← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. RUDI GABRIEL IFRIM κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 13472/2011, 11 Ιανουαρίου 2012

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. RUDI GABRIEL IFRIM κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 13472/2011, 11 Ιανουαρίου 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:B3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. ΚΟΥΝΙΔΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13472/2011 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής - και -

  1. RUDI GABRIEL IFRIM
  2. DUMITRU MADALIN IVAN Κατηγορουμένων ------------------------ Ημερομηνία: 11 Ιανουαρίου 2012 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Περγαντή Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κα Μ. Δαμιανού Κατηγορούμενοι 1 και 2 : παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι, αντιμετωπίζουν από κοινού τις ακόλουθες κατηγορίες: 1)Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  3. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι την 28η Ιουλίου 2011 στη Πάφο συνωμότησαν μεταξύ τους με σκοπό να διαπράξουν κακουργήματα δηλαδή τα αδικήματα της διάρρηξης καταστήματος και της κλοπής. 2)Διάρρηξη καταστήματος κατά παράβαση των άρθρων 294(α) και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  4. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι την 28η Ιουλίου 2011 στη Λεωφόρο Αθηνών 37 στη Πάφο, διέρρηξαν και εισήλθαν σε δωμάτιο της υπεραγοράς «ΟΡΦΑΝΙΔΗ» και διέπραξαν μέσα σε αυτό κακούργημα, δηλαδή την κλοπή που αναφέρεται στην 3η κατηγορία. 3)Κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 255, 262 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  5. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 2η κατηγορία έκλεψαν από δωμάτιο της υπεραγοράς «ΟΡΦΑΝΙΔΗ» το χρηματικό ποσό των €6,530.44, περιουσία της αναφερόμενης υπεραγοράς. Προς υποστήριξη της υπόθεσης της, η Κατηγορούσα Αρχή, κάλεσε και κατέθεσαν ενόρκως 6 μάρτυρες κατηγορίας, τον Αστ. 1698 Κυριάκο Κυριάκου (Μ.Κ.1), την διερμηνέα Μανουέλλα Αποστούλ (Μ.Κ.2), τον Υπ/μο Κ. Κλεάνθους (Μ.Κ.3), τον Αστ. 3144 Πλαστήρα Σιμιλλίδη (Μ.Κ.4), τον Αστ. 1303 Μάριο Σωτηρίου (Μ.Κ5) και την διερμηνέα Βιολέττα Βασιλείου (Μ.Κ.6). Στην διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν συνολικά 19 τεκμήρια, ως ακολούθως: 1) Γραπτή κατάθεση Κώστα Γιάγκου (Τεκμήριο 1). Το περιεχόμενο του Tεκμηρίου 1 δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός. 2) Γραπτή κατάθεση Αναιτ Αλαβερδιάν (Τεκμήριο 2). Το περιεχόμενο του Tεκμηρίου 2 δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός. 3) Γραπτή κατάθεση του Μ.Κ.1 (Τεκμήριο 3), η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του. 4) Ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου 1 ημερομηνίας 19.8.2011 (Τεκμήριο 4). 5) Γραπτή κατάθεση του κατηγορούμενου στην μητρική του γλώσσα ημερομηνίας 3.10.2011 (Τεκμήριο 5) 6) Μετάφραση της κατάθεσης του κατηγορούμενου 1, τεκμήριο 5, στα ελληνικά (Τεκμήριο 6). 7) Γραπτή κατάθεση του κατηγορούμενου 2 στην μητρική του γλώσσα ημερομηνίας 10.10.2011 (Τεκμήριο 7). 8) Μετάφραση της κατάθεσης του κατηγορούμενου 2, τεκμήριο 7, στα ελληνικά (Τεκμήριο 8). 9) Έντυπο υπόδειξης σκηνής του κατηγορούμενου 1 στην μητρική του γλώσσα (Τεκμήριο 9). 10) Μετάφραση του Τεκμηρίου 9 (Τεκμήριο 10). 11) Καταθέσεις της Ντιάνας Καρακαλίδου (Τεκμήρια 11 και 12). Το περιεχόμενο των Tεκμηρίων 11 και 12 δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός. 12) Γραπτή κατάθεση της Μ.Κ.2 (Τεκμήριο 13), η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της. 13) Γραπτή κατάθεση του Μ.Κ.3 (Τεκμήριο 14), η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του. 14) Γραπτή κατάθεση του Μ.Κ.4 (Τεκμήριο 15), η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του. 15) Γραπτή κατάθεση του Lee Dean Lewis στα αγγλικά και μετάφραση στα Ελληνικά (Τεκμήρια 16 και 17). 16) Ημερολόγια ενέργειας (Τεκμήριο 18). 17) Γραπτή κατάθεση της Μ.Κ.6 (Τεκμήριο 19), η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της. Δηλώθηκε επίσης τα τεκμήρια 6 και 8 αποτελούν την πιστή μετάφραση των τεκμηρίων 5 και 7 αντίστοιχα. Οι κατηγορούμενοι όταν κλήθηκαν σε απολογία προέβηκαν σε ανώμοτες δηλώσεις και δεν κάλεσαν μάρτυρες υπεράσπισης. Ο πρώτος κατηγορούμενος κατάθεσε γραπτώς την δήλωση του την οποία και επανέλαβε στο Δικαστήριο και ο δεύτερος κατηγορούμενος ανάφερε ότι για πρώτη φορά άκουσε αυτά τα πράγματα στο Δικαστήριο τα οποία τον μπέρδεψαν , ότι ουδέποτε τον συνέλαβαν στην Ρουμανία αλλά ούτε το κομπιούτερ ήρθε κανείς να του το πάρει και να το ελέγξει. Τέλος δήλωσε αθώος αναφέροντας επίσης ότι δεν έκανε τίποτα. Ο πρώτος κατηγορούμενος δήλωσε επίσης αθώος, ότι δεν είχε καμία ανάμιξη και γνώση σε σχέση με την διάπραξη των αδικημάτων. Επίσης ότι δεν είδε ούτε άλλο πρόσωπο ούτε τον συγκατηγορούμενο του να διαπράττει τα αδικήματα και ούτε κανείς του εκμυστηρεύτηκε ή του ανάφερε ότι τα διάπραξε και ούτε έλαβε ποτέ οποιαδήποτε χρήματα από τον συγκατηγορούμενο του που να αποτελούν προϊόν κλοπής ή άλλης παράνομης δραστηριότητας. Σε ότι αφορά τις δηλώσεις που ο Μ.