← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας ν. Κυριάκου Αντωνίου, Αρ. Υπ.: 1860/11, 23/11/2012

Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας ν. Κυριάκου Αντωνίου, Αρ. Υπ.: 1860/11, 23/11/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:B40 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Υπ.: 1860/11 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας ν. Κυριάκου Αντωνίου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 23 Νοεμβρίου, 2012 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Θ. Παπανικολάου Για Κατηγορούμενο: κ. Κ. Ευσταθίου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου λόγω απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 12/12/09 στην οδό 25ης Μαρτίου στην Αθηαίνου της Επαρχίας Λάρνακας, λόγω απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης που δεν ανάγεται σε υπαίτιο αμέλεια χωρίς πρόθεση, επέφερε τον θάνατο εις στον Αλκιβιάδη Κεπώλα από την Αθηαίνου. Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατάθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τρεις μάρτυρες ενώ κατατέθηκαν και συνολικά 22 τεκμήρια. Κατατέθηκαν επίσης οι καταθέσεις των μαρτύρων 1-4, 6-13 και 16 επί του κατηγορητηρίου ως τεκμήρια 1-15 τα οποία και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο ως παραδεκτά γεγονότα. Κατατέθηκε επίσης ως τεκμήριο 16 η κατάθεση του κατηγορουμένου ως προς την δήλωση που έχει κάνει. Εγκρίθηκαν περαιτέρω ως παραδεκτά γεγονότα ότι η διακίνηση των τεκμηρίων 18-20 έχει γίνει νομότυπα και δεν έχει γίνει οποιαδήποτε επέμβαση από οποιοδήποτε αρμόδιο πρόσωπο ως επίσης και το ότι απεικονίζονται στην δέσμη φωτογραφιών τεκμήριο
  2. Εγκρίθηκε τέλος ως παραδεκτό γεγονός ότι ο θάνατος του Αλκιβιάδη Κεπώλα προκλήθηκε από ηλεκτροπληξία κατά τη διάρκεια που μπήκε στην ντουσιέρα στο μπάνιο. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας βρίσκεται καταγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Δεν θα παραθέσω σ' αυτό το σημείο εκτενή περίληψη της μαρτυρίας αλλά θα το κάνω εκεί, όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. Ο κατηγορούμενος μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 αυτός επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Ο Λοχ. 1431 Λ. Μούσκος ΜΚ1 ήταν το άτομο το οποίο επισκέφθηκε το χώρο του συμβάντος και ανέλαβε τη διερεύνηση των συνθηκών θανάτου του Αλκιβιάδη Κεπώλα. Αναγνώρισε την κατάθεση του τεκμηρίου 17 της οποίας το περιεχόμενο υιοθέτησε και στην οποία περιγράφονται οι ενέργειες στις οποίες προέβηκε για τη διερεύνηση της υπόθεσης. Η μαρτυρία του ΜΚ1 γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο στο σύνολο της ως αξιόπιστη αφού και η αντεξέταση του περιορίστηκε σε διευκρινιστικές ερωτήσεις. Επόμενος μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή ήταν ο Μιχαλάκης Χρίστου ΜΚ2 ο οποίος κατά την επίδικη χρονική περίοδο εργαζόταν στην ΑΗΚ ως προϊστάμενος του Τμήματος Επιθεωρητών των οποίων τα καθήκοντα είναι η επιθεώρηση και έλεγχος των ηλεκτρικών εγκαταστάσεων πριν ή και μετά την εγκατάσταση. Ο ΜΚ2 ήταν θεωρώ μάρτυρας της αλήθειας και τα όσα ανάφερε ενώπιον του Δικαστηρίου κρίνονται ως αξιόπιστα. Αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του τεκμήριο 21 όπου ουσιαστικά καταγράφονται