Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Christopher Patrick Sierolawski, Αρ. Υπόθεσης 8792/008, 10.1.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:B2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Παπαπέτρου Φούρναρη Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης 8792/008 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Κατηγορούσα αρχή Εναντίον Christopher Patrick Sierolawski Κατηγορούμενο Ημερομηνία: 10.1.2012 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για τον Κατηγορούμενο: κος Δ. Αραούζος Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει τη κατηγορία: 1η Κατηγορία: Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση του Άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως έχει τροποποιηθεί από το και Νόμο 181
(1)/2000. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο Κατηγορούμενος την 13.7.2008, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια και άνευ προθέσεως, οδηγώντας το ταχύπλοο σκάφος με αριθμό εγγραφής LL10578 επέφερε τον θάνατο, στον Νεόφυτο Δημοσθένους τέως από την Πάφο που ασχολείτο με υποβρύχιο ψάρεμα. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε 20 μάρτυρες και κατέθεσε μεγάλο αριθμό τεκμηρίων Κατατέθηκε δε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας κείμενο παραδεκτών γεγονότων τα οποία συμφωνήθηκαν με την Υπεράσπιση και τα οποία αποτελούν μέρος των ευρημάτων μου. Όταν ο κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία σύμφωνα με το αρθ.74
(1)(β) του Κεφ. 155, επέλεξε όπως ασκήσει το δικαίωμα να καταθέσει ενόρκως και όπως καλέσει οκτώ μάρτυρες υπεράσπισης. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων κατηγορίας, του κατηγορούμενου καθώς και των μαρτύρων υπεράσπισης βρίσκεται καταγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης του Δικαστηρίου και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Δεν θα παραθέσω στο σημείο αυτό περίληψη της μαρτυρίας, αλλά θα το κάνω εκεί όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας και για σκοπούς απόδειξης ή μη της υπόθεσης από την Κατηγορούσα Αρχή. Ως MK1 παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ο Λοχ. 3702 Aντρέας Παναγιώτου, ο οποίος αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης που έκανε στην Αστυνομία την κατέθεσε ως τεκμήριο
- Σύμφωνα με τον ίδιο, υπηρετεί από το 2008 στον Αστυνομικό Σταθμό Πόλης Χρυσοχούς και την συγκεκριμένη ημέρα, μετά ακριβώς από το ατύχημα, ορίστηκε ως υπεύθυνος εξεταστής της παρούσας υπόθεσης. Ακριβώς επειδή ο ίδιος ήταν και ο εξεταστής της υπόθεσης είχε στην κατοχή του και τα τεκμήρια, τα οποία αφού αναγνώρισε τα κατέθεσε στο Δικαστήριο. Ήταν η θέση του ότι αυτά παραδόθηκαν στην παρουσία του από τον Λοχ. 1594 Θάσο Αθανασίου, ο οποίος καταδύθηκε, στο βυθό και τα ανέσυρε και τα οποία στην συνέχεια τα παρέδωσε στον Αστυφύλακα 4287 Π. Ιωαννίδη. Αναγνώρισε τις φωτογραφίες οι οποίες απεικόνιζαν τα τεκμήρια που ανασύρθηκαν την ημέρα του ατυχήματος από το βυθό και τα οποία είχαν ήδη κατατεθεί στο Δικαστήριο. Ο ίδιος έλαβε μεταξύ άλλων τις δύο καταθέσεις από τον Μάριο Δημοσθένους ΜΚ5, αδελφό του θύματος, την ημέρα του συμβάντος, στις οποίες ανέφερε τα γεγονότα όπως εκτυλίχθηκαν την συγκεκριμένη ημέρα αλλά επίσης και τη συμπληρωματική κατάθεση από τον ίδιο τον μάρτυρα, σε σχέση με την αναγνώριση που έκανε ως προς το σκάφος του κατηγορούμενου. Δεν ήταν σε θέση να θυμάται λεπτομέρειες σε σχέση με το περιεχόμενο των καταθέσεων αυτών του ΜΚ
- Ο μάρτυρας αυτός αντεξετάστηκε επί μακρόν, σε σχέση με τις ενέργειες που έκανε για τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης, αναφορικά με την διαδικασία που ακολούθησε και αφορούσε την αναγνώριση του σκάφους από το ΜΚ5 Μάριο Δημοσθένους, αλλά και για το χειρισμό των τεκμηρίων της παρούσας υπόθεσης. Όσον αφορά τα τεκμήρια της υπόθεσης ο ΜΚ1, ανάφερε ότι αμέσως μετά την σχετική παράδοση τους στον Αστυνομικό Σταθμό Πόλης Χρυσοχούς, αυτά φυλάχτηκαν στην αποθήκη τεκμηρίων του σταθμού, χωρίς όμως να τηρηθούν οι σχετικοί κανονισμοί φύλαξης τους, αφού την συγκεκριμένη μέρα δεν είχαν τους ειδικούς καφέ φακέλους για να τα εναποθέσουν, να τα συσκευάσουν και να τα σφραγίσουν κανονικά, όπως αυτό προβλέπεται από τους σχετικούς κανονισμούς. Όσο αφορά το σχοινί της σημαδούρας, δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί, αν κατά την παραλαβή του ήταν κομμένο ή αν αυτό απεκόπη κατά την μεταφορά. Όσο δε αφορά την ζώνη (τεκμήριο 25) όπως αυτή φαίνεται στην φωτ.21 του τεκμηρίου 38, ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να αναφέρει στο Δικαστήριο και να θυμηθεί αν η κόκκινη κλωστή - σχοινί υπήρχε πάνω στο συγκεκριμένο τεκμήριο (δηλαδή στην ζώνη), όπως φαίνεται στην εν λόγω φωτογραφία, προτού αυτή φυλαχθεί στην αποθήκη τεκμηρίων του σταθμού. Ο μάρτυρας επίσης ρωτήθηκε για την διαδικασία αναγνώρισης του σκάφους από τον ΜΚ 5 Μάριο Δημοσθένους στο Λιμανάκι του Λατσιού. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι σε κανένα σημείο δεν ζήτησε από τον Μάριο να αναγνωρίσει το σκάφος, απλά όταν έφευγαν μαζί «περπατητοί» και πήγαιναν σε διαφορετικές κατευθύνσεις ο ίδιος ο Μάριος «τυχαία» το αναγνώρισε. Ήταν δε η θέση του, ότι σε κανένα σημείο ο ίδιος ζήτησε από τον Μ.Κ 5 να αναγνωρίσει το σκάφος, αλλά η αναγνώριση του ήταν εντελώς τυχαία. Δήλωσε, ότι κοντά στο συγκεκριμένο σκάφος υπήρχαν τα δύο σκάφη της Λιμενικής Αστυνομίας, ενώ το σκάφος του κατηγορούμενου ήταν αποκομμένο με κίτρινη κορδέλα και φρουρείτο από Αστυνομικό. Ο μάρτυρας τέλος ανέφερε κατά τη μαρτυρία του, ότι δεν ήταν σε θέση να αναφέρει στο Δικαστήριο σε ποιο σημείο ακριβώς στάθηκε ο Μάριος για να αναγνωρίσει το σκάφος. Η εντύπωση που αποκόμισα από την μαρτυρία αυτού του μάρτυρα, ήταν ότι δεν ήταν σε θέση να πει ή πολύ περισσότερο δεν ήθελε να πει όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο. Παρόλο που η μαρτυρία του, σε γενικές γραμμές ήταν τυπικής φύσεως, εντούτοις οι παραλείψεις οι οποίες έγιναν, τόσο από τον ίδιο όσο και από άλλους υφιστάμενους του κατά το στάδιο χειρισμού των τεκμηρίων ήταν τέτοιες που δεν μπορούν να αφήσουν αδιάφορο το Δικαστήριο. Δεν είναι δυνατόν ένας εξεταστής μιας υπόθεσης ενώ γνωρίζει τον ορθό τρόπο φύλαξης των τεκμηρίων, εν γνώσει του να τον παραβιάζει θέτοντας σε κίνδυνο με αυτό τον τρόπο την ορθή τους φύλαξη. Δεν μπορώ να αντιληφθώ πως το τεκμήριο 25, το οποίο χρησιμοποιείτο από τα δύο αδέλφια κατά το ψάρεμα τους, ελεύθερο, χωρίς οποιοδήποτε σχοινί πάνω του, να φωτογραφίζεται κατά την ανάσυρση του δεμένο με το σχοινί της σημαδούρας και τέλος να κατατίθεται στο Δικαστήριο ελεύθερο (δηλ. χωρίς οποιοδήποτε σχοινί επ' αυτού). Φάνηκε, ότι ο μάρτυρας αυτός δεν ήθελε να πει όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο και ο τρόπος που έδινε τις απαντήσεις του δεν ήταν τόσο ξεκάθαρος, ούτως ώστε να βοηθήσει το Δικαστήριο να εξάξει τα δικά του συμπεράσματα σε σχέση με τις ενέργειες του κατά το στάδιο της διερεύνησης της υπόθεσης. Δεν ήθελε να απαντήσει σε ερωτήσεις που ο ίδιος θεωρούσε ότι μπορούσε να δημιουργήσει θετική εικόνα για το πρόσωπο του κατηγορούμενου παρά μόνο απαντούσε ότι «δεν θυμάται», «δεν μπορούσε να πει με ακρίβεια» ή ακόμα ότι «δεν ήταν παρών κατά την ανάσυρση των τεκμηρίων» και αυτό γιατί δεν μπορούσε να απαντήσει όπως έχω αναφέρει προηγουμένως με σαφήνεια σε σχέση με την κατάσταση που ήταν τα τεκμήρια κατά την ανάσυρση τους από το βυθό της θάλασσας. Εν κατακλείδι, θα πρέπει να αναφέρω ότι σαν εξεταστής της υπόθεσης θα έπρεπε να ήταν πιο βοηθητικός προς το Δικαστήριο και να γνώριζε όλες τις λεπτομέρειες για τη διερεύνηση της υπόθεσης αυτής και όχι να ρίχνει τις ευθύνες σε άλλους αστυνομικούς, οι οποίοι έλαβαν μέρος στην διερεύνηση της υπόθεσης. Αποδέχομαι την μαρτυρία του μάρτυρα αυτού όχι σε όλη της την έκταση αφού σ' αρκετά σημεία της προσκρούει με άλλη μαρτυρία την οποία θα αναφέρω πιο κάτω και την οποία θα κρίνω κατά το στάδιο της αξιολόγησης της. Αποδέχομαι μόνο το μέρος εκείνο που αφορά το χειρισμό και την κατάθεση των τεκμηρίων της υπόθεσης, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω όλα αυτά τα οποία επεσήμανα πιο πάνω και τα οποία θα ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο κατά το στάδιο της υπαγωγής των ευρημάτων μου στην Νομική Πτυχή της υπόθεσης σε συνδυασμό και με την Νομολογία που διέπει τα συγκεκριμένα θέματα. Εξάλλου κάτι τέτοιο είναι απόλυτα επιτρεπτό σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ως ΜΚ2 παρουσιάστηκε ο Αστ. 2274 Χριστόφορος Παπασάββας, ο οποίος υπηρετεί στην Υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών. Ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε το τεκμήριο 50 το οποίο αποτελεί βιβλιάριο φωτογραφιών του ταχύπλοου σκάφους ιδιοκτησίας του κατηγορούμενου, και οι οποίες λήφθηκαν από τον ίδιο στις 14.7.2008 στον Αστυνομικό Σταθμό Πόλης Χρυσοχούς. Ο μάρτυρας αυτός επίσης κατέθεσε και δειγματοληψίες, οι οποίες λήφθηκαν καθ΄ υπόδειξη του Βασίλη Κοσμά και οι οποίες στάλθηκαν για επιστημονικές εξετάσεις. Ο μάρτυρας αυτός μου έκανε καλή εντύπωση, η μαρτυρία του εξάλλου ήταν τυπική και δεν υπέπεσε σε καμιά αντίφαση μεταξύ της κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία και της μαρτυρίας του ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία να με οδηγήσει να απορρίψω την μαρτυρία του στο σύνολο της. Ως εκ τούτου την αποδέχομαι. Ως ΜΚ3 προσήλθε ο Αστ. 2588 Α. Π'' Κλεοβούλου φωτογράφος, ο οποίος αφού αναγνώρισε το βιβλιάριο φωτογραφιών, με αρ. φωτογραφικού φακέλου 546/08 το κατάθεσε ως τεκμήριο
- Ο μάρτυρας επίσης κατέθεσε φωτογραφίες που έλαβε στο Νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου και που αφορούσαν τη σωρό του θύματος. Κατά την αντεξέταση, ο μάρτυρας ρωτήθηκε για το πότε ακριβώς ο ίδιος φωτογράφιζε τα τεκμήρια που ανασύροντο από το βυθό. Ήταν η θέση του ότι ο ίδιος, μόλις τα αντικείμενα ανασύρονταν από το βυθό και τοποθετούνταν στο σκάφος της Λιμενικής Αστυνομίας, αυτός τα φωτογράφιζε. Ρωτήθηκε επανειλημμένα για την ζώνη δηλ. για το τεκμήριο 25 όπως αυτή φαίνεται στην φωτ. 21 και ήταν η θέση του, ότι το κόκκινο σχοινί δεν δέθηκε στην παρουσία του αλλά το εν λόγω τεκμήριο βρισκόταν σε αυτή την κατάσταση όταν αυτό ανασύρθηκε από το βυθό. Όλα τα τεκμήρια όταν ανασύρθηκαν από το βυθό της θάλασσας, φωτογραφήθησαν και στην συνέχεια μεταφέρθηκαν στο Αστυνομικό Σταθμό της Λιμενικής Αστυνομίας στο Λατσί. Ο ίδιος δεν συμμετείχε στην φωτογράφηση του βυθού, αφού αυτή έγινε από άλλο συνάδελφό του της Λιμενικής Αστυνομίας. Ο μάρτυρας αυτός απάντησε ότι η πρώτη και τελευταία φορά που είδε τα εν λόγω τεκμήρια, ήταν κατά την φωτογράφησή τους από τον ίδιο εκείνη την ημέρα και δεν γνωρίζει πώς και γιατί αυτά φαίνονται διαφορετικά σήμερα όταν έχουν ήδη κατατεθεί στο Δικαστήριο. Δεν υπέπεσε ποτέ εις την αντίληψη του , επέμβαση επί των τεκμηρίων, εξάλλου όπως ανέφερε δεν ήταν στις αρμοδιότητές του η φύλαξη τους και το έργο του ιδίου ολοκληρωνόταν με την φωτογράφηση των τεκμηρίων και μόνον. Ο μάρτυρας αυτός, μου έκανε αρκετά καλή εντύπωση, ήταν άμεσος, σαφής στις απαντήσεις του και θέλησε πραγματικά να μεταφέρει στο Δικαστήριο ότι πραγματικά υπέπεσε στην αντίληψή του και αφορούσε το στάδιο εκείνο από την ανάσυρση των τεκμηρίων από τον βυθό και την φωτογράφηση τους από τον ίδιο μέσα στο σκάφος της Λιμενικής Αστυνομίας. Δεν θέλησε σε κανένα σημείο να δικαιολογήσει με οποιοδήποτε τρόπο την «επέμβαση» επί των συγκεκριμένων τεκμηρίων, ειδικότερα δε της ζώνης τεκμ.25, στο οποίο επικεντρώθηκε η Υπεράσπιση αφού φαίνεται από την φωτ.21 τεκμ.38, ότι κατά την ανάσυρση, υπήρχε προσδεδεμένο κόκκινο σχοινί και κατά την κατάθεση της ενώπιον του Δικαστηρίου το σχοινί αυτό δεν υπήρχε. Αποδέχομαι την μαρτυρία του στο σύνολο της ως αξιόπιστη και αληθινή. Ως ΜΚ4 προσήλθε ο Αστ. 1825 Α. Χριστοφίδης, ο οποίος αφού υιοθέτησε την κατάθεση του, ως μέρος της κυρίως εξέτασης, την κατάθεσε ως τεκμήριο 62 και προέβη στην κατάθεση των τεκμηρίων 63 και 64 που αφορούσαν δύο βιβλιάρια φωτογραφιών. Κατά την αντεξέταση ρωτήθηκε για το χειρισμό Η. Υ και αν ο ίδιος ποτέ προέβη σε οποιεσδήποτε ενέργειες σε σχέση με την επεξεργασία φωτογραφιών από ψηφιακή μηχανή σε ψηφιακό δίσκο, καθώς και τον τρόπο που αυτές οι ενέργειες καταγράφονται στον Η. Υ. Ο μάρτυρας αυτός δεν ήταν και τόσο βοηθητικός, εξάλλου η μαρτυρία του ήταν τυπική χωρίς καμιά ουσιαστική σημασία για την πορεία της υπόθεσης. Ως ΜΚ5 προσήλθε στο Δικαστήριο ο αδελφός του θύματος Μάριος Δημοσθένους. Ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε τις 3 καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία σε σχέση με το τραγικό ατύχημα, το οποίο στοίχισε την ζωή στον αδελφό του. Αναγνώρισε κατά τη μαρτυρία του, όλα τα τεκμήρια τα οποία είχαν ήδη κατατεθεί στο Δικαστήριο και τα οποία αφορούσαν τα αντικείμενα τα οποία ο ίδιος και ο αδελφός του Νεόφυτος χρησιμοποιούσαν την συγκεκριμένη ημέρα στο ψάρεμα. Ανέφερε ο μάρτυρας, ότι τη σημαδούρα την είχαν στην μέση της απόστασης την οποία είχαν οι ίδιοι όταν ψάρευαν και ήταν δεμένη πάνω σε ένα βαρίδιο το οποίο οι ίδιοι μετακινούσαν όταν αποφάσιζαν ότι θα άλλαζαν σημείο. Ο μάρτυρας αναγνωρίζοντας τη ζώνη του, την οποία χρησιμοποιούσε εκείνη την συγκεκριμένη ημέρα, ανέφερε, ότι δεν μπορούσε να αντιληφθεί πώς βρέθηκε δεμένο στη ζώνη του κόκκινο σχοινί το οποίο σύμφωνα με τον ίδιο, μοιάζει με το σχοινί της σημαδούρας. Ο μάρτυρας βλέποντας την φωτ.10 του τεκμ. 38, αναγνώρισε την περιοχή Φοντάνα Αμορόζα στην οποία ψάρευαν με τον αδελφό του καθώς και τη σημαδούρα την οποία είχαν. Αναγνώρισε δε στην συνέχεια, τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που είδε για πρώτη φορά την ημέρα του ατυχήματος. Ο μάρτυρας κατά την κυρίως εξέταση, περιέγραψε πώς και πότε ο ίδιος άκουσε δυνατό θόρυβο και τι έκανε. Ήταν η θέση του, ότι μόλις άκουσε θόρυβο, επειδή αυτός ήταν πολύ έντονος, έβγαλε το κεφάλι του έξω από το νερό για να δει αν υπήρχε κάποιος κοντά τους και είδε ένα σκάφος, το οποίο ερχόταν προς το μέρος τους με μεγάλη ταχύτητα. Ήταν δε η θέση του η οποία εκφράζεται μέσα από τη δεύτερη κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία ότι το σκάφος αυτό ήταν μήκους 6-7 μέτρων χρώματος άσπρου, οδηγείτο από ένα άντρα όρθιο, με γυαλιά «sport» ήλιου και με καστανά φουντωτά μαλλιά ενώ το πρόσωπο του ήταν κοκκινωπό. Ο μάρτυρας αυτός αντεξετάστηκε επί μακρόν για τα γεγονότα εκείνα της συγκεκριμένης ημέρας, τόσο αυτά που προηγήθηκαν, όσο και για αυτά που ακολούθησαν του ατυχήματος είτε αυτά ήταν μέρος της κατάθεσης του είτε όχι. Ανέφερε ότι στην πρώτη του κατάθεση δεν ανάφερε όλα τα γεγονότα λεπτομερώς λόγω της σύγχυσής του, όμως η δεύτερη του κατάθεση σύμφωνα με τον ίδιο ήταν πιο αναλυτική, γιατί θυμήθηκε καλύτερα πώς έγινε το ατύχημα και ήταν σε θέση να τα αναφέρει στην Αστυνομία. Ήταν η θέση του η οποία εκφράζεται στη κατάθεση του, ότι ο ίδιος εντός του σκάφους δεν είδε οποιονδήποτε άλλο πλην τον οδηγό του σκάφους. Επανέλαβε ότι το πρόσωπο που οδηγούσε το σκάφος ήταν ένας άντρας που φορούσε γυαλιά «sport» ηλίου, είχε κοκκινωπό πρόσωπο και καστανά μαλλιά τα οποία πήγαιναν προς τα πίσω. Η απόσταση που τους χώριζε με τον αδελφό του ήταν γύρω στα 17 εως 18 μέτρα όχι όμως λιγότερο από
- Διευκρίνισε δε, ότι στο νερό δεν μπορεί κανείς να υπολογίσει με ακρίβεια τις αποστάσεις. Περιέγραψε κατά την αντεξέταση, τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος αντιλήφθηκε την παρουσία του σκάφους και επανέλαβε ότι μόλις άκουσε δυνατό θόρυβο, έβγαλε το κεφάλι του έξω από το νερό και το είδε να πλησιάζει, σε απόσταση 40 μέτρων περίπου, με υπερβολική ταχύτητα. Εκείνη την ώρα σύμφωνα με τον μάρτυρα δεν είδε το σκάφος να κτυπά τον αδελφό του. Όταν έφυγε το σκάφος, καθώς και οι αφροί που αυτό έβγαζε, έψαξε να βρει τον αδελφό του, τον οποίο στην συνέχεια βρήκε στον βυθό, και αντιλήφθηκε ότι ήταν κτυπημένος. Ισχυρίστηκε δε, ότι επειδή και ο ίδιος ήταν μέσα στο νερό, δεν μπορούσε να διακρίνει κατά πόσο το συγκεκριμένο σκάφος «έρεξε πάνω από τον αδελφό του» όπως το περιγράφει στην κατάθεσή του, γιατί ο ίδιος ήταν χαμηλά στο ύψος της επιφάνειας του νερού. Την ώρα που είδε τον αδελφό του, ήταν ήδη στον βυθό. Σύμφωνα με τον ίδιο ο φόβος του ήταν τόσο μεγάλος που δεν του πέρασε από το μυαλό να κάνει οτιδήποτε για να αποτρέψει τον οδηγό του σκάφους, ο οποίος ερχόταν προς τα πάνω τους, γιατί δεν μπορούσε να πιστέψει ότι το σκάφος ερχόταν προς αυτούς. Ήταν δε η θέση του, ότι είδε τον οδηγό, αλλά λόγω της μεγάλης ταχύτητας κράτησε πολύ λίγα χαρακτηριστικά, μεταξύ άλλων τα sport γυαλιά ηλίου και το χρώμα των μαλλιών του. Τοποθέτησε δε τα σημεία στα οποία ψάρευαν με τον αδελφό του και το σημείο εκείνο στο οποίο πέρασε το σκάφος το οποίο κτύπησε τον αδελφό του, στο τεκμήριο 38 (βιβλιάριο φωτογραφιών). Οι δύο τους, δηλ. αυτός με τον αδελφό του Νεόφυτο, ψάρευαν έχοντας στη μέση τη σημαδούρα και ήταν σε απόσταση 6 έως 7 μέτρα μπορεί και παραπάνω, δηλ. με συνολική απόσταση μεταξύ τους 14 έως 15 μέτρα. Ο μάρτυρας στη συνέχεια, αντεξετάστηκε για το τι ακριβώς είπε από ο ίδιος στον Αν. Λοχ. Πάμπο Χαραλάμπους ΜΚ8 και τι ακριβώς του ανέφερε, περιγράφοντας του τον οδηγό του σκάφους. Δεν θυμόταν αν του είπε ότι στο σκάφος επέβαιναν άλλα άτομα την συγκεκριμένη στιγμή. Επίσης δεν του είπε ότι το σκάφος έγραφε την λέξη «ΜΑΝΙΑ» απλά του είπε κόκκινα γράμματα, ισχυρίστηκε δε ότι αυτός δεν θυμάται λεπτομέρειες γιατί ήταν συγχυσμένος και δεν ήταν ήρεμος, ενώ ο Πάμπος, επειδή ήταν πιο ήρεμος θα θυμόταν ότι λέχθηκε μεταξύ τους. Το κατά πόσο ο ΜΚ5, είδε και άλλα πρόσωπα επί του σκάφους αμφισβητήθηκε έντονα από την Υπεράσπιση, και ήταν η θέση του κ. Αραούζου η οποία υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι δεν ήταν δυνατόν να είδε άλλα άτομα στο σκάφος και να μην τα ανάφερε στις 3 καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία. Υπέβαλε σ' αυτόν περαιτέρω, ότι δεν ήταν ότι καλύτερο για τον ίδιο να αναφέρει στο Δικαστήριο ότι ο Πάμπος πιθανόν να θυμάται καλύτερα, γιατί κάτι τέτοιο πλήττει καίρια την αξιοπιστία του. Ο μάρτυρας ανάφερε, ότι η σύγχυση του ήταν τόσο μεγάλη που δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτε, που να αφορούσε τους επιβάτες του σκάφους, γι΄ αυτό και δεν ανάφερε οτιδήποτε στην κατάθεσή του. Επανέλαβε δε ότι αν ο Πάμπος θυμάται ότι του είπε ο ίδιος ότι πράγματι υπήρχαν επιβάτες στο σκάφος τότε ο Πάμπος επειδή ήταν πιο ψύχραιμος θα το θυμάται. Αντεξετάστηκε επίσης από τον κ. Αραούζο σε σχέση με την ώρα που διήνυσε για να φθάσει στον αδελφό του, εισηγούμενος παράλληλα σ' αυτόν ότι δεν ήταν κοντά στον αδελφό του και γι αυτό καθυστέρησε να πάει κοντά του. Ήταν η θέση του, ότι επειδή κρατούσε ψαροντούφεκο του πήρε κάποια ώρα για να φθάσει στο σημείο που ήταν ο αδελφός του, αλλά το σίγουρο για τον ίδιο ήταν ότι, όταν έφθασε εκεί ο αδελφός του ήταν ήδη στον πάτο του βυθού, δηλαδή είχε ήδη βυθιστεί. Αντεξετάστηκε επίσης για τον τρόπο που οι ίδιοι χρησιμοποιούσαν τη σημαδούρα, κατά την ώρα του ψαρέματος τους ή ακόμα περισσότερο ότι δεν είχαν σημαδούρα όταν ψάρευαν. Αμφισβητήθηκε έντονα από την Υπεράσπιση ο τρόπος που χρησιμοποίησαν τη σημαδούρα, ο μάρτυρας επανέλαβε ότι και είχαν σημαδούρα κατά την διάρκεια του ψαρέματος τους αλλά και χρησιμοποιείτο ορθά. Ήταν όμως η θέση του, σε πολλές ερωτήσεις του κ. Αραούζου, ότι ο ίδιος δεν γνώριζε τον τρόπο που αυτή χρησιμοποιείτο , ακριβώς γιατί αυτή ανήκε στον αδελφό του και αυτός ήταν ο υπεύθυνος για να την ρυθμίζει και να την προετοιμάζει προτού καταδυθούν για ψάρεμα στο βυθό. Όσο δε αφορά το σχοινί που είχε η σημαδούρα και το οποίο βρέθηκε να είναι δεμένο επί της ζώνης, ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να απαντήσει, αφού ο ίδιος άφησε τη ζώνη του στον βυθό και δεν μπορούσε να ξέρει με ποιο τρόπο βρέθηκε επί της ζώνης του το συγκεκριμένο σχοινί. Κατά την ώρα του ψαρέματος το καρούλι της σημαδούρας ήταν εντελώς απελευθερωμένο και η ζώνη του εντελώς ελεύθερη. Όσον αφορά δε τη σημαδούρα ο μάρτυρας, δεν ήταν σε θέση, όπως έχω πει προηγουμένως να απαντήσει σε σχέση με τον τρόπο που την χρησιμοποιούσαν, τον τρόπο που ήταν δεμένο το σχοινί της με το συγκεκριμένο βαρίδιο, το οποίο βρισκόταν στον βυθό. Ήταν η θέση του ότι επειδή η σημαδούρα ήταν του αδελφού του και πάντοτε ο ίδιος την μετάφερε δεν μπορούσε να πει :1) πως αυτή ήταν δεμένη στο καρούλι, 2) για τον κρίκο, ο οποίος ήταν προσαρτημένος σε αυτήν, 3) ποια άκρια ήταν δεμένη στα βαρίδια, 4) τον τρόπο που έδεναν τη σημαδούρα και οτιδήποτε θα απαντούσε στο Δικαστήριο, δεν θα ήτο ασφαλές. Ένα άλλο θέμα στο οποίο αντεξετάστηκε ο μάρτυρας ήταν οι καταθέσεις που έδωσε ο ίδιος στην Αστυνομία. Όσον αφορά την 1η κατάθεση, ο ίδιος ανάφερε ότι ήταν πολύ συγχυσμένος και γι΄ αυτό δεν είπε όλα τα γεγονότα, αλλά στην 2η κατάθεση του τα είχε εντελώς ξεκαθαρισμένα στο μυαλό του γι΄ αυτό και έδωσε πλήρη περιγραφή των γεγονότων του ατυχήματος. Το γνήσιο βέβαια της 2ης κατάθεσης του μάρτυρα αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση και ειδικότερα σε σχέση με το γεγονός ότι ο θείος του μάρτυρα Υπ/μος Ανδρέας Θεοφίλου, ήταν ένα από τα πρόσωπα που εμπλέκονταν στην διερεύνηση της υπόθεσης. Δέχθηκε δε, ο μάρτυρας ότι την ώρα που έδινε ο ίδιος την 2η κατάθεση στον Αστυνομικό Σταθμό Πέγειας ήταν και ο θείος του εκεί. Έντονα επίσης αμφισβητήθηκε ο τρόπος με τον οποίο ο μάρτυρας αναγνώρισε το σκάφος που κτύπησε τον αδελφό του. Ανέφερε στον κ. Αραούζο ότι μετά το τέλος της πρώτης κατάθεσής του, ο Λοχ. 3702 του είπε ότι έπρεπε να τον πάρουν για να αναγνωρίσει το σκάφος που κτύπησε τον αδελφό του. Κατά την αντεξέταση του, ο μάρτυρας επανέλαβε ότι όταν τελείωσε η κατάθεσή του η οποία λήφθηκε από τον Λοχ. Παναγιώτου, ο ίδιος τον έβαλε σ΄ ένα περιπολικό και του είπε ότι θα πρέπει να αναγνωρίσει το σκάφος. Πήγαν από τον κύριο δρόμο προς το λιμανάκι με το περιπολικό της αστυνομίας. Λόγω του ότι όμως δεν μπορούσαν να πλησιάσουν, γιατί ο δρόμος δεν πήγαινε πολύ κοντά, αυτός κατέβηκε από το περιπολικό, είδε το σκάφος το οποίο ήταν παρκαρισμένο στο λιμανάκι και το έδειξε στον Λοχία, ο οποίος εκείνη την στιγμή βρισκόταν δίπλα του αναγνωρίζοντας το. Στη συνέχεια ο ίδιος έδωσε συμπληρωματική κατάθεση στην οποία ανέφερε ότι αναγνώρισε το συγκεκριμένο σκάφος. Σύμφωνα δε με τον ίδιο, ήταν το μοναδικό σκάφος που υπήρχε ελλιμενισμένο στο λιμανάκι όπου έμοιαζε με εκείνο το σκάφος και το οποίο ήταν μεταξύ των δύο σκαφών της Λιμενικής Αστυνομίας. Ο μάρτυρας δεν θυμόταν πότε ακριβώς πέταξε τη ζώνη του στο βυθό δηλαδή αν την πέταξε πριν την προσπάθεια του να διασώσει τον αδελφό του ή μετά. Και ακριβώς σ΄ αυτό το σημείο αντεξετάστηκε από τον συνήγορο, ότι θα έπρεπε να μην είχε πετάξει τη ζώνη γιατί ακριβώς αυτή θα τον βοηθούσε να καταδυθεί ευκολότερα. Ο μάρτυρας συμφώνησε, αλλά ήταν η θέση του ότι δεν θυμόταν ούτε πότε την αφαίρεσε αλλά ούτε πότε την πέταξε. Ούτε ακόμα αν στην προσπάθεια του να διασώσει τον αδελφό του ήταν με τη ζώνη ή όχι. Στην συνέχεια ο μάρτυρας ανέφερε ότι μετά την ανεπιτυχή προσπάθεια του να βγάλει τον αδελφό του από τον βυθό, κολύμπησε στη στεριά για βοήθεια χωρίς ωστόσο να μπορεί να προσδιορίσει