ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. Εμανουήλ Κυριακάκης, Aρ. Υπόθεσης: 14004/11, 28/2/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:B11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. Aρ. Υπόθεσης: 14004/11 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Κατηγορούσα Αρχή εναντίον Εμανουήλ Κυριακάκης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου, 2012. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Παντελή (για να ακούσει την απόφαση η κα Αβρααμίδου) Για τον Κατηγορούμενο: κος Λουκάς Κάρνος Κατηγορούμενος: Παρών Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος μετά από δική του παραδοχή βρέθηκε ένοχος στην κατηγορία της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, το αδίκημα αυτό διαπράχθηκε στις 16/07/2011 στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας - Λεμεσού, στην Κοφίνου της Επαρχίας Λάρνακας όταν ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚSS271, με ταχύτητα 202 χ.α.ω αντί 100 χ.α.ω. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως αναφέρθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν αμφισβητήθηκαν από τoν συνήγορο του Κατηγορούμενου, έχουν ως οι λεπτομέρειες του αδικήματος. Η ώρα ήταν περί τις 22:40 όταν ο Μ.Κ.1 εντόπισε το όχημα ΚSS271 να κινείται με ταχύτητα 202 χ.α.ω.. Η τροχαία κίνηση ήταν αραιή. Αφού πληροφορήθηκε για τo αδίκημα που διέπραξε και ότι θα καταγγελθεί, αφού του επιστήθη η προσοχή του στον Νόμο, αυτός απάντησε «Παραδέχομαι». Ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες και ούτε έχει βαθμούς ποινής. Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου στην αγόρευση του προς μετριασμό της ποινής του Κατηγορουμένου, εξέφρασε αρχικά δια μέσου του την απολογία του Κατηγορουμένου και την αντίληψη του τελευταίου του λάθους του αλλά και της σοβαρότητας που ενέχει η φύση και η διάπραξη του εν λόγω αδικήματος. Αναφέρθηκε στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου τις οποίες χαρακτήρισε ως εξαιρετικές ή ιδιάζουσες και οι οποίες εισηγήθηκε ότι δικαιολογούν ή καθιστούν επιβεβλημένη την επίδειξη της μεγαλύτερης επιείκειας από το Δικαστήριο. Αναφέρθηκε επίσης στις επαγγελματικές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου και στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος. Υιοθέτησε περαιτέρω την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Επεσήμανε ότι ο Κατηγορούμενος εργάζεται ως επαγγελματίας οδηγός για πολλά χρόνια σε ιδιωτική εταιρεία, με απολαβές περί τα €1.600.- μηνιαίως και στα καθήκοντα του είναι επί καθημερινής βάσεως μεταφορά εμπορευμάτων από το λιμάνι της Λεμεσού στη Λευκωσία, γεγονός το οποίο ως ήταν η θέση του συνηγόρου του Κατηγορουμένου καταδεικνύει ότι η περίπτωση αφορά ένα έμπειρο οδηγό ο οποίος γνωρίζει πάρα πολύ καλά τη διαδρομή Λευκωσίας - Λεμεσού. Αναφέρθηκαν περαιτέρω από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου οι οικονομικές υποχρεώσεις του οι οποίες ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €1.505.- μηνιαίως. Ο Κατηγορούμενος δεν είναι παντρεμένος πλην όμως διατηρεί σοβαρό δεσμό με την Άντρη Αβραάμ με την οποία συζεί. Η δε σύντροφος του λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας και κατόπιν ιατρικών οδηγιών δεν εργάζεται και συνεπεία τούτου ο Κατηγορούμενος είναι το μοναδικό πρόσωπο που εργάζεται προσπαθώντας να εξασφαλίσει τα προς το ζην και των δύο. Υποστήριξε περαιτέρω ότι η παρουσία και η συνεισφορά του Κατηγορουμένου στην οικία στην οποία διαμένουν, είναι απαραίτητη εφόσον στηρίζει πέραν από οικονομικά και ψυχολογικά την συμβία του. Ο κος Κάρνος αναφέρθηκε στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, λέγοντας ότι κατά την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος, στο όχημα επέβαινε και η σύντροφος του Κατηγορουμένου, η οποία ξαφνικά ένιωσε έντονη δύσπνοια και ταχυκαρδία λόγω του σοβαρού θυροειδικού προβλήματος το οποίο αντιμετωπίζει, παρουσιάζοντας προς τούτο διάφορες ιατρικές εξετάσεις από τις οποίες προκύπτει ότι υποβλήθηκε η συμβία του τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 2011 ως επίσης και Ιατρική Βεβαίωση ότι στις 17/07/2011 η Άντρη Αβρααμ επισκέφθηκε τον Δρ. Κώστα Σαββίδη, με υπερκοιλιακή ταχυπαλμία και έντονη δύσπνοια. Αποτέλεσμα της πιο πάνω κατάστασης της συμβίας του κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν να πανικοβληθεί και να αγχωθεί ο Κατηγορούμενος, εφόσον έβλεπε τη σύντροφο του να κινδυνεύει, με αποτέλεσμα να αναπτύξει ταχύτητα και να ξεπεράσει σε πολύ επικίνδυνο βαθμό το ανώτατο επιτρεπτό όριο ταχύτητας. Υποστήριξε ο συνήγορος του Κατηγορουμένου αναφερόμενος σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αλλά και σε απόφαση του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λάρνακας ότι η συναισθηματική φόρτιση ή η ένσταση που διακατείχε τον Κατηγορούμενο κατά τον επίδικο χρόνο αποτελεί παράγοντα μετριασμού της ποινής, αναγνωρίζοντας όμως πως δεν δικαιολογεί την απερίσκεπτη ενέργεια του Κατηγορουμένου, που μειώνει όμως σε πολύ μεγάλο βαθμό τη σοβαρότητα της. Κάλεσε επίσης το Δικαστήριο όπως λάβει περαιτέρω υπόψη, την απουσία επιβαρυντικών στοιχείων, όπως πυκνή τροχαία ή δυσμενείς καιρικές συνθήκες, παράγοντες που περιορίζουν τους κινδύνους από την υπέρβαση του ορίου ταχύτητας και τείνουν να μετριάσουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Επισήμανε ότι ο Κατηγορούμενος είναι άριστος οδηγός, με πολλά χρόνια εμπειρίας, γνωρίζει πολύ καλά τη διαδρομή Λευκωσίας - Λεμεσού η οποία είναι ευθεία, χωρίς πολλές στροφές και χωρίς οποιεσδήποτε ανωμαλίες, ως επίσης ότι το επίδικο αυτοκίνητο είναι καινούργιο και βρίσκεται σε άριστη κατάσταση. Υποστήριξε επίσης πως το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου και η μη ύπαρξη βαθμών ποινής στην άδεια οδήγησης του τελευταίου, αποδεικνύουν την σοβαρότητα και υπευθυνότητα του και ότι η παρούσα υπόθεση αφορά μεμονωμένο περιστατικό που διαπράχθηκε από την απώλεια αυτοελέγχου και σε κάποια στιγμή απερισκεψίας, τονίζοντας την άμεση παραδοχή του και την συνεργασία του με την αστυνομία. Εισηγήθηκε στο Δικαστήριο ότι εν όψει των ανωτέρω το τιμωρητικό μέτρο της στέρησης της άδειας οδηγού δεν δικαιολογείται από τα περιστατικά της υπόθεσης αλλά και τις ιδιάζουσες προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, καθότι τυχόν επιβολή του θα επιφέρει χωρίς αμφιβολία καταστροφικές συνέπειες τόσο στον επαγγελματικό όσο και στον οικογενειακό τομέα της ζωής του και τούτο γιατί θα χάσει τη δουλειά του αφού δεν θα μπορεί να εκτελεί τα καθήκοντα του με αποτέλεσμα την αδυναμία του να ανταποκριθεί στις οικονομικές υποχρεώσεις του ιδίου αλλά και της συντρόφου του, καλώντας το Δικαστήριο να επιδείξει τη μεγαλύτερη δυνατή επιείκεια κατά την επιβολή της ποινής του Κατηγορουμένου, ο οποίος δια μέσου του υποσχέθηκε ότι στο μέλλον δεν θα επαναλάβει οποιοδήποτε τροχαίο αδίκημα και θα τηρεί τους κανόνες οδικής ασφάλειας κατά γράμμα. Στην Έκθεση που ετοίμασε το Γραφείο Ευημερίας, σε σχέση με τον Κατηγορούμενο, γίνεται αναφορά στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του συνθήκες. Όπως αναφέρεται ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 34 ετών, διαμένει σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα, είναι επαγγελματίας οδηγός και τα εισοδήματα του ανέρχονται σε €420.