οι διαπιστώσεις του από την επιθεώρηση και εξέταση του αυτόματου διακόπτη τεκμήριο 18 που ήταν τοποθετημένος στην οικία του θανόντος. Φυσικά ο ΜΚ2 εξέτασε τον εν λόγω διακόπτη τεκμήριο 18 στον αστυνομικό σταθμό που κλήθηκε χωρίς να επισκεφθεί τον χώρο που ήταν τοποθετημένος. Ανάφερε ο μάρτυρας ότι σκοπός του προστατευτικού μηχανισμού είναι η διακοπή παροχής ρεύματος σε περίπτωση διαρροής ηλεκτρικού ρεύματος. Από την εξέταση διαπίστωσε ότι παρακάμφθηκε ο μηχανισμός προστασίας με την τοποθέτηση δύο καλωδίων απευθείας από την εισαγωγή στην εξαγωγή. Αποτέλεσμα ήταν να παρακαμφθεί η προστασία από διαρροή στην ηλεκτρική εγκατάσταση και ταυτόχρονα να παρακαμφθεί και η διακοπή ρεύματος. Διαπίστωσε ότι το αυτόματο λειτουργούσε κανονικά και περαιτέρω ότι ο μοχλός με την ένδειξη «Ι» σε μερικές περιπτώσεις στην πίεση για ενεργοποίηση δεν λειτουργούσε κανονικά δηλαδή δεν έκλειναν οι επαφές εισαγωγής-εξαγωγής. Τρίτος και τελευταίος μάρτυρας για την πλευρά της κατηγορούσας αρχής ήταν ο ΄Αριστος Ευθυμίου ΜΚ3 ο οποίος εργάζεται στην ηλεκτρομηχανολογική υπηρεσία και είναι επιθεωρητής ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων. Ο εν λόγω μάρτυρας κατάθεσε έκθεση τεκμήριο 22 την οποία ετοίμασε και έχει σχέση με το επίδικο συμβάν. Ανάφερε ο ΜΚ3 ότι στον αυτόματο διακόπτη διαρροής έγινε παράκαμψη με δύο σύρματα «καβαλλέττα» από την είσοδο στην έξοδο του εξουδετερώνοντας την διακοπτιτική του ικανότητα. Είπε επίσης ότι στην έξοδο του αυτόματου υπάρχουν συνδεδεμένα τρία καλώδια εκ των οποίων το ένα ήταν κανονικά συνδεδεμένο και έδινε παροχή ηλεκτρισμού στον πίνακα διανομής. Τα άλλα δύο ήταν αντικανονικά συνδεδεμένα σ' αυτό και κατέληγαν το ένα σε τρεις ασφαλειοδιακόπτες και το άλλο μαζί με τα τρία καλώδια από τις εξόδους των ασφαλειοδιακοπτών καταλήγουν σε μια πλαστική σωλήνα που οδηγούσε στην οροφή της οικίας. Σε έλεγχο που έγινε στην έξοδο του αυτόματου διακόπτη διαρροής με απομονωμένη την ηλεκτρική εγκατάσταση της οικίας από τον γενικό διακόπτη του πίνακα διακοπής και αφαιρεμένο το ουδέτερο της ΑΗΚ βρέθηκε ότι στην μόνωση μεταξύ φάσης-γείωσης υπήρχε πλήρης απώλεια. Ανάφερε ο μάρτυρας ότι ουσιαστικά η φάση ήταν βραχυκυκλωμένη με την γείωση με αποτέλεσμα όλα τα μεταλλικά μέρη της ηλεκτρικής εγκατάστασης που ήταν προσγειωμένα να γίνουν ρευματοφόρα. Υπήρχε επίσης απώλεια και στον ουδέτερο με την γείωση και οι απώλειες αυτές εντοπίστηκαν στο καλώδιο που κατέληγε από το αυτόματο απευθείας στην πλαστική σωλήνα που οδηγούσε στην οροφή της κατοικίας. Είπε περαιτέρω ο ΜΚ3 ότι στην οροφή βρέθηκαν τα τέσσερα καλώδια τα οποία κατέληγαν μέσω της πλαστικής σωλήνας εκ των οποίων τα τρία ρευματοδοτούσαν οκτώ προβολείς. Το τέταρτο καλώδιο που ήταν απευθείας από το αυτόματο και κατέληγε μεταξύ δύο πράσινων δικτύων βρέθηκε η άκρια του και είναι διπλωμένη και τελλαρισμένη με τέλλα που χρησιμοποιούν οι υδραυλικοί στα υδραυλικά εξαρτήματα και εντελώς ακατάλληλη για τον σκοπό που χρησιμοποιήθηκε. Λόγω της βροχής είπε ο μάρτυρας το νερό εισχώρησε μέσα από την τέλλα στους αγωγούς στην άκρη του καλωδίου που ήταν γυμνοί χωρίς άλλη προστασία προκαλώντας βραχυκύκλωμα στους αγωγούς φάσης-γείωσης και απώλεια στους αγωγούς ουδέτερου-γείωσης. Βρέθηκε κάψιμο στην άκρη του καλωδίου, στην μόνωση και στους