το χρόνο που παρήλθε μέχρι να φθάσει εκεί. Η απόσταση που είχε μέχρι τη στεριά ήταν περίπου 90 μέτρα και κολύμπησε όσο δυνατά μπορούσε για να φθάσει όσο γινόταν γρηγορότερα για βοήθεια. Βρήκε τελικά τους ΜΚ8 και ΜΚ18, οι οποίοι βρίσκονταν σ΄ εκείνο το σημείο με τις οικογένειες τους. Τους είπε ότι ο αδελφός του ήταν κτυπημένος και τους υπέδειξε το σημείο του ατυχήματος. Έφθασαν στη σκηνή σε περίπου 5 λεπτά και ο ίδιος υπέδειξε στον Κώστα ΜΚ18 το σημείο στο οποίο θα έπρεπε να σταματήσει το σκάφος του και το οποίο βρισκόταν πολύ κοντά στην σημαδούρα, μη μπορώντας βέβαια να αναφέρει ή να προσδιορίσει την απόσταση αυτή. Ο Πάμπος ΜΚ8 καταδύθηκε στο σημείο που του υπέδειξε ο ίδιος. Ο μάρτυρας αυτός μου έκανε καλή εντύπωση. Η ψυχολογική φόρτιση που είχε ο ίδιος κατά την μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν δεδομένη, αναμενόμενη και εμφανής. Προσπάθησε να μεταφέρει στο δικαστήριο τα γεγονότα όπως ο ίδιος τα έζησε τη συγκεκριμένη ημέρα του τραγικού ατυχήματος. Είναι δε γεγονός ότι η μαρτυρία αυτού του μάρτυρα είναι η πιο ουσιώδης στην παρούσα υπόθεση, καθώς είναι το μοναδικό πρόσωπο, το οποίο είδε την οδική συμπεριφορά του σκάφους, την ταυτότητα του σκάφους και του οδηγού του και το τι ακριβώς έγινε και προκλήθηκε το συγκεκριμένο ατύχημα. Πρέπει να αναφέρω δε, ότι προβληματίστηκα ιδιαίτερα σ΄ αυτό το στάδιο, δηλ. στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας του για να αποφασίσω το κατά πόσο θα δεχθώ ή όχι το σύνολο της μαρτυρίας αυτού του μάρτυρα. Ουσιαστικότερο δε μέρος της μαρτυρίας του αποτελεί η εξακρίβωση στοιχείων από τον ίδιο τον μάρτυρα, που αφορούν την αναγνώριση του σκάφους και του οδηγού του τόσο εντός όσο και εκτός της θάλασσας στο Λιμανάκι του Λατσιού και στην Λιμενική Αστυνομία. Θα πρέπει βέβαια να αναφέρω ότι ο μάρτυρας έμμεσα σε κάποια σημεία της μαρτυρίας του, απέφευγε για δικούς του λόγους να απαντά σε σειρά ερωτήσεων, οι οποίες αφορούσαν είτε ενέργειες οι οποίες έγιναν από τον ίδιο, όπως π.χ. τον τρόπο της τοποθέτησης της σημαδούρας στο βυθό προσηρτημένη ή όχι με το βαρίδιο, είτε τον χρόνο που έκανε για να εντοπίσει τον αδελφό του, ο οποίος τελικά βρισκόταν στον βυθό, αν είδε και ποιους είδε τελικά στο σκάφος, ποιος είναι ο Ανδρέας Θεοφίλου κλπ. Είναι αναμενόμενο όμως, το πρόσωπο αυτό ότι θα προσπαθούσε να βοηθήσει στην Αστυνομία στην πλήρη εξιχνίαση της υπόθεσης, μιας τόσο σοβαρής υπόθεσης, λέγοντας όλες τις λεπτομέρειες που γνώριζε για την ανεύρεση του σκάφους και για την τιμωρία του ένοχου και να μην παραπέμπει, στο ότι ο ΜΚ8 Αν. Λοχ Πάμπο Χαραλάμπους αναφέρει. Μου φαίνεται επίσης το γεγονός ότι ο μάρτυρας κόμπιαζε να απαντήσει για το αν και κατά πόσο είχαν συγγενή στον Αστυνομικό Σταθμό Πέγειας άξιον απορίας. Δεν υπάρχει πιο απλό πράγμα να έλεγε ο μάρτυρας για το «θείο» που είχαν στην Αστυνομία και ότι αυτός ήταν ο υπεύθυνος του Αστυνομικού Σταθμού Πέγειας παρά να χρειαζόταν να του γίνουν σωρεία ερωτήσεων από την Υπεράσπιση για να απαντήσει τελικά ότι πράγματι ο Ανδρέας Θεοφίλου είναι άντρας της αδελφής του πατέρα του και «περίπου» είναι θείος του. Θέλησε να δικαιολογήσει δε κατ' αρχήν ότι επειδή έχουν ηλικιακή διαφορά δεν είχε επαφή μαζί του. Παρόλες τις επιφυλάξεις μου τις οποίες έχω αναφέρει ανωτέρω δέχομαι ότι ο ΜΚ5 δεν είχε κανένα απολύτως λόγο να πει ψέματα στο Δικαστήριο και οι οποιεσδήποτε αντιφάσεις και αν είχε δεν είναι τέτοιες που να με οδηγήσουν στο να απορρίψω την μαρτυρία του στο σύνολο της. Δέχομαι την μαρτυρία του σε κάποια σημεία τα οποία θα αναφέρω και είναι τα εξής: Ο ΜΚ5 ξεκίνησε με τον αδελφό του να πάνε για ψάρεμα στην περιοχή Φοντάνα Αμορόζα. Εκεί ενώ ψάρευαν ο ίδιος άκουσε έντονο θόρυβο μηχανής και αφού έβγαλε το κεφάλι του έξω από το νερό, είδε από απόσταση 40m ένα σκάφος να τρέχει με μεγάλη ταχύτητα και να περνά από κοντά τους. Ο ίδιος πάγωσε και δεν μπορούσε να αντιδράσει, ούτε να φωνάξει στον οδηγό του σκάφους ή του κάνει οποιοδήποτε σήμα, αλλά και ούτε και να προβεί σε οποιαδήποτε κίνηση για να αντιληφθεί ο αδελφός του τον κίνδυνο, ο οποίος βρισκόταν λίγα μέτρα πιο κάτω και ψάρευε. Αντ΄ αυτού ο ίδιος παρακολουθούσε το σκάφος που ερχόταν κατά πάνω τους, είδε δε τον οδηγό ο οποίος φορούσε γυαλιά sport ηλίου και είχε κοκκινωπό πρόσωπο και είχε καστανά μαλλιά. Το σκάφος είχε μεγάλη μηχανή και ήταν άσπρο με κόκκινα γράμματα. Το σκάφος πέρασε από κοντά του με μεγάλη ταχύτητα και μόλις έφυγε ο αφρός που δημιούργησε πήγε να βρει τον αδελφό του και τον οποίο όμως δυστυχώς δεν βρήκε, στην επιφάνεια, κατάλαβε ότι κτυπήθηκε και κοιτάζοντας προς τα κάτω, τον είδε να βρίσκεται κάτω στον βυθό με αίματα γύρω του. Δεν κατάφερε να τον ανασύρει από τον βυθό και για αυτό έτρεξε για βοήθεια. Ο ίδιος στην συνέχεια είχε μεταβεί στην Λιμενική Αστυνομία όπου του λήφθηκε κατάθεση σε σχέση με το τι ακριβώς συνέβη. Βγαίνοντας ο μάρτυρας από το γραφείο όπου του λαμβανόταν κατάθεση είδε τον κατηγορούμενο και τον αναγνώρισε σαν το πρόσωπο που είδε προηγουμένως. Μετά το τέλος της κατάθεσης του ο Λοχ. 3702 του είπε ότι θα έπρεπε να πάνε στο Λιμάνι του Λατσιού για να αναγνωρίσει το σκάφος. Μπήκαν σε ένα περιπολικό και λόγω του γεγονότος ότι το περιπολικό δεν μπορούσε να πάει κοντά αυτός κατέβηκε από το όχημα και πήγε «περπατητός». Τον ακολουθούσε ο Λοχ. 3702 και εκεί είδε και αναγνώρισε, σύμφωνα με τον ίδιο ένα σκάφος άσπρο, το οποίο βρισκόταν ανάμεσα σε δύο σκάφη της Λιμενικής, το οποίο εφρουρείτο από ένα αστυνομικό και ήταν αποκλεισμένο με κίτρινη κορδέλα της Αστυνομίας. Στην συνέχεια πήγε μαζί με τον Λοχία πίσω στο Αστυνομικό σταθμό του Λατσιού όπου έδωσε και συμπληρωματική κατάθεση σε σχέση με την αναγνώριση του σκάφους. Με βάση τις επιφυλάξεις που ανάλυσα στο πιο πάνω μέρος της απόφασης μου δεν μπορώ να δεχθώ το σημείο που αναφέρθηκε στην μαρτυρία του ΜΚ 5 σε σχέση με τυχόν επιβάτες που υπήρχαν εντός του σκάφους γιατί κάτι τέτοιο ο ίδιος ο μάρτυρας δεν υποστήριξε ούτε ενώπιον του Δικαστηρίου με την μαρτυρία του αλλά ούτε και σε οιανδήποτε από τις καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία. Ως ΜΚ6 προσήλθε ο Δρ. Σοφοκλής Σοφοκλέους, Ιατροδικαστής, ο οποίος αφού υιοθέτησε την έκθεση την οποία ο ίδιος έκανε και αφορούσε την αιτία θανάτου του Νεόφυτου Δημοσθένους την κατάθεσε ως τεκμήριο
- Ανέφερε δε στην συνέχεια ότι έκανε κάποιες εξετάσεις στο σκάφος του κατηγορούμενου και ότι προέβη σε κάποιες μετρήσεις επί της προπέλας του σκάφους για να φανεί αν αυτές συνάδουν με τα τραύματα που είχε το θύμα. Ήταν η θέση του τα τραύματα ήταν σχεδόν με ημισεληνοειδή κατεύθυνση. Η αιτία θανάτου ήταν ο πνιγμός, ο οποίος συντελείται με την είσοδο νερού στους πνεύμονες, αφού σύμφωνα με τον μάρτυρα, το θύμα μετά το κτύπημα σίγουρα δεν θα ήταν σε θέση να αντιδράσει, ανάπνευσε, ήπιε νερό και πνίγηκε. Δεν ήταν σε θέση να αναφέρει στο Δικαστήριο πόσος χρόνος πέρασε για να επέλθει ο πνιγμός στο θύμα αλλά ανέφερε ότι λόγω των σοβαρών τραυμάτων που είχε αφού είχε κτυπηθεί βάναυσα στο κεφάλι και είχε πολύ μεγάλο ανοικτό τραύμα επήλθε ο πνιγμός. Κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν ήταν όλα τα τραύματα του θύματος ημισεληνοειδή, αλλά και κοψίματα και εκδορές τα οποία όμως ο ίδιος δεν μπόρεσε να εξηγήσει. Μετά από ερωτήσεις που τέθηκαν στον ίδιο από τον κ. Αραούζο σε σχέση με άλλα παρόμοια περιστατικά ή ακόμα και ατυχήματα ο μάρτυρας επανέλαβε, ότι κάθε περίπτωση κρίνεται με τα δικά της περιστατικά και δεδομένα. Θα πρέπει βέβαια να σχολιαστεί στο σημείο αυτό, ότι ο Ιατροδικαστής δεν εξέτασε σε καμιά περίπτωση τη κουκούλα του θύματος, η οποία σίγουρα θα έδινε φως και στον τρόπο πρόκλησης των τραυμάτων στο κεφάλι του θύματος, με δεδομένο ότι το θύμα κατά το ψάρεμα φορούσε κουκούλα. Δυστυχώς όμως η Αστυνομία δεν φρόντισε να προσκομίσει στον Ιατροδικαστή αυτό το αντικείμενο αυτό για να προβεί σε εξετάσεις επί αυτού του τεκμηρίου. Ως εκ τούτου δέχομαι την μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, καθώς και τα ευρήματα του τα οποία περιγράφονται στο τεκμήριο 65 της παρούσας υπόθεσης ως αξιόπιστη και αληθινή. Οποιεσδήποτε διαφορές, ως προς την κατεύθυνση ή το χαρακτηρισμό των τραυμάτων δεν είναι τέτοιες που να με οδηγήσουν στην απόρριψη της μαρτυρίας του στο σύνολό της. Ως ΜΚ7 προσήλθε ο Λοχ. 1594, Θάσος Αθανασίου, ο οποίος υπηρετεί στη Λιμενική Αστυνομία τα τελευταία 13 χρόνια. Το ουσιαστικότερο μέρος της μαρτυρίας αυτού του μάρτυρα ήταν οι ενέργειες που έκανε ο ίδιος σε σχέση με τα τεκμήρια που υπήρχαν στο βυθό αφού ήταν το πρόσωπο που ορίστηκε ουσιαστικά για να τα ανασύρει στην επιφάνεια. Αφού ο μάρτυρας αναγνώρισε τα τεκμήρια, εξήγησε στο δικαστήριο το σημείο που τα βρήκε και την διαδικασία που ακολούθησε για να τα ανασύρει στην επιφάνεια. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, λόγω ακριβώς του μεγάλου αριθμού των τεκμηρίων και του βάθους στο οποίο βρίσκονταν, σκέφτηκε μαζί με τον Αστ. 2922, ο οποίος είχε ήδη μεταβεί στη σκηνή για να φωτογραφίσει τα σχετικά τεκμήρια και να τα περισυλλέξει, ότι θα ήταν πιο εύκολο να δένουν τα τεκμήρια δύο - δύο ή τρία - τρία πάνω στο σχοινί της σημαδούρας και να τα τραβούν προς τα πάνω. Ο ίδιος βρισκόταν στην επιφάνεια της θάλασσας και έτσι μ΄ αυτόν τον τρόπο η περισυλλογή των τεκμηρίων θα γινόταν πολύ πιο εύκολη και γρήγορη. Ήταν δε η θέση του μάρτυρα, ότι ακριβώς λόγω αυτής της διαδικασίας που ακολούθησαν, το σχοινί της σημαδούρας μπλέχτηκε, δέθηκε «κόμπο» και ο ίδιος το έκοψε με το μαχαίρι. Δεν μπορούσε να σκεφτεί κάτι άλλο πλην από αυτό που ο ίδιος έκανε στην προκειμένη περίπτωση, δηλ. το κόψιμο του σχοινιού, αφού με το συχνό ανεβοκατέβασμα του για την ανάσυρση των τεκμηρίων αυτό είχε γίνει κόμπος και δεν θα μπορούσε να αποδεσμευτεί με άλλο τρόπο από την ζώνη. Κατά την αντεξέταση, ο μάρτυρας επανέλαβε, ότι ο ίδιος βρισκόταν στην επιφάνεια του νερού δίπλα από το σκάφος της Λιμενικής κολυμπώντας και τραβούσε τα αντικείμενα έξω με το σχοινί τα έβαζε στην βάρκα της Λιμενικής οι συνάδελφοι του από το ΤΑΕ, οι οποίοι βρίσκονταν μέσα σε αυτήν και ξέδεναν το σχοινί από τα τεκμήρια . Επανέλαβε επίσης το λόγο ο οποίος τον οδήγησε να πάρει ο ίδιος αυτή την απόφαση για τον τρόπο ανάσυρσης των τεκμηρίων όπως π.