Κ.1 ανάφερε ότι έκανε μετά την σύλληψη του και μετά την υπόδειξη της σκηνής, δήλωσε ότι δεν έχει προβεί ποτέ σε αυτές ενώ η απάντηση που έδωσε κατά την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης δεν ήταν παραδοχή σε σχέση με την διάπραξη των αδικημάτων αλλά δήλωση ότι αποδέχεται και συμφωνεί την σύλληψη του, ενώ, ανάφερε, ουδέποτε ρωτήθηκε αν παραδέχεται ή όχι οποιοδήποτε από τα αδικήματα και ούτε του ζητήθηκε να τοποθετηθεί, επίσης είπε, ότι δεν του έγινε καμία επίστηση στο Νόμο αλλά ούτε και σχετική ερώτηση. Σε ότι αφορά τα «τεκμήρια», που οι μάρτυρες έκαναν αναφορά, δήλωσε πλήρη άγνοια και ότι αυτά ουδέποτε ήταν δικά, τα είχε στην κατοχή του ή τα είδε. Ουδέποτε, ανάφερε, η αστυνομία παρακολούθησε τα τηλέφωνα του και ότι για πρώτη φορά συνελήφθηκε στην Ρουμανία κατόπιν ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και όχι για οποιαδήποτε άλλα αδικήματα. Τα όσα οι μάρτυρες κατηγορίας, έχουν αναφέρει στο Δικαστήριο, καταγράφηκαν στα πρακτικά που τηρήθηκαν, έχουν ληφθεί υπόψη μαζί με τα κατατεθέντα τεκμήρια από το Δικαστήριο και δεν θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω ολόκληρη την μαρτυρία στα πλαίσια της παρούσας απόφασης, παρά τα σημεία, τα οποία θα κρίνω ακολούθως ότι είναι σημαντικά σε σχέση με την κρίση του δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου οτιδήποτε λέχθηκε από τους συνηγόρους αμφότερων των πλευρών προς υποστήριξη των θέσεων τους χωρίς ανάγκη επανάληψης. Αρχικά με βάση τα ενώπιον μου παραδεκτά γεγονότα (βλ. Τεκμήρια 1, 1, 11 και 12), που καταχωρήθηκαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 19 του Κεφ. 9 βρίσκω ότι, στις 28.7.2011 διαπράχθηκαν τα αδικήματα που αναφέρονται στις κατηγορίες 2 και
  6. Από την υπεράσπιση δεν αμφισβητήθηκε ότι τα αδικήματα της δεύτερης και τρίτης κατηγορίας έχουν πράγματι διαπραχθεί, σχετική αναφορά γίνεται και στην γραπτή αγόρευση της συνηγόρου των δύο κατηγορούμενων. Αυτό που αμφισβητείται είναι η εμπλοκή και η διάπραξη των αδικημάτων αυτών από τους δύο κατηγορούμενους, επίσης αλληλένδετο με την πιο πάνω θέση είναι και η ύπαρξη συνωμοσίας για την διάπραξης τους που σχετίζεται με την πρώτη κατηγορία, εφόσον για την διάπραξη του αδικήματος αυτού απαιτείται η απόδειξη της ύπαρξης συμφωνίας μεταξύ των δύο κατηγορουμένων. Αποτελεί συνεπώς εύρημα του δικαστηρίου, ότι στις 28.7.2011 μεταξύ των ωρών 1420 - 2120 κλάπηκε το ποσό των €6530.44 από την Υπεραγορά Ορφανίδης στη Λεωφόρο Αθηνών 37 στην Πάφο, το οποίο αποτελούσε μέρος των εισπράξεων της συγκεκριμένης ημέρας και το οποίο υπάλληλοι της υπεραγοράς είχαν τοποθετήσει στο χρηματοκιβώτιο που βρίσκεται εντός γραφείου στον πάνω όροφο της υπεραγοράς. Το εν λόγω χρηματοκιβώτιο για να ανοίξει έπρεπε να χρησιμοποιηθεί κωδικός ασφαλείας και απαραίτητα το κλειδί το οποίο βρισκόταν τοποθετημένο σε συρτάρι γραφείου στον ίδιο χώρο που ήταν και το χρηματοκιβώτιο. Το χρηματοκιβώτιο ανοίχτηκε με τον πιο πάνω τρόπο και από αυτό αφαιρέθηκε το ποσό των €6530.44.- Τα στοιχεία που σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή αποδεικνύουν την διάπραξη των αδικημάτων από τους κατηγορούμενους είναι η απάντηση του κατηγορούμενου 1 κατά τον χρόνο της σύλληψης του με δικαστικό ένταλμα σύλληψης (βλ. Τεκμήριο 4 και μαρτυρία Μ.Κ.1 και Μ.Κ.4), οι δηλώσεις που έκανε μετά την σύλληψη του (βλ. μαρτυρία Μ.Κ.1 και Μ.Κ.4), τα όσα αναφέρει στην κατάθεση του και σχετίζονται με τον συγκατηγορούμενο του (Τεκμήρια 5 και 6), τα όσα ανάφερε ο κατηγορούμενος 1 κατά την υπόδειξη της σκηνής (Τεκμήρια 9 και 10 και Μ.Κ.3). Επίσης η ύπαρξη ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή, ο οποίος σύμφωνα με την μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής ανευρέθηκε από την Αστυνομία της Ρουμανίας στην κατοχή των δύο κατηγορούμενων και ανήκε και πάλι σύμφωνα με την αστυνομία της Ρουμανίας στον δεύτερο κατηγορούμενο και στον οποίο υπολογιστή περιέχεται βίντεο που φαίνεται ο χώρος που ήταν το χρηματοκιβώτιο της υπεραγοράς και μια υπάλληλος που χτυπούσε τον κωδικό του με τρόπο που μπορούσε αυτός που το έβλεπε αργότερα να τον αποστηθίσει και να τον χρησιμοποιήσει, όπως ο Μ.Κ.3 ανάφερε στο Δικαστήριο, επίσης σε κάποιες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις των κατηγορούμενων και ακόμη ενός προσώπου, σύμφωνα και πάλι με την Ρουμάνικη Αστυνομία, στις οποίες ανέφεραν ότι έκαναν μια διάρρηξη σε υπεραγορά στην Πάφο και πήραν από €2500.- ενώ τα υπόλοιπα τα έδωσαν στον άνθρωπο που τους βοήθησε (βλ. μαρτυρία Μ.Κ.3) επίσης σε μια κατάθεση κάποιου Leen Dean Lewis, o οποίος ενώ τελούσε υπό κράτηση, ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος επίσης τελούσε υπό κράτηση, του ανέφερε ότι βρισκόταν στην φυλακή γιατί με ακόμη δύο άτομα έκλεψαν από την υπεραγορά Ορφανίδης στην Πάφο το χρηματικό ποσό των €6500.