αγωγούς που είναι ένδειξη διέλευσης ρεύματος βραχυκυκλώματος που προκαλούσε τις συνεχείς πτώσεις του αυτόματου διακόπτη διαρροής. Αναφέρει στην έκθεση του τεκμήριο 22 ο ΜΚ3 ότι οι συνεχείς πτώσεις του αυτόματου διέκοπταν την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος προς την εγκατάσταση προστατεύοντας τους ενοίκους από ηλεκτροπληξία. Με την παράκαμψη του από τον διακόπτη διαρροής εξουδετερώθηκε η διακοπτιτική του ικανότητα με αποτέλεσμα όλα τα μεταλλικά μέρη της ηλεκτρικής εγκατάστασης που ήταν προσγειωμένα να γίνουν ρευματοφόρα. Συμπέρασμα του ΜΚ3 είναι ότι ο θανών όταν μπήκε στη ντουζιέρα για να κάνει ντους πήρε με το δεξί του χέρι το ρευματοφόρο τηλέφωνο του ντους με αποτέλεσμα να διοχετευτεί ρεύμα βραχυκύκλωσης από το μεταλλικό flexible του τηλεφώνου στον καρπό του χεριού του και στο σώμα του και στη συνέχεια να βρει έξοδο από το μικρότερο δάκτυλο του αριστερού του ποδιού που ήταν γυμνό αφού το νερό που έτρεχε δούλεψε σαν καλός αγωγός προς τη γη προκαλώντας του τον θάνατο από ηλεκτροπληξία. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3 ανάφερε ότι η τέλλα που τοποθετήθηκε στην άκρια του καλωδίου ήταν εντελώς ακατάλληλη αφού επρόκειτο για τέλλα υδραυλικού και όχι ηλεκτρολόγου η οποία είναι μονωτική. Αποτέλεσμα ήταν να μην κάνει μόνωση και να περάσει ρεύμα από μέσα. Ως έχει προαναφερθεί, ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση επιλογή η οποία αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση μπορεί η επιλογή του αυτή να ληφθεί εναντίον του. Όσον αφορά την βαρύτητα και την αξία της είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι η δήλωση του κατηγορουμένου χωρίς όρκο εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πώς ταιριάζει στην συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν παραμερίζεται ολότελα. Είναι υποχρέωση του Δικαστηρίου να της δώσει την βαρύτητα που της αρμόζει και να την λάβει υπόψη του πριν καταλήξει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της (βλ. R. v. Frost
(1964)64 Cr App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είπε με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο με την αντεξέταση. (Βλ. Vroukos v. Republic
(1973)2 CLR 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 CLR 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως. (Βλ. R. v. Coughlan
(1978)64 Cr. App. R. 11). Εξετάζοντας την ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου διαπιστώνω ότι όσον αφορά τα γεγονότα δεν υπάρχει κάτι που να έρχεται σε αντίθεση με την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Το μόνο που δεν μπορεί να αξιολογηθεί ελλείψει μαρτυρίας είναι ότι ο ίδιος ο θανών έκοψε για άγνωστο λόγο τη γραμμή του ηλεκτρικού. Ενόψει της ως άνω αξιολόγησης τα ευρήματα του Δικαστηρίου συμπίπτουν με τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου είτε υπό μορφή παραδεκτών γεγονότων είτε με προφορική μαρτυρία και αυτό ενόψει του γεγονότος ότι δεν υπήρχε στην ουσία αντεξέταση από πλευράς υπεράσπισης παρά μόνο τέθηκαν διευκρινιστικές ερωτήσεις. Συνοπτικά τα ευρήματα του Δικαστηρίου έχουν ως ακολούθως: Στις 12/12/09 ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε την οικία του Αλκιβιάδη Κεπώλα στην Αθηαίνου για επιδιόρθωση του Αυτόματου Διακόπτη