Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Ανδρέα Νόλα, Αρ. Υπόθεσης: 14562/12, 14/8/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:B27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. ΜΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14562/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας Κατηγορούσα Αρχή - ν - Ανδρέα Νόλα Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 14 Αυγούστου 2012 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Αντωνίου. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Πολυχρόνης. Κατηγορούμενος: Παρών. ENΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 7 συνολικά Κατηγορίες που αφορούν τα ακόλουθα αδικήματα: 1) Αρπαγή ή απαγωγή με σκοπό να υποβληθεί πρόσωπο σε παρά φύση ορέξεις οποιουδήποτε. 2) Συνουσία με νεαρό άνδρα κάτω των 13 ετών. 3) Σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιού. 4) Επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη. 5) Οπλοφορία προς διέγερση τρόμου. 6) Μεταφορά μάχαιρας ληγούσης εις αιχμηρό άκρο. 7) Επίθεση κατά οργάνου τήρησης της τάξης. Ο Κατηγορούμενος έχει ήδη παραπεμφθεί από το παρόν Δικαστήριο σε απευθείας δίκη στο Κακουργιοδικείο Λάρνακας, το οποίο θα συνεδριάσει στις 5/10/12 και ώρα 9:00 π.μ. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε όπως το Δικαστήριο διατάξει την κράτηση του Κατηγορουμένου μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία. Το αίτημα στηρίχτηκε εν πρώτοις στην θέση ότι υπάρχει κίνδυνος να μην προσέλθει ο Κατηγορούμενος στη δίκη. Ο κ. Αντωνίου αναφέρθηκε στη σοβαρότητα των αδικημάτων, την πιθανότητα καταδίκης (με σχετικές παραπομπές στο μαρτυρικό υλικό, το οποίο κατατέθηκε ενώπιόν μου), ως και τις ποινές που ενδεχομένως επιβληθούν. Κατά δεύτερον, με αναφορά στο ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου και σε άλλη ποινική υπόθεση που εκκρεμεί για εκδίκαση εναντίον του, εισηγήθηκε ότι υπάρχει πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων σε περίπτωση απόλυσης του Κατηγορουμένου. Το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής αντιμετώπισε την ένσταση του Κατηγορουμένου. Ο ευπαίδευτος συνήγορός του κατ' αρχάς εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη την προηγούμενη καταδίκη του πελάτη του, καθότι αυτός αποφυλακίστηκε για τα αδικήματα που είχε καταδικαστεί με «Προεδρική χάριν». Με παραπομπή σε νομολογία κυρίως ξένων Δικαστηρίων και συγγράμματα εισηγήθηκε ότι η συνέπεια της χάριτος είναι ότι εξαφανίζει τις κηλίδες οποιουδήποτε αδικήματος και, άρα, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Διαφώνησε, επίσης, με την θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη για σκοπούς εξέτασης του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων την άλλη εκκρεμούσα ποινική υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, το κατηγορητήριο της οποίας ετέθη ενώπιόν μου με την σύμφωνη γνώμη των διαδίκων. Πέραν τούτου, εισηγήθηκε ότι η έκθεση αδικήματος της πρώτης κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο πελάτης του στην εν λόγω υπόθεση δεν αφορά αδίκημα που αναγνωρίζεται από τον Νόμο. Ήταν η θέση του, λοιπόν, ότι δεν έχει αποδειχθεί ο κίνδυνος επαναδιάπραξης αδικήματος από τον Κατηγορούμενο. Όσον αφορά στον κατ' ισχυρισμόν κίνδυνο μη προσέλευσης του Κατηγορουμένου στη δίκη, παρά το ότι δέχθηκε ότι τα αδικήματα, αντικείμενα των Κατηγοριών της παρούσας, είναι σοβαρά, εισηγήθηκε ότι από το μαρτυρικό υλικό προκύπτει εύλογη προσδοκία αθώωσης του Κατηγορουμένου κυρίως σε σχέση με τα αδικήματα των Κατηγοριών 1, 2 και 3, τα οποία είναι τα σοβαρότερα στην παρούσα. Εισηγήθηκε, επίσης, ότι από το μαρτυρικό υλικό απουσιάζουν καταθέσεις που αφορούν τo άλλοθι του Κατηγορουμένου. Περαιτέρω, ότι οι αναγνωρίσεις που έγιναν πάσχουν, μεταξύ άλλων, λόγω του εγκληματικού προφίλ που έδωσε η Κατηγορούσα Αρχή στη δημοσιότητα. Ζήτησε, επίσης, από το Δικαστήριο να συνυπολογίσει τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου. Σχετικά ανέφερε ότι ο πελάτης του είναι ηλικίας 37 ετών, προέρχεται από πολύτεκνη οικογένεια και τα τρία αδέλφια του είναι αποκατεστημένα και ευκατάστατα. Ο Κατηγορούμενος είναι νυμφευμένος από το 2001 και από τον γάμο του απέκτησε τρία παιδιά, ηλικίας 10, 8 και 6 ετών. Υιοθέτησε, επίσης, και παιδί της συζύγου του, ηλικίας σήμερα 12 ετών. Ανέφερε, επίσης, ότι εργάζεται ως εργάτης σε εταιρεία κατασκευής δρόμων και λαμβάνει μηνιαίο εισόδημα €1.000,00 περίπου. Εργάζεται, επίσης, part-time σε εταιρεία μέλους της οικογένειάς του. Για σκοπούς αγοράς ιδιόκτητης κατοικίας, ο Κατηγορούμενος συνήψε δάνειο ύψους €150.000,00, η μηνιαία δόση του οποίου ανέρχεται στα €700,00. Έχει, επίσης, προσφυγικό διαμέρισμα και είναι ιδιοκτήτης ενός αυτοκινήτου, για την αγορά του οποίου συνήψε δάνειο €20.000, το οποίο εξόφλησε. Ανέφερε, ακολούθως, ότι πριν την σύλληψή του, η σύζυγός του μετέβη στις Φιλιππίνες, όπου αποκλείστηκε σε πλημμύρες και θα επιστρέψει στην Κύπρο τον προσεχή Σεπτέμβριο. Προσέθεσε ότι ο Κατηγορούμενος έχει καθημερινά επαφή με αρκετά παιδιά από το φιλικό περιβάλλον των τέκνων του, είναι αξιαγάπητος σε αυτά και ουδέποτε ετέθη θέμα παρενόχλησής τους. Εισηγήθηκε, λοιπόν, όπως το Δικαστήριο απολύσει τον Κατηγορούμενο με τους ακόλουθους όρους: 1) Να εμφανίζεται ακόμα και 2-3 φορές καθημερινώς σε αστυνομικό σταθμό. 2) Να υπογράψει εγγύηση για οποιοδήπoτε ποσό με αξιόχρεους εγγυητές ή να παραδώσει τραπεζική εγγύηση η οικογένειά του. 3) Να παραδώσει τα ταξιδιωτικά του έγγραφα. 4) Να τεθεί το όνομα του στο «stop list». Θεμέλιο της εξουσίας του Δικαστηρίου να διατάσσει την κράτηση κατηγορουμένου μέχρι την δίκη του, αποτελούν τα Άρθρα 48, 157
(1)και 92 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Κατά την εξέταση αιτήματος κράτησης που γίνεται με βάση τις πρόνοιες των πιο πάνω Άρθρων, το Δικαστήριο πρέπει να ξεκινά με την συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη πρωτίστως το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του σεβασμού της προσωπικής ελευθερίας του κατηγορούμενου. Βλ. Μιχάλης Ανδρέα Ψύλλας κ.ά. v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 731. Στην υπόθεση Rex v. Solomonides
(1935)C.L.R. XIV 127 υποδείχθηκε ότι ως θέμα αρχής ο υπόδικος πρέπει να απολύεται με εγγύηση σε κάθε περίπτωση που υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στο Δικαστήριο για να δικαστεί. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 596, η προδιάθεση για απόλυση του υποδίκου εκκρεμούσης της δίκης αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας, το οποίο κατοχυρώνει το Άρθρο 12.4 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται παραδεκτή εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης, η δε απόλυση αποτελεί την προέχουσα επιλογή. Η νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων βρίσκεται σε απόλυτη αρμονία με αυτήν του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Βλ. Κωνσταντινίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ.
- Η ερμηνεία που η νομολογία μας έδωσε στις ημεδαπές συνταγματικές διατάξεις είναι ταυτόσημη με την ερμηνεία που το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δίδει σε αντίστοιχα άρθρα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Βλ., επίσης, Νικήτα v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 195/2010, ημερομηνίας 18/2/
- Η απόλυση ή όχι κατηγορουμένου με εγγύηση είναι θέμα που αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Βλ. Τσιάκκας κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 164 και Οικονομίδης v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 492. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου εξασκείται με βάση καλά καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε πλούσια νομολογία, όπως Rodosthenous et.al. v. Police
(1961)C.L.R. 50, Papakleovoulou v. Police
(1978)2 C.L.R. 446, Καννα κ.ά v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 444 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Παφίτη
(1997)2 Α.Α.Δ. 404. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου καταδεικνύει ότι το ενδεχόμενο κράτησης εξετάζεται με αναφορά ως προς την ύπαρξη οποιουδήποτε από τους εξής κινδύνους: (α) Της μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στη δίκη του, (β) της πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος μετά την απόλυση του, και (γ) του επηρεασμού μαρτύρων. Δεν είναι αναγκαίο να συντρέχουν όλοι οι πιο πάνω παράγοντες. Η ύπαρξη ενός εξ αυτών είναι αρκετή. Στην Ψύλλας (ανωτέρω) λέχθηκε ότι ο σεβασμός της προσωπικής ελευθερίας υποχωρεί μπροστά στο δημόσιο συμφέρον όποτε διαφαίνεται ο κίνδυνος συνδρομής, μεμονωμένα ή σωρευτικά, των ως άνω αναφερομένων παραγόντων. Το ενδεχόμενο ύπαρξης του κινδύνου μη προσέλευσης κατηγορούμενου στο Δικαστήριο εξετάζεται με βάση τους πιο κάτω παράγοντες: (α) Τη σοβαρότητα του αδικήματος, η οποία, όμως, δεν πρέπει να απομονώνεται. Παρά το γεγονός ότι όσο σοβαρή είναι η κατηγορία ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του υποδίκου να αποφύγει τη δίκη, η σοβαρότητα από μόνη της δεν αποτελεί κριτήριο. (β) Την πιθανότητα καταδίκης στο βαθμό που μπορεί να προβλεφθεί από τις καταθέσεις των μαρτύρων. Για σκοπούς διαπίστωσης τέτοιας πιθανότητας, το μαρτυρικό υλικό εξετάζεται στην όψη του μόνο. Θέματα δεκτότητας μαρτυρίας και αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού εμπίπτουν αποκλειστικά στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου που θα κληθεί να αποφανθεί επί θεμάτων ενοχής και δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο σε διαδικασία, όπως η παρούσα. (γ) Την ποινή που δυνατόν να επιβληθεί. (δ) Την προηγούμενη προσέλευση ή μη προσέλευση, όπως και την εκδήλωση προθέσεως για το μέλλον. Πέραν των πιο πάνω αντικειμενικών δεδομένων (σοβαρότητα αδικήματος, εκ πρώτης όψεως πιθανολόγηση του ενδεχόμενου καταδίκης στη βάση του μαρτυρικού υλικού, ποινή που δυνατό να επιβληθεί), η εκτίμηση της πιθανότητας μη προσέλευσης στη δίκη πρέπει να συνεκτιμάται και στη βάση των υποκειμενικών δεδομένων, όπως π.χ. οι οικογενειακές περιστάσεις, η ηλικία του κατηγορούμενου, οι δεσμοί του με την Κύπρο κ.λ.π. Οι υποκειμενικοί, όμως, αυτοί παράγοντες δεν μπορεί να αφεθούν να υπερφαλαγγίσουν την ανάγκη προστασίας του δημόσιου συμφέροντος για απονομή της δικαιοσύνης. Τέλος, θα πρέπει να λεχθεί ότι ο χρόνος κράτησης του κατηγορούμενου είναι στοιχείο που έχει ουσιαστικό ρόλο να διαδραματίσει στην επί του προκειμένου άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου και, συνεπώς, δεν πρέπει να αγνοείται. Σχετική καθοδήγηση προσφέρεται, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Δαυίδ Θεοδωρίδης κ.ά. v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 139, Νικολάου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 790, Ονουφρίου v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 503, Νικήτα (ανωτέρω) και Δημητρίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 42/2011, ημερομηνίας 08/04/2011. Όσον αφορά την ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος μετά την απόλυση, το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι με βάση όλα τα ενώπιον του στοιχεία δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα. Σχετική καθοδήγηση προσφέρεται στις υποθέσεις Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 596, Ευριπίδου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 757 και Πιριπίτσης v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 9. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Χριστόδουλος Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 538: «Η συνεκτίμηση των στοιχείων που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση πρέπει να γίνεται με πνεύμα ρεαλιστικής προσέγγισης και με πνεύμα επιείκειας όπως επιβάλλει το άρθρο 11 του Συντάγματος σύμφωνα με το οποίο οι κατηγορούμενοι τεκμαίρεται ότι είναι αθώοι και ως ζήτημα γενικής αρχής, πρέπει να αφήνονται ελεύθεροι. Ταυτόχρονα πρέπει να σταθμίζεται με αυτά και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία των κατηγορουμένων στο δικαστήριο και την καταδίκη των ενόχων.» Θα προχωρήσω, λοιπόν, να εξετάσω, εν πρώτοις, το ενδεχόμενο ύπαρξης κινδύνου μη προσέλευσης του Κατηγορουμένου στη δίκη του. Ο πρώτος παράγοντας που πρέπει να εξεταστεί είναι η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, η οποία συναρτάται άμεσα με το ανώτατο ύψος των προβλεπόμενων από τον νόμο ποινών. Πολύ ορθά δεν αμφισβητήθηκε η σοβαρότητα των αδικημάτων από τον κ. Πολυχρόνη. Συγκεκριμένα, για το αδίκημα της Δεύτερης Κατηγορίας προβλέπεται ποινή φυλάκισης δια βίου. Για το αδίκημα της Πρώτης Κατηγορίας προνοείται ποινή φυλάκισης 10 ετών. Για το δε αδίκημα της Τρίτης Κατηγορίας προνοείται ποινή φυλάκισης 20 ετών. Συνεπώς, δεν χωρεί αμφιβολία ότι τα εν λόγω αδικήματα είναι πολύ σοβαρά. Η σοβαρότητα τους προκύπτει, επίσης, από την ίδια τη φύση τους, την ηλικία του φερόμενου ως θύματος και τις συνθήκες διάπραξης τούτων. Πρόκειται για παιδί ηλικίας 10 ετών, δηλαδή ενός «ιδιαιτέρως ευάλωτου» θύματος σύμφωνα και με το Άρθρο 12(β) του Νόμου 87
(1)/2007, τα δε αδικήματα των Κατηγοριών 2 και 3 παρουσιάζονται να διαπράχθηκαν με την χρήση βίας, ήτοι περιστάσεις που θεωρούνται επιβαρυντικές από το ίδιο το Άρθρο 12 του Νόμου 87
(1)/2007. Όπως αναγνωρίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τσαπατσάρης v. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 600, όσο πιο σοβαρή είναι μια κατηγορία ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο ενός κατηγορουμένου να αποφύγει τη δίκη του. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, η σοβαρότητα του αδικήματος αποτελεί σημαίνοντα παράγοντα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, υπό την αίρεση πάντα, βεβαίως, της προσέγγισης ότι η πρώτη επιλογή είναι η απόλυση με εγγύηση. Ο δεύτερος παράγοντας που πρέπει να εξεταστεί είναι η αξιολόγηση της πιθανότητας καταδίκης του Κατηγορουμένου χωρίς, βεβαίως, με την εξέτασή μου αυτή να προβαίνω με οποιοδήποτε τρόπο σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και στην εξαγωγή ευρημάτων σε σχέση με τα αδικήματα των Κατηγοριών, έργο που δεν ανήκει στο παρόν Δικαστήριο. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει αν παρουσιάστηκε ενώπιόν του εκ πρώτης όψεως υπόθεση, αλλά κατά πόσον υπάρχει το ενδεχόμενο, πιθανολόγηση δηλαδή, καταδίκης του Κατηγορούμενου. Και τούτο κρίνεται από το αποδεικτικό υλικό που παρουσιάζεται ενώπιόν του, το οποίο εκτιμάται στην όψη του, χωρίς να αξιολογηθεί η βαρύτητά του. Αποφασίζεται μόνο κατά πόσον η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής έχει τόση δύναμη ώστε να πιθανολογείται καταδίκη. Στην Κωνσταντινίδης (ανωτέρω) αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η αξιολόγηση της πιθανότητας καταδίκης αποτελεί μια απόλυτα θεμιτή διαδικασία η οποία στοχεύει να επιλύσει τα επίδικα θέματα στη διαδικασία η οποία είναι η κράτηση του υποδίκου ή η απόλυση του με εγγύηση. Δεν έχει σχέση με την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης και δεν την επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο». Όπως τονίστηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Πιριπίτση (ανωτέρω), σελ. 15: «Στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν κάνει διαπιστώσεις επί αμφισβητούμενων γεγονότων που αφορούν την ουσία των υπό διερεύνηση αδικημάτων ούτε και αποφαίνεται επί της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, εκτός όπου εντοπίζεται οφθαλμοφανής πλάνη ή σημαντικό ψέμα του οποίου η επίδραση είναι καταλυτική του αποτελέσματος». Παραπέμπω, επίσης, στην Χ'' Δημητρίου v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45, όπου λέχθηκε ότι «... το ίδιο συνεκτιμάται, στο πλέγμα του συνόλου των ενδείξεων και το ότι η διαθέσιμη μαρτυρία δεν αποκλείει κάθε λογική προσδοκία για αθώωση». Είχα την ευκαιρία στο χρόνο που διέρρευσε να εξετάσω με προσοχή το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, το οποίο τέθηκε ενώπιόν μου και πιο συγκεκριμένα τα πρακτικά των δύο οπτικογραφημένων καταθέσεων του Παραπονουμένου, την συμπληρωματική του κατάθεση, στην οποία αναφέρει τον τρόπο με τον οποίο αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως το φερόμενο δράστη, τις καταθέσεις των γονέων του Παραπονουμένου, τα πρακτικά της οπτικογραφημένης κατάθεσης του συνομήλικου