- (Τεκμήρια 16 και 17). Να σημειωθεί εδώ, ότι το πιο πάνω πρόσωπο, ο Leen Dean Lewis δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να δώσει μαρτυρία, τα τεκμήρια 16 και 17 κατατέθηκαν ως τεκμήρια με την επιφύλαξη από μέρους της υπεράσπισης να τον αντεξετάσει, ούτε τα «τεκμήρια» που επικαλέστηκαν οι Μ.Κ.1 και 3 παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο και ούτε μαρτυρία δόθηκε αναφορικά με τον τρόπο ανεύρεσης τους κτλ. Σχετική αναφορά στο τρόπο αντιμετώπισης από το Δικαστήριο της πιο πάνω μαρτυρίας καθώς και άλλων δηλώσεων που έγιναν προς τους μάρτυρες κατηγορίας, ειδικότερα προς τον Μ.Κ.1 και τον Μ.Κ.3, από «τρίτα» πρόσωπα, που σε κάποιες περιπτώσεις ήταν οι Αρχές της Ρουμανίας, η Αστυνομία της Ρουμανίας, Αστυνομικοί, αλλά και άτομα που κατονομάστηκαν από τον Μ.Κ.3 αλλά δεν κατέθεσαν ως μάρτυρες ενώπιον του Δικαστηρίου, γίνεται πιο κάτω. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Είχα την ευκαιρία κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις που έδιναν, την συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους και αξιολόγησα αυτή αντιπαραβάλλοντας την επίσης και με σύνολο της μαρτυρίας που προσκομίστηκε, και με επίγνωση της διάκρισης μεταξύ ευρημάτων αξιοπιστίας και βάρους απόδειξης. Παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, τους οποίους και έλαβα υπόψη μου κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες, οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις, τα όσα γνώριζε ο κάθε ένας για τα διαδραματισθέντα κατά τον ουσιώδη χρόνο και περίοδο. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του εκάστοτε μάρτυρα είχα παράλληλα κατά νου την μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων, ιδιαίτερα την αλληλουχία των λεχθέντων του υπό αξιολόγηση μάρτυρα και των υπολοίπων μαρτύρων. Προβαίνω επίσης στην αξιολόγηση της μαρτυρίας έχοντας υπόψη και την εκδοχή των κατηγορούμενων όπως διαφαίνεται από το περιεχόμενο της γραπτής τους κατάθεσης, των ανώμοτων δηλώσεων τους αλλά και των σχετικών υποβολών κατά την διάρκεια της αντεξέτασης των μαρτύρων κατηγορίας. Θα ξεκινήσω την διαδικασία αξιολόγησης της μαρτυρίας, με αναφορά στο είδος της μαρτυρίας που η Κατηγορούσα Αρχή προσκόμισε. Σχετικά με τα όσα ανάφεραν οι Μ.Κ.1 και 3 και τα οποία αφορούν κάποιες δηλώσεις και αναφορές που τους έγιναν από τις Ρουμάνικες Αρχές, την αστυνομία της Ρουμανίας, αλλά και συγκεκριμένα πρόσωπα που κατονόμασε ο Μ.Κ.3, δεν προσδίδω οποιαδήποτε βαρύτητα. Σύμφωνα με το άρθρο 23 του Ν. 32

(1)/2004, εξ' ακοής μαρτυρία σημαίνει δήλωση που έγινε από άλλο από εκείνο που καταθέτει σε πολιτική ή ποινική διαδικασία και η οποία προσάγεται ως μαρτυρία για απόδειξη των όσων αναφέρονται σε αυτή. Αδιαμφισβήτητα η εξ΄ακοής μαρτυρία μετά την τροποποίηση του Κεφ. 9 που επέφερε ο Νόμος 32
(1)/2004 γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία, τίθεται όμως ζήτημα βαρύτητας μιας τέτοιας μαρτυρίας και το δικαστήριο εφαρμόζοντας το άρθρο 27 (όχι όμως περιοριστικά) του πιο πάνω νόμου θα πρέπει κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας της να λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία. Το άρθρο 27
(2)ενδεικτικά αναφέρει τις περιστάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση οι περιστάσεις της υπόθεσης είναι τέτοιες οι οποίες, αποκλείουν την δυνατότητα αποδοχής μιας τέτοιας μαρτυρίας. Δεν μπορώ να προσδώσω βαρύτητα στην πιο πάνω μαρτυρία και να είναι τούτο ασφαλές για την εξαγωγή οιονδήποτε συμπερασμάτων ως προς τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Και εξηγώ, παραθέτοντας ενδεικτικά κάποια παραδείγματα, Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες αναβρέθηκε ο ηλεκτρονικός υπολογιστής και η κάποια κάμερα δεν έχουν διευκρινιστεί. Αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει εκ των πραγμάτων με την μαρτυρία των Μ.Κ. 1 και 3 που κατέθεσαν ενώπιον μου, αφού καμία ανάμιξη δεν είχαν με τα όσα προηγήθηκαν και σχετίζονται με την «σύλληψη των κατηγορούμενων», με την ανεύρεση του ηλεκτρονικού υπολογιστή, της μικρής κάμερας και της περιουσίας. Συνεπώς δεν μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ότι πράγματι ο εν λόγω ηλεκτρονικός υπολογιστής και η κάμερα ήταν στην κατοχή του δεύτερου κατηγορούμενου, κάτι το οποίο αποτέλεσε εκδοχή του Μ.Κ.3 αλλά για το οποίο δεν είχε καμία προσωπική γνώση και αντίληψη. Η θέση που εξέφρασε ο Μ.Κ.3 ήταν με βάση αυτά που του ανάφεραν κάποια άλλα πρόσωπα όταν επισκέφθηκε την Ρουμανία, συγκεκριμένα ανάφερε «επίσης μου υπέδειξαν ηλεκτρονικό υπολογιστή, laptop, το οποίο σύμφωνα με τον υπεύθυνο εκεί ανήκε στον δεύτερο κατηγορούμενο τον Mandalin ....» ενώ σε υποβολή ότι αυτά δεν ανήκαν στους δύο κατηγορούμενος, ο Μ.Κ.3 ανάφερε «δεν έχω καμία απόδειξη, ένδειξη που να με κάνει να πιστεύω ότι λένε ψέματα οι Ρουμάνοι συνάδελφοι, αντιθέτως όσα μου ανάφεραν προφορικά επαληθεύτηκαν αργότερα» και «δεν έχω κανένα λόγο να μην πιστέψω τους συναδέλφους Ρουμάνους». Τι ακριβώς ήταν αυτό που επαληθεύτηκε στη συνέχεια και με πιο τρόπο, ο μάρτυρας δεν ανάφερε, ενώ να σημειωθεί εδώ ότι οι Ρουμάνοι συνάδελφοι του Μ.