Διαρροής κοινώς «αυτόματο» μετά από κλήση του τελευταίου καθότι το αυτόματο παρουσίαζε πρόβλημα. Ο κατηγορούμενος τοποθέτησε δύο καλώδια «καβαλλέττα» από την είσοδο και έξοδο του εξουδετερώνοντας την διακοπτιτική του ικανότητα. Σε έλεγχο που έγινε στην έξοδο του αυτόματου διακόπτη διαρροής με απομονωμένη την ηλεκτρική εγκατάσταση της οικίας από τον γενικό διακόπτη του πίνακα διανομής, αφαιρεμένου του ουδέτερου της ΑΗΚ, βρέθηκε πλήρης απώλεια στα τρία καλώδια που ήταν συνδεδεμένα σε αυτό μεταξύ φάσης-γείωσης, με αποτέλεσμα όλα τα μεταλλικά μέρη της εγκατάστασης που ήταν προσγειωμένα να γίνουν ρευματοφόρα. Οι απώλειες αυτές εντοπίστηκαν στο καλώδιο που κατέληγε από το αυτόματο σε πλαστική σωλήνα που οδηγούσε στην οροφή της κατοικίας όπου το ένα από τα τέσσερα καλώδια που ήταν απευθείας από το αυτόματο διέσχιζαν την οροφή και κατέβαιναν από το πλευρό της μπροστινής βεράντας της οικίας του Αλκιβιάδη Κεπώλα καταλήγοντας μεταξύ δύο πράσινων δικτύων. Η άκρια του εν λόγω καλωδίου βρέθηκε τυλιγμένη με τέλλα που χρησιμοποιούν οι υδραυλικοί που είναι εντελώς ακατάλληλη για τον σκοπό που χρησιμοποιήθηκε. Λόγω της βροχής το νερό εισχώρησε μέσα από την τέλλα στους αγωγούς στην άκρη του καλωδίου προκαλώντας βραχυκύκλωμα στους αγωγούς φάσης-γείωσης και απώλεια στους αγωγούς ουδέτερου-γείωσης. Στην άκρη του καλωδίου, στη μόνωση, στους αγωγούς και στη τέλλα βρέθηκε κάψιμο που είναι ένδειξη διέλευσης ρεύματος βραχυκυκλώματος. Με την παράκαμψη του αυτόματου διακόπτη διαρροής εξουδετερώθηκε η διακοπτιτική του ικανότητα και η προστασία που παρείχε στην ηλεκτρική εγκατάσταση. Αποτέλεσμα αυτού ήταν όλα τα μεταλλικά μέρη της ηλεκτρικής εγκατάστασης που ήταν προσγειωμένα να γίνουν ρευματοφόρα και με την είσοδο του Αλκιβιάδη Κεπώλα στη ντουζιέρα και παίρνοντας με το δεξί του χέρι το ρευματοφόρο τηλέφωνο του ντους διοχετεύθηκε ρεύμα βραχυκύκλωσης στον καρπό του χεριού του και στο σώμα του προκαλώντας του τον θάνατο από ηλεκτροπληξία. Ως έχει προαναφερθεί ο κατηγορούμενος κατηγορείται για την πρόκληση θανάτου λόγω απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Υπάρχει πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου η οποία πραγματεύεται τους όρους απερίσκεπτη και επικίνδυνη πλείστες των οποίων οφείλω να πω αφορούν τροχαία δυστυχήματα (βλ. Gavalas v. Police
(1985)2 CLR 114, Γενικός Εισαγγελέας v. Χρυσοστόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 473 και Ζυπιτής v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220). Στην υπόθεση Ανδρέου v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. το Ανώτατο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι όροι αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά υποδηλώνει διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ίδιου αδικήματος. Από την υπόθεση Σάββα v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 117 που αφορούσε επικίνδυνη οδήγηση και που αναλύεται ο όρος επικίνδυνη αναφέρθηκε ότι το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μιας αντικειμενικά ιδωμένης επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα του οδηγού, όπως και στην περίπτωση της οδήγησης χωρίς την δέουσα επιμέλεια και φροντίδα και είναι μόνο από αυτή την άποψη που δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ εκείνου του αδικήματος και της επικίνδυνης οδήγησης. Η διαφορά ανάμεσα στα δύο αδικήματα δεν αφορά στο βαθμό του σφάλματος για την ορισμένη συμπεριφορά ή κατάσταση. Ούτε και δικαιολογείται η κατάταξη μιας πράξης ή συμπεριφοράς ως εκ προοιμίου συνιστώσας το ένα κατ' αποκλεισμό του άλλου. Στη μία περίπτωση αυτό που αναζητείται είναι αν το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από το μέσο συνετό οδηγό. Στην άλλη, αν η ορισμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Στις πλείστες των περιπτώσεων το σφάλμα αποδεικνύεται από τα γεγονότα της υπόθεσης και μόνο. Αν, όμως, ο κατηγορούμενος προτίθεται να αποδείξει κάποιο ιδιαίτερο γεγονός (special fact) με σκοπό να αποτρέψει το δικαστήριο από του να εξαγάγει εκ πρώτης όψεως συμπεράσματα ενοχής δεν πρέπει να εμποδιστεί από του να το πράξει. Ως προς την έννοια δε του σφάλματος που αρκεί για τη στοιχειοθέτηση της επικίνδυνης οδήγησης σχετική είναι η Αγγλική απόφαση, R. V. Gosney
(1971)55 Cr. App. R. 502, η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Σάββα v. Αστυνομίας, που πιο πάνω αναφέρθηκε. Το σφάλμα δεν περιλαμβάνει απαραίτητα εσκεμμένη συμπεριφορά (deliberate misconduct) ή απερισκεψία (recklessness) ή πρόθεση για οδήγηση με τρόπο που δεν συνάδει με τα ορθά πρότυπα ή ηθικό σφάλμα (moral blame). Το σφάλμα: «... εμπεριέχει αποτυχία· πτώση από το επίπεδο της φροντίδας ή της δεξιότητας του ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Είναι αρκετή η ύπαρξη σφάλματος με αυτήν την έννοια, παρόλο που αυτό μπορεί να είναι μικρό ή να ανάγεται σε στιγμιαίο ολίσθημα ή κανένας κίνδυνος να μην αναφύεται υπό κανονικές συνθήκες από αυτό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί την μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν βλέποντας το λογικά αποτελεί μια αιτία.» (βλ. R. v. Gosney
(1971)55 Cr. App. R. 502 πιο πάνω). Εξετάζοντας την παρούσα περίπτωση με τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ενέργεια του κατηγορουμένου να τοποθετήσει καλώδια «καβαλλέττα» παρακάμπτοντας τον αυτόματο διακόπτη διαρροής εξουδετερώνοντας την διακοπτιτική του ικανότητα δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί επικίνδυνη, γεγονός το οποίο και ο ίδιος αντιλαμβανόταν και το είχε αναφέρει και στον θανόντα όπως φαίνεται και στην κατάθεση του τεκμήριο 16 που έδωσε στην αστυνομία. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι για χρόνια εργαζόταν ως ηλεκτρολόγος κατοικιών χωρίς όμως να είναι αδειούχος και τα δύο τελευταία χρόνια πριν του ατυχήματος εργαζόταν ως συνέταιρος με τον αδελφό του ο οποίος είναι αδειούχος ηλεκτρολόγος. Θα ανάμενε κάποιος ότι ο κατηγορούμενος δεν θα επεδείκνυε τέτοια συμπεριφορά και διάπραξη τέτοιου σφάλματος με την τοποθέτηση δηλαδή των δύο καλωδίων για παράκαμψη του αυτομάτου. Είναι επίσης δεδομένο ότι με την πράξη του παρέκαμψε την προστασία που παρείχε ο αυτόματος διακόπτης διαρροής σε περίπτωση βραχυκυκλώματος. Το ερώτημα τώρα που τίθεται είναι αν ο θάνατος του άτυχου Αλκιβιάδη Κεπώλα προκλήθηκε από τις πιο πάνω ενέργειες και πράξεις του κατηγορουμένου ή υπήρχε οιονδήποτε άλλο γεγονός το οποίο παρείσφρησε και το οποίο έσπασε την αλυσίδα των γεγονότων με αποτέλεσμα να μην υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πράξης και αποτελέσματος. Ήταν η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι δεν είναι η παράκαμψη που ευθύνεται για το θάνατο του θύματος αλλά το βραχυκύκλωμα το οποίο προκλήθηκε χωρίς οιανδήποτε ενέργεια του κατηγορουμένου και το οποίο βραχυκύκλωμα προήλθε λόγω της τέλλας η οποία δεν ήταν μονωτική και με την οποία ήταν τυλιγμένη η άκρια του καλωδίου. Στην υπόθεση Rouse v Squires and others