φίλου του Παραπονουμένου, με τον οποίο βρισκόταν μαζί μέχρι και το σημείο που αυτός αποχώρησε με τον δράστη, την συμπληρωματική κατάθεση αυτού, την κατάθεση του προσώπου που είδε τον Παραπονούμενο να εξέρχεται της πολυκατοικίας, στην οποία κατ' ισχυρισμόν έλαβε χώρα η συνουσία, και μετέφερε αυτόν στον αστυνομικό σταθμό, ως και την προκαταρκτική ενημέρωση του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου. Όσον αφορά στην εισήγηση του κ. Πολυχρόνη ότι το μαρτυρικό υλικό δεν στοιχειοθετεί το αδίκημα της απαγωγής, οφείλω εξ αρχής να επαναλάβω ότι η παρούσα διαδικασία δεν προσφέρεται για εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων επί πραγματικών ή και νομικών ζητημάτων. Χωρίς, λοιπόν, να προβαίνω σε οποιαδήποτε οριστική τελική διαπίστωση, δεν θεωρώ ότι το ζήτημα που ήγειρε ο κ. Πολυχρόνης αποδυναμώνει την ισχύ της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής για το έγκλημα της απαγωγής. Συστατικό στοιχείο του εγκλήματος της απαγωγής είναι ο εξαναγκασμός ή η δόλια παρακίνηση του θύματος να φύγει από κάποιο χώρο. Η εκδοχή του Παραπονουμένου είναι πως ο Κατηγορούμενος του είπε να τον πάρει βόλτα με την μηχανή του και να του δείξει το σκύλο του και αντ' αυτού τον οδήγησε σε ταράτσα πολυκατοικίας, όπου ήρθε σε παραφύση συνουσία μαζί του. Δεν αντιλαμβάνομαι, λοιπόν, πώς αποδυναμώνεται η ισχύ της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής για δόλια παρακίνηση του Παραπονουμένου από τον Κατηγορούμενο να φύγει από τον χώρο στον οποίο βρισκόταν και έπαιζε με τον φίλο του. Επίσης, όσον αφορά το αδίκημα της Τρίτης Κατηγορίας, ήτοι της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού, παρά τα όσα obiter dicta σχολιάστηκαν στην υπόθεση Ευαγγέλου v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 371, στην οποία με παρέπεμψε ο κ. Πολυχρόνης, δεν μπορώ να συμφωνήσω με τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορουμένου ότι τα εκεί λεχθέντα αποδυναμώνουν την ισχύ της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής για το αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού, έχοντας υπόψη τις ερμηνευτικές διατάξεις του Ν.87(Ι)/2007, ως και τον σκοπο του εν λόγω νομοθετήματος, όπως αυτός καθορίζεται από το Άρθρο 3 αυτού. Κρίνω, επίσης, ότι τα υπόλοιπα ζητήματα που ήγειρε ο κ. Πολυχρόνης, όπως το ότι ο Παραπονούμενος στην πρώτη κατάθεση δεν ανέφερε τα πλήρη γεγονότα που ανέφερε στην δεύτερη, η περιγραφή του δράστη που έδωσε τόσο αυτός όσο και ο φίλος του, ο τρόπος με τον οποίο έγιναν οι αναγνωρίσεις, ως επίσης το περιεχόμενο της προκαταρκτικής ενημέρωσης από το Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας, είναι ζητήματα που άπτονται της αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού, έργο το οποίο ανήκει στο Κακουργιοδικείο που θα εκδικάσει την υπόθεση. Σε κάθε περίπτωση, έχοντας εξετάσει το μαρτυρικό υλικό, δεν έχω εντοπίσει κάποια οφθαλμοφανή πλάνη ή σημαντικό ψέμα, του οποίου η επίδραση να είναι καταλυτική του αποτελέσματος. Ούτε οι τυχόν ελλείψεις στο σύνολο του μαρτυρικού υλικου που ισχυρίστηκε ο κ. Πολυχρόνης κρίνω ότι είναι τέτοιες που μπορούν να επηρεάσουν την κατάληξη του Δικαστηρίου περί του ενδεχομένου καταδίκης. Όπως τονίστηκε στην Νικήτα (ανωτέρω), όπου απορρίφθηκε παρόμοια εισήγηση για απουσία εκθέσεων και καταθέσεων από το μαρτυρικό υλικό, «... το ενώπιον του Κακουργιοδικείου υλικό ικανοποιούσε το ενδεχόμενο της καταδίκης των εφεσειόντων και αυτό ήταν αρκετό. Περί πιθανολόγησης και μόνο ο λόγος.» Έχοντας λοιπόν υπόψη τις πιο πάνω κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με τον τρόπο που πρέπει να προσεγγίζεται το μαρτυρικό υλικό, έχω ικανοποιηθεί ότι υπάρχει πιθανότητα καταδίκης του Κατηγορουμένου σε όλες τις Κατηγορίες που θα αντιμετωπίσει κατά την εκδίκαση της υπόθεσής του από το Κακουργιοδικείο. Όσον αφορά το ύψος της ποινής που δυνατόν να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο σε περίπτωση καταδίκης του, λαμβάνω δικαστική γνώση του μέσου όρου των ποινών που έχουν επιβληθεί τα τελευταία χρόνια σε ενόχους διάπραξης αδικημάτων παρόμοιας φύσης. Συνεπώς, με βάση τα περιστατικά διάπραξης των αδικημάτων, όπως αυτά προκύπτουν από το ενώπιόν μου μαρτυρικό υλικό, θεωρώ ότι σε περίπτωση καταδίκης, είναι δυνατόν να επιβληθούν στον Κατηγορούμενο πολυετείς ποινές φυλάκισης. Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεών μου, κρίνω ότι οι προσωπικές, οικογενειακές, επαγγελματικές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου, ως επίσης οι οικογενειακοί και οικονομικοί του δεσμοί με την Κυπριακή Δημοκρατία, όπως έχουν τεθεί υπόψη μου από τον κ. Πολυχρόνη και καταγράφονται ανωτέρω, δεν αποτελούν τέτοιες συνθήκες που, στα περιστατικά της παρούσης, είναι ικανές να ανατρέψουν την σκέψη στον Κατηγορούμενο να μην εμφανιστεί στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τις Κατηγορίες που του προσάπτονται. Όπως εξ άλλου τονίστηκε στην Νικολάου (ανωτέρω), οι δεσμοί ενός Κύπριου κατηγορουμένου με τον τόπο του από μόνοι τους δεν επενεργούν ως ασπίδα για τον υπόδικο ώστε να υπερφαλαγγίζεται η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται. Αυτό που εξετάζεται είναι η επίπτωση που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές αυτές συνθήκες επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στη δίκη. Περαιτέρω, στα περιστατικά της παρούσας, δεν θεωρώ ότι οι όροι που εισηγήθηκε ο κ. Πολυχρόνης να επιβληθούν στο Κατηγορούμενο, σε περίπτωση απόλυσής του μέχρι την δίκη στο Κακουργιοδικείο, ή ακόμη οποιοιδήποτε άλλοι όροι τυχόν επιβληθούν, είναι ικανοί να εξασφαλίσουν την παρουσία του Κατηγορουμένου στη δίκη του. Συνεκτιμώντας τα ανωτέρω, έχω ικανοποιηθεί ότι υπάρχει ορατός κίνδυνος μη προσέλευσης του Κατηγορουμένου στη δίκη του σε περίπτωση που αυτός αφεθεί ελεύθερος με περιοριστικούς όρους. Στρέφομαι τώρα να εξετάσω το ενδεχόμενο διάπραξης άλλων αδικημάτων σε περίπτωση απόλυσης του Κατηγορουμένου. Όπως τονίστηκε στην Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 130, σελ. 135-136,: «Για κατάληξη σε συμπέρασμα για την ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Αρκεί αν με βάση όλα τα ενώπιον του δικαστηρίου στοιχεία δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει η πιθανότητα. Πλήρης απόδειξη της πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν είναι εξ άλλου ούτε και θεωρητικά δυνατή. Διερωτάται κανένας πώς μπορεί να αποδειχθεί μια πιθανολόγηση. Το δικαστήριο μπορεί, τηρώντας πάντα ορισμένους κανόνες, να καταλήξει σε συμπεράσματα ως προς την πιθανότητα διάπραξης αδικήματος, αλλά σίγουρα δεν μπορεί να αναμένεται ότι η πιθανότητα διάπραξης αδικήματος στο μέλλον μπορεί να αποδειχθεί με την αυστηρή έννοια του όρου. Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο μέλλον, για την οποία το δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα βασιζόμενο, μεταξύ άλλων, στο ιστορικό του ή σε διάφορες άλλες περιστάσεις. Στην παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο είχε ενώπιον του, όχι απλά αόριστους φόβους περί διάπραξης άλλου αδικήματος, αλλά θετική μαρτυρία για την εξέταση αδικήματος που, όπως η Κατηγορούσα Αρχή ισχυρίστηκε, ο εφεσείων ήδη διέπραξε. Ήταν επιτρεπτό, το Δικαστήριο αξιολογώντας όλο το ενώπιόν του υλικό, να εκτιμήσει μέσα στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας ότι υπήρχε σοβαρή πιθανότητα διάπραξης άλλου αδικήματος... ... Η πιθανότητα διάπραξης άλλου αδικήματος δεν περιορίζεται κατ' ανάγκη σε παρόμοιο με το υπό εκδίκαση αδίκημα (Lefkios Rodosthenous and Another v. The Police, ανωτέρω). Δε διαφωνούμε ότι ο κύριος σκοπός της κράτησης του υπόδικου είναι η εξασφάλιση της παρουσίας του στο δικαστήριο και όχι η τιμωρία του, αλλά ο παράγοντας αυτός δεν είναι και ο μόνος που λαμβάνεται υπ' όψη. Η έννοια της εξέτασης της πιθανολόγησης διάπραξης νέου αδικήματος δεν συνδέεται μόνο με το υπό εξέταση αδίκημα, αλλά και με την επιθυμία προστασίας του κοινωνικού συνόλου. Ακόμα μπορεί να λεχθεί ότι εξυπηρετούνται και τα συμφέροντα του ίδιου του κατηγορούμενου ο οποίος λόγω του περιορισμού του αποτρέπεται από τη διάπραξη νέων αδικημάτων που επιφέρουν τιμωρία (βλ. R. v. Wharton 1955 Cr. L.R. 565).» Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος στις 18/11/1994, ήτοι σε ηλικία 19 ετών, καταδικάστηκε από το Κακουργιοδικείο Λάρνακας στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης με αρ. 6835/1994 σε κατηγορίες που αφορούσαν το αδίκημα της ανθρωποκτονίας, της απαγωγής και απόπειρας βιασμού. Επιβλήθηκαν δε σε αυτόν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 ετών (για την ανθρωποκτονία), 5 ετών (για την απόπειρα βιασμού) και καμία ποινή για την απαγωγή. Ο Κατηγορούμενος αποφυλακίστηκε το 2001 κατόπιν άσκησης των εξουσιών του Προέδρου της Δημοκρατίας βάσει του Άρθρου 53
(4)του Συντάγματος. Περαιτέρω, αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι εναντίον του Κατηγορουμένου εκκρεμεί η εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης με αρ. 30824/2011 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, όπου αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες. Η πρώτη αφορά το αδίκημα της απόπειρας σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού, κατά παράβαση των Άρθρων 2 και 10 του Νόμου 87
(1)/2007, και η δεύτερη το αδίκημα της άγρας πελατών για ανήθικους σκοπούς, κατά παράβαση των Άρθρων 164
(1)(β), 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα δε με το κατηγορητήριο της εν λόγω ποινικής υπόθεσης, παραπονούμενοι σε αυτοί είναι παιδιά ηλικίας 11 και 12 ετών. Αυτό που πρέπει να εξεταστεί πρωτίστως είναι κατά πόσο το παρόν Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη την καταδίκη του Κατηγορουμένου ενόψει της εισήγησης του κ. Πολυχρόνη ότι η απονομή χάριτος στον Κατηγορούμενο από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, κατά την άσκηση των εξουσιών που του παρέχονται από το Άρθρο 53 του Συντάγματος, έχει εξαφανίσει τις κηλίδες της καταδίκης. Έχω μελετήσει με προσοχή τη νομολογία και τα συγγράμματα στα οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου. Δεν θα συμφωνήσω με την εισήγησή του ότι η άσκηση της εξουσίας που δίδει το Άρθρο 53
(4)του Συντάγματος στον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας να μειώνει, αναστέλλει ή μετατρέπει οποιαδήποτε ποινή επιβληθεί σε κατηγορούμενο από οποιοδήποτε Δικαστήριο της Δημοκρατίας, οδηγεί σε εξάλειψη του ίδιου του αδικήματος ή της καταδίκης. Ούτε η απόφαση Republic v. Sampson
(1977)2 C.L.R 1, ούτε η αγγλική νομολογία, στην οποία με παρέπεμψε ο κ. Πολυχρόνης, υποστηρίζει κάτι τέτοιο. Στον Archbold, para. 4-227, διαβάζουμε ότι "The Crown no longer has a prerogative of justice, but only a prerogative of mercy. A Royal Pardon does not therefore remove any existing conviction for the offence pardoned, it merely removes the effect of such conviction". Συνεπώς, δεν έχει τις συνέπειες της αμνηστείας, όπως ο όρος αυτός ερμηνεύεται, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Republic v. Sampson (ανωτέρω) και του «pardon», όπως ο όρος αυτός χρησιμοποιούνταν στην Αγγλία υπό την ευρεία του έννοια. Εξ άλλου, στην Αγγλική υπόθεση R ν. Foster [1985] Q.B.115, λέχθηκε ότι μόνο οι συνέπειες της καταδίκης επηρεάζονται. Η έρευνά μου, μάλιστα, εντόπισε την Αγγλική υπόθεση R ν. Bοlton Justice's, Ex parte Scally [1991] 1 Q.B. 537, στην οποία γίνεται χρήσιμη διαφοροποίηση μεταξύ της απονομής χάριτος και αθώωσης. Όπως τονίζεται στην εν λόγω υπόθεση "...Although a free pardon would obviously be of some value, it would leave certain consequences of conviction untouched. A free pardon would avoid the penalty, but not the effect of the conviction and the applicant would be vulnerable for 10 years, upon a further drink-driving conviction, to the 3-year mandatory disqualification". Συνεπώς, η καταδίκη υφίσταται και μπορεί να ληφθεί υπόψη, ως προηγούμενη καταδίκη, σε περίπτωση νέας καταδίκης του κατηγορουμένου εντός της περιόδου μη αποκατάστασης. Υπό το φως, λοιπόν, των ανωτέρω, ως και των ρητών και ξεκάθαρων προνοιών του Άρθρου 5