Κ.3 παρά το ότι υποσχέθηκαν να τους παραδώσουν τα «τεκμήρια» και σε κάποιο στάδιο τα μετέφεραν και στο αεροδρόμιο για να παραδοθούν στον Μ.Κ.1, ουδέποτε το έπραξαν, ουσιαστικά αρνήθηκαν να το πράξουν και ουδέποτε τους ενημέρωσαν για τους λόγους της πιο πάνω άρνησης τους είτε γραπτώς είτε προφορικά, όπως ο Μ.Κ.3 είπε στη μαρτυρία του. Το γεγονός ότι ο Μ.Κ.3 είδε εντός του ηλεκτρονικού υπολογιστή κάποιες φωτογραφίες του δεύτερου κατηγορούμενου δεν μπορεί να οδηγήσει ασφαλώς στο συμπέρασμα ότι ο ηλεκτρονικός υπολογιστής ήταν δικός του. Ο Μ.Κ.3 επίσης, στην αντεξέταση του, υποστήριξε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, όπως και πάλι του είχαν αναφέρει, είχε στην κατοχή του μικρή κάμερα στην οποία ήταν καταγεγραμμένο το πιο πάνω συμβάν, ούτε αυτό ήταν κάτι το οποίο ο ίδιος διαπίστωσε αλλά ήταν κάτι το οποίο του είχαν αναφέρει επίσης άλλα πρόσωπα, και κανείς δεν κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου που να έχει προσωπική γνώση και αντίληψη αναφορικά με το ζήτημα αυτό. Στην αντεξέταση του ο Μ.Κ.3 σε υποβολή ότι οποιεσδήποτε φωτογραφίες του δεύτερου κατηγορούμενου, υπήρχαν στο συγκεκριμένο κομπιούτερ αυτές είχαν περαστεί από τον φίλο του Garderal, o M.K.3, ανάφερε ότι αυτό θα ήταν μια πιθανότητα αν δεν βρισκόταν και η κάμερα με το ίδιο video που ήταν και στο κομπιούτερ. Συνεπώς με βάση αυτά που είχαν κάποιοι αναφέρει στον Μ.Κ.3, αυτός ήταν πεπεισμένος ότι ο υπολογιστής άνηκε στον δεύτερο κατηγορούμενο επειδή και πάλι με βάση αυτά που του ανέφεραν χωρίς να έχει οποιαδήποτε προσωπική γνώση και αντίληψη, ανευρέθηκε και μια κάμερα με το ίδιο video στην κατοχή του την οποία ουδέποτε είδε. Όπως και πιο πάνω αναφέρω τα εν λόγω «τεκμήρια», στα οποία οι Μ.Κ.1 και 3 έκαναν εκτεταμένη αναφορά στην μαρτυρία τους δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο, καμία μαρτυρία για τον τρόπο και τις περιστάσεις ανευρέσεις τους δεν παρουσιάστηκε αλλά και σχετική με την διακίνηση και μεταχείριση τους σε οποιοδήποτε στάδιο από την αστυνομία της Ρουμανίας ή από άλλα πρόσωπα και αρχές. Στο βίντεο που παρακολούθησε ο Μ.Κ.3, διαρκείας ενός λεπτού, δεν φαίνεται, σύμφωνα με την μαρτυρία του ιδίου οποιοσδήποτε από τους κατηγορούμενους, αλλά υπάλληλος της υπεραγοράς που βάζει τον κωδικό στο χρηματοκιβώτιο. Επίσης σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα ερωτηθείς σχετικά κατά την αντεξέταση ο Μ.Κ.3, αν μπορεί να γνωρίζει πότε είχαν περαστεί στον ηλεκτρονικό υπολογιστή οποιοσδήποτε φωτογραφίες ή video, ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν είναι τεχνικός και δεν έχει τέτοιου είδους γνώσεις για να γνωρίζει. Ο Μ.Κ.3 ανάφερε ότι τα «τεκμήρια» τα είχε επιθεωρήσει στο γραφείο του υπευθύνου του CID στην Ρουμανία, ενώ τους κατηγορούμενους ουδέποτε τους συνάντησε εκεί καθότι τους είχαν ήδη απολύσει συνεπώς και καμία επαφή δεν είχε με τους κατηγορούμενους παράλληλα με τα «τεκμήρια». Τα ίδια ισχύουν και σε ότι αφορά τις συνδιαλέξεις που ο Μ.Κ.3 είπε ότι άκουσε, όταν μετάβηκε στη Ρουμανία και οι οποίες, όπως ανάφερε, του είχαν μεταφραστεί από τα Ρουμάνικα στα Ελληνικά. Σε ότι αφορά τις δηλώσεις του πιο πάνω μάρτυρα, ότι είδε και αναγνώρισε κάποια αντικείμενα ότι ήταν αποτέλεσμα κλοπών στην Κύπρο δεν θεωρώ σκόπιμο να απεκταθώ, αφού δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση, κρίνω σκόπιμο όμως να αναφέρω ότι η πιο πάνω τοποθέτηση του μάρτυρα και γενική και αόριστη ήταν. Ο Μ.Κ.1 είπε ότι είδε τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, την κάμερα και τα χρήματα αλλά δεν είδε τον περιεχόμενο του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Περαιτέρω, για ότι ανάφερε ο Μ.Κ.1 σε σχέση με την γνώση του για την σύλληψη των κατηγορούμενων, με τα αντικείμενα και ότι αυτά βρέθηκαν στην κατοχή του δεύτερου κατηγορούμενου και στις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, πηγάζουν επίσης από πληροφορίες που έλαβε γενικά αλλά και από την Ρουμάνικη Αστυνομία. Συνεπώς η μαρτυρία των Μ.Κ.1 και 3, αναφορικά με τα πιο πάνω θέματα και ζητήματα δεν παρουσιάζει από αποδεικτικής άποψης οποιοδήποτε ενδιαφέρον για την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αφού για ότι ανέφεραν στο δικαστήριο, θα επαναλάβω, και σχετίζονται με τα πιο πάνω αλλά και με τα «τεκμήρια» όπως τα αποκαλούσαν, δεν προέρχονται από ιδίαν και προσωπική γνώση και αντίληψη αλλά από δηλώσεις που έγιναν σε αυτούς από τρίτα άτομα, σε κάποιες περιπτώσεις χωρίς καν αναφορά σε συγκεκριμένα ονόματα αλλά και με τρόπο που δεν μπορεί να ελεγχθεί ο βαθμός της εξ ακοής μαρτυρίας από το Δικαστήριο. Το περιεχόμενο της κατάθεσης του Lee Dean Lewis, Τεκμήρια 16 και 17, δεν γίνεται αποδεκτό. Το πρόσωπο αυτό δεν κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ως μάρτυρας, συνεπώς δεν αντεξετάστηκε και δεν μπορεί να ελεχθεί από το Δικαστήριο η αξιοπιστία του. Τα όσα ο Μ.Κ. 5 ανάφερε σε σχέση με τις προσπάθειες εντοπισμού του, παρά το ότι δεν έχουν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση, δεν προσθέτουν οτιδήποτε στο ζήτημα αυτό και δεν δικαιολογούν με οποιοδήποτε τρόπο αποδοχή του περιεχομένου της κατάθεσης του εν λόγω προσώπου ως μαρτυρία εναντίον των κατηγορούμενων. Το δεδομένο είναι ότι στην υπεράσπιση, υπό τις περιστάσεις δεν δόθηκε η ευκαιρία να αντεξετάσει και να αμφισβητήσει τα όσα αναφέρει το πιο πάνω πρόσωπο στην κατάθεση του και αυτό αντίκειται στις αρχές τις δίκαιης δίκης. Το άρθρο 12