- εβδομαδιαίως, είναι κάτοχος κινητής περιουσίας, αποταμιεύσεις δεν έχει, χρέη υπάρχουν και συγκεκριμένα ένα δάνειο στο όνομα της αρραβωνιαστικιάς του και ένα άλλο δάνειο για την αγορά αυτοκινήτου. Εγκατέλειψε το σχολείο στη Β' Γυμνασίου, εργάστηκε ως μηχανικός μέχρι τα 19 του χρόνια και στα 21 πήρε επαγγελματική άδεια και έκτοτε εργάζεται ως επαγγελματίας οδηγός. Η αρραβωνιαστικιά του είναι απόφοιτος λυκείου, εργάστηκε ως υπάλληλος σε κομμωτήριο για 5 με 6 χρόνια, αλλά λόγω προβλήματος στο σπόνδυλο σταμάτησε. Ακολούθως έκανε μαθήματα για εφαρμογή τεχνιτών νυχιών και εργάστηκε για 6 χρόνια στο σπίτι της. Εδώ και πέντε χρόνια πάσχει από διαταραχή του θυρεοειδή αδένα και ταχυκαρδίες και λόγω του προβλήματος της παίρνει ιατροφαρμακευτική αγωγή ώστε να κριθεί κατάλληλη η κατάσταση της για να προβεί σε εγχείρηση αφαίρεσης του θυρεοειδή. Η σοβαρότητα του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες στο Νόμο ποινές. Το άρθρο 6
(3)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν. 86/72, προβλέπει ποινή φυλακίσεως μη υπερβαίνουσα το ένα έτος ή χρηματική ποινή μέχρι €1708 ή και τις δύο ή και οποιαδήποτε από τις πιο πάνω ποινές. Περαιτέρω με βάση το άρθρο 20 Α του ίδιου νόμου το Δικαστήριο μπορεί να επιβάλει από 2 έως 6 βαθμούς ποινής αναλόγως των γεγονότων της υπόθεσης, ενώ με βάση της πρόνοιες του άρθρου 19
(1)και
(2)παρέχεται η εξουσία στο Δικαστήριο να αποστερήσει του δικαιώματος του καταδικασθέντα να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδηγού για οποιοδήποτε διάστημα ήθελε κρίνει ορθό υπό τις περιστάσεις. Ερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης σημειώνω ότι η υπέρβαση του ορίου ταχύτητας στην προκειμένη περίπτωση καθιστά το αδίκημα ιδιαίτερα σοβαρό. Η ταχύτητα με την οποία ο Κατηγορούμενος οδηγούσε, θεωρώ ότι είχε μετατρέψει το όχημα του σε επικίνδυνο αντικείμενο, τόσο για τον ίδιο όσο και για την συμβία του αλλά και για τους υπόλοιπους που χρησιμοποιούσαν το δρόμο. Ο αυτοκινητόδρομος διεθνώς θεωρείται ο πιο ασφαλής δρόμος γιατί δεν υπάρχουν φώτα τροχαίας, διασταυρώσεις, διαβάσεις πεζών, απαγορεύεται η κυκλοφορία πεζών, η διέλευση ποδηλατιστών και οι κατευθύνσεις είναι μονόδρομες, πλην όμως όσο ασφαλής και αν θεωρείται ότι είναι, αυτό δεν σημαίνει ότι επιτρέπεται σε κάθε οδηγό να αναπτύσσει ιλιγγιώδη ταχύτητα ως ήταν η ταχύτητα με την οποία ο Κατηγορούμενος αποφάσισε να οδηγήσει το όχημα του στην προκειμένη περίπτωση. Έχοντας υπόψη μου και τις πιθανές συνέπειες που μπορούσαν να προκληθούν από την συμπεριφορά του Κατηγορουμένου, σε μια περίοδο που τα σοβαρά τροχαία δυστυχήματα βρίσκονται δυστυχώς σε έξαρση, έχοντας ως μια από τις πιο συχνές γενεσιουργούς αιτίες τους την υπερβολική ταχύτητα, το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να στείλει το μήνυμα, δια μέσω των επιβληθείσων ποινών ότι τέτοια οδική συμπεριφορά είναι απαράδεκτη και δεν μπορεί να γίνει ανεκτή. Δυστυχώς καθημερινά είμαστε όλοι μάρτυρες αυτής της δυσάρεστης κατάστασης. Η ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο Κατηγορούμενος στην παρούσα περίπτωση είναι η διπλάσια του επιτρεπόμενου ορίου και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι είναι από θαύμα που δεν υπήρξαν θύματα. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Κώστα Ζυπιτής v. Αστυνομίας,