χ. η επικινδυνότητα της συνεχούς κατάδυσης, της κούρασης που πιθανόν να δημιουργείτο στους ίδιους από το ανεβοκατέβασμα κλπ. Ο τρόπος που ο ίδιος ο μάρτυρας καταδύθηκε, όπως ανάφερε στο Δικαστήριο, ήταν με την μάσκα και πέδιλα, που πήρε από τον ιδιοκτήτη jet skι ο οποίος είχε φθάσει στην σκηνή του ατυχήματος γιατί όπως ο ίδιος ανάφερε θα τον βοηθούσαν να καταδυθεί πολύ πιο εύκολα από ότι με τα δικά του. Όσο αφορά τις έρευνες που τυχόν να έκανε η Λιμενική Αστυνομία για εντοπισμό παρόμοιου σκάφους με αυτό του κατηγορούμενου, απάντησε ότι κανένα από τα σκάφη της Λιμενικής Αστυνομίας δεν χρησιμοποιήθηκαν για εντοπισμό ύποπτου σκάφους το οποίο να έμοιαζε με την περιγραφή που έδωσε ο ΜΚ 5 και ήταν η θέση του μάρτυρα, ότι από το σημείο που βρίσκονταν με το σκάφος της Λιμενικής «Αστραπή», μπορούσαν να ελέγχουν τις παραλίες για να δουν αν υπήρχε οποιοδήποτε παρόμοιο σκάφος. Από την άλλη όμως παραδέχθηκε ότι ο λόγος που δεν βγήκαν έξω για έλεγχο ήταν γιατί βρήκαν το σκάφος του κατηγορούμενου. Ο μάρτυρας αυτός δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση, παρόλο που η μαρτυρία του ουσιαστικά είναι τυπική, αφού ήταν ένα από τα πρόσωπα τα οποία βοήθησαν στην ανάσυρση των τεκμηρίων. Η μαρτυρία του όπως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ήταν τέτοια που μπορεί να χαρακτηρίσει ότι η όλη του συμπεριφορά κατά την διαδικασία που ακολούθησε, δεν ήταν η ενδεδειγμένη υπό τις περιστάσεις. Είναι δυνατόν ένας Αστυνομικός ο οποίος είναι εντεταλμένος να ανασύρει και να διαχειριστεί τεκμήρια μιας τόσο σοβαρής υπόθεσης να λαμβάνει τέτοιου είδους αποφάσεις οι οποίες ουσιαστικά να θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια των τεκμηρίων και οι οποίες τελικά να επιφέρουν την αλλοίωση του αποστερώντας το Δικαστήριο να του δώσει την πρέπουσα και δέουσα σημασία των συγκεκριμένων τεκμηρίων; Είναι δυνατόν να αποφασίζει με τέτοιο τρόπο ένας αστυνομικός ότι θα χρησιμοποιήσει το σχοινί της σημαδούρας, η οποία ήταν ένα από τα ποιο σημαντικά τεκμήρια της σκηνής του ατυχήματος και η οποία θα έπρεπε να διαφυλαχθεί «σαν κόρη οφθαλμού» και να παρουσιαστεί αυτούσια και στην κατάσταση που ήταν αυτή στον βυθό, σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ5, και αυτός να την χρησιμοποιεί σαν (όπως ο ίδιος ανέφερε στην μαρτυρία του) «αναβατόριο» και για να ανασύρει τα τεκμήρια; Και στο τέλος βεβαίως αυτό το σχοινί να μπλέκεται από τη χρήση που έτυχε και να «αποφασίζει ξανά» να κόψει τον κόμπο με το μαχαίρι; Η συμπεριφορά και οι ενέργειες αυτού του μάρτυρα αυτού ήταν τόσο λανθασμένες που ουσιαστικά αποστέρησαν το Δικαστήριο της επιθεώρησης του συγκεκριμένου τεκμηρίου και της απόδοσης σε αυτού της δέουσας σημασίας που θα έπρεπε να του δοθεί και το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα τεκμήρια της παρούσας υπόθεσης. Εν όψει των πιο πάνω επιφυλάξεων μου αποδέχομαι μόνο το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού που αφορά την ανάσυρση των τεκμηρίων από το βυθό, γιατί μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του συγκρούεται με την μαρτυρία άλλου προσώπου του οποίου η μαρτυρία θα εξεταστεί στην συνέχεια. Ως ΜΚ8 προσήλθε ο Αν. Λοχίας Πάμπος Χαραλάμπους, ο οποίος αφού υιοθέτησε την κατάθεση που έκανε στην Αστυνομία και την κατάθεσε ως τεκμήριο 45 ανάφερε τα γεγονότα τα οποία υπέπεσαν στην αντίληψη του εκείνη την ημέρα. Κατά την αντεξέταση, ανάφερε ότι ενώ ήταν στο σκάφος του με την οικογένεια του, ένα άγνωστο πρόσωπο, το οποίο βρισκόταν στο νερό, τους φώναξε ζητώντας τους βοήθεια και τους ανάφερε ότι έγινε κάποιο ατύχημα και ο αδελφός του τραυματίστηκε. Ο μάρτυρας ανάφερε ότι ο ΜΚ5 κολυμπούσε πολύ γρήγορα προς το μέρος τους και για πρώτη φορά τους μίλησε όταν ήταν στα 4 μέτρα και τους είπε να τρέξουν γιατί έγινε ατύχημα. Ο ίδιος αφού συνεννοήθηκε με τον Κώστα (Μ.Κ 18) με τον οποίο ήταν μαζί στην περιοχή με τα σκάφη τους έφυγαν με το σκάφος του Κώστα και πήγαν στη σκηνή του ατυχήματος, όπου έφθασαν εκεί στη σημαδούρα την οποία τους είχε υποδείξει ο ΜΚ5, σε περίπου ένα λεπτό. Εξήγησε δε με λεπτομέρεια τις ενέργειες που έκανε ο ίδιος για να βρεί τον τραυματία, τον οποίο βρήκε περίπου 20m από το σημείο της σημαδούρας. Ήταν η θέση του, ότι υπήρχε αρκετή κίνηση στην συγκεκριμένη θαλάσσια περιοχή, κυρίως από jet ski και θαλάσσια σκάφη λόγω των ημερών και η κίνηση ήταν αυξημένη. Ανέφερε, ότι ο Μάριος (Μ. Κ 5) όταν όλοι βρίσκονταν στο σκάφος του Κώστα και καθ΄ οδόν προς τον τόπο του ατυχήματος τους είπε ότι τον αδελφό του τον κτύπησε ένα σκάφος που οδηγείτο από 1 άνδρα με γυαλιά, όρθιο και ότι υπήρχαν ακόμα 2-3 άτομα μέσα στο σκάφος του. Ήταν δε η θέση του, ότι ο Μάριος του ανάφερε κατά λέξη «είδε ένα σκάφος άσπρο όχι πολύ μεγάλο, με κόκκινα γράμματα, και ο οδηγός του φορούσε sport γυαλιά, όρθιος και να έχει 2-3 άτομα». Δεν του ανάφερε ότι είδε ότι αυτό το σκάφος να χτυπά τον αδελφό του απλά «έρεξε» πάνω από τον αδελφό του ο οποίος βρισκόταν κάτω από το νερό. Στην συνέχεια ο μάρτυρας ανάφερε στο Δικαστήριο τις ενέργειες που έκανε ο ίδιος για να προβεί στον εντοπισμό του ύποπτου σκάφους. Ανέφερε δε ότι όταν βρήκε τον κατηγορούμενο στο σκάφος του αυτός «δεν είχε χαμπάρι», ήταν τόσο ήρεμος που ασχολείτο με τα σπορ επί του σκάφους του μαζί με τον γιο του. Ανέφερε δε τέλος ότι το σκάφος του ποτέ δεν πήγε στη σκηνή του ατυχήματος αφού ο ίδιος μετέβη στην σκηνή με το σκάφος του Κώστα, θέση η οποία έρχεται σε πλήρη αντίφαση με την μαρτυρία του ΜΚ7 Θάσου Αθανασίου. Ο μάρτυρας στην συνέχεια ρωτήθηκε για το πόσος χρόνος τους χρειάστηκε για να μεταβούν στο σκάφος του κατηγορούμενου και αυτός απάντησε τρία λεπτά. Ήταν η θέση του ότι όταν του είπε με τα «λίγα» Αγγλικά του ότι έγινε δυστύχημα μισή ώρα με σαρανταπέντε λεπτά στην περιοχή Fontana Amoroza με πιθανό εμπλεκόμενο το δικό τους σκάφος, η κόρη του κατηγορούμενου η οποία ήταν εκεί, άρχισε να διαμαρτύρεται σ΄ αντίθεση με τον κατηγορούμενο ο οποίος αφού ενημερώθηκε , απάντησε «οk». Αντεξετάστηκε επίσης ο μάρτυρας σε σχέση με τον διάλογο που είχε με την κόρη του κατηγορούμενου Αλεξάνδρα και του υπεβλήθη ότι ο ίδιος είπε στην Αλεξάνδρα ότι αυτό το ατύχημα θα μπορούσε να συμβεί σε οποιοδήποτε. Ο μάρτυρας αυτός αρνήθηκε ότι είχε αυτή την στιχομυθία με τη κόρη του κατηγορούμενου και σύμφωνα με τον ίδιο ότι και αν λέχθηκε μεταξύ αυτού και της Αλεξάνδρας ήταν για να της δείξει ότι σαν αστυνομικός έκαμνε απλά την δουλειά του. Προτού αξιολογήσω αυτό τον μάρτυρα κρίνω ότι θα πρέπει να αναφερθώ και στην μαρτυρία του ΜΚ18 Κώστα Αντωνίου η μαρτυρία του οποίου παρουσιάστηκε στην συνέχεια στο Δικαστήριο. Ο ΜΚ18 Κώστας Αντωνίου αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του (τεκμήριο 48) ανάφερε και αυτός με την σειρά του τα γεγονότα εκείνης της ημέρας. Ήταν η θέση του η οποία εκφράστηκε τόσο από την κυρίως εξέταση όσο και από την αντεξέταση ότι ο ίδιος με το σκάφος του μαζί με τον Πάμπο ΜΚ8, μετέβηκαν στην σκηνή του ατυχήματος αφού ο Μάριος ΜΚ5, ο αδελφός του θύματος, τους είχε πει το συγκεκριμένο σημείο στο οποίο έγινε το ατύχημα και ότι στον βυθό βρισκόταν ο αδελφός του κτυπημένος. Ο μάρτυρας αυτός ανέφερε στο Δικαστήριο όλες τις λεπτομέρειες οι οποίες αφορούσαν τα γεγονότα όπως είχαν γίνει αντιληπτά από τον ίδιο. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Μάριος τους ανάφερε ότι τον αδελφό του τον κτύπησε ένα σκάφος άσπρο με κόκκινα γράμματα αλλά σε κανένα σημείο δεν τους ανάφερε ότι υπήρχαν στο σκάφος άλλα άτομα σαν επιβάτες πλην του οδηγού. Η μαρτυρία του σχεδόν συνάδει πλήρως με την μαρτυρία του Μ.Κ 8 και δεν έχω αντιληφθεί ότι έχει κλονιστεί σε τέτοιο βαθμό από την Υπεράσπιση για να την απορρίψω. Γίνεται άμεσα αντιληπτό βέβαια το γεγονός ότι ούτε και αυτός ο μάρτυρας υποστήριξε ότι ο Μάριος Δημοσθένους ΜΚ5 είπε στους ίδιους ότι εντός του σκάφους υπήρχαν επιβάτες απλά τους ανάφερε τα χαρακτηριστικά που είχε το σκάφος το οποίο κτύπησε τον αδελφό του, ότι δηλαδή ήταν άσπρο με κόκκινα γράμματα, σε αντίθεση με την μαρτυρία του ΜΚ8 ο οποίος ανέφερε αυτό το γεγονός τόσο στην κατάθεση του και στην μαρτυρία του, σαν κάτι το οποίο ο ίδιος ο Μάριος του ανέφερε από την αρχή. Η μαρτυρία αυτών των δύο μαρτύρων κατηγορίας είναι εξίσου σημαντική αλλά συνδυαζόμενη αυτή μεταξύ της, κρίνω ότι δεν μπορώ να στηριχθώ σ΄ αυτήν για να καταλήξω, ότι πράγματι ο ΜΚ5 ανάφερε αυτά τα γεγονότα στον ΜΚ8, έστω και αν αυτά δεν αναφέρονται στις καταθέσεις του. Με την θέση που εξέφρασε ο ΜΚ18 εμφιλοχωρεί αμφιβολία, η οποία σίγουρα δεν μπορεί να με οδηγήσει στην αποδοχή αυτού του σημείου της μαρτυρίας του ΜΚ
- Οι δύο μάρτυρες κατηγορίας τόσο ο ΜΚ8 και ΜΚ18 μου έκαναν καλή εντύπωση. Παρόλο που σε κάποια σημεία της μαρτυρίας τους δεν έδιναν σαφείς απαντήσεις εντούτοις κρίνω ότι μπορώ να δεχθώ την μαρτυρία τους με ασφάλεια, αφού σε κανένα σημείο της μαρτυρίας τους φάνηκε ότι σκοπό είχαν να μην πουν στο Δικαστήριο την αλήθεια. Εν όψει όμως των επιφυλάξεων που έχω αναφέρει ανωτέρω δηλ. της σύγκρουσης των δύο μαρτυριών μεταξύ τους σε ένα τόσο σημαντικό σημείο, για το εάν στο σκάφος επέβαιναν επιβάτες ή όχι, κρίνω ότι αυτό δεν μπορώ να το δεχθώ γιατί δεν συνάδει με την κοινή λογική, δύο άτομα να βρίσκονται στο ίδιο σκάφος μαζί με τον ΜΚ5 και να ακούσουν δύο διαφορετικές εκδοχές. Δεν μου διαφεύγει επίσης το γεγονός ότι ούτε ο ΜΚ5 υποστήριξε αυτή την θέση στο Δικαστήριο όταν προβλήθηκε αυτός ο ισχυρισμός και ως εκ τούτου κρίνω ότι το μέρος εκείνο της μαρτυρίας του ΜΚ8 δεν μπορώ να το κάνω αποδεκτό. Ως ΜΚ9 κατέθεσε ο Σπύρος Πλακίδης, ο οποίος ήταν ο ιδιοκτήτης της φωτογραφικής του βυθού, η οποία χρησιμοποιήθηκε από την Αστυνομία για τη φωτογράφηση των αντικειμένων που υπήρχαν στο βυθό της θάλασσας και σχετίζονταν με το ατύχημα. Ο μάρτυρας αυτός ανέφερε, ότι λόγω του γεγονότος ότι ασχολείται με τον τουρισμό και την ξενάγηση των τουριστών στο Λατσί και είναι γνωστό στους αστυνομικούς στο Λατσί, ότι έχει μηχανή του βυθού, τον φώναξαν για να τους την δανείσει. Ο ίδιος δάνεισε στο Αστ 2922 Χρήστο Χ΄΄ Θεοδοσίου την φωτογραφική του και του έδειξε τον τρόπο που αυτή λειτουργεί στο βυθό. Κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας επανέλαβε τον τρόπο λειτουργίας αυτής της φωτογραφικής και ότι μετά την φωτογράφηση ο ίδιος μαζί με τον Μ.Κ14 Υπ. Κωνσταντίνου όλες τις φωτογραφίες που έλαβε η Αστυνομία εκείνη την ημέρα τις μετέφεραν στον προσωπικό Ηλεκτρονικό Υπολογιστή σε ψηφιακό δίσκο στις 13.7.08, ημερομηνία η οποία αναφέρεται επί του δίσκου. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι ο ίδιος ο Υπ/μος Κωνσταντίνου πρώτα έκαμε τη μεταφορά του συνόλου των φωτογραφιών σε δική του κάρτα μνήμης (usb) και μετά τη πέρασε στον δίσκο. Η μαρτυρία αυτού του μάρτυρα, αφορούσε τα ζητήματα που προέκυπταν από τη χρήση της φωτογραφικής μηχανής, που χρησιμοποιήθηκε για την φωτογράφηση του βυθού και των τεκμηρίων που υπήρχαν σ΄ αυτό. Ο μάρτυρας μου έκανε πολύ καλή εντύπωση και ο τρόπος που έδινε την μαρτυρία του αποδείκνυε ότι ο σκοπός της παρουσίας του ήταν να πει την αλήθεια. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολο της. Ως ΜΚ10 προσήλθε ο Αστυνομικός 4287 Παναγιώτης Ιωαννίδης, ο οποίος είναι ο υπεύθυνος της αποθήκης τεκμηρίων του Αστυνομικού Σταθμού Πόλης Χρυσοχούς από το
- Ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε αντίγραφο του σχετικού βιβλίου τεκμηρίων του σταθμού, στο οποίο φαίνεται η παραλαβή των συγκεκριμένων τεκμηρίων, εξήγησε δε τον τρόπο με τον οποίο το συγκεκριμένο βιβλίο συμπληρώνεται και καταδεικνύει κάθε φορά είτε την διάθεση, την επιστροφή ή και την κατάσχεση των τεκμηρίων. Κατέθεσε δε αναλυτικά όλα τα στοιχεία τα οποία είχαν σχέση με όλα τα τεκμήρια τα οποία είχαν κρατηθεί από την Αστυνομία σε σχέση με τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας ανέφερε ότι η καταγραφή των τεκμηρίων έγινε στις 13.7.2008 σε μια πρόχειρη «κόλλα» και η επίσημη καταγραφή των τεκμηρίων έγινε την επόμενη ημέρα, επίσημα αφού την ημέρα του ατυχήματος ο ίδιος ήταν εκτός υπηρεσίας. Ήταν δε η θέση του ότι τα τεκμήρια τα παρέλαβε στις 1900 , τα έλεγξε στο Αστυνομικό Σταθμό Πόλης Χρυσοχούς και μετά η ώρα 20.45 τα τοποθέτησε στην αποθήκη τεκμηρίων του Σταθμού. Δέχθηκε ότι μπορεί να έγινε κάποιο λάθος στην ώρα παραλαβής αλλά όχι στην ώρα φύλαξης. Την πρόχειρη «κόλλα» ήταν η θέση του, ότι την παρέδωσε στον εξεταστή της υπόθεσης και δεν γνωρίζει ο ίδιος τι έγινε με αυτή τη σημείωση. Δέχτηκε σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας του ότι πιθανό να παρέλειψε να προβεί σε κάποιες ενέργειες όσον αφορά τη παραλαβή των τεκμηρίων, αλλά ήταν η θέση του ότι αυτό δεν έγινε κακόπιστα, κάθε άλλο, αφού ο φόρτος εργασίας την συγκεκριμένη ημέρα ήταν μεγάλος. Η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού φάνηκε να ήταν εντελώς τυπική και ως εκ τούτου την αποδέχομαι στο σύνολό της. Ως ΜΚ11 κατέθεσε ο Ανδρέας Κυριάκου, ο οποίος αφού υιοθέτησε την κατάθεσή που έδωσε στη Αστυνομία, την κατάθεσε ως τεκμ.