(1973)2 All ER που αφορούσε όμως τροχαίο δυστύχημα αλλά είχε σχέση με την αλυσίδα των γεγονότων λέχθηκαν τα ακόλουθα: «But when there is ample visibility and ample opportunity for the driver of an oncoming vehicle to see and appreciate the nature and extent of an obstruction and to take evasive action, then the obstruction does not constitute a danger, and in such a case there is a break in the chain of causation between the prior negligent act which caused the obstruction and the immediate consequence of the latter negligent act of a driver on the highway who causes an accident.» Είναι γεγονός ότι υπήρχε καλώδιο το οποίο ήταν απευθείας από το αυτόματο, διέσχιζε την οροφή και κατέβαινε από το πλευρό της μπροστινής βεράντας καταλήγοντας μεταξύ των διχτύων. Είναι επίσης αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η άκρια του καλωδίου αυτού ήταν τυλιγμένη με τέλλα που χρησιμοποιούν οι υδραυλικοί στα υδραυλικά εξαρτήματα και ήταν εντελώς ακατάλληλη για το σκοπό που χρησιμοποιήθηκε. Λόγω της δυνατής βροχόπτωσης εκείνων των ημερών το νερό εισχώρησε μέσα από την τέλλα στους αγωγούς στην άκρη του καλωδίου που ήταν γυμνός χωρίς άλλη προστασία προκαλώντας βραχυκύκλωμα στους αγωγούς φάσης-γείωσης και απώλεια στους αγωγούς ουδέτερου-γείωσης. Στην άκρη του καλωδίου, στην μόνωση, στους αγωγούς και την τέλλα βρέθηκε κάψιμο ένδειξη διέλευσης ρεύματος βραχυκυκλώματος που προκαλούσε τις συνεχείς πτώσεις του αυτομάτου. Το Δικαστήριο φυσικά δεν έχει μαρτυρία ποιος έκοψε το καλώδιο αυτό και τοποθέτησε την ακατάλληλη τέλλα παρά μόνο τα όσα ο κατηγορούμενος ανάφερε στην ανώμοτη δήλωση του, ούτε και μαρτυρία υπάρχει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ή πληροφορήθηκε για την ύπαρξη του βραχυκυκλωμένου καλωδίου. Το γεγονός όμως αυτό και παρά την παράκαμψη του αυτομάτου με την τοποθέτηση «καβαλλέττων» από τον κατηγορούμενο, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι έσπασε η αλυσίδα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης του κατηγορουμένου και του αποτελέσματος. Στην υπό κρίση δηλαδή περίπτωση υπήρξε κάποιο άλλο γεγονός ανεξάρτητο των ενεργειών του κατηγορουμένου και το οποίο είχε ενεργό μέρος στην πρόκληση του θανάτου του Αλκιβιάδη Κεπώλα. Η παράκαμψη του αυτομάτου δεν είναι η γενεσιουργός αιτία της πρόκλησης του θανάτου. Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μία συνέχεια πράξεων και γεγονότων τα οποία να διαπράχθηκαν και να προέρχονται από τον κατηγορούμενο και των οποίων αποτέλεσμα ήταν ο θάνατος του εν λόγω προσώπου. Υπάρχει το βραχυκυκλωμένο καλώδιο το οποίο παρεμβαίνει στα γεγονότα και σπάζει την αλυσίδα αυτών. Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάττεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ)......................... Λ. Μουγής, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.