(1)του περί Αποκαταστάσεως Καταδικασθέντων Νόμου του 1981, N.70/81, δεν αποδέχομαι την θέση του κ. Πολυχρόνη. Δεν έχω αντιληφθεί πού στηρίζει την εισήγησή του ο κ. Πολυχρόνης, ότι δηλαδή δεν υφίσταται το αδίκημα της απόπειρας σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού, αντικείμενο της πρώτης κατηγορίας που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην εκκρεμούσα ποινική υπόθεση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Συνεπώς, δεν αποδέχομαι την θέση του. Στρέφομαι, τώρα, στο ζητούμενο. Η νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι κατά την εξέταση της ύπαρξης πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος, το Δικαστήριο μπορεί να συνυπολογίσει, όχι μόνο το μητρώο του Κατηγορουμένου, αλλά και την ύπαρξη εκκρεμουσών υποθέσεων εναντίον του. Βλ. Βασιλείου v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7. Μπορεί, μάλιστα, να λάβει υπόψη και υπό διερεύνηση υποθέσεις που δεν έχουν καταχωρηθεί ακόμη ενώπιον Δικαστηρίου, στηριζόμενο απλώς στην μαρτυρία του εξεταστή της υπόθεσης. Βλ. Σιακαλλή (ανωτέρω). Στα περιστατικά της παρούσας, η πιθανότητα διάπραξης άλλου αδικήματος βρίσκει έρεισμα όχι μόνο στο ότι ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με την προηγούμενη καταδίκη, αλλά και στην εκ πρώτης όψεως πρόσφατη συμπεριφορά του, όπως προκύπτει από την καταχώρηση της εκκρεμούσας ποινικής υπόθεσης 30824/2011 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Χωρίς, βεβαίως, να παραγνωρίζω το τεκμήριο της αθωότητας, έχοντας υπόψη και την συμπεριφορά του Κατηγορουμένου, με βάση βεβαίως πάντοτε το μαρτυρικό υλικό, κρίνω ότι ικανοποιείται το ζητούμενο που θέτει η νομολογία, δηλαδή η δημιουργία ισχυρής εντύπωσης ότι υπάρχει πιθανότητα, σε περίπτωση απόλυσης, ο Κατηγορούμενος να διαπράξει άλλο παρόμοιας φύσης αδίκημα. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη ότι η περίοδος που μεσολαβεί μέχρι τις 5/10/2012, ήτοι χρόνος ολιγότερος των δύο μηνών, δεν μπορεί να θεωρηθεί υπερβολικός, σε συνδυασμό, βεβαίως, με τους υπόλοιπους παράγοντες που εξέτασα ανωτέρω. Λαμβάνω, επίσης, υπόψη τις επιπτώσεις από τυχόν κράτηση στην προσωπική, οικογενειακή και επαγγελματική ζωή του Κατηγορουμένου, οι οποίες, χωρίς αμφιβολία, θα είναι αρνητικές ενόψει των οικονομικών και οικογενειακών του υποχρεώσεων. Συνεκτιμώντας, όμως, αυτές με τους υπόλοιπους παράγοντες που εξετάζονται ανωτέρω, κρίνω ότι αυτές δεν υπερφαλαγγίζουν το ευρύτερο δημόσιο συμφέρον για την απονομή της δικαιοσύνης και την ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου. Δεν υποβαθμίζω, βεβαίως, ότι επί του παρόντος η σύζυγος του Κατηγορουμένου βρίσκεται εγκλωβισμένη στη χώρα της και δεν αναμένεται να επιστρέψει στα παιδιά της πριν τον προσεχή Σεπτέμβρη. Είναι, όμως, εμφανές ότι οι αγαστές σχέσεις που ο Κατηγορούμενος παρουσιάστηκε να διατηρεί με την ευρύτερη οικογένειά του, και δη τα ευκατάστατα αδέλφια, ως και η ευλόγως αναμενόμενη φροντίδα των ανήλικων παιδιών του από αυτούς μέχρι την επιστροφή της μητέρας, θα μετριάσουν τις αρνητικές επιπτώσεις από την κράτηση του Κατηγορουμένου. Ομολογουμένως, ο Κατηγορούμενος δεν θα έχει την ίδια ευχέρεια και άνεση κινήσεων, καθόσον διάστημα θα βρίσκεται υπό κράτηση, για την προετοιμασία της υπεράσπισής του. Δεν έχει, όμως, τεθεί ενώπιόν μου ο,τιδήποτε, από το οποίο να προκύπτει ότι η Πολιτεία δεν είναι σε θέση να προσφέρει στον Κατηγορούμενο τις απαραίτητες διευκολύνσεις, καθόσον διάστημα αυτός θα βρίσκεται υπό κράτηση, ώστε να τίθεται σοβαρά ζήτημα πιθανότητας παρακώλυσης στην ετοιμασία της υπεράσπισής του λόγω της κράτησης. Συνεκτιμώντας, λοιπόν, όλους τους παράγοντες που αφορούν την παρούσα, κρίνω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος της Κατηγορούσας Αρχής και να διατάξω την κράτηση του Κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη του, καθότι έχω ικανοποιηθεί ότι το δικαίωμα του σεβασμού της προσωπικής του ελευθερίας θα πρέπει να υποχωρήσει έναντι του δημοσίου συμφέροντος. Συνεπώς, εκδίδω διάταγμα για την κράτηση του Κατηγορουμένου μέχρι τις 5/10/2012 και ώρα 9:00 π.μ. που είναι ορισμένη η υπόθεση ενώπιον του Κακουργιοδικείου που συνεδριάζει στη Λάρνακα. (Υπ.)............. Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο