλο στο Δικηγορικό Γραφείο των Δικηγόρων των Παραπονουμένων-Κατηγορούσας Αρχής, την κα Εύη Παναγιώτου (στο εξής «η Ενόρκως Δηλούσα»). Η Ενόρκως Δηλούσα καταχώρησε, ως Τεκμήριο «Α», πιστόν αντίγραφο απόφασης (στο εξής «η Απόφαση») που εξεδόθη από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στην αγωγή με αρ. 3563/99 (στο εξής «η Αγωγή»), στις 12/11/1999 υπέρ της Κατηγορούσας Αρχής και εναντίον του Κατηγορουμένου για το ποσό των Λ.Κ. 545,40 με τόκο 8% ετησίως από 27/7/1999, πλέον Λ.Κ.112,50, έξοδα της Αγωγής, με τόκο προς 8% ετησίως επί του ποσού των Λ.Κ.105,00 από 27/7/1999 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον Λ.Κ.2,00, έξοδα επίδοσης. Περαιτέρω, καταχώρησε, ως Τεκμήριο «Β», εκ συμφώνου διάταγμα (στο εξής «το Διάταγμα Μηνιαίων Δόσεων») που εξεδόθη από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, στις 26/2/2003, στα πλαίσια της Αγωγής, με το οποίο ο Κατηγορούμενος διετάχθη όπως πληρώσει προς τους Παραπονούμενους το εξ αποφάσεως χρέος του, ως και τα έξοδά του, δια μηνιαίων δόσεων εκ Λ.Κ.30,00 από την 1/3/2003 και μέχρι τελείας εξόφλησης, πλέον το ποσό των Λ.Κ.81,50, έξοδα της αιτήσεως. Στην πρώτη ένορκη δήλωση ημερομηνίας 31/1/2012, η Ενόρκως Δηλούσα αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος ουδέν ποσόν κατέβαλε στους Παραπονούμενους από την έκδοση του Διατάγματος Μηνιαίων Δόσεων και οφείλει το ποσό των €512,60 από 1/2/2011 μέχρι 1/11/
  2. Στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ημερομηνίας 15/2/2012, η Ενόρκως Δηλούσα αναφέρει ότι στις 7/3/2000 καταχωρήθηκε writ με έξοδα Λ.Κ.21,00, ήτοι €35,88, το οποίο επεστράφη ανεκτέλεστο στις 2/2/2001 για το λόγο ότι ο Κατηγορούμενος εγκατέλειψε τη διεύθυνση όπου διέμενε. Αναφέρει, περαιτέρω, ότι εκδόθηκαν τρία διατάγματα φυλάκισης ημερομηνίας 23/9/2003, 19/2/2004 και 11/5/2004 με έξοδα €69,20, €70,05 και €70,05 αντίστοιχα. Ουδέν ποσό έχει εισπραχθεί μέχρι σήμερα έναντι του οφειλομένου. Ακολούθως, αναφέρει ότι εναντίον του Κατηγορουμένου είχε καταχωρηθεί στις 23/3/2011 ποινικό έντυπο με αρ. υπόθεσης 4340/11 για την καταβολή του ποσού των €1.537,80 για τις περιόδους 1/8/2008 ως 1/1/2011, όπου εξεδόθη απόφαση για το οφειλόμενο ποσό των €1.537,80, πλέον €130 έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., πλέον €13,00, έξοδα επίδοσης, πλέον €5,00 πρόστιμο για έκαστη κατηγορία. Ουδέν ποσό έχει εισπραχθεί μέχρι σήμερα έναντι του οφειλομένου. Στη συνέχεια αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος στην υπόθεση κατέβαλε στους Παραπονουμένους το ποσό των €377,60 από την έκδοση του διατάγματος μηνιαίων δόσεων σε διάφορες ημερομηνίες και/ή μέχρι σήμερα και/ή άλλως πως. Ακολούθως, αναφέρει ότι το ποσό που οφείλεται συμπεριλαμβανομένων εξόδων και τόκων σήμερα ανέρχεται στο ποσό των €2.970,
  3. Έχει καταβληθεί από τον Κατηγορούμενο μέχρι σήμερα το ποσό των €377,
  4. Έχει γίνει καταδολίευση εναντίον του Κατηγορουμένου για το ποσό των €1.537,
  5. Παραμένει οφειλόμενο υπόλοιπο μέχρι σήμερα το ποσό των €1.054,
  6. Καταληκτικά, η Ενόρκως Δηλούσα αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος οφείλει το ποσό των €512,60 από 1/2/2011 μέχρι 1/11/2011 προς εξόφληση του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους του στην Αγωγή Το Άρθρο 3
(1)(γ) του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008 διαλαμβάνει πως οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους «(γ) παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία είναι ένοχος ποινικού αδικήματος...» Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πράξης καταδολίευσης που αυτή δημιουργεί είναι τα ακόλουθα: (α) Η ύπαρξη οφειλέτη χρέους από δικαστική απόφαση. (β) Η έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, και (γ) Η παράλειψη καταβολής οποιασδήποτε δόσης από τον εξ αποφάσεως οφειλέτη κατά την ημερομηνία πληρωμής. Το Άρθρο 3