(5)(δ) του Συντάγματος κατοχυρώνει τα ελάχιστα δικαιώματα κάθε κατηγορούμενου μεταξύ των οποίων περιλαμβάνει το δικαίωμα του να «εξετάζει ή να προκαλεί την εξέταση μαρτύρων κατηγορίας.» Στην υπόθεση Ευθύβουλος Λιασίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 434, το ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την καταδίκη του εφεσείοντα που βασίστηκε μεταξύ άλλων στην αποδοχή κατάθεσης σαν τεκμήριο προσώπου που έδωσε στην αστυνομία χωρίς το πρόσωπο αυτό να παρουσιαστεί στη δίκη. Κρίθηκε ότι με τον τρόπο αυτό ο εφεσείοντας στερήθηκε του δικαιώματος να αντεξετάση το πρόσωπο που έδωσε τη κατάθεση, εκτρέποντας όπως αναφέρθηκε την διαδικασία για τη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου έξω από το πλαίσιο της δίκαιης δίκης. Αναφέρθηκαν στην υπόθεση Λιασίδης, τα εξής: «Η συνάρτηση του δικαιώματος της δίκαιης δίκης με το δικαίωμα κάθε διαδίκου να αντεξετάζει τους μάρτυρες που καταθέτουν εναντίον του είναι συνυφασμένη με την πεμπτουσία της απονομής της δικαιοσύνης. Χωρίς το όπλο αυτό, ο διάδικος στερείται των εχεγγύων της φυσικής δικαιοσύνης για την υπεράσπιση του. Το δικαίωμα αυτό εμπεριέχεται στην έννοια της δίκαιης δίκης και κατοχυρώνεται ευθέως σε κάθε δικαστική διαδικασία από τις πρόνοιες του άρθρου 30
(3)(γ) του Συντάγματος». Σε ότι αφορά τα τεκμήρια 5 και 6, που είναι η γραπτή κατάθεση του πρώτου κατηγορούμενου καθώς και η δήλωση του πρώτου κατηγορούμενου που ο Μ.Κ.1 αναφέρει στην γραπτή του κατάθεση (βλ. Τεκμήριο 3) ότι έκανε μετά την υπόδειξη της σκηνής, δηλαδή, «Ο Μανταλίν έπιασε τα λεφτά εγώ ήμουν κάτω και έβλεπα και μετά μου έδωσε τα μισά» ακόμα και αν αυτή πράγματι έχει γίνει, σίγουρα στο μέγεθος που αναφέρεται στον δεύτερο κατηγορούμενο δεν αποτελεί αποδεχτή μαρτυρία εναντίον του. Αποτελεί βασική αρχή ότι το περιεχόμενο της κατάθεσης ενός κατηγορούμενου δεν είναι αποδεκτό για να αποδείξει την ενοχή συγκατηγορούμενου του (βλ. Νεάρχου ν. Αστυνομίας 1996 2 ΑΑΔ 438, Κίτα ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 209, και R. V. Gunnezwardene
(1951)35 (2 App.R.80)). Η πιο πάνω αρχή επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Γιώργος Ευριπίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 118/2007 ημερομηνίας 29.6.2007. Στην πιο πάνω απόφαση αναφέρονται τα εξής: «Εισηγούνται οι συνήγοροι των εφεσειόντων πως η κατάθεση του συγκατηγορούμενου τους στην Αστυνομία δεν είναι αποδεκτή μαρτυρία εναντίον τους, χωρίς δε αυτή δεν υπάρχει τίποτε άλλο που να τους ενοχοποιεί. Είναι ορθό πως η ενοχοποιητική γραπτή κατάθεση στην αστυνομία κατηγορούμενου εναντίον του συγκατηγορούμενου αφ΄εαυτής ως έγγραφο δεν είναι αποδεκτή ως μαρτυρία εναντίον του συγκατηγορούμενου. Είναι όμως αποδεκτή μαρτυρία η ένορκη κατάθεση κατηγορούμενου εναντίον συγκατηγορούμενου του, η οποία βεβαίως θα αξιολογηθεί από το Δικαστήριο. Οι καταθέσεις στην Αστυνομία αναμένεται, όπως πάντοτε, να στοιχειοθετήσουν την υπόθεση της εισαγγελικής αρχής εφόσον βέβαια παρουσιαστούν στο Δικαστήριο με τη νενομισμένη διαδικασία». Αποτελεί νομικό κανόνα ότι η αναφορά σε μια κατάθεση προς την Αστυνομία από ένα κατηγορούμενο με την οποία εμπλέκει ένα συγκατηγορούμενο στην εκτέλεση μιας κοινής παράνομης πράξης δεν μπορεί να ενοχοποιήσει τον συγκατηγορούμενο. (βλ. R. v. Gunnerwardene
(1951)35 Cr. App R 80, Βρακάς και άλλος ν. Δημοκρατία
(1973)2 CLR 139). Στην υπόθεση Nasir Mahmoud Malik ν. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις 7707 και 7708 ημερομηνίας 27.1.2008 λέχθηκαν τα εξής με αναφορά στην πρωτόδικη απόφαση: « Αξιολόγησε με λεπτομέρεια τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε, μεταξύ της οποία και τις καταθέσεις των εφεσειόντων στην Αστυνομία. Καθοδηγούμενο ορθά από τη νομολογία, χειρίστηκε τις καταθέσεις του κάθε ενός από τους κατηγορούμενους, ως και τις προφορικές δηλώσεις τους, μόνο ως μαρτυρία εναντίον αυτού που τις έδωσε και όχι εναντίον του συγκατηγορούμενου του (βλ. Κίτα ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 209 και 212). Συνεπακόλουθα, αυτά τα οποία αναφέρει στην κατάθεση του ο πρώτος κατηγορούμενος αλλά και η δήλωση του, και αν ακόμα αυτή έχει γίνει, δεν μπορούν ασφαλώς να αποτελέσουν αποδεκτή μαρτυρία εναντίον του δεύτερου κατηγορούμενου. Όπως αναφέρεται και πιο πάνω αποτελεί νομικό κανόνα, ο οποίος τίθεται σε εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση. Με αναφορά και πάλι στη μαρτυρία του Μ.Κ.1, θα ξεκινήσω από το γεγονός ότι με βάση την μαρτυρία του, κρίνω ως ιδιαίτερα πρόχειρη την όλη διερεύνηση της υπόθεσης κατά το στάδιο των εξετάσεων από μέρους της αστυνομίας, ειδικότερα σε σχέση με την λήψη οποιονδήποτε δακτυλικών αποτυπωμένων και DNA από το μέρος της διάρρηξης, όπως θα ήταν λογικό από την πόρτα του γραφείου που είχε παραβιαστεί, από το συρτάρι εντός του οποίου ήταν τοποθετημένο το κλειδί του χρηματοκιβωτίου, από την θύρα και άλλα σημεία του χρηματοκιβωτίου. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι αυτό κρίθηκε άσκοπο καθότι πολλά ήταν τα πρόσωπα που είχαν πρόσβαση σε εκείνο το χώρο και στο χρηματοκιβώτιο, πράγματι κάτι τέτοιο διαπιστώνεται και μέσα από την την μαρτυρία και τα παραδεκτά γεγονότα, ότι δηλαδή πολλοί είχαν πρόσβαση στα πιο πάνω, θέτω όμως το εξής ερώτημα, εάν είχαν ληφθεί οποιαδήποτε δακτυλικά αποτυπώματα ή γενετικό υλικό και αυτά άνηκαν σε άλλο άτομο εντελώς άσχετο με τα πρόσωπα που είχαν πρόσβαση ή τους κατηγορούμενους ή αν αυτά σε μεταγενέστερο χρόνο ταυτίζονταν με αυτά των κατηγορούμενων, δεν θα είχε σημασία για την υπόθεση της αστυνομίας; Η Μ.Κ.2 και η Μ.Κ. 6 είναι οι διερμηνείς που χρησιμοποιήθηκαν από την αστυνομία κατά την διερεύνηση της υπόθεσης. Η πρώτη (Μ.Κ.2) εκτελούσε χρέη διερμηνέα κατά την υπόδειξη σκηνής στην υπεραγορά Ορφανίδης από τον πρώτο κατηγορούμενο και η δεύτερη (Μ.Κ.6) κατά την εκτέλεση των ενταλμάτων σύλληψης του πρώτου και του δεύτερου κατηγορούμενου στις 30.9.2011 και 6.10.2011 αντίστοιχα στο ΤΑΕ Λάρνακας. Η μαρτυρία της Μ.Κ.6 σχετίζεται με την μαρτυρία του Μ.Κ. 1 και με του Μ.Κ.
  1. Ο Μ.Κ.1 είναι ο αστυνομικός που προέβηκε στην εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης εναντίον του πρώτου κατηγορούμενου και ο Μ.Κ.4 ήταν ο Αστ. 3144 Π. Σιμιλλίδης που ήταν παρόν κατά την σύλληψη του. Επίσης, η μαρτυρία της Μ.Κ. 2, σχετίζεται με αυτήν του Μ.Κ.1, ο οποίος ήταν ο αστυνομικός που ήταν παρών όταν ο πρώτος κατηγορούμενος προέβηκε σε υπόδειξη της υπεραγοράς Ορφανίδη στη Πάφο. Η Μ.Κ.2 ήταν αυτή που μετάφρασε και καταγράφηκαν στα Τεκμήρια 9 και 10 τα όσα ο πρώτος κατηγορούμενος ανάφερε κατά την πιο πάνω υπόδειξη. Αποδέχομαι την μαρτυρία των Μ.Κ.2 και
  2. Οι δύο αυτές μάρτυρες δεν είχαν κανένα συμφέρον στην υπόθεση και δεν γνώριζαν κανένα από τους κατηγορούμενους για να πουν κάτι που θα ήταν προς όφελος τους. Σε ότι αφορά την Μ.Κ.6, παρά το ότι αυτή παρουσίαζε μια σύγχυση για κάποια ζητήματα για τα οποία της είχε ζητηθεί να τοποθετηθεί κατά την αντεξέταση της και ενώ απαντούσε αρχικά με σιγουριά στη συνέχεια τα αναθεωρούσε, βρίσκω ότι αυτό δεν αποτελούσε ούτε εσκεμμένη προσπάθεια από μέρους της ή προσπάθεια καταφυγής στο ψέμα και αποδέχομαι τα όσα ανάφερε περί σύγχυσης που της είχε δημιουργηθεί λόγω της ύπαρξης και άλλης υπόθεσης που αφορούσε το ΤΑΕ Λάρνακας και σχετιζόταν με τους δύο κατηγορούμενος και άλλο πρόσωπο. Οι Μ.Κ. 1 και 4 όπως παραδέχτηκαν δεν είναι γνώστες, ούτε μιλούν ούτε διαβάζουν ούτε καταλαβαίνουν την Ρουμάνικη γλώσσα. Ο Μ.Κ.2 υποστήριξε και αυτό καταγράφεται και στην γραπτή του κατάθεση (βλ. Τεκμήριο 3), ότι ο πρώτος κατηγορούμενος κατά την σύλληψη του και αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο απάντησε «παραδέχομαι», και τότε με την βοήθεια της Βιολέτας Βασιλείου (Μ.Κ.6) στην παρουσία του Αστ. 3144 (Μ.Κ. 4) τον ρώτησε να του αναφέρει τι έγινε και τότε ο Ifrim του είπε «Ο Μανταλίν έπιασε τα λεφτά εγώ ήμουν κάτω και έβλεπα και μετά μου έδωσε τα μισά». Η Μ.Κ.6 κατά την κυρίως εξέταση της περιγράφοντας την διαδικασία που ακολουθήθηκε κατά την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης εναντίον του πρώτου κατηγορούμενου ανάφερε ότι ο Αστυνομικός κρατούσε το ένταλμα σύλληψης του υπόπτου, δηλαδή του πρώτου κατηγορούμενου, το οποίο του διάβασε στα ελληνικά, η ίδια το μετάφρασε στα ρουμάνικα και την απάντηση που έδωσε ο ύποπτος την μετάφρασε στα ελληνικά και καταγράφτηκε. Επίσης, ερωτηθείσα αν ο Αστυνομικός πριν την σύλληψη του πρώτου κατηγορούμενου είπε κάτι άλλο, η μάρτυρας απάντησε «από την ώρα που ήμουν εγώ όχι». Η Μ.Κ.6 υποστήριξε όμως ότι ο πρώτος κατηγορούμενος παραδέχτηκε για την υπόθεση κλοπής χρηματικού ποσού από υπεραγορά στην Πάφο. Στην αντεξέταση της, ερωτηθείσα εκ νέου σε σχέση με την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης εναντίον του πρώτου κατηγορούμενου, επανέλαβε ότι το μόνο που μετάφρασε ήταν το λεκτικό του εντάλματος σύλληψης και ότι δεν μετάφρασε κάτι άλλο και ότι η απάντηση «Παραδέχομαι» ήταν η απάντηση του μετά την μετάφραση του λεκτικού του εντάλματος σύλληψης. Συνεπώς ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, παραδέχτηκε για υπόθεση κλοπής χρηματικού ποσού από υπεραγορά στην Πάφο δεν ισχύει αφού αυτό που του μετάφρασε η ίδια ήταν μόνο το λεκτικό του τεκμηρίου 4 και η απάντηση που έδωσε δεν μπορεί να θεωρηθεί παραδοχή για την διάπραξη των αδικημάτων που αναφέρονται σε αυτό και για τα οποία θεωρείτο ύποπτος. Υπό τις περιστάσεις, η μαρτυρία της Μ.Κ.6 έρχεται και σε αντίφαση με την μαρτυρία του Μ.Κ.1 και του Μ.Κ.