- Ανέφερε στο Δικαστήριο την ημερομηνία που έγινε το ατύχημα, πού ήταν ο ίδιος και τι έκανε. Σύμφωνα με τον μάρτυρα , ο ίδιος βρισκόταν στο σκάφος του στο Λιμάνι του Λατσιού και συγκεκριμένα στην περιοχή Fontana Amoroza, αφού περίμενε κάποιους φίλους του για σούβλα. Κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας, ανέφερε ότι την ώρα που ο ίδιος πήγε για να δώσει κατάθεση στην αστυνομία, καθοδηγήθηκε από τον αστυνομικό να γράψει για την ώρα 14:
- Στο δικαστήριο ανέφερε ότι μπορεί να είναι 14:35 , 14:45 ή ακόμα και η ώρα 15:00μ.μ. Ήταν δε η θέση του ότι ο λόγος που πήγε εκεί στο συγκεκριμένο σημείο ήταν γιατί είδε αυξημένη κίνηση και ήθελε να δει και όχι για να κάμει βόλτα όπως ανάφερε στην κατάθεσή του. Στη συνέχεια της μαρτυρίας του κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι την ώρα δεν του την ανάφερε ο αστυνομικός αλλά την υπολόγιζε ο ίδιος. Στην συνέχεια ο μάρτυρας ανάφερε ότι μετά που έφυγε το σκάφος της Λιμενικής με τον Νεόφυτο, έφυγε αμέσως με το Πάμπο και σε λιγότερο από 10-15΄ ανέκοψαν το άσπρο σκάφος του κατηγορούμενου και είχαν σχετικά γρήγορη ταχύτητα περίπου 50-60 χλμ. Ήταν η θέση του ότι ο Πάμπος είχε μια σύντομη συνομιλία μαζί με τον κατηγορούμενο αλλά ο ίδιος δεν θυμόταν κατά πόσο ανέφερε στον κατηγορούμενο ότι τελούσε υπό σύλληψη ή αν του επέστησε την προσοχή του στο νόμο. Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε στην συνέχεια, σε σχέση με την δεύτερη κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, στην οποία αναφέρει ότι «είδε το σκάφος του κατηγορουμένου να περνά από το σημείο του ατυχήματος και να έχει 2-3 άτομα σαν επιβάτες», και γιατί ο ίδιος ένα μήνα μετά θυμήθηκε να πει αυτό το γεγονός στην Αστυνομία, παρόλο που είχε την ευκαιρία να το αναφέρει στην πρώτη του κατάθεση. Η θέση του ήταν ότι απαντούσε στις ερωτήσεις του αστυνομικού και στην δεύτερη του κατάθεση, ισχυριζόμενος ότι η Αστυνομία του ζητούσε επιμόνως να καταθέσει αυτό το γεγονός. Σύμφωνα δε με τον ίδιο η εντύπωση που του έκανε το συγκεκριμένο σκάφος συνίστατο στη δύναμη του και στη μεγάλη του ταχύτητα. Αυτά του προκάλεσαν τρομερή εντύπωση, γι αυτό και θυμόταν το εν λόγω σκάφος καθαρά και το συζήτησε και με την οικογένεια του. Ο μάρτυρας αυτός δεν μου έκανε καλή εντύπωση, υπέπεσε σε αρκετές αντιφάσεις και δεν ήταν σαφής στις απαντήσεις του. Απάντησε σε αρκετές ερωτήσεις διαφορετικά και μετά αφού απολογήθηκε ανάφερε άλλα γεγονότα που δεν σύναδαν με τις προηγούμενες του δηλώσεις. Αυτό υποδηλώνει δεύτερες σκέψεις και σίγουρα όχι ασφαλείς για να μπορεί το Δικαστήριο, να στηριχθεί πάνω τους. Δεν είναι δυνατόν να δίνει κατάθεση αμέσως μετά το συμβάν, εκεί που όλοι ψάχνουν αγωνιωδώς να βρουν το σκάφος που προκάλεσε το θάνατο σ΄ ένα τόσο νεαρό παιδί και αυτός επειδή δεν του το ζήτησε η Αστυνομία, να μην μπορεί να αναφέρει από την αρχή λεπτομέρειες για το συγκεκριμένο σκάφος, το οποίο σύμφωνα με τον ίδιο του έκανε τρομερή εντύπωση, ότι δηλαδή ο ίδιος το αντιλήφθηκε να κινείται στη περιοχή με δυο-τρεις επιβάτες και να μην επιστρέφει πίσω και να έχει τέτοια ταχύτητα, η δύναμη του ήταν τέτοια που τον έκανε να το συζητήσει και με την οικογένεια του αλλά στην Αστυνομία να το αναφέρει μετά την παρέλευση ενός μηνός όταν έδωσε 2η συμπληρωματική κατάθεση και μετά από υποδείξεις της Αστυνομίας. Η εντύπωση που αποκόμισα από τον μάρτυρα αυτό ήταν πολύ φτωχή και σίγουρα δεν μπορώ να αποδεχθώ την μαρτυρία του, αφού δεν μου παρέχει την ασφάλεια να στηριχθώ πάνω της για την εξαγωγή οιονδήποτε συμπερασμάτων. Ως ΜΚ12 κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου η Βιολέτα Κυριακίδου. Ήταν η μάρτυρας η οποία προσήλθε από το τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας και η οποία ανέφερε στο Δικαστήριο τις εξετάσεις που έκανε η ίδια σε σχέση με το σκάφος του κατηγορουμένου. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της η οποία αφορά τις δικές της εξετάσεις και ενέργειες που ανέφερα πιο πάνω. Δεν μπορώ να αποδεχθώ όμως την μαρτυρία εκείνη η οποία αφορά την κρίση της μάρτυρος, και η οποία αφορά γεγονότα και τα οποία αφορούσαν ευθύνη πρόκλησης του συγκεκριμένου ατυχήματος, γιατί κάτι τέτοιο δεν εμπίπτει στην σφαίρα γνώσης της αλλά ούτε και στις εξετάσεις που έκανε η ίδια. Ως Μ.Κ 13 κατέθεσε ο Ε/ Αστ. Παύλος Τιμοθέου ο οποίος αφού υιοθέτησε την κατάθεση του την κατάθεσε ως τεκμήριο
- Η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού είναι εντελώς τυπική και ανέφερε στο Δικαστήριο σε σχέση με την διακίνηση και την μεταφορά των τεκμηρίων. Αποδέχομαι την μαρτυρία του στο σύνολο της. Ως Μ.Κ 14 κατέθεσε ο Υπ. Χρ. Κωνσταντίνου ο οποίος αφού υιοθέτησε την κατάθεση του την κατάθεσε ως τεκμήριο
- Ο μάρτυρας κατά την κυρίως εξέταση ανέφερε τις ενέργειες τις οποίες ο ίδιος έκανε και αφορούσαν την μεταφορά των φωτογραφιών οι οποίες λήφθηκαν με την φωτογραφική του Μ.Κ9, Ήταν η θέση του ότι είναι ο ίδιος που έκανε την μεταφορά των φωτογραφιών και όχι ο Σπύρος Πλακίδης ΜΚ
- Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε από την Υπεράσπιση σε σχέση με την αντίφαση που υπάρχει μεταξύ της κατάθεσης του τεκμήριο 81 και την μαρτυρίας του ενώπιον του Δικαστηρίου. Ήταν η θέση του ότι ο ίδιος μετέφερε στην προσωπική του κάρτα μνήμης όλες τις φωτογραφίες και στην συνέχεια στο δίσκο τον οποίο τον εφοδίασε ο ΜΚ9, αλλά τις φωτογραφίες τελικά τις διέγραψε από την προσωπική του κάρτα και δεν τις είχε στην κατοχή του. Ο μάρτυρας αυτός δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Μου φαίνεται άξιον απορίας ο τρόπος που ο μάρτυρας αυτός αποφάσισε να μεταφέρει τις φωτογραφίες. Είναι λογικές οι ενέργειες αυτού του μάρτυρα μέχρι ενός σημείου της μεταφοράς των φωτογραφιών για λόγους που ο ίδιος ο μάρτυρας έκρινε την συγκεκριμένη στιγμή αλλά από τη άλλη δεν μπορώ να αντιληφθώ την ενέργεια του να διαγράψει από την μνήμη της κάρτας τις φωτογραφίες και να μην δώσει την ευκαιρία στο Δικαστήριο να επιθεωρήσει το τεκμήριο αυτό και να βεβαιωθεί ότι μετέφερε όλες τις φωτογραφίες επί του ψηφιακού δίσκου. Παρόλες τις επιφυλάξεις μου δέχομαι την μαρτυρία του στο σύνολο της. Ως Μ Κ 15 κατέθεσε ο Αστ. 2922 Χ΄΄ Θεοδοσίου, ο φωτογράφος του βυθού της θάλασσας. Είναι αυτός που έλαβε τις σχετικές φωτογραφίες με τη φωτογραφική μηχανή του Μ. Κ 9 Σπύρου Πλακίδη. Ο μάρτυρας αυτός ανέφερε αναλυτικά τη διαδικασία που ακολούθησε για τη λήψη των συγκεκριμένων φωτογραφιών καθώς και τη περισυλλογή των τεκμηρίων από τον ΜΚ7 Λοχ. 1594 Αθανασίου. Ήταν η θέση του ότι ο ΜΚ7 «βουττούσε» στο βυθό από την επιφάνεια που βρισκόταν, έβρισκε τα σχετικά τεκμήρια και τα ανέσυρε στην επιφάνεια, ενώ ο ίδιος παρέμεινε στο βυθό μέχρι να μαζευτούν όλα τα τεκμήρια. Αυτό βέβαια έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την μαρτυρία του ΜΚ7 ο οποίος ανέφερε στο Δικαστήριο ότι τα τεκμήρια από τον βυθό του τα έδινε με το σχοινί της σημαδούρας ο Αστ. 2922 και ο ίδιος ο οποίος βρισκόταν στην επιφάνεια τα τραβούσε προς τα πάνω και τα τοποθετούσε στο σκάφος της Λιμενικής Αστυνομίας. Η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού είναι αρκετά σημαντική αφού θα ισχυροποιούσε ή θα αδυνατούσε περαιτέρω τη μαρτυρία του ΜΚ7 Θάσου Αθανασίου για τον ορθό χειρισμό των τεκμηρίων και την τήρηση της ορθής διαδικασίας ανάσυρσης τους από το βυθό. Φαίνεται ότι ούτε και αυτός ο μάρτυρας μπορούσε να διαφωτίσει το Δικαστήριο για το τι ακριβώς έγινε και αφορούσε την ανεύρεση των τεκμηρίων από τον βυθό την συγκεκριμένη μέρα. Είναι λυπηρό πραγματικά να γίνονται τέτοιες ενέργειες από πλευράς Αστυνομίας και οι οποίες έχουν να κάνουν με το πιο σημαντικό κεφάλαιο, των τεκμηρίων μιας ποινικής υπόθεσης, και τον ορθό χειρισμό τους και οι οποίες ουσιαστικά να έχουν σαν αποτέλεσμα να στερούν από το Δικαστήριο της δυνατότητας να ελέγξει τα τεκμήρια όπως αυτά βρίσκονταν κατά την ώρα του ατυχήματος. Ως ΜΚ17 ήταν ο Ανδρέας Δημοσθένους, πατέρας του θύματος , ο οποίος αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του την κατάθεσε ως τεκμήριο
- Ανέφερε ότι τα παιδιά του την συγκεκριμένη ημέρα πήραν όλα τα απαραίτητα σύνεργα για το ψάρεμα, σημαδούρα, στολές κλπ. Ο ίδιος αρνήθηκε ότι ο γιος του δεν είχε σημαδούρα την συγκεκριμένη ημέρα και ανάφερε ότι πάντοτε τα παιδιά του έπαιρναν όλα τα απαραίτητα σύνεργα για το ψάρεμα. Ρωτήθηκε από την Υπεράσπιση, κατά πόσο ο ίδιος ρώτησε τον Μάριο για τον τρόπο που έγινε το δυστύχημα και αυτός του είπε ότι είδε ένα οδηγό ο οποίος με το σκάφος του κτύπησε τον αδελφό του, αλλά δεν του είπε αν είδε άλλα άτομα στο σκάφος. Ήταν η θέση του ότι την δεύτερη κατάθεση του ο Μάριος, την έδωσε γιατί ήθελε να δώσει επιπλέον στοιχεία από αυτά που ανέφερε στην πρώτη του κατάθεση, για αυτό και ο ίδιος τον πήρε στον Αστυνομικό Σταθμό για να την δώσει . Ήταν η θέση του ότι ο Μάριος του ανάφερε ότι όταν πέρασε το συγκεκριμένο σκάφος, έψαξε τον Νεόφυτο και δεν τον βρήκε και μετά την πάροδο μερικών λεπτών τον εντόπισε στο βυθό με αιμορραγία. Όσον αφορά δε το θέμα του επίδικου σκάφους και των επιβατών που πιθανόν να υπήρχαν πάνω σε αυτό, ο ίδιος ποτέ δεν τον ρώτησε αν υπήρχαν πιο πολλά άτομα στο σκάφος, για το χρώμα μαλλιών του κατηγορούμενου, γιατί και για τα άλλα στοιχεία που αποδεικνύουν την ταυτότητα του οδηγού του σκάφους γιατί ο Μάριος ήταν τόσο τρομαγμένος που ήθελε στήριξη από τον ίδιο και όχι να του ξαναθυμίζει το όλο συμβάν. Ο μάρτυρας αυτός μου έκανε καλή εντύπωση, παρόλη την ιδιαίτερη φόρτιση που ο ίδιος φυσιολογικά είχε κατά το στάδιο της μαρτυρίας του. Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι ανέφερε στο Δικαστήριο, ότι δεν είχε συζητήσει με το γιο του για το αν υπήρχαν επιβάτες ή όχι στο σκάφος την ώρα του ατυχήματος με δεδομένο ότι μια τέτοια ερώτηση θα καθόριζε και την ταυτότητα του σκάφους ή ακόμα περισσότερο θα ξεκαθάριζε αν πράγματι ήταν το σκάφος του κατηγορούμενου ή όχι. Όμως είναι η θέση μου ότι αυτό δεν επηρεάζει την ουσία της μαρτυρίας του την οποία και αποδέχομαι στο σύνολο της. Ως ΜΚ19 κατέθεσε ο Δρ. Μάριος Καρυόλου, ο οποίος ανάλυσε τα τεκμήρια 31-36 και τα οποία στάληκαν στο Ινστιτούτο Νευρολογίας & Γενετικής για εντοπισμό οιουδήποτε γενετικού υλικού επί των τεκμηρίων αυτών. Ο μάρτυρας ανέλυσε το περιεχόμενο των εν λόγω τεκμηρίων του και ήταν η θέση του ότι από τις εξετάσεις που προέβη ο ίδιος, η ποσότητα του γενετικού υλικού δεν ήταν ικανοποιητική ή καλύτερα ήταν μηδαμινή ούτως ώστε να συγκριθεί σε μοριακό επίπεδο. Ήταν δε η θέση του, αναφερόμενος στην παρούσα υπόθεση και στις λεπτομέρειες των γεγονότων της, ότι λόγω των περιβαλλοντικών επιβαρύνσεων των αντικειμένων και κατ 'επέκταση των τεκμηρίων τα οποία είχαν σταλεί, ο εντοπισμός οιουδήποτε γενετικού υλικού καθίσταται ιδιαίτερα δύσκολος αν όχι αδύνατος, γι΄ αυτό και στον ίδιο το γεγονός αυτό δεν προκάλεσε οποιαδήποτε έκπληξη. Κατά την αντεξέταση, διευκρίνισε τα όσα ανάφερε στην κυρίως εξέταση αναφέροντας ότι, λόγω της τεράστιας ποσότητας νερού (θάλασσα), της τριβής και της ταχύτητας οι πιθανότητες να εντοπιστεί τέτοιο υλικό, επί τεκμηρίων τα οποία έρχονται σε επαφή με αυτούς τους παράγοντες (θάλασσα, τριβή και ταχύτητα) εκμηδενίζεται. Ανάφερε δε ότι επιπλέον και σε βάρος του εντοπισμού οποιουδήποτε γενετικού υλικού αποτελεί και ο χρόνος ο οποίος μπορεί να παρέλθει από το κτύπημα μέχρι την δειγματοληψία. Η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο αλλά εν πάση περιπτώσει αυτή η μαρτυρία όπως τουλάχιστον παρουσιάστηκε δεν είχε τόσο ουσιαστική σημασία για την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Τελευταίος μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή ήταν ο Δρ. Μάριος Θεοδώρου Γενικός Ιατρός ο οποίος ήταν το πρώτο άτομο το οποίο εξέτασε το θύμα και πιστοποίησε τον θάνατο του. Ήταν η θέση του ότι οι πνεύμονες του Νεόφυτου ήταν γεμάτοι νερό γι αυτό και η αιτία θανάτου ήταν ο πνιγμός. Σε ερώτηση του κ. Αραούζου ο μάρτυρας απάντησε ότι κάποιος για να πνιγεί πρέπει να περάσουν τουλάχιστον τρία με πέντε λεπτά αφού το άτομο προσπαθεί να αναπνεύσει και στην προσπάθεια του αυτή εισροφά νερό, εκτοπίζοντας τον αέρα με αποτέλεσμα το σώμα του να βαραίνει και να βυθίζεται. Όταν ο κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία σύμφωνα με το αρθ.74
(1)(β) του Κεφ. 155, επέλεξε όπως ασκήσει το δικαίωμα να καταθέσει ενόρκως και όπως καλέσει οκτώ μάρτυρες υπεράσπισης. Στην ένορκη κατάθεση του ο κατηγορούμενος, αφού υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία προχώρησε στην κατάθεση κάποιων τεκμηρίων, τα οποία ο ίδιος ετοίμασε είτε προσωπικά, είτε μέσω του φίλου του Mark Thomson, οποίος ασχολείτο μαζί του, ως πρώην αστυνομικός στην Αγγλία, για την υπόθεση. Ανέφερε στο δικαστήριο την ταχύτητα την οποία είχε όταν οδηγούσε το σκάφος του την συγκεκριμένη ημέρα καθώς και την ορατότητα που είχε με το σκάφος του κατά την οδήγηση του. Αρνήθηκε ότι είδε σημαδούρα η οποία υποδήλωνε παρουσία δύτη που ψάρευε και συνέχισε την πορεία του, αλλά επέμεινε στη θέση του ότι στην διαδρομή που ακολούθησε δεν βρήκε καμιά απολύτως σημαδούρα. Ο μάρτυρας αυτός σε γενικές γραμμές ήταν ένας απλός μάρτυρας και η κατάθεση η οποία έδωσε στην Αστυνομία συνάδει πλήρως με τη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί ακριβώς όλα επαναλήφθηκαν με τον ίδιο τρόπο. Θα πρέπει όμως να αναφέρω σε αυτό το σημείο ότι το έγγραφο το οποίο ο κατηγορούμενος κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του παράλληλα με την κατάθεση που ο ίδιος είχε δώσει στην Αστυνομία συμπληρώνει ή καλύτερα δίδει επιπλέον λεπτομέρειες τις οποίες δεν ανάφερε ο ίδιος ποτέ στην Αστυνομία. Η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού αν κανείς τη δει συγκρινόμενη μεταξύ της θα διαπιστώσει ότι ο μάρτυρας αυτά τα γεγονότα θα μπορούσε να τα αναφέρει στην κατάθεση του που έδωσε στην Αστυνομία και όχι να περιμένει 2 χρόνια μετά να τα αναφέρει στο Δικαστήριο θέλοντας με αυτόν τον τρόπο είτε να μειώσει τη Αστυνομία ,τους Αστυνομικούς, είτε να σώσει τον εαυτό του. Η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει δεκτή και ως εκ τούτου αυτή απορρίπτεται. Ως ΜΥ1 προσήλθε ο Mark Thomson, φίλος του κατηγορούμενου, πρώην αστυνομικός ο οποίος είναι μόνιμος κάτοικος Κύπρου και διαμένει στο χωριό ΄Ινια της επαρχίας Πάφου. Ο μάρτυρας αυτός σαν συνταξιούχος αστυνομικός και φίλος του κατηγορούμενου, προσπάθησε να τον βοηθήσει για να αποδείξει την αθωότητα του, γι΄ αυτό και προέβη στην λήψη φωτογραφιών και ταινίας από τη σκηνή του δυστυχήματος, από σκάφη παρόμοια μ΄ αυτό του κατηγορούμενου. Εισηγήθηκε στον κατηγορούμενο να συνεργαστούν και με βάση το σύνολο του μαρτυρικού υλικού το οποίο τους δόθηκε από την Εισαγγελία άρχισαν την προετοιμασία της Υπεράσπισης του. Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε, όμως η θέση του δεν κλονίστηκε, όσον αφορά τις ενέργειες που έκανε για να βοηθήσει το φίλο του σε σχέση με το σκάφος. Παρόλο που ο ίδιος θέλησε να παρουσιαστεί σαν ένα ανεξάρτητο πρόσωπο, το οποίο προέβη στις ενέργειες αυτές για να διαλευκάνει την υπόθεση, εντούτοις δεν μπορεί να βοηθήσει το Δικαστήριο γιατί δεν παρουσιάστηκε σαν ανεξάρτητος μάρτυρας. Καμία ανεξάρτητη μαρτυρία δεν προσκομίστηκε για να αποδείξει στο Δικαστήριο πού και πώς ακριβώς έγινε η αναπαράσταση, η λήψη φωτογραφιών και ο τρόπος λήψης της ταινίας από την σκηνή του δυστυχήματος, που ουσιαστικά δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν όντως αυτές οι σκηνές λήφθηκαν από την σκηνή του ατυχήματος ή όχι. Ελλείψει τέτοιας μαρτυρίας το Δικαστήριο δεν μπορεί να δεχθεί και κατ' επέκταση να στηριχθεί στην μαρτυρία του για την εξαγωγή οποιωνδήποτε συμπερασμάτων. Ως εκ τούτου η μαρτυρία του απορρίπτεται. Ως ΜΥ2 προσήλθε η κόρη του κατηγορούμενου Alexandra Sierolawski η οποία αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης της την κατάθεσε ως τεκμήριο 46, ανέφερε παράλληλα ότι παρόλο που η ίδια ήθελε να γράψει τη κατάθεση της, εντούτοις η αστυνομικός δεν την άφησε και της ανάφερε ότι έπρεπε να της υπαγορεύει και αυτή να γράφει. Η μάρτυρας ανάφερε ότι ενώ βρισκόταν με την μητέρα της και τον αδελφό της εντός του Αστυνομικού Σταθμού και συγκεκριμένα έξω από ένα γραφείο, βγαίνοντας ο Μάριος, εννοώντας τον ΜΚ5, από το εν λόγω γραφείο, είδε την ίδια και την μητέρα της και όταν ρωτήθηκε από Αστυνομικό «αν είναι αυτοί» αυτός απάντησε «ναι» χωρίς να κοιτάξει ούτε τον πατέρα της αλλά ούτε και τον αδελφό της. Ήταν δε η θέση της ότι είδε ένα αστυνομικό να παίρνει τον Μάριο από το χέρι (αγκαλιά) να τον βγάζει στο μπαλκόνι του σταθμού και να του λέει «Βλέπεις εκείνη τη βάρκα», «αυτή είναι η βάρκα;» και ότι ο Μάριος απάντησε δεν ξέρω, δεν γνωρίζω. Η μάρτυρας αυτή δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Ήταν υπερόπτης, αλαζόνας και μιλούσε ταπεινωτικά για την Αστυνομία, τους θεσμούς ειδικά όταν της γίνονταν ερωτήσεις σε σχέση με την πιθανή εμπλοκή του πατέρα της στο συγκεκριμένο ατύχημα. Ήταν ξεκάθαρη η πρόθεση της να αναφέρει στο Δικαστήριο όλα όσα η ίδια είχε στο μυαλό της σε σχέση με την παρούσα υπόθεση κι σε καμιά περίπτωση δεν θα ανέμενε κανείς ότι θα έλεγε πράγματα τα οποία θα απέβαιναν εις βάρος του πατέρα της. Εν' όψει των ανωτέρω, θεωρώ ότι η μάρτυρας αυτή δεν ήταν αντικειμενική λόγω ακριβώς της σχέσης της με τον κατηγορούμενο και ως εκ τούτου απορρίπτω την μαρτυρία της στο σύνολο της. Ως ΜΥ3 παρουσιάστηκε ο Mark Sarens, ο οποίος είναι εκπαιδευτής καταδύσεων και διατηρεί το γραφείο του στο Λιμανάκι του Λατσιού. Ο μάρτυρας ανάφερε ότι ο ίδιος σαν εκπαιδευτής καταδύσεων προτρέπει τους μαθητές του να χρησιμοποιούν δύο σημαδούρες εάν είναι δύο, δηλαδή να έχει ο καθένας τη δική του για λόγους ασφαλείας. Ο μάρτυρας ρωτήθηκε επίσης για τα τεκμήρια που ανασύρθηκαν από το βυθό και τι διαδικασία θα έπρεπε να ακολουθηθεί για την ανάσυρσή τους. Ο μάρτυρας αυτός ανέφερε στο Δικαστήριο στην μαρτυρία του κάποιους κανόνες και κάποιες αρχές οι οποίες ισχύουν στις καταδύσεις και τις οποίες ο ίδιος εφαρμόζει στα μαθήματα τα οποία κάνει. Ο μάρτυρας αυτός μου έκανε καλή εντύπωση γιατί ήταν άμεσος σαφής και ξεκάθαρος στις απαντήσεις του. Από την άλλη όμως σίγουρα η μαρτυρία αυτή δεν μπορεί να είναι δεσμευτική για το Δικαστήριο. Ο μάρτυρας αυτός δεν είναι εμπειρογνώμονας, δεν έχει τέτοιες εξειδικευμένες γνώσεις ή εν πάση περιπτώσει δεν παρουσιάστηκαν κατά τρόπο που το Δικαστήριο να μπορεί να εξετάσει κατά πόσο τυγχάνουν εφαρμογή οι αρχές που έχει θέσει η Νομολογία για το θέμα αυτό και οι οποίες να λειτουργήσουν αντικειμενικά προς όφελος της υπόθεσης. Δεν ασχολήθηκε σε κανένα σημείο με τα τεκμήρια της υπόθεσης για να βοηθήσει το Δικαστήριο στην εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων σε σχέση με τα γεγονότα και την μαρτυρία που προσκομίστηκε. Δεν μπορούσε να μας πει με βεβαιότητα τη διαδικασία που θα ακολουθούσε ο καθένας ξεχωριστά κάθε δύτης, ανάλογα με την δύναμη, την γνώση, την αντοχή την οποία έχει και η οποία θα τον βοηθούσε στην ανάσυρση τεκμηρίων από το βυθό. Φάνηκε όμως κατά το στάδιο της αντεξέτασης ότι η παρουσία του στο Δικαστήριο ήταν για να εξυπηρετήσει τον κατηγορούμενο αφού ο ίδιος ο μάρτυρας ανέφερε ότι είχε φιλικές σχέσεις με την οικογένεια του κατηγορούμενου και ειδικότερα με την σύζυγο του και ως εκ τούτου εν ' όψει και των ανωτέρω επιφυλάξεων η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει δεκτή και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Ως ΜΥ4 παρουσιάστηκε η Anastasia Sierolawski η άλλη κόρη του κατηγορούμενου η οποία ανέφερε στο Δικαστήριο ότι την συγκεκριμένη μέρα στην οποία έγινε το συμβάν αυτή δούλευε σε μια καφετέρια με την ονομασία Zuke η οποία βρίσκεται στο Λατσί. Κατά την μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου η μάρτυρας ανέφερε ότι την ημέρα που συνέβη το δυστύχημα δεν είδε την οικογένεια της παρά μόνο αργά το βράδυ, εκτός βεβαίως από το πατέρα της. Η μάρτυρας ανέφερε ότι στις 11.8.2008 ενώ δούλευε, την προσέγγισε ένας κύριος τον οποίο δεν γνώριζε, και της είπε ότι είναι αυτός ο οποίος μετέφερε τον πατέρα της και το σκάφος του στην Λιμενική Αστυνομία την ημέρα του ατυχήματος. Ήταν η θέση της, ότι ο κύριος αυτός, ο οποίος στην συνέχεια φάνηκε ότι ήταν ο ΜΚ 8 Αν. Λοχ. Πάμπος Χαραλάμπους της είπε, ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο ο πατέρας της μεταφέρθηκε στο σταθμό ήταν γιατί ήταν το πρώτο σκάφος που ο ίδιος βρήκε στην περιοχή και έμοιαζε με την περιγραφή που δόθηκε για το ύποπτο σκάφος. Επίσης ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ο Πάμπος της είπε ότι ο πατέρας της δεν έφταιγε για το συγκεκριμένο δυστύχημα και ότι θα μπορούσε να συμβεί στο καθένα. Η μάρτυρας αυτή όπως έχω αναφέρει είναι η άλλη κόρη του κατηγορούμενου και δεν μπορεί αυτό το γεγονός να περάσει απαρατήρητο. Επίσης κατανοητό η κόρη του κατηγορούμενου να επινοήσει συνομιλία που είχε με τον ΜΚ 8 σε σχέση με το επίδικο συμβάν. Εν όψει και της αξιολόγησης την οποία έχω κάνει πιο πάνω για τον ΜΚ 8 δεν μπορώ να δεχθώ ότι είναι δυνατόν ένας μάρτυρας ο οποίος είχε ουσιαστική εμπλοκή με την υπόθεση αυτή θα είχε αυτή την συνομιλία με την κόρη του κατηγορούμενου και ως εκ τούτου την απορρίπτω στο σύνολο της. Ως ΜΥ5 προσήλθε η σύζυγος του κατηγορούμενου Suzanne Sierolawski η οποία αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία το κατάθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 120 και 120Α. Κατά την μαρτυρία της στο Δικαστήριο η μάρτυρας ανάφερε περαιτέρω ότι την συγκεκριμένη ημέρα η ίδια με το σύζυγο της και τα δύο της παιδιά το γιο και την κόρη της Αlexandra βρίσκονταν με φίλους στην παραλία. Σύμφωνα με την ίδια ένας φίλος της ο οποίος βρισκόταν στην παραλία μαζι της της έδειξε ότι ο σύζυγος της βρισκόταν με ένα άλλο πρόσωπο στην θάλασσα και σήκωναν την μηχανή του σκάφους τους. Στην συνέχεια ενημερώθηκε από την κόρη της η οποία ήταν εκεί ότι θα πρέπει να μεταβούν στον Αστ. Σταθμό γιατί το σκάφος τους θεωρείτο ύποπτο για την πρόκληση θανάτου ενός νεαρού άνδρα. Η ίδια καθησύχαζε την κόρη της η οποία ήταν πολύ ανήσυχη και της έλεγε ότι θα πάνε για να βοηθήσουν την Αστυνομία να διαλευκάνει την υπόθεση. Σύμφωνα με την μάρτυρα, το κλίμα στον Αστυνομικό Σταθμό ήταν εχθρικό απέναντι τους, αναφέροντας την συμπεριφορά που είχαν κάποιοι από τους αστυνομικούς, ειδικότερα ο ΜΚ14 Υπ. Κωνσταντίνου. Ήταν η θέση της ότι όταν ο Μάριος αδελφός του θύματος εξήλθε από το γραφείο εντός του Αστ. Σταθμού με τον «Κολιό» είδε την ίδια και την κόρη της και τις αναγνώρισε, χωρίς να κοιτάξει σε κανένα σημείο πάνω στον άνδρα της. Κατά την αντεξέταση η μάρτυρας ερωτήθηκε για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες βρέθηκαν σε εκείνη την παραλία, πως κάθονταν εντός του σκάφους τόσο αυτή όσο και τα παιδιά της κλπ. Η μάρτυρας ανάφερε την διαδρομή την οποία έκαναν με την οικογένεια της και ανάφερε ότι σε κανένα σημείο δεν είδε η ίδια οποιαδήποτε σημαδούρα με σημαία η οποία να υποδηλώνει δύτη στο βυθό. Επανέλαβε δε την εχθρική συμπεριφορά την οποία είχε η Αστυνομία απέναντι τους και ότι τους θεωρούσαν ένοχους προτού καν απαντήσουν και δώσουν τις δικές τους εξηγήσεις. Η μάρτυρας αυτή δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Ήταν και αυτής η προσπάθεια της εμφανής και με κάθε τρόπο να μειώσει την Αστυνομία και τις ενέργειες της σε σχέση πάντοτε με την διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Η μάρτυρας δεν έχανε την ευκαιρία να αναφέρει στο Δικαστήριο ότι την κατάθεση της την έδωσε όπως την ήθελε η Αστυνομία και όχι με ελεύθερη βούληση από την ίδια. Ο σκοπός της ήταν ξεκάθαρος και αυτό φάνηκε τόσο μέσα από την κυρίως εξέταση όσο και από την αντεξέταση αφού αρκετά γεγονότα σε κανένα σημείο δεν τα ανάφερε στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία και επέλεξε να τα αναφέρει στην μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου ως εκ τούτου η μαρτυρία της απορρίπτεται. Οι επόμενοι δύο μάρτυρες υπεράσπισης ήταν το ζευγάρι Mark και Jane Frances Springate οι οποίοι είναι φίλοι με την οικογένεια του κατηγορούμενου. Οι μάρτυρες αυτοί ακόμα και να ήθελαν να βοηθήσουν τον κατηγορούμενο δεν τα κατάφεραν αφού η μαρτυρία τους σε κύρια σημεία φαίνεται ότι δεν συνάδει μεταξύ τους. Ο ΜΥ6 ανάφερε ότι ενώ βρισκόταν στην παραλία και κοιμόταν άκουσε φωνές και όταν ξύπνησε και η ώρα ήταν 1450 ακριβώς είδε όλη την οικογένεια του κατηγορούμενου, την σύζυγο και τα τρία τους παιδιά να καταφθάνουν στο σημείο όπου αυτός και η σύζυγος του βρίσκονταν και ξεκουράζονταν. Αυτό έρχεται σε πλήρη αντίφαση με την μαρτυρία της συζύγου του η οποία ανάφερε ότι στο χώρο εκεί όπου αυτοί βρίσκοντο έφθασε ο κατηγορούμενος, η σύζυγος και τα δύο του παιδιά η Alexandra και ο Sebastian. Παρόλο που ο ΜΥ6 ανέφερε ότι είναι πολύ τυπικός και επειδή ακριβώς έχει ένα πολύ ακριβό ρολό και βλέπει την ώρα κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας σε πάρα πολλά σημεία στα οποία ρωτήθηκε από τη Κατηγορούσα Αρχή απαντούσε με την λέξη «περίπου», ενώ για το επίδικο σημείο για το οποίο ρωτήθηκε τόσο από την υπεράσπιση όσο και από τη κατηγορούσα αρχή δηλ. για την ώρα που ο κατηγορούμενος έφθασε στην περιοχή απάντησε «ακριβώς»
- Οι δύο μάρτυρες ανέφεραν πολλές λεπτομέρειες σε σχέση με την υπόθεση αυτή αλλά είναι η θέση μου ότι οι πιο πολλές έχουν λεχθεί στο Δικαστήριο με μοναδικό σκοπό να βοηθήσουν το κατηγορούμενο και για να ενισχύσουν την θέση όλων των μαρτύρων υπεράσπισης οι οποίοι θα πρέπει να σημειωθεί είναι ως επί το πλείστον φίλοι της οικογένειας του κατηγορούμενου. Ως εκ τούτου απορρίπτω την μαρτυρία και αυτών των δύο μαρτύρων υπεράσπισης αφού θεωρώ ότι ο μοναδικός σκοπός για τον οποίο ήρθαν στο Δικαστήριο ήταν για να βοηθήσουν το κατηγορούμενο. Τελευταίος μάρτυρας για την υπεράσπιση παρουσιάστηκε ο Ανωτ. Υπ. Ζαχαρίας Παπαδόπουλος ο οποίος υπηρετεί στην Λιμενική και Ναυτική Αστυνομία Λατσιού, από το
- Ο μάρτυρας αυτός αναγνώρισε το τεκμήριο 15 αφού πάνω σε αυτό έχει την δική του υπογραφή και ότι το τεκμήριο Κ για αναγνώριση το οποίο παρουσιάστηκε από την Υπεράσπιση είναι αντίγραφο του πρωτότυπου χάρτη τον οποίο ο ίδιος είχε στην κατοχή του με αρ.Ν
- Ο μάρτυρας ρωτήθηκε για τις διάφορες καταχωρήσεις οι οποίες γίνονται και οι οποίες αφορούν το σκάφος Αστραπή καθώς και για τον εξοπλισμό που το εν λόγω σκάφος έχει όταν βγαίνει έξω από το Λιμάνι του Λατσιού. Ήταν η θέση του ότι το σκάφος πάντοτε μεταξύ άλλων έχει σχοινιά 20,30mm τα οποία βρίσκονται εντός του σκάφους. Η ουσία της μαρτυρίας αυτού του μάρτυρα ήταν ουσιαστικά για να παρουσιάσει το ναυτικό χάρτη ο οποίος ήταν καταχωρημένος ως τεκμήριο Κ για αναγνώριση. Ο μάρτυρας αυτός μου έκανε πάρα πολύ καλή εντύπωση ήταν σαφής στις απαντήσεις του και θέλησε με το δικό του τρόπο να βοηθήσει το Δικαστήριο στην εξαγωγή συμπερασμάτων σε σχέση με το σημείο που έγινε το ατύχημα. Ο μάρτυρας βέβαια απάντησε και σε άλλες ερωτήσεις σε σχέση με το σκάφος Αστραπή και ειδικότερα με τα αντικείμενα τα οποία το σκάφος είναι εφοδιασμένο. Η θέση του μάρτυρα για την ύπαρξη των σχοινιών έρχεται σε αντίφαση με την μαρτυρία του ΜΚ7 Αθανασίου και επιβεβαιώνει για ακόμα μια φορά τον λανθασμένο τρόπο με τον οποίο ο εν λόγω μάρτυρας αποφάσισε να χειριστεί τα σχετικά τεκμήρια, αλλοιώνοντας τα και ειδικότερα το σχοινί της σημαδούρας αφού με αυτό τον τρόπο το σχοινί της σημαδούρας, αφού από την πολλή χρήση αυτό έγινε κόμπος και αναγκάστηκε να το κόψει. Αν ο μάρτυρας αυτός χρησιμοποιούσε τα σχοινιά της Αστραπής, σίγουρα η κατάσταση των τεκμηρίων θα ήταν πολύ διαφορετική, και σίγουρα δεν θα υπήρχε οποιαδήποτε αλλοίωση, δίνοντας και στο Δικαστήριο την δυνατότητα να τα επιθεωρήσει και να εξάξει ασφαλή ευρήματα επί αυτών. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, των Παραδεκτών Γεγονότων τα οποία κατατέθηκαν κατά την έναρξη της διαδικασίας κρίνω ότι τα γεγονότα του επίδικου ατυχήματος εκτυλίχθηκαν ως εξής: Στις 13.7.008 τα αδέλφια Νεόφυτος και Μάριος Δημοσθένους αποφάσισαν να πάνε για ψάρεμα με ψαροντούφεκα στην περιοχή Φοντάνα Αμορόζα. Μαζί τους είχαν μεταξύ άλλων όλα τα απαραίτητα για το ψάρεμα σύνεργα μεταξύ άλλων και μια κόκκινη σημαδούρα με τριγωνική σημαία με δύο γραμμές. Την σημαδούρα την είχαν δεμένη με ένα βαρίδιο και την τοποθετούσαν ανάλογα με το σημείο που οι ίδιοι ήθελαν να μετακινηθούν για να ψαρέψουν και αυτοί ψάρευαν γύρω- γύρω από αυτήν. Ενώ ψάρευαν, ο ΜΚ 5 Μάριος Δημοσθένους αδελφός του θύματος άκουσε δυνατό θόρυβο και έβγαλε το κεφάλι του έξω από το νερό για να δει τι συμβαίνει. Εκείνη την στιγμή είδε ένα άσπρο σκάφος το οποίο οδηγείτο από ένα άτομο όρθιο στην θέση του τιμονιού να έρχεται κατά πάνω τους. Δεν μπόρεσε να αντιδράσει για να κάνει οτιδήποτε ούτε να ειδοποιήσει τον αδελφό του αλλά ούτε και να κάνει οποιοδήποτε σήμα στον οδηγό του σκάφους παρά μόνο έμεινε και τον έβλεπε. Διαπίστωσε ότι όταν πέρασε από μπροστά του ότι το σκάφος αυτό ήταν άσπρο με κόκκινα γράμματα και ότι ο οδηγός φορούσε «sport» γυαλιά ηλίου, είχε κοκκινωπό πρόσωπο και τα μαλλιά του χρώματος καστανού και πήγαιναν προς τα πίσω. Λόγω της ταχύτητας που είχε το σκάφος δεν μπορούσε να κρατήσει άλλες λεπτομέρειες. Δεν διαπίστωσε στο σκάφος αυτό να επέβαιναν επιβάτες. Όταν το σκάφος αυτό πέρασε από μπροστά του, λόγω του ότι αυτός βρισκόταν χαμηλά στο νερό, δεν μπορούσε να δει αν πέρασε ή κτύπησε τον αδελφό του για αυτό μόλις έφυγε ο αφρός που έκανε το σκάφος έψαξε να τον βρει. Τον βρήκε στον βυθό μέσα σε αίματα, δεν κατάφερε να τον ανεβάσει στην επιφάνεια για αυτό και έτρεξε για βοήθεια. Κολύμπησε μέχρι την παραλία μέχρι να εντοπίσει τους ΜΚ8 και 18 οι οποίοι βρίσκονταν με τις οικογένειες τους στην περιοχή. Αφού τους εξήγησε τι συνέβη μετέβησαν στην σκηνή του ατυχήματος με το σκάφος του ΜΚ18, και το οποίο στάθμευσαν σε ένα σημείο κοντά στην σημαδούρα. Ο ΜΚ 5 είπε στους εν λόγω μάρτυρες ότι το σκάφος που κτύπησε τον αδελφό του ήταν ένα άσπρο σκάφος με κόκκινα γράμματα. Στο σημείο του ατυχήματος ο ΜΚ 8 μπήκε στο νερό όπου σε σημείο περίπου 20 μέτρα από την σημαδούρα εντόπισε τον άτυχο Νεόφυτο και με την βοήθεια της Λιμενικής η οποία είχε ήδη φθάσει στην σκηνή τον ανέσυραν στην επιφάνεια. Ο ΜΚ 8 στην συνέχεια εντόπισε ένα σκάφος το οποίο έμοιαζε με το σκάφος που είχε την σχετική περιγραφή και αφού βρήκε τον ιδιοκτήτη δηλ. τον κατηγορούμενο του είπε ότι θα πρέπει να τον ακολουθήσει στη Λιμενική Αστυνομία για να γίνουν οι σχετικές έρευνες. Ο κατηγορούμενος την συγκεκριμένη στιγμή ήταν με την οικογένεια του στη περιοχή και ετοιμαζόταν να κάνει σκι με τον γιο του. Ο ίδιος δεν αντέδρασε αφού σύμφωνα με τον ΜΚ 8 «δεν είχε χαπάρι» και τον ακολούθησε στον Αστυνομικό Σταθμό του Λατσιού. Μαζί του τον ακολούθησε και η οικογένεια του η οποία όπως έχω ήδη αναφέρει ήταν μαζί του. Στην συνέχεια μέλη της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου καθώς και της Λιμενικής Αστυνομίας ξεκίνησαν να περισυλλέγουν τα τεκμήρια που υπήρχαν στο βυθό εκείνου του σημείου, αφού προηγουμένως φωτογραφήθηκαν από τον ΜΚ 15 με ειδική φωτογραφική του βυθού. Τα τεκμήρια ανασύρθηκαν από τον βυθό με την χρήση του σχοινιού της σημαδούρας από τους ΜΚ 7 και 15 και αφού ανασύροντο στην επιφάνεια φωτογραφίζονταν ξανά από τον ΜΚ 3 ο οποίος βρισκόταν στο σκάφος Αστραπή. Το σχοινί της σημαδούρας λόγω της χρήσης που του είχε γίνει από τους μάρτυρες δέθηκε «κόμπος» με αποτέλεσμα ο Λοχ.1594 Αθανασίου να το κόψει. Τα τεκμήρια μεταφέρθηκαν στον Αστυνομικό Σταθμό της Πόλης Χρυσοχούς όπου αφού ελέχθηκαν καταχωρήθηκαν στο βιβλίο τεκμηρίων του Σταθμού. Όμως τα τεκμήρια δεν μπήκαν σε ειδικούς φακέλους για να φυλαχτούν αφού τέτοιοι φάκελοι δεν υπήρχαν διαθέσιμοι στον σταθμό εκείνη την ημέρα. Την διερεύνηση της υπόθεσης την ανέλαβε ο Λοχ. 3702 Α. Παναγιώτου ο οποίος έλαβε και ένα μεγάλο μέρος του ανακριτικού υλικού. Ο μάρτυρας αυτός έλαβε την πρώτη κατάθεση από τον ΜΚ 5 Μάριο Δημοσθένους και στην συνέχεια οδήγησε τον μάρτυρα να αναγνωρίσει το σκάφος του κατηγορούμενου το οποίο βρισκόταν ελλιμενισμένο στο Λιμάνι του Λατσιού. Το σκάφος βρισκόταν μεταξύ των δύο σκαφών της Λιμενικής Αστυνομίας, εφρουρείτο από αστυνομικό εν στολή και ήταν περιφραγμένο με κίτρινη κορδέλα. Μπήκαν μαζί σε περιπολικό της Αστυνομίας το οποίο βρισκόταν στο συγκεκριμένο σημείο αλλά λόγω του γεγονότος ότι δεν μπορούσε να προσεγγίσει το σημείο εκείνο το περιπολικό ο μάρτυρας πήγε με τα πόδια και από κάποιο σημείο πάνω στην ξύλινη αποβάθρα αναγνώρισε το ύποπτο σκάφος. Μαζί του ήταν και ο Λοχ.3702 με τον οποίο στην συνέχεια επέστρεψαν στον σταθμό για να δώσει συμπληρωματική κατάθεση περί της αναγνώρισης του σκάφους από τον ίδιο. Να σημειωθεί ότι κατά την έξοδο του ο ΜΚ5 από το γραφείο του εξεταστή της υπόθεσης αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ο οποίος βρισκόταν εκεί μαζί με την οικογένεια του σαν τον οδηγό του σκάφους, χωρίς να ζητηθεί από τον μάρτυρα να αναφέρει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες οι οποίες τον έκαναν να καταλήξει σε αυτή του την αναγνώριση εντός του Σταθμού. Όλα τα τεκμήρια αφού περισυνελέχθηκαν από αστυνομικούς της Λιμενικής Αστυνομίας σε συνεργασία με το ΤΑΕ Πάφου ορισμένα στάληκαν για επιστημονικές εξετάσεις. Στάληκαν επίσης στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής τεκμήρια τα οποία αφορούσαν δειγματοληψίες που λήφθηκαν από το σκάφος του κατηγορούμενου καθώς και του θύματος, οι οποίες όμως λόγω ακριβώς των περιβαλλοντικών συνθηκών που επικρατούσαν, σύμφωνα με τον Δρ. Μάριο Καρυόλου, δεν ήταν τέτοιες που να του επιτρέπουν να γίνουν οποιεσδήποτε συγκρίσεις και να εξαχθούν οποιαδήποτε αποτελέσματα. Στις 13.7.2008 ο Δρ. Μάριος Θεοδώρου εξέτασε στο Νοσοκομείο της Πόλης Χρυσοχούς το θύμα και διαπίστωσε τον θάνατο του. Στις 14.7.2008 ο Ιατροδικαστής Σοφοκλής Σοφοκλέους διενήργησε αυτοψία στο ταχύπλοο σκάφος ΜΑΝΙΑ με αριθμό εγγραφής LL10578 το οποίο βρισκόταν στον Αστ. Σταθμό Πόλης Χρυσοχούς και νεκροψία επί της σωρού του Νεόφυτου Δημοσθένους και διαπίστωσε ότι η αιτία θανάτου είναι ο πνιγμός εντός ύδατος συνεπεία βαριάς κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης ως είναι από κτύπημα ταχύπλοου σκάφους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, θα προχωρήσω να εξετάσω εάν και κατά πόσο στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 αναφέρει ότι όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος. Όπως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου στο οποίο βασίζεται η κατηγορία, απαιτείται η απόδειξη ότι ο κατηγορούμενος προκάλεσε τον θάνατο του θύματος λόγω κάποιας αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς. Οι προαναφερόμενοι όροι υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Ζυπιτής κ.α ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220, Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 409) ). Ως «αλόγιστη» νοείται κάθε μη λελογισμένη πράξη ή συμπεριφορά, δηλαδή κάθε ενέργεια η οποία δεν απορρέει από την κοινή λογική (βλ. Ζυπίτης κ.α. ν. Αστυνομίας, πιο πάνω). Όσον αφορά τον όρο «απερίσκεπτη», όπως έχει νομολογηθεί δεν στοιχειοθετείται απερίσκεπτη ενέργεια ή συμπεριφορά μόνο με την απόδειξη αμελούς οδήγησης, με την έννοια της οδήγησης που εξ αντικειμένου υπολείπεται της αναμενόμενης από τον μέσο συνετό οδηγό. Υπεισέρχεται ως συστατικό του όρου, με τη συνήθη του έννοια, και υποκειμενικό στοιχείο. Αυτό είναι συναρτημένο προς τη συγκεκριμένη ενέργεια, και στην προκειμένη περίπτωση την οδήγηση (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 473). Στην βασική αγγλική αυθεντία επί του θέματος R v. Lawrence [1981] 1 All E.R. 974 (η οποία επιβεβαιώθηκε στην R. v. Reid [1992] 3 All ER 673 και στην οποία αναφέρθηκε κατ' επανάληψιν και το Ανώτατο Δικαστήριο) διατυπώθηκαν οι παράμετροι του όρου απερίσκεπτη οδήγηση. Πρώτον, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος πράγματι οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργούσε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης σε κάποιον άλλον, ο οποίος θα τύγχανε να χρησιμοποιεί τον δρόμο, ή πρόκλησης ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία. Δεύτερον, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατ' αυτόν τον τρόπο, χωρίς να είχε στρέψει την προσοχή του στην πιθανότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή, παρά το ότι αναγνώρισε ότι υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εντούτοις προχώρησε διακινδυνεύοντας. Επιπλέον, όπως λέχθηκε στην Χρυσοστόμου, πιο πάνω, σε κατηγορία δυνάμει του άρθρου 210 για «απερίσκεπτη» πράξη ή συμπεριφορά, το ζήτημα δεν περιορίζεται αποκλειστικά στον συγκεκριμένο τρόπο οδήγησης και η απερισκεψία μπορεί να μη συνδέεται με αυτόν καθ΄ εαυτόν τον τρόπο της οδήγησης. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση αυτή παρέπεμψε συναφώς στη νομολογία που συνοψίζεται στο Wilkinson΄s Road Traffic Offences, 4η έκδοση, παράγραφοι 1-302 και 1-307, σε σχέση με τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος και στις περιπτώσεις οδήγησης με γνώση ελαττώματος στο αυτοκίνητο ή με γνώση του κινδύνου να πέσει το φορτίο του ή μετά από κατανάλωση οινοπνεύματος σε βαθμό που επηρέαζε την ικανότητα οδήγησης. Όσον αφορά την «επικίνδυνη» πράξη ή συμπεριφορά έχει νομολογηθεί ότι η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 115). Συγκεκριμένα, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση αυτή, στη μία περίπτωση αναζητείται κατά πόσο το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από τον μέσο συνετό οδηγό, ενώ στην άλλη περίπτωση, κατά πόσο η συγκεκριμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Η δε απόδειξη μίας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη ότι την προκάλεσε κάποιο σφάλμα, το οποίο όμως δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Όπως αναφέρθηκε στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18, απαιτείται τουλάχιστον απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού, ο οποίος έστω και στιγμιαία πέφτει κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού (βλ. R. v. Gosney
(1971)55 Crim. App. R. 502, Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 223). Η δε λέξη «επικίνδυνος» στη συνήθη της γραμματική έννοια σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους. Βασική προϋπόθεση αποτελεί πάντοτε η θεμελίωση αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς με το αποτέλεσμα, δηλαδή τον θάνατο άλλου προσώπου. Θέματα τα οποία έχουν σχέση με την οδική συμπεριφορά, με προβλήματα της οδήγησης, με τις δυνατότητες και τις ενδεχόμενες αντιδράσεις οδηγών, αντικρίζονται με βάση τη γενική αντίληψη του Δικαστηρίου ως προς τα πράγματα, υπό το φως πάντοτε της λογικής. Δεν χρειάζεται οποιαδήποτε εμπειρογνωμοσύνη σε σχέση με τέτοια θέματα, εκτός βέβαια στις περιπτώσεις όπου παρουσιάζεται κάποια επιστημονική ή τεχνική πτυχή (Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 120, 125). Προτού ασχοληθώ με την υπαγωγή των ευρημάτων μου στην Νομική Πτυχή που συνθέτουν την παρούσα υπόθεση θα πρέπει να εξετάσω κάποια θέματα τα οποία άπτονται της αναγνώρισης τόσο του οδηγού του σκάφους από τον Μ.Κ5 αλλά και του ιδίου του σκάφους του κατηγορουμένου και αν έχουν τηρηθεί όλες οι ασφαλιστικές δικλείδες που να παρέχουν τα εχέγγυα στο Δικαστήριο για να τη δεχτεί. Είναι ξεκάθαρο και αυτό διαφαίνεται από την μαρτυρία η οποία έχει προσκομιστεί από την Κατηγορούσα Αρχή ότι η παρούσα υπόθεση θα κριθεί αποκλειστικά σχεδόν από την αξιολόγηση της ποιότητας της αναγνώρισης τόσο του σκάφους όσο και του ιδίου του κατηγορούμενου. Παρόλο που το Δικαστήριο έκανε δεκτή την μαρτυρία του ΜΚ5 Μάριου Δημοσθένους ως αξιόπιστη και αληθινή εντούτοις το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο η αναγνώριση που έγινε τόσο του σκάφους όσο και του κατηγορούμενου από τον μάρτυρα είναι τέτοια η οποία να του παρέχει τέτοια εχέγγυα ούτως ώστε να ελαχιστοποιείται η πιθανότητα σφάλματος. Όπως έχει νομολογηθεί, η μαρτυρία που στηρίζεται σε αναγνώριση θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη σχολαστικότητα και αυστηρότητα για να αποφεύγεται η πιθανότητα σφάλματος. Από πολύ παλαιά η Αγγλική νομολογία αντιλήφθηκε, την ανάγκη εκεί όπου η διάπραξη ενός αδικήματος δεν αμφισβητείται αλλά αμφισβητείται η αναγνώριση του κατηγορούμενου, η αναγνώριση πρέπει να είναι καλής ποιότητας. Μόνο όπου υπάρχει βεβαιότητα σε βαθμό που να εξουδετερώνει το ενδεχόμενο λάθους, θα προχωρήσει το Δικαστήριο σε καταδίκη του κατηγορουμένου με βάση μόνο την αναγνώριση. Στην υπόθεση Scott & another v. R.
(1989)2 All E.R.305, τονίστηκε ότι αν η αναγνώριση είναι η μόνη μαρτυρία η οποία συνδέει τον κατηγορούμενο με τη διάπραξη του αδικήματος, τότε πρέπει να δίδεται προειδοποίηση προς τους ενόρκους, έτσι ώστε να υπάρχει ο αναγκαίος προβληματισμός για την ορθότητα και την ακρίβεια της αναγνώρισης. Στην υπόθεση Mills & others v. R.
(1995)3 All E.R.865, τονίστηκε ότι ένας καθ' όλα ειλικρινής μάρτυρας μπορεί να κάμει λάθος και το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να προειδοποιήσει τους ενόρκους περί τούτου. Στην υπόθεση R v. Turnbull & others
(1976)3 All E.R.549, τέθηκαν κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με την αναγνώριση. Υπογραμμίσθηκε πως η οπτική αναγνώριση υπόπτων (visual identification), πολλές φορές μπορεί να οδηγήσει σε αδικία και έτσι το Δικαστήριο πρέπει να παίρνει τέτοιες προφυλάξεις ώστε να μειώνει τον κίνδυνο. Οι κατευθυντήριες γραμμές τέθηκαν σε συσχέτιση με το σύστημα ενόρκων που υπάρχει στην Αγγλία. Στην Κύπρο δεν υπάρχει βέβαια αυτό το σύστημα αλλά το Δικαστήριο από μόνο του οφείλει να περάσει τη μαρτυρία αναγνώρισης μέσα από το ίδιο αποδεικτικό κόσκινο. Οι κατευθυντήριες αρχές όπως τέθηκαν στην υπόθεση Turnbull (ανωτέρω) είναι οι ακόλουθες: « First, whenever the case against an accused depends wholly or substantially on the correctness of one or more identifications of the accused which the defence alleges to be mistaken, the judge should warn the jury of the special need for caution before convicting the accused in reliance on the correctness of the identification or identifications. In addition he should instruct them as to the reason for the need for such a warning and should make some reference to the possibility that a mistaken witness can be a convincing one and that a number of such witnesses can all be mistaken. Provided this is done in clear terms the judge need not use any particular form of words. Secondly, the judge should direct the jury to examine closely the circumstances in which the identification by each witness came to be made. How long did the witness have the accused under observation? At what distance? In what light? Was the observation impeded in any way, as for example by passing traffic or a press of people? Had the witness ever seen the accused before? How often? If only occasionally, had he any special reason for remembering the accused? How long elapsed between the original observation and the subsequent identification to the police? Was there any material discrepancy between the description of the accused given to the police by the witness when first seen by them and his actual appearance? If in any case, whether it is being dealt with summarily or on indictment, the prosecution have reason to believe that there is such a material discrepancy they should supply the accused or his legal advisers with particulars of the description the police were first given. In all cases if the accused asks to be given particulars of such descriptions, the prosecution should supply them. Finally, he should remind the jury of any specific weaknesses which had appeared in the identification evidence. Recognition may be more reliable than identification of a stranger; but, even when the witness is purporting to recognise someone whom he knows, the jury should be reminded that mistakes in recognition of close relatives and friends are sometimes made. All these matters go to the quality of the identification evidence. If the quality is good and remains good at the close of the accused's case, the danger of a mistaken identification is lessened; but the poorer the quality, the greater the danger. In our judgment, when the quality is good, as for example when the identification is made after a long period of observation, or in satisfactory conditions by a relative, a neighbour, a close friend, a workmate and the like, the jury can safely be left to assess the value of the identifying evidence even though there is no other evidence to support it; provided always, however, that an adequate warning has been given about the special need for caution. Were the courts to adjudge otherwise, affronts to justice would frequently occur. When, in the judgment of the trial judge, the quality of the identifying evidence is poor, as for example when it depends solely on a fleeting glance or on a longer observation made in difficult conditions, the situation is very different. The judge should then withdraw the case from the jury and direct an acquittal unless there is other evidence which goes to support the correctness of the identification. This may be corroboration in the sense lawyers use that word; but it need not be so if its effect is to make the jury sure that there has been no mistaken identification. Οι πιο πάνω κατευθυντήριες γραμμές δεν αποτελούν κανόνα δικαίου, βοηθούν όμως το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας την ανθρώπινη πείρα να αποκλείσει τις περιπτώσεις σφάλματος. Η υπόθεση Turnbull υιοθετήθηκε σε πολλές Κυπριακές αποφάσεις, μεταξύ των οποίων οι Rossides v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 391, 401-406, Michaelides v. The Republic
(1987)2 C.L.R.269, Πουτζιουρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ.309, Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ.258, Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259
(273)Θεοδωρίδης ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 160 και Χατζημάρκου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ 482. Μιας κακής ποιότητας αναγνώριση, η οποία δεν ενισχύθηκε από άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία, ήταν ο βασικός λόγος για τον οποίο είχε διαταχθεί η επανεκδίκαση στην υπόθεση Michaelides (ανωτέρω, σελ. 272). Σχετικό με το πιο κάτω απόσπασμα: " In our view it suffices to say that the trial Court, in a manner rendering its verdict unsafe, appears to have proceeded to treat other evidence adduced at the trial as amounting to corroboration of the credibility of the evidence of witness Palaris regarding his identification of Zygos, even though such identification had been found, by the trial Court, to be in the circumstances in which it was made, an identification of poor quality, whereas, in our opinion, the basic issue was whether or not there existed other independent evidence rendering it safe to find, beyond reasonable doubt, that the man seen by witness Palaris at the locality Zygos must have been the appellant". Στην υπόθεση Θεοδωρίδης (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας τις κατευθυντήριες αρχές της Turnbull, ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής: «Στην Turnbull, διαγράφονται οι κίνδυνοι από την εμφιλοχώρηση σφάλματος στην αναγνώριση υπόπτων και οι διαδικασίες που πρέπει να τηρούνται για τον κατά το δυνατό αποκλεισμό λάθους. Ανάλογη καθοδήγηση παρέχεται και για την αξιολόγηση μαρτυρίας αναγνώρισης υπόπτων και της σημασίας ενισχυτικής μαρτυρίας ως ασφαλιστικής δικλείδας για την αποφυγή λαθών που μπορεί να παρεισφρήσουν στην αναγνώριση. Στην προκείμενη υπόθεση το Κακουργιοδικείο, παρά την απουσία μαρτυρίας η οποία να τείνει να ενισχύσει το αξιόπιστο της αναγνώρισης του εφεσείοντος και παρά τη διαπίστωση σφάλματος στη διαδικασία αναγνώρισης λόγω της πρότερης επίδειξης φωτογραφίας του εφεσείοντος στον παραπονούμενο, έκρινε ασφαλές να βασιστεί στη μαρτυρία του. Στη θεώρηση της μαρτυρίας η οποία έγινε δεκτή, το Κακουργιοδικείο δεν απέδωσε σημασία ή την πρέπουσα βαρύτητα σε ένα ουσιώδες μέρος της, εκείνο που αφορούσε την περιγραφή του υπόπτου από τον παραπονούμενο στο σκιτσογράφο της Αστυνομίας, τον λοχία Σταύρο Περικλέους, (Μ.Υ.3)..» Στην παρούσα υπόθεση ο Μ.Κ 5 ανέφερε και η μαρτυρία του κρίθηκε αξιόπιστη ότι στις 13.7.2008 ξεκίνησε με τον αδελφό του να πάνε για ψάρεμα στην περιοχή Φοντάνα Αμορόζα. Εκεί ενώ ψάρευαν άκουσε έντονο θόρυβο μηχανής και αφού έβγαλε το κεφάλι του έξω από το νερό, είδε από απόσταση 40m ένα σκάφος να τρέχει με μεγάλη ταχύτητα και να περνά από κοντά τους. Ο ίδιος πάγωσε και δεν μπορούσε να αντιδράσει, ούτε να φωνάξει στον οδηγό του σκάφους ή του κάνει οποιοδήποτε σήμα, αλλά και ούτε να προβεί σε οποιαδήποτε κίνηση για να αντιληφθεί ο αδελφός του τον κίνδυνο, ο οποίος βρισκόταν λίγα μέτρα πιο κάτω και ψάρευε. Αντ΄ αυτού ο ίδιος παρακολουθούσε το σκάφος που ερχόταν κατά πάνω τους, είδε δε τον οδηγό ο οποίος οδηγούσε όρθιος, φορούσε γυαλιά «sport» ηλίου, είχε φουντωτά μαλλιά χρώματος καστανού και με κοκκινωπό χρώμα προσώπου. Το σκάφος είχε μεγάλη μηχανή και ήταν άσπρο με κόκκινα γράμματα. Το σκάφος πέρασε από κοντά του με μεγάλη ταχύτητα γι αυτό και ο ίδιος δεν μπορούσε να κρατήσει περισσότερες λεπτομέρειες ούτε και χαρακτηριστικά του οδηγού και μόλις έφυγε ο αφρός που δημιούργησε πήγε να βρει τον αδελφό του και τον οποίο όμως δυστυχώς δεν βρήκε, στην επιφάνεια, τότε κατάλαβε ότι κτυπήθηκε και κοιτάζοντας προς τα κάτω, τον είδε να βρίσκεται κάτω στον βυθό με αίματα γύρω του. Δεν κατάφερε να τον ανασύρει για αυτό έτρεξε για βοήθεια. Ο ίδιος στην συνέχεια είχε μεταβεί στην Λιμενική Αστυνομία όπου του λήφθηκε κατάθεση σε σχέση με το τι ακριβώς συνέβη. Βγαίνοντας ο μάρτυρας από το γραφείο όπου του λαμβανόταν κατάθεση είδε τον κατηγορούμενο και τον αναγνώρισε σαν το πρόσωπο που είδε προηγουμένως. Μετά το τέλος της κατάθεσης του είπε ο Λοχ. 3702 Α. Παναγιώτου του είπε ότι θα έπρεπε να πάνε στο Λιμάνι του Λατσιού για να αναγνωρίσει το σκάφος. Μπήκαν σε ένα περιπολικό και λόγω του γεγονότος ότι το περιπολικό δεν μπορούσε να πάει πιο κοντά αυτός κατέβηκε και πήγε «περπατητός». Τον ακολουθούσε ο Λοχ. 3702 και εκεί είδε και αναγνώρισε, σύμφωνα με τον ίδιο ένα σκάφος άσπρο, το οποίο βρισκόταν ανάμεσα στα σκάφη της Λιμενικής, το οποίο εφρουρείτο από ένα αστυνομικό και ήταν αποκλεισμένο με κίτρινη κορδέλα της Αστυνομίας. Στην συνέχεια πήγε μαζί με τον Λοχία πίσω στο Αστυνομικό σταθμό του Λατσιού όπου έδωσε και συμπληρωματική κατάθεση σε σχέση με την αναγνώριση του σκάφους. Φαίνεται λοιπόν από την μαρτυρία η οποία έχει γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο, ότι η διαδικασία η οποία ακολουθήθηκε από την Αστυνομία ήταν αντίθετη από τις Αστυνομικές διατάξεις αλλά και την σχετική Νομολογία η οποία διέπει το θέμα της αναγνώρισης τόσο των υπόπτων προσώπων όσο και αντικειμένων, αφού απουσίαζε ολοσχερώς το στοιχείο της σύγκρισης που θα μπορούσε να προσδώσει αξιοπιστία στην αναγνώριση. Ο ΜΚ5 καθοδηγήθηκε σε τόσο μεγάλο βαθμό και αυτό γιατί η Αστυνομία δεν προέβη στην ορθή διαδικασία της αναγνώρισης. Δεν είναι δυνατόν ο μάρτυρας να ξεκινά με σκοπό να πάει να αναγνωρίσει ένα σκάφος άσπρο με κόκκινα γράμματα στο Λιμάνι του Λατσιού σαν το σκάφος εκείνο που κτύπησε τον αδελφό του και να βλέπει στο λιμάνι ένα μόνο σκάφος άσπρο το οποίο να βρίσκεται ελλιμενισμένο δίπλα από τα σκάφη της Λιμενικής. Η βούληση του περιορίζεται αυτόματα και ελλείπει το στοιχείο του αυθορμητισμού για την ορθή αναγνώριση. Η διαδικασία η οποία ακολουθήθηκε ήταν σαν να οδηγείτο ο μάρτυρας για να κάνει την αναγνώριση του σκάφους. Από προσεκτική εξέταση της μαρτυρίας αναγνώρισης και σε εφαρμογή των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, προκύπτει κατά την κρίση μου ότι η αναγνώριση τόσο του κατηγορούμενου όσο και του σκάφους του, είναι σε τέτοιο βαθμό φτωχή που το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να στηριχθεί πάνω σ΄ αυτή. Οι λόγοι για την πιο πάνω κατάληξη μου εξάγονται από την μαρτυρία του ΜΚ5, η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο και είναι 1) ο σύντομος χρόνος ο οποίος μεσολάβησε από την ώρα που ο μάρτυρας αντιλήφθηκε τον θόρυβο που έκαμε το σκάφος μέχρι το σημείο που αυτό πέρασε από μπροστά του, 2) η μεγάλη ταχύτητα που οδηγείτο το σκάφος με αποτέλεσμα ο μάρτυρας, σύμφωνα με τον ίδιο να μην μπορέσει να κρατήσει πολλά χαρακτηριστικά τόσο του σκάφους όσο και του οδηγού, 3) ο ίδιος βρισκόταν χαμηλά στην επιφάνεια της θάλασσας και δεν του επέτρεπε να βλέπει καθαρά το σκάφος, 4) ο ίδιος την ώρα που περνούσε το σκάφος ήταν αγχωμένος και είχε έννοια του αδελφού του 5) ο τρόπος που αυτός αναγνώρισε το σκάφος, ο οποίος βρίσκεται ουσιαστικά σε αντίθεση με τον τρόπο που ο ίδιος ο μάρτυρας αντιλήφθηκε τα χαρακτηριστικά του σκάφους για πρώτη φορά. Ο μάρτυρας είδε για πρώτη φορά το σκάφος όταν ο ίδιος βρισκόταν στην επιφάνεια της θάλασσας και έβλεπε το σκάφος, από κάτω προς τα πάνω, ενώ στο Λιμάνι του Λατσιού ο ίδιος το έβλεπε ενώ ο ίδιος ήταν στην αποβάθρα και το έβλεπε από πάνω προς τα κάτω και τέλος το γεγονός ότι ο μάρτυρας δεν ανέφερε αλλά ούτε και ρωτήθηκε να πει, είτε στο Δικαστήριο είτε στην Αστυνομία τι ήταν αυτό που τον έκανε να αναγνωρίσει τόσο το σκάφος του κατηγορούμενου όσο και τον ίδιο σαν τον οδηγό δηλ. λεπτομέρειες οι οποίες σίγουρα θα καθιστούσαν την αναγνώριση του πιο έγκυρη και πιο πειστική. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί και ως εκ τούτου η αναγνώριση που έκαμε ο μάρτυρας παραμένει μετέωρη και χωρίς να εξασφαλίζει τα εχέγγυα που έχει θέσει η Νομολογία για μια ορθή αναγνώριση. Είναι η θέση μου ότι η διαδικασία και ο τρόπος που έγινε η αναγνώριση του συγκεκριμένου σκάφους αλλά και του ιδίου του κατηγορούμενου για του λόγους που ανάφερα πιο πάνω είναι πλημμελής και η μεταγενέστερη αναγνώριση απαράδεκτη. Το θεμέλιο της αναγνώρισης είναι ακροσφαλές και για ένα άλλο λόγο, την καθοδήγηση, έστω έμμεση, του παραπονούμενου από τα αστυνομικά όργανα τόσο για το πρόσωπο του υπόπτου όσο και για το σκάφος του. Όλα τα πιο πάνω στοιχεία, καθιστούν την αναγνώριση στην οποία προέβηκε ο ΜΚ5 ως ιδιαίτερα επισφαλή ούτως ώστε να μην δύναται το Δικαστήριο να στηριχθεί πάνω της για σκοπούς καταδίκης του κατηγορούμενου. Παρότι δεν αμφισβητώ και ούτε αμφισβητώ σε κανένα σημείο ως προς τα γεγονότα την ειλικρίνεια του ως προς τα γεγονότα που οδήγησαν στον θάνατο του αδελφού του Νεόφυτου ο οποίος προήλθε από κτύπημα ταχύπλοου σκάφους εντούτοις διατηρώ σοβαρές αμφιβολίες όσον αφορά την αναγνώριση του κατηγορούμενου ως του οδηγού που οδηγούσε το σκάφος το οποίο προκάλεσε τα θανάσιμα τραύματα στο θύμα. Η πιθανότητα λάθους κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν μπορεί να αποκλειστεί, στοιχείο που βεβαίως θα πρέπει να επενεργήσει υπέρ του κατηγορούμενου. Στο σημείο αυτό, δεν μπορώ παρά να σημειώσω ξανά τον πλημμελή τρόπο με τον οποίο κατά την άποψη μου, εξέτασε την παρούσα υπόθεση η Αστυνομία. Παίρνοντας ένα πρόσωπο κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες όπως αυτές έχουν περιγραφεί από τον ίδιο τον μάρτυρα, να αναγνωρίσει ένα σκάφος στο Λιμάνι του Λατσιού έχω την εντύπωση ότι δεν του δίνεις και πολλές επιλογές από το να κατονομάσει και να αναγνωρίσει το δράστη του αδικήματος και το σκάφος που προκάλεσε το ατύχημα. Δεν έγινε αναγνωριστική παράταξη ως ενδεικνυόταν για να αποκλειστεί η πιθανότητα λάθους. Αντιθέτως, οδηγήθηκε ο ΜΚ5 στον Αστ. Σταθμό Λατσιού και στην συνέχεια στο Λιμανάκι του Λατσιού, για να αναγνωρίσει τον κατηγορούμενο ως τον δράστη του αδικήματος και το σκάφος του ως το σκάφος που προκάλεσε το ατύχημα. Εν όψει της πιο πάνω κατάληξης μου θεωρώ ότι δεν είναι απαραίτητο να ασχοληθώ περαιτέρω με την υπαγωγή οιονδήποτε ευρημάτων μου στην Νομική Πτυχή του αρθ. 210 ΠΚ για την απόδειξη ή μη του εν λόγω αδικήματος, αφού από την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν αποδείχθηκε με σαφή, αξιόπιστη και ασφαλή μαρτυρία ότι το σκάφος το οποίο κτύπησε το θύμα ήταν το σκάφος του κατηγορούμενου και ότι ο οδηγός του εν λόγω σκάφους ήταν ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Για τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ) ........... Π. Παπαπέτρου - Φούρναρη, Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο