← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Αντώνη Σιαμπάνια, Αρ. Υπόθεσης: 6992/11, 18.1.2012

Δημοκρατία ν. Αντώνη Σιαμπάνια, Αρ. Υπόθεσης: 6992/11, 18.1.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2012:1 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Μ. Ματθαίου, Α.Ε.Δ. Δ.Ι. Κίτσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6992/11 Δημοκρατία ν. Αντώνη Σιαμπάνια, από την Πάφο Κατηγορούμενου - - - - - - - - - - - - - - 18.1.2012 Για τη Δημοκρατία: κ. Στ. Ερωτοκρίτου Κατηγορούμενος παρών, γι΄ αυτόν: κ. Λ. Κληρίδης με κ. Α. Τύλληρο Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει έξι συνολικά κατηγορίες, τέσσερις κατά παράβαση του περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου του 2007, και δύο κατά παράβαση του Μέρους ΙV, Ποινικά Αδικήματα εναντίον των Ηθών του Ποινικού Κώδικα Κεφ.

  1. Αντιμετώπιζε ακόμα δύο κατηγορίες κατά παράβαση του πιο πάνω Μέρους του Κεφ. 154 (κατηγορίες 4 και 5) στις οποίες δεν κλήθηκε για να προβάλει την υπεράσπισή του. Οι κατηγορίες αφορούν, κατά κύριο λόγο, σε καταλογιζόμενη στον κατηγορούμενο συμπεριφορά σε σχέση με την Larysa Bozo από την Ουκρανία την περίοδο 5.6.2010 και 20.2.2011 στην Πάφο. Αποδίδεται στον κατηγορούμενο πως κατά την πιο πάνω περίοδο διατηρούσε τη μπυραρία «Banana» και το καμπαρέ «Banana» ως οίκο ανοχής (κατηγορία 7), πως εκμεταλλεύτηκε σεξουαλικά μέσω απειλών την παραπονούμενη (κατηγορία 1) και πως την υπέβαλε με τη χρήση απειλών σε υποχρεωτική εργασία, δηλαδή, την ανάγκαζε να πηγαίνει με πελάτες της μπυραρίας και του καμπαρέ και να έρχεται σε συνουσία παρά τη θέλησή της (κατηγορία 2). Ακόμα πως την κατακρατούσε μέσα στην πανσιόν του καμπαρέ «Banana» χωρίς τη θέλησή της (κατηγορία 6) και πως με σκοπό να εμποδίσει ή περιορίσει την προσωπική της ελευθερία, με πρόθεση απέκρυψε το διαβατήριο και το τραπεζικό βιβλιάριο καταθέσεών της (κατηγορία 3). Τέλος του καταλογίζεται πως εν γνώσει του αποζούσε εξ ολοκλήρου ή μερικώς από κέρδη πορνείας (κατηγορία 8). Ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε την 1.6.2011 δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης ημερομηνίας 19.4.2011 (Τεκμήριο 7) από τον Α/Αστ. 1827 Μιχάλη Καλλή (γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 3.6.2011 - Τεκμήριο 6). Ο Καλλή τον πληροφόρησε για τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή στο Νόμο. Ο κατηγορούμενος απάντησε: «Πηέννετε να πιάσετε τους Αστυνομικούς Λειτουργούς». Αναφέρεται στην κατάθεση του Καλλή, που δεν παρέλασε ως μάρτυρας αλλά η κατάθεση του έγινε παραδεκτή για την αλήθεια του περιεχομένου της, πως την ίδια ημέρα έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο που όμως δεν παρουσιάστηκε κατά τη δίκη. Τη διερεύνηση της καταγγελίας της παραπονούμενης ανέλαβε ο Αστ. 1760 Παναγιώτης Πελοπίδα του Τ.Α.Ε. Πάφου (Μ.Κ.1) (γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 3.6.2011 - Τεκμήριο 1). Το έργο του ήταν περιορισμένο αφού, όπως ανέφερε, το καμπαρέ «Banana» είχε σταματήσει να λειτουργεί από τον Οκτώβριο του 2010, ενώ η εξέταση της υπόθεσης από το Τμήμα του άρχισε τον Μάρτιο του
  2. Ο Πελοπίδα ανέφερε πως ο κατηγορούμενος ανακρινόμενος είχε αρνηθεί κάθε ανάμιξη στην υπόθεση. Την 2.6.2011 ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς (Τεκμήριο 2), του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο και απάντησε: «Δεν παραδέχομαι τις κατηγορίες, η καλλιτέχνιδα ψεύδεται, η καταγγελία της είναι ψεύτικη». Παρέμειναν μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας αναπάντητα ερωτηματικά σε σχέση με τη διερεύνηση της υπόθεσης. Και τούτο γιατί ενώ η παραπονούμενη κατάγγειλε την υπόθεση στην αστυνομία την 3.3.2011, πέρασε ενάμιση μήνας για να εκδοθεί την 19.4.2011 δικαστικό ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου. Ο όρκος στη βάση του οποίου εκδόθηκε το δικαστικό ένταλμα σύλληψης δεν παρουσιάστηκε. Παρουσιάστηκε μόνο το ένταλμα. Όμως, δεν φαίνεται, τουλάχιστον δεν υπάρχει μαρτυρία, πως στο μεταξύ έγινε οποιαδήποτε διερεύνηση ή περισυλλέχθηκε οποιοδήποτε άλλο μαρτυρικό υλικό πέραν από την κατάθεση της παραπονούμενης. Οι καταθέσεις των δύο μαρτύρων κατηγορίας που παρήλασαν, πέραν των αστυνομικών και της ίδιας της παραπονούμενης, λήφθηκαν, όπως πιο κάτω θα δούμε, την 21.4.2011, δύο δηλαδή μέρες μετά την έκδοση του εντάλματος σύλληψης. Περαιτέρω ουδεμία εξήγηση δόθηκε γιατί δεν επιτεύχθηκε ενωρίτερα η σύλληψη του κατηγορούμενου, παρά μόνο την 1.6.2011, πέραν των 40 ημερών μετά την έκδοση του εντάλματος σύλληψης εναντίον του. Η παραπονούμενη (Μ.Κ.2) (γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 3.3.2011 στη ρωσική - Τεκμήριο 3) υιοθέτησε κατά τη μαρτυρία της την κατάθεση που είχε δώσει στην αστυνομία. Διάβασε την κατάθεση της η οποία μεταφραζόταν από τον μεταφραστή Γ. Ματσουκατίδη που είχε ορκιστεί να μεταφράζει πιστά από ελληνικά σε ρωσικά και αντίστροφα. Η παραπονούμενη είχε έρθει στην Κύπρο πολλές φορές και εργαζόταν σε διάφορα καμπαρέ χωρίς κανένα πρόβλημα με τους εργοδότες της. Την 5.6.2010 ήρθε εκ νέου στην Κύπρο για να δουλέψει στο καμπαρέ «Banana» για λογαριασμό του κατηγορουμένου. Διέμενε μαζί με άλλες καλλιτέχνιδες συμπατριώτισσες της σε πανσιόν η οποία βρισκόταν, όπως ανέφερε, πάνω από το καμπαρέ «Banana». Τις πρώτες δύο εβδομάδες και μέχρι να τακτοποιηθούν τα σχετικά έγγραφα για να δουλέψουν στο καμπαρέ ο κατηγορούμενος τους είπε ότι έπρεπε να εργάζονται στο μπαρ «Banana». Έπρεπε να κάθονται στο μπαρ και να προσεγγίζουν πελάτες, να τους κάνουν παρέα και να τις κερνούν ποτά. Η τιμή του κάθε ποτού ήταν €
  3. Εάν ο πελάτης ήθελε μπορούσε πληρώνοντας αριθμό ποτών στον μπάρμαν να πάρει την κοπέλα σε ξενοδοχείο για σεξ. Οι κύπριοι πελάτες έπρεπε να πληρώσουν €100 σε ποτά για να πάρουν μια κοπέλα. Υπεύθυνος του μπαρ ήταν ο κατηγορούμενος και όταν απουσίαζε κάποια Daniela που ήταν έμπιστη του κατηγορούμενου. Η παραπονούμενη έβλεπε τους πελάτες να πληρώνουν είτε την Daniela είτε τον κατηγορούμενο μερικές φορές. Από τα χρήματα που εισέπρατταν ο κατηγορούμενος έδινε στη συνέχεια €40 στην κοπέλα. Αυτό φαίνεται να αφορούσε διευθετήσεις κατά τη διάρκεια της ημέρας με την κοπέλα να παραμένει με τον πελάτη για δύο ώρες. Όταν ο πελάτης θα έπαιρνε τη κοπέλα για όλο το βράδυ πλήρωνε €150 και ο κατηγορούμενος έδινε στην κοπέλα €
  4. Εάν η κοπέλα αργούσε να επιστρέψει ο κατηγορούμενος την έπαιρνε τηλέφωνο της θύμωνε και απειλούσε να της βάλει πρόστιμο. Η παραπονούμενη περιγράφει τον κατηγορούμενο ως πολύ αυστηρό που φώναζε και απειλούσε ότι θα τις έστελνε πίσω στην Ουκρανία αν δεν τον υπάκουαν. Όταν τους έλεγε να παν με πελάτες δεν μπορούσαν να αρνηθούν. Μετά από δύο βδομάδες άρχισαν να εργάζονται στο καμπαρέ «Banana» κατά τις βραδινές ώρες ενώ από το μεσημέρι μέχρι το απόγευμα εργάζονταν στο μπαρ «Banana». Η διαδικασία για να πάρει ένας πελάτης κοπέλα για σεξ από το καμπαρέ ήταν η ίδια. Ο πελάτης έπρεπε να πάρει τέσσερα με πέντε ποτά για να πάρει κοπέλα για σεξ. Εάν ήταν Παρασκευή ή Σάββατο έπρεπε να αγοράσει έξι ποτά. Το κάθε ποτό ήταν €20 και ο πελάτης πλήρωνε τον λογαριασμό στον μπάρμαν. Ο πελάτης πλήρωνε και €50 στην κοπέλα τα οποία επίσης έδινε στον μπάρμαν. Ο κατηγορούμενος ήταν συνήθως στο γραφείο του καμπαρέ και παρακολουθούσε. Δεν τον είδε πολλές φορές να εισπράττει ο ίδιος για τα ποτά. Την επομένη ημέρα ο κατηγορούμενος έδιδε €50 στην κοπέλα για τις υπηρεσίες της. Μερικές φορές οι πελάτες έδιναν τα €50 απευθείας στην κοπέλα αλλά αυτό συνέβαινε πολύ σπάνια. Κατά τους πρώτους δύο μήνες που εργάστηκε στο καμπαρέ χρέη σερβιτόρου και μπάρμαν εκτελούσε η Daniela. Μετά για δύο βδομάδες εργάστηκε ένας νεαρός και στη συνέχεια για άλλες δύο βδομάδες ένας ηλικιωμένος άντρας. Και οι δύο είχαν εγκαταλείψει γιατί ο κατηγορούμενος δεν τους πλήρωνε. Το καμπαρέ λειτούργησε στη συνέχεια χωρίς μπάρμαν. Η κάθε κοπέλα έβαζε τα χρήματα στην ταμειακή μηχανή και κάθε βράδυ ο κατηγορούμενος τα παραλάμβανε από εκεί. Για να πάρει ένας πελάτης κοπέλα από το καμπαρέ έπρεπε πρώτα να μιλήσει στον κατηγορούμενο. Όσον αφορά την οικονομική πτυχή της εργοδότησης της η παραπονούμενη κατήγγειλε πως ο κατηγορούμενος απαιτούσε €1500 από κάθε κοπέλα για τα εισιτήρια και άλλα έξοδα που υπήρχαν. Ποτέ δεν της κατέβαλε τον μισθό της που ήταν €28 ημερησίως. Ο ίδιος οδηγούσε τις κοπέλες στην τράπεζα κατάθετε τον μισθό τους στο λογαριασμό τους και μετά τις έβαζε να παίρνουν πίσω τα χρήματα τα οποία κατάθετε εκ νέου σε λογαριασμό άλλης κοπέλας. Η πανσιόν στην οποία διέμεναν οι κοπέλες είχε τρία δωμάτια. Στο ισόγειο ήταν η κουζίνα, το μπαρ και η καφετέρια. Υπήρχε επίσης δωμάτιο όπου διέμενε ο μπάρμαν ή ο κατηγορούμενος για να παρακολουθεί τις κοπέλες. Για να βγουν έξω οι κοπέλες έπρεπε να παίρνουν άδεια από τον κατηγορούμενο. Στην πανσιόν υπήρχε και ένα δωμάτιο το οποίο χρησιμοποιείτο μόνο για σεξ. Ο κατηγορούμενος έλεγε στους πελάτες ότι μπορούσαν να χρησιμοποιούν το δωμάτιο εκείνο για να κάνουν σεξ με τις κοπέλες. Όταν έκλεισε το καμπαρέ «Banana» η παραπονούμενη και οι υπόλοιπες τρεις κοπέλες συνέχισαν να εργάζονται στο μπαρ «Banana» και να διαμένουν στην πανσιόν. Μετά από ενάμιση μήνα και συγκεκριμένα τον Οκτώβρη του 2010 ο κατηγορούμενος τους βρήκε δουλειά στο καμπαρέ «Love Boat» όπου εργάστηκαν μέχρι τον Φεβρουάριο του
  5. Συνέχισαν να διαμένουν στην πανσιόν και ο κατηγορούμενος συνέχισε να τις πιέζει να βγαίνουν με πελάτες για σεξ. Την 19.2.2011 και οι τέσσερις κοπέλες εγκατέλειψαν την πανσιόν και όλες, εκτός από την παραπονούμενη, αναχώρησαν αυθημερόν για την πατρίδα τους. Σε σχέση με το διαβατήριο της ανάφερε η παραπονούμενη πως από την έναρξη της εργοδότησης της στον κατηγορούμενο ο τελευταίος είχε πάρει το διαβατήριο της για να πάρει κάποια έγγραφα από το Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης και το γιατρό αλλά αργούσε να το επιστρέψει και της το έδωσε μόνο όταν πήγε για εργασία στο καμπαρέ «Love Boat». Πολλές φορές του είχε «απευθυνθεί» για το διαβατήριο της και το τραπεζικό της βιβλιάριο και ο κατηγορούμενος της απαντούσε να σιωπήσει. Ο Χαράλαμπος Καρνάβαλος (Μ.Κ.3) (γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 21.4.2011 - Τεκμήριο 4) είναι ηλικίας 41 ετών και είναι διαζευγμένος από το
  6. Μαρτύρησε πως τον Αύγουστο του 2010 επισκεπτόταν ως πελάτης το καμπαρέ «Banana» στην Κισσόνεργα και είχε γνωρίσει τη Larysa. Ενδιαφέρθηκε για αγοραίο έρωτα μαζί της και του εξηγήθηκε από ένα γκαρσόνι πως έπρεπε να της «βάλει», δηλαδή να της κεράσει και να πληρώσει, πέντε ποτά και να πληρώσει και €50 στην ίδια. Ο Καρνάβαλος κέρασε πέντε ποτά τη Larysa και πλήρωσε €100 στο γκαρσόνι. Πήρε τη Larysa στο σπίτι του όπου έκανε σεξ μαζί της και πλήρωσε στην ίδια €
  7. Ακολούθως τη μετέφερε στην πανσιόν όπου αυτή διέμενε στη λεωφόρο Τάφοι Βασιλέων στην Κάτω Πάφο. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που ο Καρνάβαλος είχε κάμει σεξ με τη Larysa. Αναφέρει πως ο κατηγορούμενος δεν βρισκόταν εκείνη τη φορά στο καμπαρέ αλλά άλλες φορές που επισκέφθηκε το συγκεκριμένο καμπαρέ ο κατηγορούμενος ήταν παρών και μάλιστα αυτόν πλήρωνε το ποσό των €100 για τα ποτά που κερνούσε τις κοπέλες, τις οποίες στη συνέχεια έπαιρνε μαζί του για σεξ. Αναφέρεται ο Καρνάβαλος σε συγκεκριμένη περίπτωση τον Νοέμβριο του 2010 όταν σε επίσκεψή του στο καμπαρέ «Banana» διάλεξε τη Larysa για να καθίσει μαζί του, την κέρασε πέντε ποτά και πλήρωσε €100 είτε στον κατηγορούμενο είτε σε κάποιο γκαρσόνι για να πάρει τη Larysa στο σπίτι του. Μετά που έκλεισε το καμπαρέ «Banana» είχε μάθει πως ο κατηγορούμενος λειτουργούσε μπυραρία στο χώρο της πανσιόν στη λεωφόρο Τάφοι Βασιλέων, και άρχισε να επισκέπτεται τη μπυραρία και να παίρνει κοπέλες για σεξ με τον ίδιο τρόπο όπως και στο καμπαρέ. Πλήρωνε €100 στον κατηγορούμενο και €50 στην κοπέλα που έπαιρνε. Τη Larysa δεν πήρε ποτέ από τη μπυραρία. Στο τέλος της κατάθεσής του στην Αστυνομία ο Καρνάβαλος αναφέρει: «Συγκεκριμένα να αναφέρω ότι εγώ είχα ρωτήσει τον Σιαμπάνια τόσο όταν πήγαινα στο καμπαρέ του στην Κισσόνεργα όσο και στην πανσιόν στη Λεωφ. Τάφοι Βασιλέων, τι χρειαζόταν για να πάρω κάποια κοπέλα που εργάζεται κοντά του για να κάμω σεξ μαζί της και αυτός μου είχε πει ότι έπρεπε να πληρώσω τον ίδιο €100 ή αντί αυτού να βάλω της κοπέλας πέντε

(5)ποτά που αντιστοιχούσαν €100 και να έδινα και €50 της κοπέλας». Ο Ανδρέας Αρέστη (Μ.Κ. 4) (γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 21.4.2011 - Τεκμήριο 5) είναι ηλικίας 37 χρονών και είναι διαζευγμένος εδώ και τέσσερα χρόνια. Ήταν πελάτης του καμπαρέ «Banana». Είχε αναφέρει στην κοπέλα που ήταν στο μπαρ του καμπαρέ πως η Larysa του άρεσε και όταν επισκεπτόταν το καμπαρέ αυτή πήγαινε και καθόταν μαζί του. Της «έβαζε» πέντε ποτά που κόστιζαν €100 - €150 και στη συνέχεια την «έπιανε» και πήγαιναν σε ξενοδοχείο όπου έκαναν σεξ. Ο ιδιοκτήτης του καμπαρέ, ο κατηγορούμενος, δεν ήταν συνήθως εκεί αλλά υπήρχαν φορές που βρισκόταν στο χώρο και τον έβλεπε πως πλήρωνε τα €100 και «έπιανε» την Larysa. Αναφέρει πως πήρε τη Larysa για σεξ περίπου 20 φορές και πάντα η κοπέλα στο μπαρ, προτού του την παραχωρήσει, τηλεφωνούσε στον κατηγορούμενο και τον ενημέρωνε πως ο μάρτυρας είχε πληρώσει και ότι θα έφευγε με τη Larysa. Από την αντεξέταση του Αρέστη δεν διαφάνηκε πως αυτός είχε ποτέ δώσει χρήματα στον ίδιο τον κατηγορούμενο. Ούτε και στην κατάθεση του είχε επικαλεστεί κάτι τέτοιο. Ο κατηγορούμενος κληθείς να προβάλει την υπεράσπιση του έδωσε ένορκη μαρτυρία και κάλεσε τρεις μάρτυρες υπεράσπισης. Επιβεβαίωσε ο κατηγορούμενος πως η παραπονούμενη ήλθε στην Κύπρο 5.6.2010 για να εργαστεί στο καμπαρέ «Banana» και ανέφερε πως είχε εργαστεί στο ίδιο καμπαρέ ακόμα δύο φορές προηγουμένως. Κατά την διάρκεια της εργασίας της δεν είχε οιαδήποτε ρήξη μαζί της και ουδέποτε του εξέφρασε παράπονο. Κατά τους συνήθεις ελέγχους του καμπαρέ που ήταν μία με δύο φορές την εβδομάδα παραχωρούσε το γραφείο του κέντρου στον αρμόδιο λειτουργό και σ' αυτό εισέρχονταν μία-μία οι καλλιτέχνιδες και συνομιλούσαν μαζί του. Ήταν όλα φυσιολογικά και δεν είχαν προβλήματα. Το καμπαρέ, ανάφερε, άρχισε να υπολειτουργεί μέσα Αυγούστου 2010 και αρχές Σεπτεμβρίου 2010 έκλεισε οριστικά. Αναφορικά με τα διαβατήρια των καλλιτέχνιδων υποστήριξε ο κατηγορούμενος πως επειδή τόσο το καμπαρέ όσο και η πανσιόν είχαν γίνει στόχος διαρρηκτών θεωρήθηκε σωστό τα διαβατήρια τους να φυλάττονται σε ασφαλισμένο μέρος. Όποτε τα χρειάζονταν τα έπαιρναν. Όσον αφορά το βιβλιάριο των καταθέσεων τους το έπαιρναν κάθε βδομάδα και έστελλαν χρήματα στη χώρα τους. Δεν κατακρατούσε κανένα έγγραφο τους χωρίς τη θέληση τους. Είναι η εν κατακλείδι θέση του κατηγορούμενου πως είναι αθώος στο σύνολο των κατηγοριών που του καταλογίζονται και πως η καταγγελία της παραπονούμενης έγινε κακόπιστα. Μαρτύρησε ο κατηγορούμενος πως ο ιμπρεσάριος της παραπονούμενης της είχε πει πως δεν θα την ξαναέφερνε στην Κύπρο και αυτή κατάγγειλε την υπόθεση ένα μήνα μετά τη λήξη της άδειας παραμονής της με σκοπό να επιτύχει την επέκταση της παραμονής της στην Κύπρο. Η Α/Αστ. 296 Άντρη Κυριάκου (Μ.Υ.1) υπηρετεί στην Υπηρεσία Αλλοδαπών Πάφου και την περίοδο Ιανουαρίου 2009 - Μαρτίου 2010 ήταν ανάμεσα στα καθήκοντα της ο έλεγχος των καμπαρέ. Κατά την επίδικη περίοδο (5.6.2010 - 20.2.2011) δεν εργαζόταν στο γραφείο καλλιτέχνιδων. Εξήγησε πως τα καμπαρέ υπόκεινται σε ελέγχους ρουτίνας. Ο έλεγχος γίνεται κάθε μία ή δύο εβδομάδες. Αν προέκυπτε κάποιο πρόβλημα θα ενημερωνόταν ο λειτουργός μετανάστευσης. Η μάρτυρας δεν είχε τίποτα να αναφέρει που να αφορούσε την παραπονούμενη. Κατά τους επίδικους χρόνους που το καμπαρέ «Banana» λειτουργούσε και η παραπονούμενη εργαζόταν σ' αυτό θα πρέπει, σύμφωνα με την πρακτική, να γίνονταν οι συνήθεις έλεγχοι και δεν υπάρχουν στοιχεία πως η παραπονούμενη προέβηκε σε κάποιο παράπονο. Η παραπονούμενη είχε τη δυνατότητα να υποβάλλει ίσως παράπονο σε κάποιο αστυνομικό που διενεργούσε συνήθη έλεγχο στο καμπαρέ. Μέχρις εδώ όμως, γιατί και η μαρτυρία της παραπονούμενης δεν ήταν ότι είχε προβεί σε οιοδήποτε παράπονο κατά την περίοδο που εργαζόταν είτε στο καμπαρέ είτε στην μπυραρία. Ήθελε, μαρτύρησε η παραπονούμενη, να παραπονεθεί αλλά ο κατηγορούμενος φώναζε και έλεγε ότι αυτός ήταν ο αρχηγός και έπρεπε να ακούνε μόνο αυτόν. Η Μαρία Κουζούπη (Μ.Υ.3) είναι έκτακτη υπάλληλος με γραφειακά καθήκοντα στο Αρχείο Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Για αρκετά χρόνια και μέχρι πριν έξι μήνες ασχολείτο με τις άδειες εισόδου και εργασίας εργαζομένων στα νυκτερινά κέντρα. Σχετικά με τους ελέγχους που διεξάγει το Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης στα καμπαρέ ανάφερε πως ελέγχονται οι άδειες εργασίας των καλλιτέχνιδων, αν αφορούν το νυχτερινό κέντρο όπου εργάζονται και αν διάθεταν τα απαιτούμενα έγγραφα. Δεν γνωρίζει κατά πόσο σε τέτοιους ελέγχους ρωτούνται οι καλλιτέχνιδες αν έχουν κάποιο παράπονο εναντίον του εργοδότη τους. Αν υπήρχε κάποια καταγγελία θα ενημερωνόταν με επιστολή το Αρχείο Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Για την επίδικη περίοδο δεν υπήρχε οιοδήποτε στοιχείο ότι έγινε οποιαδήποτε καταγγελία από την παραπονούμενη. Τον Σεπτέμβριο του 2010 η διεύθυνση του καμπαρέ «Banana» ενημέρωσε τις Αρχές ότι η λειτουργία του κέντρου αναστέλλετο. Οι καλλιτέχνιδες που εργάζονταν στο καμπαρέ «Banana» άρχισαν εργασία στο καμπαρέ «Love Boat» την 15.10.2010. Από τα στοιχεία της μάρτυρος, την 13.9.2010 σε έλεγχο που έγινε στο καμπαρέ «Love Boat» διαπιστώθηκε η εκεί παρουσία των καλλιτέχνιδων του καμπαρέ «Banana» κάτι που δεν επιτρέπετο. Οι καλλιτέχνιδες συνελήφθησαν και παρέμειναν υπό κράτηση μέχρι τις 15.9.2010. Ότι άλλο ανέφερε η μάρτυρας ήταν πως κατά την ημερομηνία εγγραφής της παραπονούμενης καλλιτέχνιδας την 23.6.2010 και σύμφωνα με τις άδειες λειτουργίας του καμπαρέ ιδιοκτήτρια του ήταν κάποια Γιαννούλα Σιαμπάνια και διευθυντής κάποιος Δημήτρης Πογιατζέας. Ο Όμηρος Ομήρου (Μ.Υ.2) (γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 21.4.2011 - Τεκμήριο 10) ήταν από τον Μάρτιο του 2009 μέχρι την 9.2.2011 ο υπεύθυνος του καμπαρέ «Love Boat». Αναφέρει, στην κατάθεση του, πως το Οκτώβριο του 2010 ο κατηγορούμενος, τον οποίο γνώριζε πολύ καλά και ήταν ο ιδιοκτήτης του καμπαρέ «Banana» του ζήτησε να εργοδοτήσει τέσσερεις καλλιτέχνιδες που εργάζονταν κοντά του, μεταξύ των οποίων και την παραπονούμενη. Έγιναν οι απαραίτητες διαδικασίες και οι τέσσερεις καλλιτέχνιδες εργοδοτήθηκαν από τον ίδιο στο καμπαρέ «Love Boat» μέχρι και τις 9.2.2011 που το καμπαρέ έκλεισε. Οι καλλιτέχνιδες επέστρεψαν στην πατρίδα τους εκτός από την παραπονούμενη που έμεινε στην Κύπρο παράνομα, γεγονός για το οποίο ο ίδιος ενημέρωσε τις Αρχές Η κύρια εξέταση της παραπονούμενης ήταν πολύ περιορισμένη. Το ίδιο και η αντεξέταση της. Οι βασικές της θέσεις δεν αμφισβητήθηκαν ούτε της υποβλήθηκε ότι κάτι διαφορετικό είχε συμβεί. Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής υποστήριξε ότι ως αποτέλεσμα θα πρέπει να θεωρηθεί ότι η υπεράσπιση έχει αποδεχτεί την εκδοχή της παραπονούμενης. Παρέπεμψε στον Phipson on Evidence, 13η έκδ., 1982, σελ. 805-806 όπου διατυπώνεται η γενική αρχή πως δεν επιτρέπεται στην πλευρά που παραλείπει να αντεξετάσει επί συγκεκριμένου σημείου να το αμφισβητήσει κατά την τελική της αγόρευση. Είναι ορθό πως όταν αμφισβητείται η θέση του μάρτυρα αυτό πρέπει να τίθεται υπόψη του κατά την αντεξέταση έτσι που να έχει την ευκαιρία να δώσει εξηγήσεις. Στη Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 785, 791, αναφέρεται πως κατά κανόνα ο διάδικος θα πρέπει να θέσει στους μάρτυρες της άλλης πλευράς το μέρος της υπόθεσης του που αφορά το συγκεκριμένο μάρτυρα. Αν κατά την αντεξέταση δεν υποβάλει οποιεσδήποτε ερωτήσεις, γενικά θεωρείται ότι αποδέχεται την εκδοχή που θέτει ο μάρτυρας (βλ. ακόμη Browne v. Dunn
(1894)6 R. 67, (H.L.) και R. v. Hart
(1923)23 Cr. App. R. 202). Ανεξάρτητα με τον τρόπο που ο δικηγόρος υπεράσπισης χειρίστηκε το ζήτημα, δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι η υπεράσπιση έχει αποδεχτεί την εκδοχή της παραπονούμενης. Ο κατηγορούμενος κληθείς να προβάλει την υπεράσπιση του έδωσε ένορκη μαρτυρία και απέρριψε όσα η παραπονούμενη του καταλόγισε. Ο πιο πάνω αποδεικτικός κανόνας έχει περιορισμούς. Μπορεί και οι δύο πλευρές να παραλείψουν να αντεξετάσουν πάνω σε θέσεις ασυμβίβαστες μεταξύ τους. Ακόμα το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχτεί ως αξιόπιστη μαρτυρία ανατρεπτική της θέσης μάρτυρα που δεν αντεξετάστηκε. Αναφέρεται στη Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά ν. Δημοκρατίας (Αρ.2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 651 με αναφορά στην Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172, 197 ότι: «Η αρμοδιότητα του πρωτόδικου δικαστηρίου ως του κριτή της αξιοπιστίας των μαρτύρων δεν μπορεί να συμβιβαστεί με οποιαδήποτε αρχή η οποία περιορίζει εκ προοιμίου την ευχέρεια του να αξιολογήσει κατά τον τρόπο που το ίδιο το Δικαστήριο κρίνει επιβεβλημένο τη μαρτυρία κάθε μάρτυρα που καταθέτει ενώπιον του.» Την εκδοχή της παραπονούμενης δεν μπορούμε να θεωρήσουμε δεδομένο ότι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα απλά και μόνο γιατί δεν αντεξετάστηκε. Άλλωστε λόγω της φύσης των κατηγοριών θα αναζητήσουμε ενισχυτική μαρτυρία. Κρίνουμε ότι είναι ορθό να μην βασιστούμε αποκλειστικά στη μαρτυρία της παραπονούμενης, ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη πως η μάρτυρας δεν πέρασε από τη βάσανο της αντεξέτασης με την υποβολή επί μέρους ερωτήσεων ώστε να δώσει λεπτομέρειες και να απαντήσει σε ισχυρισμούς και θέσεις που θα της ετίθεντο. Δεν είναι ζήτημα αποκόμισης πλεονεκτήματος της υπεράσπισης στη βάση της δικής της ενδεχόμενης παράλειψης. Θα αναμέναμε πως και στην κύρια εξέταση θα τίθεντο ερωτήσεις και θα ζητούνταν διευκρινίσεις ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα στην παραπονούμενη να αναπτύξει τις θέσεις της. Έτσι θα διδόταν η ευκαιρία στην παραπονούμενη να μαρτυρήσει και να δώσει απαντήσεις σε επιμέρους ζητήματα μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, πέραν της απλής ανάγνωσης του κειμένου της κατάθεσης της. Στερήθηκε το Δικαστήριο της δυνατότητας κρίσης και εκτίμησης των αντιδράσεων της. Οι όποιες διαφορές μπορεί να υπάρχουν ανάμεσα στην μετάφραση της κατάθεσης της παραπονούμενης κατά το χρόνο της λήψης της (Τεκμήριο 9) και της μετάφρασης που έγινε από τον μεταφραστή Ματσουκατίδη κατά τη δίκη, δεν είναι ζήτημα που άπτεται της αξιοπιστίας της παραπονούμενης. Και τούτο γιατί, κατά την μαρτυρία της η παραπονούμενη υιοθέτησε και διάβασε την κατάθεση της η οποία και μεταφράστηκε δια ζώσης από το μεταφραστή. Ακόμα και αν είχε δίκαιο ο δικηγόρος υπεράσπισης πως τα όσα είχε ακούσει δια στόματος του μεταφραστή σε αντιπαραβολή με το Τεκμήριο 9 ήταν «από την γη στον ουρανό» αυτό θα ήταν ζήτημα που θα αφορούσε την ικανότητα και επάρκεια των δύο μεταφραστών ή κάποιου από αυτούς, όχι όμως της αξιοπιστίας της παραπονούμενης. Τις σχετικές γνώσεις του μεταφραστή Ματσουκατίδη ελέγξαμε και τον εγκρίναμε ως ικανό να εκτελέσει χρέη μεταφραστή κατά τη δίκη. Η δική του μεταφορά στην ελληνική του λόγου της παραπονούμενης και κατ' επέκταση του περιεχομένου της κατάθεσης της συνιστά την ενώπιον μας μαρτυρία. Αισθανόμαστε όμως πως όπου υπάρχει διαφορά στις δύο μεταφράσεις, και δεν ήταν πολλές, ενώ οι ουσιαστικές πολύ λίγες θα πρέπει να λάβουμε υπόψη την ευνοϊκότερη για την υπεράσπιση. Έτσι θα είμαστε βέβαιοι πως το όποιο τυχόν σφάλμα του μεταφραστή Γ. Ματσουκατίδη δεν θα αποβεί σε βλάβη του κατηγορούμενου αλλά μόνο προς όφελος της υπεράσπισης. Έχουμε διέλθει μετά προσοχής τόσο τη μαρτυρία της παραπονούμενης όπως μεταφράστηκε από το μεταφραστή Γ. Ματσουκατίδη όσο και το Τεκμήριο 9. Έχουμε αντιπαραβάλει λέξη προς λέξη τα δύο κείμενα. Η σύγκριση καταδεικνύει πως τόσο ο Γ. Ματσουκατίδης όσο και η μεταφράστρια που χρησιμοποιήθηκε κατά τη λήψη της κατάθεσης της παραπονούμενης (κα Χάϊα Πηλαβάκη) είναι πολύ καλοί γνώστες της ρωσικής και ελληνικής γλώσσας. Αποδίδουν και οι δύο το ίδιο αποτέλεσμα εκτός από κάποια σημεία που επισημαίνουμε πιο κάτω. Όπου οι μεταφράσεις τους διαφέρουν είναι κυρίως στη σύνταξη των προτάσεων και στη χρήση σε διάφορα σημεία διαφορετικών λέξεων που όμως αποδίδουν το ίδιο νόημα. Η πρώτη αναφορά της παραπονούμενης στο χώρο διαμονής της, ότι διέμενε σε πανσιόν πάνω από το καμπαρέ «Banana» στη Χλώρακα, περιέχει ανακρίβεια. Η πανσιόν ήταν πάνω από το υποστατικό που η παραπονούμενη περιγράφει ως μπυραρία ή μπαρ «Banana». Στη συνέχεια της μαρτυρίας της αναφέρει πως η πανσιόν ήταν πάνω από τη μπυραρία. Άλλωστε, το καμπαρέ δεν ήταν στη Χλώρακα αλλά στην Κισσόνεργα, ενώ ήταν κοινό έδαφος πως οι καλλιτέχνιδες διέμεναν σε οίκημα στη Χλώρακα. Αξιοσημείωτη διαφορά βρίσκουμε στο σημείο όπου η παραπονούμενη αναφέρει πως: «Οι πελάτες έπρεπε να πάρουν ένα ποσό των ποτών το οποίο έπρεπε να τους βάλουν ως όριο οι κοπέλες, πλήρωνε ο πελάτης τον μπάρμαν για να πάρει την κοπέλα στο ξενοδοχείο μετά, την οποία ήθελε φυσικά». Στο Τεκμήριο 9 το σχετικό μέρος αναφέρει: «Οι πελάτες δεν ήταν υπόχρεοι να συμπληρώνουν συγκεκριμένο αριθμό ποτών που έπρεπε να κεράσουν τις κοπέλες αλλά ο πελάτης πλήρωνε απευθείας τον υπεύθυνο του μπαρ με σκοπό να κάνει σεξ με κοπέλα της επιλογής του που εργαζόταν στο μπαρ». Κατά τη μαρτυρία δεν αποκαλύφθηκε τέτοιος τρόπος πληρωμής, κατευθείαν δηλαδή χωρίς το πρόσχημα της πληρωμής για ποτά, παράμετρο που μπορούμε να αγνοήσουμε. Η σημαντικότερη διαφορά αφορά στο σημείο όπου η παραπονούμενη λέγει: «Δεν είδα και πολλές φορές οι πελάτες να πλήρωναν τον κ. Σιαμπάνια ή τον μπάρμαν για τα ποτά ή για να βγαίνουμε να κάνουμε σεξ, αλλά ο κ. Σιαμπάνιας έλεγε ότι έπρεπε να βγαίνουμε με τους πελάτες και να κάνουμε σεξ και ότι πήρε όλα τα λεφτά που έπαιρνε θα τα έδινε μετά». Στο σχετικό σημείο στο Τεκμήριο 9 αναφέρεται: «Δεν είδα τους πελάτες να πληρώνουν απευθείας τον Σιαμπάνια ή το γκαρσόνι να δίνει λεφτά στο Σιαμπάνια για να πηγαίνουμε με πελάτες για σεξ, αλλά ο Σιαμπάνιας μας έλεγε να πηγαίνουμε με τους πελάτες και να κάνουμε σεξ μαζί τους και ότι αυτός κρατά τα λεφτά και ότι θα μας το έδινε αργότερα». Η αναφορά κατά τη μαρτυρία της παραπονούμενης ότι δεν είδε πολλές φορές τον κατηγορούμενο να εισπράττει χρήματα υπονοεί πως κάποιες φορές τον είδε, ενώ στο Τεκμήριο 9 η εικόνα που αποδίδεται είναι πως ποτέ δεν είδε τον κατηγορούμενο να πληρώνεται είτε από πελάτες είτε από το γκαρσόνι. Θα αγνοήσουμε τη διά ζώσης αναφορά και θα λάβουμε υπόψη πως η παραπονούμενη ουδέποτε είδε τον κατηγορούμενο να εισπράττει χρήματα είτε από πελάτη είτε από γκαρσόνι. Η περίπτωση αφορά κατά την εργασία στο καμπαρέ «Banana». Ούτε θα λάβουμε υπόψη την αναφορά στο Τεκμήριο 9 ότι η παραπονούμενη είχε ζητήσει αρκετές φορές από τον κατηγορούμενο να της δώσει πίσω το διαβατήριο και το τραπεζικό της βιβλιάριο ή ότι αυτός της έλεγε να «σκάσει» και ότι «δεν ήταν από τη δουλειά της». Και τούτο γιατί, ό,τι στη δίκη ακούστηκε ήταν πως είχε απευθυνθεί πολλές φορές για το διαβατήριο της και τον τραπεζικό της λογαριασμό και ότι ο κατηγορούμενος απάντησε να σιωπήσει και ότι δεν ήταν από τη δουλειά της. Σε κανένα από τα αδικήματα των κατηγοριών που παρέμειναν δεν απαιτείται, ως θέμα νομοθετικής επιταγής, να υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία. Όμως, λόγω της φύσης των αδικημάτων είναι επιθυμητό, ως θέμα πρακτικής, να αναζητείται ενισχυτική μαρτυρία (βλ. Cross on Evidence, 4η έκδοση 174 και 181-182). Στην Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, 134, αναφέρεται ότι: «Στην περίπτωση του αδικήματος του άρθρου 164
(1)(α) δεν υπάρχει ρητή νομοθετική επιταγή. Λειτουργεί όμως άγραφος δικονομικός κανόνας πρακτικής: "to warn the jury to be cautious in accepting her evidence without corroboration". Βλέπε R. v. King
(1914)10 Cr. App.Rep. 117 και Archbold "Pleading, Evidence & Practice in Criminal Cases", 42η έκδοση, σελ. 1829.» Στην Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 14, 19, αναφέρεται πως παρά το ότι μια γυναίκα από τις ανήθικες πράξεις της οποίας ζει ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συνεργός ή συναυτουργός στο αδίκημα ότι ο κατηγορούμενος αποζούσε από κέρδη πορνείας (βλ. King), εν τούτοις, ως θέμα πρακτικής, είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να δίνει την κατάλληλη προειδοποίηση για την ανάγκη ύπαρξης ενισχυτικής μαρτυρίας. Στη Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258, 269, αναφέρεται ότι η ορθή καθοδήγηση ως προς τις αρχές που διέπουν το θέμα της απόδειξης σεξουαλικών αδικημάτων, είναι ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης χρειάζεται ενίσχυση σαν θέμα πρακτικής. Ωστόσο, παρά την ύπαρξη του πιο πάνω κανόνα πρακτικής, η καταδίκη σε πρέπουσα υπόθεση μπορεί να θεμελιωθεί με βάση μόνο τη μαρτυρία της παραπονούμενης (βλ. Θεοδώρου ν. Αστυνομίας
(1971)2 Α.Α.Δ. 245 και Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 390), αφού προηγουμένως το Δικαστήριο προειδοποιήσει κατάλληλα τον εαυτό του για τον κίνδυνο που υπάρχει, όταν βασίζεται μόνο πάνω στη μαρτυρία της παραπονούμενης, χωρίς ενίσχυση. Αναφέρεται στην Παρμαξής ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 224, 237 ότι η ενισχυτική μαρτυρία θα πρέπει, όχι μόνο να προέρχεται από άλλη πηγή, ανεξάρτητη από το μάρτυρα, τη μαρτυρία του οποίου αποβλέπει να ενισχύσει, αλλά θα πρέπει να τείνει να καταδείξει ουσιωδώς ότι, όχι μόνο διαπράχθηκε το αδίκημα, αλλά και ότι εκείνος που το διέπραξε είναι ο κατηγορούμενος. Σκοπός της ενισχυτικής μαρτυρίας δεν είναι να προσθέσει εγκυρότητα και αξιοπιστία σε μαρτυρία ελλιπή, ύποπτη ή αναξιόπιστη (βλ. Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 258). Αποτελεί σταθερή θέση της νομολογίας ότι ενισχυτική μαρτυρία τότε μόνο χρειάζεται ή δίνεται όταν ο μάρτυρας που τη χρειάζεται ή που τη δίνει κρίνεται κατά βάση αξιόπιστος (βλ. D. P. P. v. Kilbourne
(1973)A.C. 729, 746). H ενίσχυση δεν πρέπει να εξετάζεται ως επόμενο της αξιοπιστίας της παραπονούμενης αλλά ωσάν να εμπεριέχεται σ' αυτήν κατά την εξέταση της υπόθεσης. Στην Α. G. Hong Kong ν. Wong Muk-ping
(1987)2 All E.R. 488, A.C. 501 P.C. προβλήθηκε ότι είναι λογικό η αξιολόγηση της μαρτυρίας να κρίνεται εξ υπ' αρχής σε αναφορά και προς την ενισχυτική μαρτυρία ως ενιαίο σύνολο (βλ. Ρόπας ν. Δημοκρατίας (αρ.2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628). Είναι βέβαια επιθυμητό η μαρτυρία να σχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, «προσέγγιση που επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου». Αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της παραπονούμενης, όπως όμως έχουμε αναφέρει θεωρούμε πως, υπό τας περιστάσεις που αναφέρονται πιο πάνω και τη φύση των αδικημάτων, δεν θα ήταν ασφαλές να βασιστούμε σε αυτή για την καταδίκη του κατηγορούμενου σε οποιαδήποτε κατηγορία, εκτός και αν κάθε συστατικό στοιχείο του αδικήματος βρίσκει ενίσχυση από άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία. Προχωρούμε στην αξιολόγηση της υπόλοιπης μαρτυρίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η γυναίκα στην οποία αναφέρθηκε ο Καρνάβαλος και που του παρουσιάστηκε και γνώρισε ως Larysa από την Ουκρανία ήταν η παραπονούμενη. Τη γνώρισε στο χώρο του καμπαρέ «Banana» και της είχε δώσει τον αριθμό του τηλεφώνου του. Είναι η παραπονούμενη που έδωσε τον αριθμό του στην αστυνομία για να τον καλέσει για κατάθεση. Περαιτέρω προκύπτει από τη μαρτυρία του πως αυτός αναφέρεται στη χρονική περίοδο που καλύπτει το κατηγορητήριο, αφού οι αναφορές του συνδέονται με τη Larysa που, όπως σημειώνει, γνώρισε τον Αύγουστο του 2010 αλλά και το γεγονός της παύσης της λειτουργίας του καμπαρέ «Banana». Ο Καρνάβαλος μας έκανε θετική εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Αντιληφθήκαμε πως καμιά διάθεση δεν είχε να εμπλακεί ως μάρτυρας στην υπόθεση. Αναμφίβολα απευχόταν την ανάμιξη σε τέτοιου είδους υπόθεση έχοντας υπόψη και τη δραστηριότητα του που έπρεπε να αποκαλύψει. Ούτε και διάθεση εχθρική προς τον κατηγορούμενο έχουμε διαπιστώσει. Αντίθετα, κατά την κύρια του εξέταση μετά την υιοθέτηση της κατάθεσης που είχε δώσει στην αστυνομία και σε ερώτηση αν επιθυμούσε να προσθέσει ή συμπληρώσει κάτι, προσέτρεξε να πει πως ο κατηγορούμενος προσωπικά δεν του έκαμε οτιδήποτε, πως ήταν δική του επιλογή να πηγαίνει στο καμπαρέ του, πως η συμπεριφορά του κατηγορουμένου απέναντι του ήταν άψογη και πως τον τιμά ότι δεν πήγε να του πει κάτι. Προκύπτει από τη μαρτυρία του Καρνάβαλου πως τόσο στο καμπαρέ «Banana» όσο και στη μπυραρία στο χώρο της πανσιόν στη λεωφόρο Τάφοι Βασιλέων μετά που έκλεισε το καμπαρέ, λάμβαναν χώρα διεργασίες ώστε άνδρες πελάτες να πάρουν κοπέλες για σεξ. Μια από τις γυναίκες που εργαζόταν εκεί και πήγαινε με πελάτες για σεξ, ήταν και η παραπονούμενη. Το ποσό που κάποιος άνδρας έπρεπε να πληρώσει για να πάρει μια κοπέλα για σεξ ήταν €150. €100 έπρεπε να πληρώσει στη μορφή αξίας ποτών που κερνούσε την κοπέλα στο καμπαρέ ή στην μπυραρία και ακόμη €50 στην ίδια τη κοπέλα. Δεν διατηρούμε την παραμικρή αμφιβολία πως η χρέωση και πληρωμή των €100 ήταν ο συγκαλυμμένος τρόπος απόδοσης στον διευθύνοντα το υποστατικό του ποσού που απαιτούσε για να παραχωρήσει την κοπέλα, εργοδοτούμενη του για σεξ. Ο Καρνάβαλος εμπλέκει τον κατηγορούμενο και του αποδίδει να εισπράττει από τον ίδιο χρήματα σε σχέση με διευθέτηση να πάρει ο μάρτυρας κοπέλα για σεξ. Σε ερώτηση που είχε υποβληθεί στο μάρτυρα κατά πόσο ξέρει αν ο κατηγορούμενος εισέπραξε οποιοδήποτε ποσό από τα ποσά που αυτός είχε πληρώσει για σεξ απάντησε πως είχε πληρώσει τον κατηγορούμενο μια φορά. Η θετική απάντηση του Καρνάβαλου σε περαιτέρω ερώτηση του δικηγόρου υπεράσπισης πως τα χρήματα που έδιδε στον κατηγορούμενο ήταν για τα ποτά δεν διαφοροποιεί το αποτέλεσμα. Άλλωστε γνώριζε ο Καρνάβαλος, όπως είχε πληροφορηθεί τόσο από τον κατηγορούμενο όσο και άλλους εργαζόμενους στο καμπαρέ, πως έπρεπε να πληρώσει €100 για ποτά ώστε να του επιτραπεί να πάρει κοπέλα για σεξ. Προσπάθησε ο δικηγόρος υπεράσπισης, επιμένοντας στη λέξη «συμφωνία», να υποδείξει πως δεν έγινε καμιά συνεννόηση με τον κατηγορούμενο ώστε ο Καρνάβαλος να πάρει κοπέλα για σεξ. Διαφάνηκε όμως πως ο Καρνάβαλος είχε συνεννόηση και με τον ίδιο τον κατηγορούμενο. Η υπόνοια που ο δικηγόρος υπεράσπισης άφησε να πλανάται ότι δυνατόν η πορνεία να διεξαγόταν χωρίς τη συγκατάθεση του κατηγορούμενου ή ακόμα εν αγνοία του δεν υποστηρίζεται από τις περιστάσεις και προβάλλει ως ένα εξωπραγματικό σενάριο. Ο'τι δεν προκύπτει θετικά από τη μαρτυρία του Καρνάβαλου είναι να πλήρωσε τον κατηγορούμενο τα €100 σε περίπτωση που είχε πάρει την παραπονούμενη για σεξ. Ξεκάθαρα όμως αυτό έγινε στην περίπτωση άλλων κοπέλων. Ούτε και στην περίπτωση του μάρτυρα Αρέστη υπάρχει αμφιβολία πως η Larysa στην οποία αναφέρεται είναι η παραπονούμενη. Την γνώρισε στο χώρο του καμπαρέ «Banana» και της είχε δώσει τον αριθμό του τηλεφώνου του. Είναι, και στη δική του περίπτωση όπως και του Καρνάβαλου, η παραπονούμενη που έδωσε τον αριθμό του στην αστυνομία για να τον καλέσει για κατάθεση. Η μαρτυρία του Αρέστη αφορά την περίοδο του κατηγορητήριου και όχι άλλη φορά που η παραπονούμενη ήταν στην Κύπρο σε πιο παλιά χρόνια. Ο Αρέστη έδωσε κατάθεση στην αστυνομία την 21.4.2011 και είχε αναφέρει ότι είχε γνωρίσει τη Larysa τον προηγούμενο χρόνο («πέρυσι»). Ο Αρέστη μας έκανε θετική εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Τα αντικειμενικά δεδομένα που τον καθιστούν ανεξάρτητο και αξιόπιστο μάρτυρα ισχύουν όπως και στην περίπτωση του Καρνάβαλου. Ο,τι προκύπτει από την δική του μαρτυρία είναι πως στο καμπαρέ «Banana» λάμβαναν χώρα διεργασίες ώστε άνδρες πελάτες να πάρουν κοπέλες για σεξ. Μια από τις γυναίκες που εργαζόταν εκεί και πήγαινε με πελάτες για σεξ, ήταν και η παραπονούμενη. Ο τρόπος καταβολής της αντιπαροχής για τον αγοραίο έρωτα ήταν ο ίδιος με αυτό που περιγράφηκε από τον Καρνάβαλο. Παρά το ότι ηγέρθηκε ως ζήτημα κατά τη δίκη το ιδιοκτησιακό καθεστώς του καμπαρέ «Banana», ο κατηγορούμενος με τη μαρτυρία του επιβεβαίωσε πως ήταν ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης του καμπαρέ. Ρητά ανέφερε ότι διατηρούσε το νυχτερινό κέντρο καμπαρέ «Banana» και αναφέρθηκε σε αυτό ως την επιχείρηση του. Πολύ διστακτικά αποκάλυψε κατά την αντεξέταση του πως το καμπαρέ «μπήκε» προσωρινά στο όνομα της γυναίκας του. Δεν ενδιαφέρει η ιδιοκτησία του οικήματος και για σκοπούς των κατηγοριών δεν είναι καθοριστικό το γεγονός πως επισήμως άλλο πρόσωπο ήταν καταχωρημένο ως ο ιδιοκτήτης ή ο διευθυντής του νυχτερινού κέντρου. Σημασία έχει αν το κατηγορούμενο πρόσωπο διαπράττει τα αδικήματα που του καταλογίζονται (βλ. Κλεοβούλου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 65, 70). Υποστήριξε ο κατηγορούμενος πως ουδέποτε εισέπραξε χρήματα τα οποία γνώριζε ότι ήταν το προϊόν πορνείας. Δεν αναμιγνύετο στη διαδικασία της εργασίας, δηλαδή στο σερβίρισμα των ποτών κλπ, ούτε αναμίχθηκε ούτε επενέβηκε ποτέ μεταξύ σερβιτόρου, πελάτη και κοπέλας. Ο ισχυρισμός του ότι επισκεπτόταν το χώρο του καμπαρέ δύο με τρεις φορές τη βδομάδα δεν γίνεται αποδεκτός. Η θέση που προσπάθησε να προβάλει ότι ουσιαστικά δεν έλεγχε το χώρο, πως οι καλλιτέχνιδες απλώς έγραφαν τα ποτά που αγοράζονταν και αυτός αργότερα παραλάμβανε τα χρήματα από την ταμειακή μηχανή όταν επισκεπτόταν το καμπαρέ, είναι αναληθοφανής. Αρνήθηκε ο κατηγορούμενος ότι διατηρούσε είτε μπυραρία είτε μπαρ «Banana». Δεν υπήρχε κάτι τέτοιο, ανάφερε. Οι καλλιτέχνιδες διέμεναν στη Χλώρακα ενώ το καμπαρέ «Banana» ήταν στην Κισσόνεργα. Εκεί όπου διέμεναν οι καλλιτέχνιδες είχε διαμορφώσει το χώρο βάζοντας τους μια τηλεόραση και μια τράπουλα χαρτιά για να περνούν την ώρα τους. Οι καλλιτέχνιδες μετά που ξυπνούσαν γύρω στις δύο με τρεις το απόγευμα, περνούσαν εκεί την ώρα τους μέχρι να πάνε δουλειά. Αγόραζαν αλκοολούχα ποτά από περίπτερα της περιοχής, τα κατανάλωναν και δημιουργούσαν προβλήματα ενώ καλούσαν και δέχονταν τις επισκέψεις γνωστών και φίλων τους. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν έλεγχε, υποστήριξε, το χώρο. Παρουσίασε ο κατηγορούμενος την εικόνα πως ότι γινόταν στο χώρο που διέμεναν οι καλλιτέχνιδες αφορούσε την ιδιωτική τους ζωή στην οποία ο ίδιος δεν επενέβαινε και ουδέν είσπραττε σε σχέση με την εκεί κατανάλωση ποτών ή άλλη δραστηριότητα τους. Η επί μέρους θέση του κατηγορούμενου καταρρίπτεται, πέραν από τη μαρτυρία της παραπονούμενης, και από τη μαρτυρία του Καρνάβαλου ο οποίος μαρτύρησε πως είχε πάρει για σεξ κοπέλες από την μπυραρία στο χώρο της πανσιόν κάτω από συνθήκες που εμπλέκουν τον κατηγορούμενο. Ανάλογη θέση προσπάθησε να προωθήσει και σε σχέση με τη λειτουργία του καμπαρέ «Banana». Έφθασε, ο κατηγορούμενος, στο σημείο να πει πως το καμπαρέ άνοιγαν διάφοροι φίλοι, γνωστοί και οι ίδιες οι καλλιτέχνιδες. Ο κατηγορούμενος υποστήριξε πως οι καλλιτέχνιδες είχαν ελευθερία κινήσεων. Επικαλέστηκε το γεγονός της σύλληψης τους τον Οκτώβριο του 2010 όταν εντοπίστηκαν από την Αστυνομία να βρίσκονται στο καμπαρέ «Love Boat». Επεδίωξε ο κατηγορούμενος να υποδείξει πως μπορούσαν να πηγαίνουν όπου ήθελαν. Δεν αποδεχόμαστε τη θέση του κατηγορούμενου ούτε την επί μέρους επιχειρηματολογία του. Και τούτο γιατί είμαστε πεπεισμένοι πως η παρουσία τους στο καμπαρέ «Love Boat» που οδήγησε στη σύλληψη τους έγινε κατ΄ εντολή του κατηγορούμενου. Είναι αδιαμφισβήτητο πως ο κατηγορούμενος ήταν σε επαφή με τον Ομήρου και προέβαινε σε διευθετήσεις ώστε οι τέσσερις καλλιτέχνιδες να μπορούν να εργαστούν στο καμπαρέ «Love Boat». Δεν διατηρούμε την παραμικρή αμφιβολία πως ο κατηγορούμενος προς εκμετάλλευση του «έμψυχου υλικού» που διέθετε και αποκόμιση οικονομικού οφέλους δεν ενέμενε την έκδοση των σχετικών αδειών και απέστειλε τις καλλιτέχνιδες για εργασία στο καμπαρέ «Love Boat» πριν οι διατυπώσεις ολοκληρωθούν. Δεν αποδεχόμαστε τη θέση του πως μέχρι να γίνουν οι διαδικασίες για να εργαστούν οι καλλιτέχνιδες στο καμπαρέ «Love Boat» αυτές ήταν ελεύθερες να κάνουν ότι θέλουν. Ότι προσέτρεξε στην αστυνομία όταν αυτές συνελήφθηκαν καταδεικνύει το ενδιαφέρον που είχε. Ο κατηγορούμενος αναφέρθηκε δύο φορές στο γεγονός της σύλληψης των καλλιτέχνιδων χωρίς ποτέ να διευκρινίσει πως η σύλληψη είχε γίνει στο συγκεκριμένο καμπαρέ «Love Boat». Ο κατηγορούμενος δεν μας έκαμε καθόλου καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Η μαρτυρία του δεν ήταν καθόλου αληθοφανής. Δεν μπορεί ο ιδιοκτήτης μιας επιχείρησης να συμπεριφέρεται με την αδιαφορία που κατά καιρούς ο κατηγορούμενος επιχείρησε να υποδείξει ότι είχε. Διαφάνηκε από τη μαρτυρία, τόσο της παραπονούμενης όσο και των Καρνάβαλου και Αρέστη, πως ο κατηγορούμενος διεύθυνε την επιχείρηση που ήταν κάτω από τον έλεγχο του. Ο Ομήρου ανάφερε πως στις 20.2.2011 και ενώ ο ίδιος βρισκόταν στην Λευκορωσία τηλεφώνησε στην παραπονούμενη και την ρώτησε γιατί δεν είχε φύγει από την Κύπρο. Αυτή του ανέφερε πως είχε πάει στη Λευκωσία για να καταγγείλει τον κατηγορούμενο γιατί χτύπησε έναν άγγλο φίλο της. Ο κατηγορούμενος στη δική του μαρτυρία αναφέρθηκε σε κάποιο δεσμό που είχε η παραπονούμενη με κάποιο άγγλο τον οποίο είχε δει δύο φορές και την τελευταία φορά του είχε κάνει παρατήρηση γιατί είχε πιάσει τις καλλιτέχνιδες από το χώρο διαμονής τους χωρίς άδεια και χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει πού είχαν πάει. Η αναφορά του κατηγορούμενου ανατρέπει τον ισχυρισμό του Ομήρου αλλά και την προβαλλόμενη από τον κατηγορούμενο θέση πως οι καλλιτέχνιδες είχαν ελευθερία κινήσεων. Κατά τη διά ζώσης μαρτυρία του ο Ομήρου μαρτύρησε πως ήταν η παραπονούμενη που του τηλεφώνησε στη Λευκορωσία και όχι ο ίδιος που τηλεφώνησε σε αυτήν. Σε ερώτηση πόσο καλά γνωρίζει τον κατηγορούμενο απάντησε «Δεν τον γνωρίζω καλά, τελευταίως.», ενώ στην κατάθεση του είχε πει πως τον γνωρίζει πολύ καλά εδώ και εικοσιπέντε χρόνια. Και για τα δύο σημεία υποστήριξε πως επρόκειτο για σφάλμα του αστυνομικού που έλαβε την κατάθεση. Του είχε πει πως η παραπονούμενη του τηλεφώνησε και πως τον κατηγορούμενο γνώριζε για πέντε χρόνια και όχι εικοσιπέντε όπως λανθασμένα γράφτηκε. Όσον αφορά τη διεύθυνση του καμπαρέ «Banana» για το οποίο, στην κατάθεση του είχε αναφέρει πως ο κατηγορούμενος ήταν ο ιδιοκτήτης, κατά την αντεξέταση διαφοροποίησε τη θέση του αναφέροντας πως ο ιδιοκτήτης του καμπαρέ ήταν κάποιος πρώην αστυνομικός τον οποίο γνωρίζει και πως κατά διαστήματα το καμπαρέ νοικιαζόταν σε διάφορα άτομα. Υπήρχε καιρός που υπεύθυνη ήταν η γυναίκα του κατηγορούμενου ενώ σε κάποιο καιρό ήταν και ο κατηγορούμενος εκεί. Δεν γνωρίζει σε ποιου το όνομα ήταν οι σχετικές άδειες αλλά σαν ιδιοκτήτη ήξερε τον κατηγορούμενο. Σχετικά με το τηλεφώνημα της 21.2.2011 η παραπονούμενη κατέθεσε πως ο Ομήρου της είχε τηλεφωνήσει από τηλεφωνικό αριθμό της Λευκορωσίας και την ρωτούσε γιατί δεν φεύγει στην Ουκρανία. Του έκλεισε το τηλέφωνο. Αναφέρει ακόμα πως την προηγούμενη 20.2.2011 ο κατηγορούμενος της τηλεφώνησε και την απείλησε πως αν δεν γυρίσει στο σπίτι της θα είχε προβλήματα με την οικογένεια της στην Ουκρανία. Ο Ομήρου μας έκαμε πολύ φτωχή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Η προσπάθεια του να διαφοροποιηθεί από τα όσα είχε πει καταθέτοντας στην αστυνομία για να υποστηρίξει, σε περιθωριακό έστω ζήτημα, τον κατηγορούμενο ήταν εμφανής και αδέξια. Προκύπτει πως ο Ομήρου είχε τηλεφωνήσει στην παραπονούμενη. Κατά πόσο είχε προσωπικό ενδιαφέρον στο ζήτημα, γιατί η παραπονούμενη δεν είχε ακόμη μεταβεί στην πατρίδα της, ή εξυπηρετούσε άλλον, παρέμεινε ερωτηματικό και μόνο εικασίες θα μπορούσαν να γίνουν. Με την κατηγορία 1 καταλογίζεται στον κατηγορούμενο πως μεταξύ 5.6.2010 και 20.2.2011 εκμεταλλεύτηκε σεξουαλικά την παραπονούμενη μέσω απειλών. Η κατηγορία εδράζεται στα άρθρα 2 και 9(α) του περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου του 2007. Το άρθρο 9(α) καθιστά αδίκημα τη σεξουαλική εκμετάλλευση μέσω απειλών ενώ το ερμηνευτικό άρθρο 2 καθορίζει τι περιλαμβάνει ο όρος εκμετάλλευση. Συμπεριλαμβάνει την καταναγκαστική ή υποχρεωτική εργασία, την εκπόρνευση ή άλλης μορφής σεξουαλική εκμετάλλευση. Η σεξουαλική εκμετάλλευση ή και εκπόρνευση για να συνιστά αδίκημα δυνάμει του άρθρου 9(α) πρέπει να επιτυγχάνεται μέσω απειλών. Η παραπονούμενη δεν αναφέρει σε οποιοδήποτε σημείο της μαρτυρίας της ότι απειλήθηκε για να ενδώσει σε οποιαδήποτε σεξουαλική πράξη. Δεν επικαλέστηκε πως δεν ήταν πόρνη και πως κατέληξε τέτοια λόγω της συμπεριφοράς του κατηγορούμενου κατά τους επίδικους χρόνους. Περιγράφει τις διευθετήσεις που γίνονταν ώστε η ίδια ή άλλες καλλιτέχνιδες να έχουν σεξουαλικές επαφές με άνδρες, όμως δεν ισχυρίζεται ότι αντέδρασε στις διευθετήσεις για παροχή τέτοιων υπηρεσιών από την ίδια ή ότι αρνήθηκε να προσφέρει τέτοιες υπηρεσίες. Αναφέρθηκε σε θυμό και αναφορές του κατηγορούμενου ότι θα τους έβαζε πρόστιμο, αλλά τούτο όχι ως μέσο εξαναγκασμού τους να προσφέρουν σεξουαλικές υπηρεσίες αλλά όταν αργούσαν να επιστρέψουν μετά την προσφορά τέτοιων. Ανάφερε πως ο κατηγορούμενος ήταν πολύ αυστηρός και φώναζε ότι θα τις στείλει πίσω στην Ουκρανία αν δεν τον υπάκουαν. Όπως ακούστηκε η μαρτυρία σε συνέχεια των αναφορών για πρόστιμο όταν καθυστερούσαν δεν είναι ξεκάθαρο κατά πόσο οι αναφορές του κατηγορούμενου σε υπακοή που ανέμενε, αφορούσε την ώρα επιστροφής τους ή κάτι άλλο. Αναφέρει ακόμα πως αν ο κατηγορούμενος τους έλεγε να παν με πελάτες φυσικά δεν μπορούσαν να του πουν όχι αλλά δεν ισχυρίστηκε ότι η ίδια αρνήθηκε ή ήθελε ποτέ να αρνηθεί κάτι τέτοιο. Ανέφερε ακόμα πως όταν οι καλλιτέχνιδες καθυστερούσαν να προσεγγίσουν τους πελάτες του καμπαρέ, ο κατηγορούμενος τους φώναζε ότι έπρεπε απευθείας να παίρνουν τους πελάτες εκτός αν δεν ήθελαν δουλειά. Ανάφερε η παραπονούμενη πως πολλές φορές ήθελε να πάει στο «immigration» για να παραπονεθεί, χωρίς όμως να εξηγήσει ποια θα ήταν η φύση του παραπόνου της. Προηγουμένως είχε αναφερθεί στο οικονομικό ζήτημα της εργασίας της και παρέμεινε αδιευκρίνιστο κατά πόσο το παράπονο της θα ήταν οικονομικής ή άλλης φύσης. Με αναφορά στην περίοδο που εργάζονταν στο καμπαρέ «Love Boat» ανάφερε πως ο κατηγορούμενος τις πίεζε να δουλεύουν και να βγαίνουν με πελάτες για σεξ. Με την κατηγορία 2 καταλογίζεται στον κατηγορούμενο πως κατά τον ίδιο χρόνο υπέβαλε την παραπονούμενη σε υποχρεωτική εργασία, δηλαδή την ανάγκαζε να πηγαίνει με πελάτες και να έρχεται σε συνουσία μαζί τους παρά τη θέληση της με τη χρήση απειλών. Η κατηγορία εδράζεται στα άρθρα 2 (πιο πάνω) και 8(α) του περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου του 2007. Το άρθρο 8(α) καθιστά αδίκημα την υποβολή σε υποχρεωτική εργασία μέσω απειλών. Η εκμετάλλευση της εργασίας για να συνιστά αδίκημα δυνάμει του άρθρου 8 (α) πρέπει να επιτυγχάνεται μέσω απειλών. Η παραπονούμενη στη μαρτυρία της δεν αναφέρει ρητά ότι εξαναγκαζόταν να πηγαίνει με πελάτες ή ότι ερχόταν σε συνουσία μαζί τους παρά τη θέληση της. Ότι ο κατηγορούμενος εκμεταλλευόταν την εργασία της παραπονούμενης και εκμεταλλευόταν την παραπονούμενη σεξουαλικά, όπως ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής σημειώνει στη σελ. 7 της γραπτής του αγόρευσης, είναι γεγονός. Όμως δεν παραπέμπει σε κάποια απειλή. Ούτε και σχολιάζει το συστατικό τούτο στοιχείο του αδικήματος. Απλά σημειώνει πως ο κατηγορούμενος κατέφευγε σε συμπεριφορές ακραίες που παραπέμπουν σε άλλες εποχές. Πέραν του ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης δεν δημιουργεί την απαραίτητη στέρεα βάση της ύπαρξης απειλών εκ μέρους του κατηγορούμενου σε συνάρτηση ειδικά με το ζήτημα της σεξουαλικής της εκμετάλλευσης και της εκμετάλλευσης της στην εργασία, διαπιστώνουμε πως σε αυτή την παράμετρο η μαρτυρία της δεν ενισχύεται από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Ως εκ τούτου δεν θα αισθανόμασταν ασφαλείς ότι η ύπαρξη απειλών τεκμηριώθηκε ώστε να μπορούσε ο κατηγορούμενος να καταδικαστεί είτε στην κατηγορία 1 είτε στην κατηγορία 2. Με την κατηγορία 3 καταλογίζεται στον κατηγορούμενο πως κατά τον ίδιο χρόνο με πρόθεση απέκρυψε το διαβατήριο και το βιβλιάριο καταθέσεων της τράπεζας της παραπονούμενης με σκοπό να εμποδίσει ή να περιορίσει την προσωπική της ελευθερία. Η κατηγορία εδράζεται στα άρθρα 2 (πιο πάνω) και 13
(1)(α)(β)(γ) του περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου του 2007. Το άρθρο 13
(1)καθιστά αδίκημα την κατακράτηση συγκεκριμένων εγγράφων που ρητά περιλαμβάνουν διαβατήριο. Βιβλιάριο καταθέσεων τραπέζης δεν φαίνεται να καλύπτεται από οιαδήποτε των περιπτώσεων που προνοούνται στο άρθρο. Οι παράγραφοι (α) και (β) του άρθρου 13
(1)δεν είναι σχετικές έχοντας υπόψη τις λεπτομέρειες του αδικήματος της κατηγορίας 3. Πρέπει λοιπόν να διαφαίνεται πως ο κατηγορούμενος κατακράτησε το διαβατήριο της παραπονούμενης με σκοπό να περιορίσει παράνομα την προσωπική της ελευθερία. Η κατηγορία 3 δεν είναι ασύνδετη από τα γεγονότα της κατηγορίας 6 που ακολουθεί. H κατηγορία 6 εδράζεται στο άρθρο 162(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο προνοεί ότι «όποιος κατακρατεί γυναίκα χωρίς τη θέλησή της - (α) σε υποστατικό με σκοπό να έρθει σε παράνομη συνουσία με αυτή, οποιοσδήποτε άνδρας, συγκεκριμένος ή όχι . είναι ένοχος πλημμελήματος .». Παρατηρούμε πως οι Λεπτομέρειες Αδικήματος της κατηγορίας 6 δεν στοιχειοθετούν το αδίκημα. Ό,τι με αυτές αποδίδεται στον κατηγορούμενο είναι πως κατακρατούσε την παραπονούμενη χωρίς τη θέληση της μέσα στην πανσιόν του καμπαρέ «Banana». Δεν του καταλογίζεται πως έτσι την κατακρατούσε με σκοπό να έρθει σε παράνομη συνουσία με αυτή οποιοσδήποτε άνδρας. Ούτε καταλογίζεται στον κατηγορούμενο οποιαδήποτε από τις συμπεριφορές που εξειδικεύονται στο άρθρο 162 (στην παράγραφο που ακολουθεί τον καθορισμό της ποινής). Οι Λεπτομέρειες Αδικήματος πρέπει να στοιχειοθετούν το αδίκημα. Εφόσον αποδειχθούν, οδηγούν στην καταδίκη του κατηγορούμενου προσώπου. Αν οι Λεπτομέρειες Αδικήματος δεν στοιχειοθετούν το αδίκημα, η απόδειξη τους και μόνο δεν μπορεί να το τεκμηριώσει. Στην υπόθεση R. v. McVite
(1960)44 Cr. App. R. 201 υπήρξε παράλειψη αναφοράς στο κατηγορητήριο σε ουσιώδες συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Σε κατηγορία κατοχής εκρηκτικών δεν αναφέρετο πως ο κατηγορούμενος τα κατείχε εν γνώσει του. Το Εφετείο αποφάσισε πως το κατηγορητήριο ήταν ελαττωματικό, όχι όμως άκυρο (defective but not void). Εφάρμοσε το Εφετείο την επιφύλαξη του άρθρου 4
(1)του Criminal Appeal Act, 1907 ανάλογη της επιφύλαξης του άρθρου 145(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  1. Προκύπτει σαφώς πως αν επρόκειτο για άκυρη διαδικασία η επιφύλαξη δεν θα είχε εφαρμογή (βλ. περαιτέρω Archbold Criminal Pleading, Evidence and Practice, 40η έκδ. σελ. 52-53). Δεν χρειάζεται να ενδιατρίψουμε περαιτέρω επί του ζητήματος με αναφορά στις δικές μας εξουσίες για τροποποίηση της κατηγορίας στη βάση και των προνοιών του άρθρου 39 του Κεφ. 155 γιατί είμαστε της άποψης πως ούτε επί της ουσίας του στοιχειοθετείται το αδίκημα της κατηγορίας. Η απαίτηση του κατηγορούμενου όπως οι καλλιτέχνιδες διαμένουν στην πανσιόν και να μην την εγκαταλείπουν χωρίς την άδεια του φαίνεται να στόχευε στον περιορισμό τους προς αποφυγή συνεύρεσης τους με άλλα πρόσωπα είτε για ερωτικούς σκοπούς είτε για να τύχουν συμβουλής ή προτροπής να εγκαταλείψουν την εργασία τους. Αυτό φαίνεται να ανησυχούσε τον κατηγορούμενο. Άλλωστε σε συγκεκριμένη περίπτωση, που η παραπονούμενη ανέφερε, όταν του ζητήθηκε από την ίδια και ακόμα μια κοπέλα να πάνε σε κάποιο φίλο τους μέχρι και την επόμενη μέρα, ο κατηγορούμενος δεν τους αρνήθηκε δεδομένου ότι θα του κατέβαλλαν κάποιο χρηματικό ποσό. Η επί μέρους συμπεριφορά του κατηγορούμενου δεν ήταν σωστή ούτε δικαιολογημένη, πέραν όμως τούτου, δεν τεκμηριώνεται η κατηγορία ότι κατακρατούσε την παραπονούμενη ώστε αυτή να έρθει σε παράνομη συνουσία με κάποιο άνδρα. Επομένως ούτε και η κατηγορία 3 μπορεί να στοιχειοθετηθεί. Με την κατηγορία 7 καταλογίζεται στον κατηγορούμενο πως διατηρούσε την μπυραρία «Banana» και το καμπαρέ «Banana» ως οίκο ανοχής. Εκ προοιμίου σημειώνουμε πως αποτέλεσε κοινό έδαφος ότι το καμπαρέ «Banana» έκλεισε οριστικά αρχές Σεπτεμβρίου του
  2. Επομένως αυτό δεν μπορούσε να διατηρείται ως οίκος ανοχής πέραν της χρονικής αυτής περιόδου. Μπυραρία «Banana» είναι ο χώρος που στεγαζόταν στο ίδιο υποστατικό όπου διέμεναν οι καλλιτέχνιδες. Δεν έχει σημασία ότι αλλού αναφέρεται ως μπυραρία και αλλού ως μπαρ «Banana». Κατέστηκε σαφές από τη μαρτυρία πως πρόκειται για το υποστατικό που βρίσκεται στη Λεωφόρο Τάφοι Βασιλέων στη Χλώρακα. Η κατηγορία δεν περιορίζεται στη συμπεριφορά του κατηγορούμενου σε σχέση με την παραπονούμενη Larysa Bozo και η εμπλοκή του κατηγορούμενου τεκμηριώνεται τόσο με τη μαρτυρία της παραπονούμενης όσο και με τη μαρτυρία του Καρνάβαλου και Αρέστη, όσον αφορά το καμπαρέ, ενώ ο Καρνάβαλος αναφέρεται και στην μπυραρία. Η κατηγορία εδράζεται στο άρθρο 14
(1)
(2)του περί Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου του 2007 το οποίο προνοεί ότι: «Πρόσωπο το οποίο εν γνώσει του - (α) διατηρεί, διευθύνει ή χρηματοδοτεί ή συμβάλλει στη χρηματοδότηση οίκου ανοχής ή οποιουδήποτε άλλου χώρου εντός του οποίου ασκείται σεξουαλική εκμετάλλευση προσώπου ή συνεργεί στις πιο πάνω πράξεις . διαπράττει αδίκημα .». Στις λεπτομέρειες του αδικήματος αναφορά γίνεται στην μπυραρία «Banana» και το καμπαρέ «Banana» ως οίκο ανοχής. Αναφέρεται στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Χαράλαμπου Δημοσθένους Γεωργίου
(1999)2 Α.Α.Δ. 644, 655-656 αναφέρεται ότι: «Υποστατικό που χρησιμοποιείται μόνο από μια γυναίκα για σκοπούς πορνείας δεν εμπίπτει στην έννοια του όρου «οίκος ανοχής»: Singleton v. Ellison
(1895)1 Q.B. 607. Στην Caldwell v. Leech
(1913)23 Cox 510, κρίθηκε ότι μπορεί να αποδοθεί σε υποστατικό ο χαρακτηρισμός αυτός αν χρησιμοποιείται από δύο ή περισσότερες γυναίκες για τον παραπάνω σκοπό. Βλέπε επίσης Strath v. Foxon
(1955)3 All E.R. 398. Επισημαίνεται όμως ότι το άρθρο 156 δεν απαιτεί να ασκείται πορνεία επ΄ αμοιβή: Winter v. Woolfe
(1931)1 K.B. 549 και Kelly v. Purvis 76 Cr.App.R.
  1. Δεν είναι ανάγκη το υποστατικό να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα από δύο ή περισσότερες γυναίκες για να ικανοποιηθεί το κριτήριο εφόσον γίνεται μεμονωμένη χρήση από ομάδα γυναικών: Stevens & Stevens v. Christy 85 Cr.App.R.
  2. Όπως, τέλος, αναφέρει ο Archbold, έκδοση 1995, παρ. 20-181 στη σελ. 2/353, είναι θέμα πραγματικό και θέμα βαθμού κατά πόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση το υποστατικό αποτελεί οίκο ανοχής.» Στο καμπαρέ «Banana» γίνονταν οι διεργασίες ώστε πελάτης να πάρει καλλιτέχνιδα για σκοπούς σεξ αλλά ο πελάτης ποτέ δεν έκανε σεξ με καλλιτέχνιδα στο χώρο του καμπαρέ. Ούτε έχει μαρτυρηθεί πως στο χώρο του καμπαρέ γίνονταν οποιεσδήποτε άλλες πράξεις μεταξύ του πελάτη και της καλλιτέχνιδας που θα μπορούσαν να εμπίπτουν στον όρο πορνεία. Όσον αφορά τη μπυραρία «Banana» αναφέρθηκε από την παραπονούμενη ότι υπήρχε δωμάτιο που χρησιμοποιείτο για σκοπούς ερωτικής συνεύρεσης των καλλιτέχνιδων με πελάτες. Κανένας από τους Καρνάβαλο ή Αρέστη δεν είχε ερωτική συνεύρεση με καλλιτέχνιδα σε αυτό το δωμάτιο. Έτσι και εδώ η επιμέρους αναφορά της παραπονούμενης δεν βρίσκει ενίσχυση από άλλη μαρτυρία έτσι που να μην μπορούμε να καταλήξουμε σε ασφαλές συμπέρασμα ότι διεξαγόταν πορνεία μέσα στο υποστατικό αυτό. Με την κατηγορία 8 καταλογίζεται στον κατηγορούμενο πως μεταξύ της 5.6.2010 και 20.2.2011 εν γνώσει του αποζούσε, εξολοκλήρου ή μερικώς, από κέρδη πορνείας. Η κατηγορία εδράζεται στο άρθρο 164
(1)(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος του αποζείν από κέρδη πορνείας, πρέπει να αποδειχθεί πως το πρόσωπο από τα εισοδήματα του οποίου αποζούσε ο κατηγορούμενος κατά τη διάπραξη του αδικήματος ήταν πόρνη, ότι αυτός ζούσε εν όλω ή εν μέρει με τα κέρδη από την πορνεία της και ότι είχε γνώση του γεγονότος αυτού (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού άλλως «Αβισσινός»
(1993)2 Α.Α.Δ. 104. Τι σημαίνει πόρνη και πορνεία καθοδηγητική είναι η υπόθεση R. V. De Munck
(1918)1 K.B. 635 όπου στη σελ. 637 ερμηνεύτηκε η φράση «κοινή πόρνη». Αναφέρεται πως: «"Common prostitute" in the statute is not limited so as to mean only one who permits acts of lewdness with all and sundry, or with such as hire her, when such acts are in the nature of ordinary sexual connection. We are of opinion that prostitution is proved if it be shown that a woman offers her body commonly for lewdness for payment in return.» (σε δική μας ελεύθερη μετάφραση:) «"Κοινή πόρνη" στο νομοθέτημα δεν περιορίζεται έτσι που να σημαίνει μόνο κάποιος που επιτρέπει πράξεις αισχρότητας ή ασέλγειας με όλους ανεξαιρέτως, ή με αυτούς που την προσλαμβάνουν, όταν τέτοιες πράξεις είναι της φύσης συνήθης σεξουαλικής σχέσης. Είμαστε της γνώμης ότι πορνεία αποδεικνύεται εάν καταδειχθεί ότι μια γυναίκα προσφέρει το σώμα της για συνήθη αισχρότητα ή ασέλγεια επ΄ ανταλλάγματι πληρωμής». Στην R. v. Webb
(1963)3 All E.R. 177, 179, εξηγείται ότι πορνεία σημαίνει: «the offering of a woman of her body for purposes amounting to common lewdness for payment». (Σε δική μας ελεύθερη μετάφραση:) «Η προσφορά από μια γυναίκα του σώματος της για σκοπούς που ανάγονται σε κοινή αισχρότητα ή ασέλγεια επ΄ αμοιβή». Προχωρούμε στην εξήγηση του όρου «κέρδη πορνείας». Ο όρος («earnings of prostitution») όπως ερμηνεύτηκε στην Αγγλική υπόθεση Shaw v. D.P.P.
(1961)2 All E.R. 446 υιοθετήθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Mavrides v. Police
(1987)2 C.L.R. 63, 67: «. a person may be fairly be said to be living in whole or in part on the earnings of prostitution if he is paid by prostitutes for goods or services supplied by him to them for the purpose of their prostitution which he would not supply but for the fact that they were prostitutes.» (σε δική μας ελεύθερη μετάφραση): «. ένα πρόσωπο μπορεί δίκαια να αναφερθεί ότι ζει εξ ολοκλήρου ή μερικώς από κέρδη πορνείας εάν πληρώνεται από πόρνες για αγαθά ή υπηρεσίες που τους παρέχει για τους σκοπούς της πορνείας τους και τις οποίες δεν θα τους παρείχε εάν αυτές δεν ήταν πόρνες.» Όταν λέμε «αποζείν» δεν υπονοείται βέβαια πως ο κατηγορούμενος θα πρέπει να εξασφάλιζε την τροφή για τη βιολογική του ύπαρξη από την πόρνη. Είναι αρκετό πως η πόρνη με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τον προμήθευε με χρήματα (βλ. Archbold, 32η έκδ. σελ. 1077). Στην υπόθεση Calvert v. Mayes
(1954)1 All E.R. 41 αποφασίστηκε πως όταν κάποιος εισπράττει χρήματα τα οποία δεν θα εισέπραττε παρά μόνο λόγω της πορνείας είναι στην ίδια θέση ως εάν η πόρνη να είχε εισπράξει τα χρήματα και να του τα παρέδιδε η ίδια. Όσον αφορά τη διάκριση μεταξύ του να ζει κάποιος εξολοκλήρου ή μερικώς από τα κέρδη πορνείας, αναφέρεται στην υπόθεση Shaw v. D.P.P.
(1961)2 All E.R. 446 στη σελ. 453 πως αν ο κατηγορούμενος έχει ή κερδίζει και άλλο εισόδημα, τότε αποζεί μερικώς από κέρδη πορνείας. Δεν έχει σημασία αν οι πραγματικές εισπράξεις από την πορνεία αναμειγνύονται με το εισόδημα άλλων καθαρών πηγών (βλ. Αυξεντίου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 5, 12 και Petrides v. The Police
(1969)2 C.L.R. 114). Όσον αφορά το στοιχείο του «γνωρίζει» («knowingly»), τούτο περιλαμβάνει πραγματική γνώση ότι η γυναίκα είναι πόρνη και πραγματική γνώση του ότι ζει εξολοκλήρου ή μερικώς από τα κέρδη της πορνείας της (βλ. Westminster City Council v. Croyalgrange Ltd
(1986)1 W.L.R. 674, 684). Η επί του προκειμένου μαρτυρία της παραπονούμενης ότι ο κατηγορούμενος εισέπραττε χρήματα για να επιτρέψει σε άνδρες πελάτες για να πάρουν κοπέλες για σεξ, ενισχύεται από τη μαρτυρία του Καρνάβαλου. Δεν ενισχύεται στην έκταση που αφορούσε δική της εκπόρνευση, όπως όμως έχει προειπωθεί, η κατηγορία 8 δεν αφορά στη συμπεριφορά του κατηγορούμενου αποκλειστικά σε σχέση με την παραπονούμενη. Σχετική είναι και η μαρτυρία του Αρέστη ότι πήρε τη Larysa για σεξ περίπου 20 φορές και πάντα η κοπέλα στο μπαρ, προτού του την παραχωρήσει, τηλεφωνούσε στον κατηγορούμενο και τον ενημέρωνε πως ο μάρτυρας είχε πληρώσει και θα έφευγε με την παραπονούμενη. Ό,τι δεν έχει αποδειχθεί είναι πως ο κατηγορούμενος αποζούσε εξολοκλήρου από κέρδη πορνείας. Είναι όμως αρκετό ότι αποζούσε μερικώς από αυτά. Το άρθρο 85
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου προνοεί πως: «Αν μέρος μόνο του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο αποδεικνύεται και το μέρος που αποδείχτηκε συνιστά ποινικό αδίκημα, ο κατηγορούμενος δύναται, χωρίς μεταβολή του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο, να καταδικαστεί για το ποινικό αδίκημα το οποίο αποδεικνύεται ότι διέπραξε.» Η πρόνοια καλύπτει τις περιπτώσεις όπου αποδεικνύεται αδίκημα που εμπεριέχεται σε άλλο (lesser offence) ή όπου αποδεικνύεται το αδίκημα που περιγράφεται στην έκθεση αδικήματος αναφορικά με περιορισμένα αντικείμενα, χρονική περίοδο κλπ (βλ. Issa and Another v. Republic
(1989)2 C.L.R. 39). Στην προκειμένη περίπτωση δεν απαιτείται μεταβολή του κατηγορητηρίου, απλά διευκρίνιση πως στην κατηγορία 8 ο κατηγορούμενος καταδικάζεται επί το ότι αποζούσε μερικώς από κέρδη πορνείας. Καταλήγουμε ότι η κατηγορία 8 έχει αποδειχθεί πέρα από κάθε λογική αμφιβολία και βρίσκουμε τον κατηγορούμενο ένοχο σε αυτήν. Οι κατηγορίες 1, 2, 3, 6 και 7 απορρίπτονται και ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται αυτών. (Υπ.) .................. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. .................. Μ. Ματθαίου, Α.Ε.Δ. .................. Δ.Ι. Κίτσιος, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Assize/Final Αναφορά: Πορνεία - Σεξουαλική εκμετάλλευση προσώπων cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.