  3. Οι εν λόγω μάρτυρες ανέφεραν ότι μετά την απάντηση του κατηγορούμενου που καταγράφεται στο Τεκμήριο 4, με την βοήθεια της Βιολέτας Βασιλείου (Μ.Κ.6), ο Μ.Κ. 1 στην παρουσία του Μ.Κ.4, ρώτησε τον πρώτο κατηγορούμενο να του αναφέρει τι έγινε και τότε ο ο πρώτος κατηγορούμενος του είπε «Ο Μανταλίν έπιασε τα λεφτά εγώ ήμουν κάτω και έβλεπα και μετά μου έδωσε τα μισά». Όπως πιο πάνω αναφέρω οι Μ.Κ. 1 και 4 δεν είναι γνώστες, ούτε μιλούν, ούτε διαβάζουν ούτε καταλαβαίνουν την Ρουμάνικη γλώσσα και η Μ.Κ.6 που ήταν το μόνο πρόσωπο που γνώριζε κατά τον ουσιώδη χρόνο, πέραν του πρώτου κατηγορούμενου, την Ρουμάνικα, η οποία όμως ουδέποτε ανάφερε ότι λέχθηκαν τα πιο πάνω από τον πρώτο κατηγορούμενο και ανάφερε συγκεκριμένα τι ήταν αυτά που μετάφρασε. Συνεπώς το μέρος της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 και του Μ.Κ.4 που σχετίζεται με τα πιο πάνω δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Περαιτέρω η δήλωση που ο Μ.Κ.1 και ο Μ.Κ.4 αναφέρουν ότι έκανε ο πρώτος κατηγορούμενος πουθενά δεν έχει καταγραφεί ούτε και στο τεκμήριο
  4. Επιπρόσθετα καμία αναφορά δεν γίνεται στην γραπτή κατάθεση του πρώτου κατηγορούμενου (Τεκμήρια 5 και 6) σε σχέση με την πιο πάνω δήλωση, που σύμφωνα με τον Μ.Κ.1 και του Μ.Κ.4 προέβηκε μετά την σύλληψη του, και η οποία του λήφθηκε υπό μορφή ερωτήσεων και απαντήσεων. Η κατάθεση του πρώτου κατηγορούμενου λήφθηκε από τον Μ.Κ.1 και ήταν το πρόσωπο που του υπέβαλλε τις ερωτήσεις, συνεπώς ο Μ.Κ.1 είχε κάθε ευκαιρία να ρωτήσει τον πρώτο κατηγορούμενο σε σχέση με την πιο πάνω δήλωση, την οποία σύμφωνα με τον Μ.Κ.1 είχε κάνει κατά τον χρόνο της σύλληψης του, ώστε να τοποθετηθεί εκ νέου ο πρώτος κατηγορούμενος αλλά δεν το έπραξε. Το γεγονός αυτό δημιουργεί διάφορα ερωτήματα ενώ οι εξηγήσεις που ο Μ.Κ.1 έδωσε, ερωτηθείς σχετικά κατά την αντεξέταση του, του κρίνονται ανεπαρκείς. Επίσης, ο Μ.Κ.1, πέραν των όσων καταγράφονται στα Τεκμήρια 9 και 10, ανέφερε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος κατά την διάρκεια της υπόδειξης σκηνής που έγινε στις 4.10.2011 και ώρα 1535 της ίδια ημέρας ενώ βρίσκονταν έξω από την υπεραγορά Ορφανίδη, ρώτησε στην Ρουμάνικη γλώσσα και η Μανουέλα Αποστούλ μετάφρασε στον Μ.Κ.1 στην Ελληνική «Αν σας πω όλη την αλήθεια για το τι έγινε εδώ στον Ορφανίδη θα με κανονίσετε να πάω πίσω στη Ρουμανία» και τότε ο Μ.Κ.1 μέσω της Αποστούλ, είπε στον πρώτο κατηγορούμενο να πει την αλήθεια τι εννοούσε και αυτός του ανέφερε «Τίποτα δεν έγινε τα πράγματα είναι όπως τα είπα στην κατάθεση μου, τίποτα δεν κάναμε, έχω μωρό πίσω στην Ρουμανία δεν θα σας πως τίποτε». Η Μ.Κ. 2 στην αντεξέταση της ανάφερε ερωτηθείσα αν ο πρώτος κατηγορούμενος παραδέχτηκε προφορικά την ανάμιξη του στην διάπραξη των αδικημάτων, είπε ότι αυτός έλεγε συνέχεια «όχι, όχι, ότι ήταν να σας πω το είπα μέσα στην κατάθεση μου δεν έχω κάτι άλλο να σας πω». Επίσης ερωτηθείσα σχετικά, ανάφερε ότι τα μόνα έγγραφα που κρατούσε η αστυνομία και είχαν συμπληρωθεί κατά την υπόδειξη της σκηνής ήταν τα Τεκμήρια 9 και 10 και ότι το μόνο που ο πρώτος κατηγορούμενος είπε είναι ότι δεν έκανε τίποτα, είναι αθώος, «αυτά έχω να σας πω, δεν έκαμα τίποτε είμαι αθώος». H M.K.2, που ήταν το μόνο πρόσωπο που μπορούσε να γνωρίζει τι είπε ο πρώτος κατηγορούμενος κατά την υπόδειξη της σκηνής στις 4.10.2010 αφού μόνο αυτή ήξερε Ρουμάνικα και δεν επιβεβαίωσε σε καμία περίπτωση ότι ο πρώτος κατηγορούμενος προέβηκε στην πιο πάνω δήλωση που ανάφερε ο Μ.Κ.1, επίσης αυτό δεν επιβεβαιώνεται από καμία γραπτή δήλωση του πρώτου κατηγορούμενου. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι η ερώτηση και η απάντηση του πρώτου κατηγορούμενου που έγινε και έδωσε κατά την υπόδειξη της σκηνής και δεν αναφέρεται στα Τεκμήρια 9 και 10 έχει γραφτεί στο ημερολόγιο ενέργειας, το οποίο όμως δεν παρουσίασε. Παρά το ότι δεν μπορώ να αποδεχτώ, λόγω της πιο πάνω αντιφατικής μαρτυρίας, το γεγονός ότι ο πρώτος κατηγορούμενος πράγματι προέβηκε στην πιο πάνω δήλωση, αυτή δεν περιέχει οποιαδήποτε παραδοχή εκ μέρους του ή κάτι το οποίο θα μπορούσε να αξιολογηθεί κατά τρόπο επιβαρυντικό για τον ίδιο. Παρά τα πιο πάνω, και αν ακόμα αυτή η δήλωση έγινε από τον πρώτο κατηγορούμενο, ο Μ.Κ.1, ο οποίος είναι ο εξεταστής της υπόθεσης, θα έπρεπε να είχε προτού παροτρύνει τον πρώτο κατηγορούμενο να «πει την αλήθεια τι εννοούσε» και αφού από τον πρώτο κατηγορούμενο είχε ληφθεί κατάθεση από την 3.10.2011 και ήδη αυτός θεωρείτο ύποπτος για την διάπραξη της συνομωσίας, της διάρρηξης και της κλοπής να του επιστήσει την προσοχή του σύμφωνα με τον δεύτερο Δικαστικό Κανόνα και να καταγράψει τις όποιες δηλώσεις αυτός θα έκανε στη συνέχεια κάτι το οποίο δεν έγινε. Η μαρτυρία των μαρτύρων Μ.Κ.1, 3 και 4 στα πιο πάνω σημεία και για τους λόγους που εξηγώ δεν γίνεται αποδεχτή από το Δικαστήριο, το δε υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας τους που σχετίζεται με τις δικές τους ενέργειες κατά την διερεύνηση της υπόθεσης το αποδέχομαι. Η επιλογή των κατηγορούμενων να μην δώσουν ένορκο κατάθεση είναι μέσα στα δικαιώματα τους και το δικαστήριο δεν πρέπει να εξάξει συμπεράσματα ενοχής, αλλά ούτε και η Κατηγορούσα Αρχή να σχολιάσει το γεγονός αυτό, εκτός σε κάποιες περιπτώσεις που τα γεγονότα είναι τέτοια ώστε θα αναμένετο από τον κατηγορούμενο να δώσει κάποια εξήγηση (βλ. Βρακάς ν. Δημοκρατίας
(1973)2 ΑΑΔ 139 και Θεμιστοκλέους ν. Αστυνομίας
(1981)2 ΑΑΔ 2000). Εάν η ανώμοτη δήλωση δεν αξιολογείται αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει καμία αποδεικτική αξία. Δεν μπορεί να απορρίψει ισχυρισμούς ή να αποδείξει γεγονότα που μόνο με τη μαρτυρία μπορούν να καταρριφθούν ή να αποδειχτούν (ανάλογα της περίπτωσης) μπορεί όμως αφετέρου να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα από το περιεχόμενο της για να βοηθήσουν στη θεώρηση της μαρτυρίας από διαφορετική πλευρά. Σε περιπτώσεις που ένας κατηγορούμενος παραλείψει να δώσει μαρτυρία ενόρκως ή να καλέσει μάρτυρα για την υπεράσπιση του, το Δικαστήριο εξετάζει αν η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής είναι αξιόπιστη και αν είναι αξιόπιστη προχωρεί να εξετάσει κατά πόσο είναι ικανοποιητική για να αποδείξει την κατηγορία εφόσον αποτελεί νομική αρχή ότι το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Χαρίτωνος κ.α ν. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R 40. Σε ότι αφορά την κατάθεση του πρώτου κατηγορούμενου και την δυναμική της για την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής σε σχέση δεύτερο κατηγορούμενο γίνεται αναφορά πιο πάνω. Και οι δύο κατηγορούμενοι στις καταθέσεις τους Τεκμήρια 5, 6, 7 και 8, αλλά και στις ανώμοτες δηλώσεις τους, αρνούνται κάθε ανάμιξη στα αδικήματα και δεν αναφέρουν οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει μαρτυρία εναντίον τους. Το μόνο που συνάγεται από το περιεχόμενο των καταθέσεων τους είναι ότι την ίδια ημέρα που διαπράχθηκαν τα αδικήματα είχαν επισκεφθεί την εν λόγω υπεραγορά για ψώνια. Ενώ από την μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής όπως αυτή έχει διαμορφωθεί μετά την αξιολόγηση, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να συνδέει τους κατηγορούμενους 1 και 2 με τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν στο κατηγορητήριο. Επομένως δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου, ως ήταν και η εισήγηση της συνηγόρου των κατηγορουμένων, η οποία είτε να αποκαλύπτει καταρτισμό συμφωνίας για διάπραξη κακουργήματος είτε να συνδέει τους κατηγορούμενους 1 και 2 με τα αδικήματα της διάρρηξης και κλοπής όπως αυτά τους καταλογίζονται στο κατηγορητήριο. Συνεπακόλουθα καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απότυχε να αποδείξει την υπόθεσης της εναντίον των κατηγορούμενων και οι κατηγορούμενοι αθωώνονται σε όλες τις κατηγορίες. Τα έξοδα € 165.- να καταβληθούν από την Δημοκρατία. (Υπ.)......... Κ. Κουνίδου Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.