(4)(γ) του Νόμου 60(Ι)/2008 αναφέρει τις υπερασπίσεις που ο κατηγορούμενος δύναται να προβάλει σε κατηγορία που του προσάπτεται δυνάμει του Άρθρου 3
(1)(γ), οι οποίες όμως δεν θα μας απασχολήσουν στα πλαίσια της παρούσας. Κατηγορούμενος για πράξη καταδολίευσης, ως η υπό κρίση υπόθεση, διαπράττει αδίκημα αν παραλείψει να καταβάλει οποιαδήποτε δόση εξ αποφάσεως χρέους και για το οποίο εξεδόθη το σχετικό διάταγμα μηνιαίων δόσεων. Σύμφωνα δε με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Άρθρου 2 του Νόμου 60(Ι)/2008, οι όροι «εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος», «εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους» και «εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής» έχουν την έννοια που αποδίδεται σε αυτούς από το Άρθρο 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6. Σύμφωνα, λοιπόν, με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Άρθρου 2 του Κεφ.6, «εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής» σημαίνει «πρόσωπο υπέρ του οποίου εκδίδεται δικαστική απόφαση με την οποία διατάσσεται η πληρωμή χρημάτων», «εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους» σημαίνει «πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδίδεται δικαστική απόφαση με την οποία διατάσσεται η πληρωμή χρημάτων», και «εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος» σημαίνει «χρήματα που επιδικάστηκαν με δικαστική απόφαση». Πρέπει, συνεπώς, να αποδειχθεί και η ύπαρξη, κατά το χρόνο που μια μηνιαία δόση παρουσιάζεται ως απαιτητή, του υπολοίπου του εξ αποφάσεως χρέους προς όφελος του εξ αποφάσεως πιστωτή. Αυτό προϋποθέτει την απόδειξη του εξ αποφάσεως χρέους, δηλαδή των ποσών που επιδικάστηκαν με δικαστική απόφαση προς όφελος του εξ αποφάσεως πιστωτή και εναντίον του εξ αποφάσεως οφειλέτη και τον υπολογισμό του ποσού που οφείλεται βάσει της απόφασης, πλέον ο τόκος που προνοείται στην απόφαση, πλέον τα επιδικασθέντα έξοδα. Επίσης, οποιαδήποτε ποσά καταβλήθηκαν έναντι του εξ αποφάσεως χρέους θα πρέπει να αφαιρεθούν έτσι ώστε το Δικαστήριο να έχει μια πλήρη εικόνα για το ακριβές του υπολοίπου του εξ αποφάσεως χρέους και στο οποίο να ανταποκρίνονται οι επί του κατηγορητηρίου αναφερόμενες δόσεις. Όπως τονίστηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, σελ. 365-366: «Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι' αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Ξεκινώντας από την αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσκομίστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσής της, δηλαδή αυτή της Ενόρκως Δηλούσας, οφείλω να παρατηρήσω ότι, παρά την μη ύπαρξη αντίθετης ένορκης εκδοχής, υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με την αξιοπιστία και την αποδεκτότητά της, βλ. Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 382/2009, 383/2009 και 384/2009, ημερ. 16/6/2010, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Βασιλική Χαραλάμπους κ.ά. και Barry Wynne v. David Costakis Mavronicolas, Πολιτική Έφεση 371/2006, ημερ. 15/9/
  1. Τα όσα η Ενόρκως Δηλούσα αναφέρει περί του σημερινού υπολοίπου του εξ αποφάσεως χρέους στην Αγωγή δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά ένεκα της αντιφατικότητας που παρουσιάζεται στα περιεχόμενα των δύο ενόρκων δηλώσεων, ως και της αντίθεσης που παρατηρείται με τα κατατεθέντα τεκμήρια, ήτοι της Απόφασης και του Διατάγματος Μηνιαίων Δόσεων, τα οποία, ειρήσθω εν παρόδω, γίνονται αποδεκτά για την απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου τους. Κατ'αρχάς, δεν μπορώ να δεχτώ την θέση της Ενόρκως Δηλούσας ότι το σημερινό υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους πλέον τα έξοδα και οι τόκοι ανέρχονται στο ποσό των €2.970,
  2. Έχω προβεί σε απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς και διαπίστωσα ότι, ακόμη και να μην καταβάλλετο οποιοδήποτε ποσό από τον Κατηγορούμενο έναντι των ποσών της Απόφασης, το εξ αποφάσεως χρέος στην Αγωγή, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της Απόφασης και του Διατάγματος Μηνιαίων Δόσεων, μαζί με τους αναλογούντες τόκους, προσθέτοντας ακόμη και τα έξοδα του εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας, στις 31/12/2011 δεν θα ξεπερνούσε το ποσό των €2.500,
  3. Πέραν τούτου, η Ενόρκως Δηλούσα προέβαλε τρεις διαφορετικές εκδοχές για τις πληρωμές στις οποίες προέβη ο Κατηγορούμενος. Η πρώτη ότι δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό από την έκδοση του Διατάγματος Μηνιαίων Δόσεων. Η δεύτερη εκδοχή ήταν η ανεπίτρεπτη διαζευκτική αναφορά ότι καταβλήθηκε το ποσό των €377,60 «από την έκδοση του διατάγματος μηνιαίων δόσεων σε διάφορες ημερομηνίες και/ή μέχρι σήμερα και/ή άλλως πως». Η τρίτη εκδοχή ότι καταβλήθηκε το εν λόγω ποσό μέχρι σήμερα. Από τις πιο πάνω αντιφατικές και συνάμα αόριστες αναφορές της Ενόρκως Δηλούσας, και εξετάζοντάς τις σε συνάρτηση με τις υπόλοιπες αναφορές που γίνονται ότι «ουδέν ποσό έχει εισπραχθεί μέχρι σήμερα έναντι του οφειλομένου» σε σχέση με τα τρία εντάλματα φυλάκισης και του διατάγματος είσπραξης ως χρηματικής ποινής που εξεδόθη στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης 4345/11, το Δικαστήριο δεν έχει πλήρη εικόνα για το ακριβές του όποιου τυχόν υπολοίπου του εξ αποφάσεως χρέους, στο οποίο, μάλιστα, να ανταποκρίνονται οι επί του Κατηγορητηρίου αναφερόμενες δόσεις. Εν πρώτοις, από τις αναφορές της Ενόρκως Δηλούσας δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ότι το εν λόγω ποσό των ποσό των €377,60 καταβλήθηκε πριν ακόμη την έκδοση του Διατάγματος Μηνιαίων Δόσεων, καθ'ην περίπτωση το όποιο υπόλοιπο με τους αναλογούντες τόκους θα αναδιαμορφώνονταν ανάλογα. Δεν μπορεί, επίσης, να αποκλειστεί το ενδεχόμενο το εν λόγω ποσό να καταβλήθηκε στις ημερομηνίες και να αφορούσε κάποιες από τις δόσεις που σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή ήταν καταβλητέες τις ημερομηνίες που αναγράφονται στο Κατηγορητήριο, καθ'ήν περίπτωση το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να καταλήξει σε ασφαλές εύρημα ως προς το ποιές είναι οι καθυστερημένες δόσεις για να καταδικάσει τον Κατηγορούμενο. Συνεπώς, με την μαρτυρία που ετέθη ενώπιόν μου, η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει στον βαθμό που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις, ήτοι πέραν πάσας λογικής αμφιβολίας, το ακριβές του υπολοίπου του εξ αποφάσεως χρέους και στο οποίο να ανταποκρίνονται οι επί του Κατηγορητηρίου αναφερόμενες δόσεις ή ότι ο Κατηγορούμενος διέπραξε τις πράξεις καταδολίευσης που του καταλογίζονται. Η παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να τύχει επιτυχίας και για ένα επιπλέον λόγο. Ο Νόμος 60(Ι)/2008 ετέθη σε ισχύ στις 18/7/2008, ενώ το Διάταγμα Μηνιαίων Δόσεων εκδόθηκε στις 26/2/2003, με την πρώτη μηνιαία δόση πληρωτέα την 1/3/
  4. Υπολογίζοντας τα ποσά της Απόφασης με τα έξοδα τους τόκους μέχρι τις 18/7/2008, και συναθροίζοντας τις δόσεις από την 1/3/2003 μέχρι και τις 18/7/2008, που τέθηκε σε ισχύ ο Νομος 60(Ι)/2008, διαπιστώνει κανείς πως αυτές ξεπερνούν κατά παρασάγγας το οφειλόμενο ποσό, αν φυσικά αυτές καταβάλλονταν. Με δεδομένο, λοιπόν, ότι στον Νόμο 60(Ι)/2008 δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια για αναδρομική ισχύ του, την ημερομηνία που ο Κατηγορούμενος θα έπρεπε να αρχίσει να καταβάλλει τις δόσεις, ως και τη διαπίστωσή μου ότι οι παραλείψεις του Κατηγορουμένου αφορούν σε ημερομηνίες πριν να τεθεί σε ισχύ ο Νόμος 60(Ι)/2008, θεωρώ ότι η παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να έχει επιτυχία. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να έχει άλλη καταληξη από την απόρριψη. Ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται από όλες τις Κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ...................................... Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.