(2003)2 Α.Α.Δ.220 το αυτοκίνητο αποτελεί, ως υποδεικνύει το Δικαστήριο με αναφορά στην R. V. Reid,
(1992)3 All E.R.873 αντικείμενο ικανό να προκαλέσει το θάνατο ή σοβαρή βλάβη κατά πάντα χρόνο, όταν αυτό βρίσκεται σε κίνηση, γεγονός που προσδιορίζει και τις ευθύνες του οδηγού για τη χρήση και το καθήκον του για την προστασία της ασφάλειας τρίτων. Η συμμόρφωση προς τις διατάξεις των νόμων και κανονισμών της τροχαίας είναι επιτακτική και απαραίτητη. Η επιβολή δε αποτρεπτικών ποινών είναι επιβεβλημένη. Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν είναι μόνο θέμα σεβασμού και εφαρμογής των νόμων, αλλά είναι απαραίτητη κοινωνική ανάγκη, ενόψει του σοβαρού και ανησυχητικού ρυθμού με τον οποίο συμβαίνουν αυτοκινητικά δυστυχήματα και χάνονται ανθρώπινες ζωές ή προκαλούνται σοβαρές υλικές ζημιές. Είναι μόνο με την απόλυτη συμμόρφωση προς όλους τους κανονισμούς που θα επιτευχθεί μείωση ατυχημάτων τα οποία πολλές φορές έχουν ολέθρια και ανεπανόρθωτα επακόλουθα, (βλ. Χαρίλαος Τροκούδης ν. Αστυνομίας,
(1992)2 Α.Α.Δ.306). Η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης αφενός και της εξατομίκευσης της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη αφετέρου. Το καθήκον όμως εξατομίκευσης της ποινής ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του συγκεκριμένου παραβάτη δεν ατονεί, ακόμη και όταν επιβάλλεται η πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στη ποινή, (βλέπε απόφαση στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας,
(1989)2 Α.Α.Δ.245.) Πλην όμως η εξατομίκευση αυτή, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής. Όπως έχει νομολογηθεί, σε σοβαρά αδικήματα, όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου, αν και είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται, είναι ήσσονος σημασίας, αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (βλέπε απόφαση στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου,
(2003)2 Α.Α.Δ.331 και Κλεοβούλου ν. Δημοκρατίας,
(1998)2 Α.Α.Δ. 57). Στην απόφαση δε της υπόθεσης Ανδρέας Μενελάου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 Α.Α.Δ. 232, το Ανώτατο Δικαστήριο εξετάζοντας κατά πόσο η ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί στον Εφεσείοντα στην κατηγορία της αμελής οδήγηση που αντιμετώπιζε μεταξύ άλλων ο Εφεσείον σημείωσε τα ακόλουθα επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση: «Συμφωνούμε με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής των τιμωρητικών μέσων όσο και του ύψους της ποινής, μέσα στο πλαίσιο που επιλέγεται. Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση, μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που, στην περίπτωση της οδικής αμέλειας, χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας.» Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας από την μια το σύνολο των γεγονότων, το ύψος της υπέρβασης, την σοβαρότητα του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος ως την έχω προδιαγράψει και από την άλλη τα ελαφρυντικά του Κατηγορουμένου που εστιάζονται στο λευκό του ποινικό μητρώο, την μη ύπαρξη βαθμών ποινής στην άδεια οδήγησης του, την άμεση παραδοχή του, την μεταμέλεια και απολογία του, τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του, την φόρτιση και αγωνία που κατέλαβε τον Κατηγορούμενο ένεκα της ξαφνικής αδιαθεσίας της συμβίας του, η οποία βρισκόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο εντός του οχήματος του Κατηγορουμένου, αποδυναμώνοντας τους μηχανισμούς αυτοελέγχου του κατά τον επίδικο χρόνο, χωρίς βεβαίως αυτό να δικαιολογεί την οδική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου (βλέπε απόφαση στην υπόθεση Έλενα Ιωάννου και άλλη ν. Δημοκρατίας,
(1996)2 Α.Α.Δ.200), έχω αποφασίσει συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω δεδομένα και εν όψει της σοβαρότητας του αδικήματος και του στοιχείου της αποτροπής που προέχει, ότι η αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης, η έκταση της οποίας θα αντανακλά σε όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν. Οιαδήποτε άλλη ποινή κατά την κρίση μου όχι μόνο δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς του Νόμου αλλά θα έστελνε επιπλέον λανθασμένα μηνύματα τόσο στον ίδιο τον Κατηγορούμενο όσο και σε νέους επίδοξους παραβάτες. Καθόσον δε αφορά τη πιθανότητα έκδοσης διατάγματος στέρησης του δικαιώματος κατοχής ή απόκτησης άδειας οδηγήσεως το Δικαστήριο κατά την εξέταση του θέματος αυτού, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις συνθήκες διάπραξης και τη σοβαρότητα του αδικήματος, καθώς επίσης και τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ηλίας Σ. Πουλλής ν. Αστυνομίας,
(2000)2 Α.Α.Δ.57, η οποία αφορούσε σε οδήγηση χωρίς ασφαλιστική κάλυψη, με αναφορά στην υπόθεση Ελ. Ελευθερίου ν. Αστυνομίας,
(1992)2 Α.Α.Δ. 300, αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Σε σειρά υποθέσεων το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η ποινή της στέρησης της άδειας οδηγού βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής και πρέπει να δικαιολογείται με βάση τις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής. Τόσο τα γεγονότα που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, όσο και οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί αν δικαιολογείται η αποστέρηση της άδειας του παραβάτη και η χρονική διάρκεια της αποστέρησης - (βλ. μεταξύ άλλων, Solomos Stylianou v. The Police
(1962)C.L.R. 152, Andreas Miltiadous v. The Police
(1970)2 C.L.R. 81, Μαρία Παναγίδου και Άλλος ν. Της Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 448, Μιχαήλ Σαρίδης άλλως Μάϊκ ν. Της Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 465).» Στην υπόθεση Μιχαήλ Σαρίδης άλλως Μαϊκ ν. Αστυνομίας, (ανωτέρω) το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι η σοβαρότητα των γεγονότων που περιβάλλουν τη διάπραξη του αδικήματος και οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου είναι οι αποκλειστικοί παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την επιβολή στέρησης του δικαιώματος κατοχής ή απόκτησης άδειας οδηγού καθώς επίσης και το εύρος της χρονικής διαρκείας. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χαρίλαος Τροκκούδης v. Αστυνομίας,
(1992)2 Α.Α.Δ. 306, η οποία αφορούσε έφεση κατά της ποινής για το αδίκημα της υπέρβασης του ορίου ταχύτητας κατά 54 χ.α.ω. σε δρόμο που το καθορισθέν όριο ήταν 100 χ.α.ω., ήτοι για υπέρβαση ελάχιστα πιο πάνω από το 50% του ορίου, το Εφετείο επικύρωσε την ποινή προστίμου που επιβλήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο αλλά μείωσε την δωδεκάμηνη στέρηση δικαιώματος κατοχής ή απόκτησης άδειας οδήγησης σε περίοδο δύο μηνών. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, θεωρώ ότι το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να στείλει το μήνυμα μέσω των επιβληθεισών ποινών ότι τέτοια οδική συμπεριφορά είναι απαράδεκτη και εγωιστική και ως τέτοια δεν μπορεί να γίνεται ανεκτή. Στις περιπτώσεις δε τέτοιας φύσεως αδικημάτων, όπως νομολογιακά έχει καθιερωθεί, οι ποινές που επιβάλλουν τα Δικαστήρια πρέπει να είναι αποτρεπτικές. Όπως επίσης νομολογιακά έχει καθιερωθεί, αποτρεπτική μια ποινή μπορεί να είναι είτε στο είδος της, είτε στο εύρος της. Αναφορικά με το θέμα της στέρησης της άδειας οδήγησης του Κατηγορουμένου κρίνω ότι τα όσα αναφέρθηκαν από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου σε σχέση με τις επαγγελματικές του υποχρεώσεις αλλά και τις προσωπικές και οικογενειακές του συνθήκες, μπορούν να επηρεάσουν απλώς το εύρος της στέρησης η οποία αναπόφευκτα θα επιβληθεί, λαμβανομένου υπόψη του ύψους της υπέρβασης και της σοβαρότητα του αδικήματος που παραδέχθηκε ενοχή αλλά όχι στην επιβολή αυτής. Επισημαίνω δε ότι η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη, αλλά όχι την αποκλειστική συνάρτηση της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη, (βλ. Eleni Evagorou v. The Police,
(1971)2 C.L.R.194 και Ευριπίδης Κόκκινος ν. Αστυνομίας,
(1995)2 Α.Α.Δ.135) Ενόψει των όσων αναφέρω πιο πάνω κρίνω ως αρμόζουσα ποινή την οποία και επιβάλλω στον Κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως 15 ημερών. Περαιτέρω και ασκώντας την εξουσία που μου παρέχει το άρθρο 19
(1)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 ο Κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 30 ημερών. Στο στάδιο αυτό θα εξετάσω κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Επισημαίνω ότι η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής, και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ.373). Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις υποθέσεις Σάββας Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας,
(2004)2 Α.Α.Δ 39, Κώστα Χαραλάμπους Τραλαλάς ν. Αστυνομίας,
(2004)2 Α.Α.Δ 323, Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας,
(2004)2 Α.Α.Δ. 148, Γενικός Εισαγγελέας ν. Οδυσσέα Κανάρη (Αρ. 2),
(2005)2 Α.Α.Δ. 327, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη,
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, Μαρία Ηλιάδη ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ.412, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομία,
(2009)2ΑΑΔ 582 και Σκεύη Χριστοδούλου ν. Αστυνομία, Ποινική Έφεση 214/09, ημερομηνίας 29/01/2010 από τις οποίες αντλώ καθοδήγηση αναφορικά με την εφαρμογή του άρθρου 3
(2)του τροποποιητικού Νόμου 186(Ι)/03. Τα κριτήρια που μπορεί το δικαστήριο να λάβει υπ' όψιν τέθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη, (ανωτέρω) ως ακολούθως: « Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303).» Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και/ή οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου είναι τέτοιες που να δικαιολογούν την αναστολή έκτισης της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Για την χρονική διάρκεια της στέρησης του δικαιώματος να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης ο Κατηγορούμενος, σημειώνω ότι άντλησα καθοδήγηση από την απόφαση στην υπόθεση Μαρίνο Ευθυμίου ν. Αστυνομίας,
(1989)2 Α.Α.Δ.327, όπου λέχθηκε πως η διάρκεια της στέρησης άδειας θα πρέπει να συσχετιστεί με την ανάγκη παροχής στον Κατηγορούμενο της ευχέρειας επαναδραστηριοποιήσεως του μετά την αποφυλάκιση του. Η ποινή φυλάκισης είναι άμεση και η στέρηση της άδειας οδήγησης του Κατηγορουμένου να αρχίζει από την ημέρα αποφυλάκισης του. (Υπ.) ................................ Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο