Χρυσόστομος Μιχαηλίδης ν. SOYUZ (IPIRESIES) LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5541/11, 30/1/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:B5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5541/11 Χρυσόστομος Μιχαηλίδης Παραπονούμενος εναντίον 1) SOYUZ (IPIRESIES) LIMITED 2) Χρήστος Πεγειωτης Κατηγορουμένων ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30/1/2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον παραπονούμενο: κος Επαμεινώνδας Κορακίδης Για την κατηγορούμενη 1: καμία εμφανιση Κατηγορούμενος 2 : παρών ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν την κατηγορία της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία κατά παράβαση των άρθρων 20 και 305(Α) 2 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι κατά ή περί τον Νοέμβριο του 2008, προκάλεσαν χωρίς εύλογη αιτία, πριν ή κατά τον χρόνο που κατέστη αυτή πληρωτέα, την μη εξόφληση της επιταγής της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό 77929233 ημερομηνίας 5/11/2008 για το ποσό των € 3,700 που είχε εκδοθεί από αυτούς προς όφελος του Στέφανου Μιχαηλίδη, ο οποίος οπισθογράφησε την επιταγή και κομιστής και/ή κάτοχος και/ή δικαιούχος κατέστη ο Χρυσόστομος Μιχαηλίδης. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο παραπονούμενος ανέφερε ότι είναι ιδιοκτήτης δύο κατοικιών στην κοινότητα Τίμης της επαρχίας Πάφου. Κατά ή περί το 2000-2001 ενοικίασε τις πιο πάνω κατοικίες σε κάποιο Ρώσο με το όνομα Νικολάι ο οποίος εργαζόταν στο αεροδρόμιο Πάφου ως υπεύθυνος συντήρησης των ελικοπτέρων που βρίσκονταν εκεί. Μετά την εν λόγω ενοικίαση, στις κατοικίες διέμεναν Ρώσσοι συντηρητές των ελικοπτέρων των οποίων ο υπεύθυνος ή ο προιστάμενος ήταν ο Νικολάι και ο οποίος ενοικίασε τις κατοικίες και πλήρωνε το ενοίκιο που έχει συμφωνηθείι που ανερχόταν στο ποσό των €2,
- Κατά το έτος 2004, ο Νικολάι έφυγε από την Κύπρο και τότε ο κατηγορούμενος 2 επισκέφθηκε τον παραπονούμενο, ο οποίος του ανέφερε ότι ήταν διευθυντής της κατηγορούμενης 1 και ότι ήταν διαθετειμένος όπως η εταιρεία του, ήτοι η κατηγορούμενη 1, ενοικιάσει με το ίδιο ενοίκιο τις πιο πάνω κατοικίες για να συνεχίσουν να διαμένουν σε αυτές Ρώσσοι συντηρητές ελικοπτέρων. Ο παραπονούμενος συμφώνησε και ζήτησε από τον κατηγορούμενο 2 όπως το ενοίκιο πληρώνεται στο όνομα του γιου του με το όνομα Στέφανος Μιχαηλίδης, και έτσι ο κατηγορούμενος 2 ( στην γραπτή δήλωση προφανώς εκ παραδρομής αναγράφηκε ο κατηγορούμενος 2 εκ μέρους της κατηγορούμενης 1) άρχισε να τον πληρώνει εκ μέρους της κατηγορούμενης 1 το μηνιαίο ενοίκιο των €2,
- Κατέθεσε ως τεκμήριο 2 το βιβλιάριο με τα διπλότυπα των αποδείξεων που έδινε στον κατηγορούμενο 2 όταν πλήρωνε εκ μέρους της κατηγορούμενης 1 το μηνιαίο ενοίκιο, και τα διπλότυπα αφορούν την περίοδο από 5/2/2004 μέχρι 5/12/
- Η τελευταία απόδειξη που δόθηκε στους κατηγορούμενους αφορούσε το ενοίκιο για τον Νοέμβριο του 2008 και δόθηκε όταν οι κατηγορούμενοι έδωσαν την επίδικη επιταγή ( η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο 1 ) και σύμφωνα με τον παραπονούμενο οι κατηγορούμενοι φρόντισαν να μην τιμηθεί. Τις αποδείξεις τις συμπλήρωνε ο κατηγορούμενος
- Η επίδικη επιταγή υπογράφηκε από τον κατηγορούμενο 2 εκ μέρους της κατηγορούμενης 1 και αφορούσε το ενοίκιο του Νοέμβρη 2008 εκ € 3,700 ( Λ.Κ. 2,166), εκδόθηκε στο όνομα του γιου του ως οι οδηγίες του προς τους κατηγορούμενους και στην συνέχεια ο γιος του την οπισθογράφησε και του την παρέδωσε. Κατά τον Δεκέμβριο του 2008 οι δύο πιο πάνω κατοικίες εκκενώθηκαν χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση προς τον παραπονούμενο και όταν επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο 2, αυτός του ενέφερε ότι βρήκε αλλού πιο φθηνά όπου και ενοικίασε. Ο παραπονούμενος με την σειρά του ζήτησε τα κλειδιά των κατοικιών και να εξεταστεί κατά πόσο υπήρχαν ζημιές ή απώλειες σε αυτές και για τον σκοπό αυτό συναντήθηκαν στις εν λόγω κατοικίες τον Ιανουάριο του
- Εκεί διαπίστωσαν ότι οι κατοικίες ήταν πολύ ακάθαρτες και έλειπαν αντικείμενα τα οποία ήταν ιδιοκτησίας του παραπονούμενου. Αρχικά ο κατηγορούμενος 2 πρότεινε να φρόντιζε όπως αυτές καθαριστούν και να παραδοθούν στον παραπονούμενο αλλά τελικά συμφωνήθηκε η άμεση παράδοση τους και όπως οι κατηγορούμενοι αναλάβουν τα έξοδα καθαρισμού και αποκατάστασης των ζημιών και των απωλεσθέντων αντικειμένων. Αργότερα όταν παρουσίασε την επίδικη επιταγή στην τράπεζα, ενημερώθηκε ότι αυτή δεν μπορούσε να τιμηθεί διότι οι κατηγορούμενοι έδωσαν εντολή στην τράπεζα όπως αυτή να μην τιμηθεί. Αντεξεταζόμενος ο παραπονούμενος ανέφερε ότι δεν έχει συναφθεί ( σημειοτέο ο κατηγορούμενος 2 σε μεγάλο μέρος της διαδικασίας έλεγε την λέξη ΄΄επισυναφθεί΄΄ ενώ αργότερα ξεκαθαρίστηκε ότι εννοούσε ΄΄συναφθεί΄΄ ) ενοικιαστήριο συμβόλαιο αναφορικά με την μεταξύ τους συμφωνία για ενοικίαση των δύο κατοικιών, πλην όμως ο κατηγορούμενος 2 του ανέφερε ότι ως διευθυντής και υπεύθυνος της εταιρείας του την οποία δεν του κατονόμασε, αλλά και ως διευθυντής των υπαλλήλων αυτών, ανέλαβε την πληρωμή των δύο κατοικιών. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι ο κατηγορούμενος 2 ενεργούσε εκ μέρους μιας εταιρείας των Ρώσσων η οποία έστελνε χρήματα κάθε πέμπτη μέρα εκάστου μηνός και με την σειρά του τα μετέφερνε για να πληρωθεί το ενοίκιο για τις εν λόγω επαύλεις, λέγοντας ταυτόχρονα ότι ζήτησε όπως οι επιταγές που εκδίδονταν για την πληρωμή των ενοικίων να εκδίδονται επ΄ ονόματι του γιου του για να καλύπτονται τα έξοδα των αεροπορικών εισιτηρίων και του πανεπιστημίου του. Ανέφερε ότι δεν ήταν σε ισχύ το συμβόλαιο που σύναψε με τον Νικολάι διότι έγινε η πιο πάνω αναφερόμενη συμφωνία μεταξύ του παραπονούμενου και των κατηγορουμένων η οποία δεν ήταν γραπτή αλλά προφορική. Επίσης ανέφερε ότι ο παραπονούμενος δεν είχε καμία σχέση με την Ρώσσικη εταιρεία αλλά με τον Νικολάι και μετά με τους κατηγορούμενους ως πιο πάνω αναφέρεται. Ο λόγος που οδήγησε στην διακοπή της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων σύμφωνα με τον παραπονούμενο ήταν το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 2 του ανέφερε ότι βρήκε αλλού πιο φθηνά. Δεν ήξερε ο παραπονούμενος ότι οι Ρώσσοι ένοικοι εγκατέλειψαν τις επαύλεις και αυτό το ανακάλυψε τυχαία και μετά από τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος του ανέφερε τα πιο πάνω και ο παραπονούμενος ζήτησε τα κλειδιά τα οποία του παραδόθηκαν ένα μήνα μετά. Στο μεσοδιάστημα ζήτησε από τον κατηγορούμενο 2 όπως του παρουσιάσει ένα - δύο ενοίκους οι οποίοι διέμεναν εκεί για να ελέγξουν τυχόν ζημιές, πράγμα το οποίο και έγινε. Στην εκεί συνάντηση διαπιστώθηκε η άθλια κατάσταση των επαύλεων και η έλλειψη αντικειμένων και ο κατηγορούμενος 2 έκανε παρατήρηση σε έναν από τους ενοίκους και ανέλαβε ο κατηγορούμενος 2 τα έξοδα καθαρισμού και αποκατάστασης των ζημιών και απωλεσθέντων αντικειμένων, πράγμα το οποίο δεν έπραξε και σταμάτησε επίσης την πληρωμή της επίδικης επιταγής. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι είχε οποιαδήποτε διένεξη με οποιονδήποτε ένοικο ή αντιπροσώπους τους αναφορικά με την ενοικίαση των επαύλεων, λέγοντας ότι για πολλά χρονια έμεναν εκεί Ρώσσοι χωρίς κανένα πρόβλημα και χωρίς να υποβληθεί οποιοδήποτε παράπονο αναφορικά με τις συνθήκες διαβίωσης εντός των επαύλεων. Αρνήθηκε επίσης σχετική υποβολή ότι του ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο 2 όπως του επιστρέψει την επίδικη επιταγή και δήλωσε άγνοια για τον λόγο της ανάκλησης της πληρωμής της επίδικης επιταγής. Με το τέλος της αντεξέτασης του παραπονούμενου δηλώθηκαν ως παραδεχτά γεγονότα και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, ότι το τεκμήριο 3 υπογράφηκε από τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος ενεργούσε εκ μέρους της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του παραπονούμενου ο παραπονούμενος έκλεισε την υπόθεση του. Με ενδιάμεση απόφαση του το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων και αφού επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα στον κατηγορούμενο 2 δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος 2 επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι από το 2004 έχει συνάψει συμφωνία συνεργασίας με Ρώσσικη εταιρεία που διατηρούσε τεχνικό προσωπικό για σκοπούς επάνδρωσης των στρατιωτικών ελικοπτέρων στο αεροδρόμιο Πάφου. Για τις ανάγκες της εταιρείας ενοικίασαν κάποιες οικίες οι οποίες ήταν περιουσία του παραπονούμενου ( κατά την ακροαματική διαδικασία αποκαλούσε τον παραπονούμενο ως ενάγοντα, προφανώς λόγω έλλειψης νομικών γνώσεων ) από το 2001 συμφώνως συγκεκριμένου ενοικιαστηρίου εγγράφου. Όταν ο 2004 ανέλαβε την παροχή υπηρεσιών στην πιο πάνω αλλοδαπή εταιρεία, μια από τις υποχρέωσεις του ήταν όπως κάθε πέμπτη ημέρα τρέχοντος μηνός να καταβάλλει συγκεκριμένο ποσό στον ιδιοκτήτη των οικιών. Η παροχή αυτών των υπηρεσιών συνεχίστηκε μέχρι τις 5/10/2008 που επισκέφθηκε τον παραπονούμενο και του έκδοσε μια επιταγή για τον Οκτώβριο 2008 και μια μεταχρονολογημένη επιταγή για τις 5/11/2008 για να αποφύγει την χρονοβόρα διαδικασία επίσκεψης του στον χώρο του παραπονούμενου. Στα μέσα Οκτωβρίου του 2008, κλήθηκε από τον διευθυντή της ομάδας των τεχνικών για να ενεργήσει ως μεταφραστής σε θέματα που αφορούσαν τις δύο πλευρές, ήτοι τον ιδιοκτήτη και τους τεχνικούς. Εκεί εκφράστηκαν σειρά παραπόνων από τον διευθυντή της ομάδας αναφορικά με τις συνθήκες διαβίωσης στις επαύλεις του παραπονούμενου και χάρη στον ίδιο αποτράπηκε χειροδικία διότι η συζήτηση ήταν πολύ έντονη. Μετά από αυτό το συμβάν και έχοντας υπόψη ότι ο εκάστοτε διευθυνής της ομάδας των τεχνικών είχε το πληρεξούσιο και την δυνατότητα να λαμβάνει οποιαδήποτε απόφαση αναφορικά με την ομάδα του και τα συμφέροντα της εταιρείας, αποφάσισε όπως εγκαταλείψει τον χώρο διαμονής. Όλα τα πιο πάνω μεταφράστηκαν από τον κατηγορούμενο 2 προς τον παραπονούμενο. Παράλληλα παρουσιάστηκε έγγραφο το οποίο ήταν υπογραμμένο από τον παραπονούμενο και τον έκτοτε διευθυντή της ομάδας το οποίο πρέπει να κατέχει ο παραπονούμενος ( κατά τον κατηγορούμενο 2 πάντα ), σύμφωνα με το οποίο παρεχόταν η δυνατότητα να εγκαταλειφθούν οι οικίες με μια προειδοποίηση δύο μηνών πριν την αναχώρηση. Φαινόταν ότι είχαν προπληρωθεί δύο ενοίκια ως προκαταβολή και συμφωνήθηκε όπως οι ένοικοι παραμείνουν στις οικίες μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου
- Την ίδια στιγμή ο κατηγορούμενος 2 παρακάλεσε τον παραπονούμενο να του επιστρέψει την μεταχρονολογημένη επιταγή διότι το ποσό αυτό πλέον δεν υφίστατο και η εταιρεία δεν είχε πρόθεση να πληρώσει διπλά την παραμονή στις οικίες για τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο. Η παράκληση του ήταν επανειλημμένη για επιστροφή ή καταστροφή της επιταγής αλλά ο παραπονούμενος αρνείτο κατηγορηματικά να το πράξει και μάλιστα τον αγνοούσε όταν ο κατηγορούμενος 2 στις 4/11/2008 τον ενημέρωσε ότι η επιταγή δεν μπορούσε να πληρωθεί. Με αυτά τα δεδομένα στις 5/11/2008 ο κατηγορούμενος 2 επισκέφθηκε την τράπεζα, ενημέρωσε για την κατάσταση που προέκυψε και έχει δικαιολογητικό που φαίνεται στην τράπεζα και σταμάτησε η πληρωμή της επιταγής. Προς υποστήριξη των πιο πάνω θέσεων του ο κατηγορούμενος 2 κατέθεσε το τεκμήριο 4 και διερωτήθηκε γιατί η παρούσα υπόθεση να καταχωρηθεί 3 χρόνια μετά τα διαδραματισθέντα. Αντεξεταζόμενος περιέγραψε και ανάλυσε το τεκμήριο 4 το οποίο και υπόγραψε, αναφέροντας ότι προηγήθηκαν άλλα τρία συμβόλαια, λέγοντας ότι ανάλογα με τις ανάγκες της εταιρείας, κάθε χρόνο ανανεονόταν το προηγούμενο συμβόλαιο και κάθε χρόνο έπαιρνε τρέχον αριθμό, αλλα δεν θυμόταν αν τα προηγούμενα συμβόλαια ήταν παρόμοιου περιεχομένου. Το 2004 ασχολείτο με διάφορες δραστηριότητες, ήταν γραμματέας της εταιρείας του, παρείχε υπηρεσίες συντονισμού κάποιων πτήσεων, ήταν άμεσα συνδεδεμένος με πτητικά μέσα, ελικόπτερα ρωσσικά στο αεροδρόμιο Πάφου. Ήταν υπεύθυνος για τα πυροσβεστικά ελικόπτερα αλλά οι Ρώσσοι που εκπροσωπούσε δεν ήταν υπεύθυνοι για τα πυροσβεστικά ελικόπτερα διότι αυτοί ήταν μηχανικοί και όχι πιλότοι. Αυτήν την δραστηριότητα την είχε μέχρι το 2009 όπου η Κυπριακή Δημοκρατία έπαψε να χρηματοδοτεί τις υπηρεσίες των εν λόγω ελικοπτέρων. Εκείνη την περίοδο ήταν διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας ενώ αργότερα έγινε γραμματέας αυτής, αλλά δεν θυμόταν ακριβώς πότε. Έχει διοριστεί καθηγητής και δεν ήθελε να φαινόταν ότι ήταν διευθυντής γιατί ήταν σε δοκιμασία για δύο χρόνια και όταν αργότερα μονιμοποιήθηκε, η γυναίκα του διορίστηκε ως διευθύντρια της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Ανέφερε ότι ήταν υποχρεωμένος να πληρώνει για την διαμονή των Ρώσσων και συγκεκριμένα να λαμβάνει τα χρήματα και να τα μοιράζει εκεί όπου κρινόταν αναγκαίο. Ήταν μια σειρά υπηρεσιών και θα ελάμβανε το ποσό των € 200 μηνιαίως. Το τεκμήριο 4 δεν έχει επισυναφθεί πουθενά και είναι αυτό το οποίο τον δέσμευε. Δεν αναφερόταν πουθενά στο τεκμήριο 4 ότι ήταν υποχρεωμένος να πληρώνει το ενοίκιο, δεν ήταν υποχρεωμένος να εξασφαλίσει τα ακίνητα αλλά να πληρώνει το προσυμφωνημένο ενοίκιο μόλις ελάμβανε τα χρήματα στον λογαριασμό της εταιρείας του. Δεν θυμόταν ποια ήταν η χρονική ισχύ της αρχικής συμφωνίας. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι όταν έφυγε ο Νικολάι πήγε στον παραπονούμενο και του ανέφερε ότι τις επαύλεις θα τις ενοικίαζε αυτός, λέγοντας ότι τον παραπονούμενο τον γνώρισε όταν ο Νικολάι τον μετέφερε στον παραπονούμενο για να μάθει που είναι το σπίτι του παραπονούμενου και να του παίρνει εκεί τις επιταγές, ενημερώνοντας ο Νικολάι σχετικά με αυτό το ζήτημα. Έδωσε λεπτομέρειες ο κατηγορούμενος 2 αναφορικά με τα παράπονα που εξέφρασαν οι ένοικοι και για το περιστατικό που έγινε με την αποφυγή χειροδικίας εις βάρος του παραπονουμένου. Οι Ρώσσοι ένοικοι μετά που εγκατέλειψαν τις οικίες του παραπονούμενου, εγκαταστάθηκαν στα ακίνητα Γαβριηλίδη στην Κάτω Πάφο γύρω στις 26- 27/12/
- Δεν ήταν ο ίδιος που παρέδωσε τα κλειδιά των οικιών στον παραπονούμενο αλλά οι ίδιοι οι ένοικοι όπου και ενημέρωσαν τον παραπονούμενο. Αναφορικά με την έκδοση της επίδικης επιταγής, έλαβε απόδειξη πληρωμής και η ανάκληση της πληρωμής της έγινε μετά από οδηγίες του διευθυντή της εταιρείας ( υπονοόντας προφανώς της Ρώσσικης εταιρείας ). Ανέφερε ότι υπήρχε προκαταβολή δύο μηνιαίων ενοικίων για τρεις οικίες και όχι για δύο. Με βάση το τεκμήριο 4 ο διευθυντής αποφάσισε να χρησιμοποιηθεί η προκαταβολή για τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2008, αρνούμενος σχετική υποβολή ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόνοια στο συμβόλαιο και δεν ήταν σε θέση να αναφέρει τι συμφωνία έκανε ο παραπονούμενος με την Ρωσσική εταιρεία. Αναφορικά με την πιο πάνω αναφερόμενη συνάντηση, είπε ότι εκτελούσε απλά χρέη μεταφραστή και αναρωτήθηκε ποιος ήταν ο λόγος ή ο σκοπός από του να αναλάβει ευθύνες και να διορθώσει τα παράπονα των Ρώσσων. Δεν αμφισβήτησε ότι η σύζυγος του διορίστηκε διευθύντρια της κατηγορούμενης 1 εταιρείας στις 31/7/2009 και συμφώνησε ότι στις 5/11/2008 ήταν ο ίδιος διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Ανέφερε ότι από τα μέσα Οκτωβρίου που ενημέρωσε τον παραπονούμενο για την πρόθεση όπως εγκαταλειφθούν οι οικίες, παρακάλεσε τον παραπονούμενο να του επιστρέψει την επίδικη επιταγή διότι οι Ρώσσοι δεν ήθελαν να πληρώσουν τους μήνες Νοέβριο και Δεκέβριο του 2008, ως επίσης και τον παρακάλεσε να του επιστρέψει την εν λόγω επιταγή διότι δεν είχε πρόθεση και ούτε μπορούσε να πληρώσει χρήματα τα οποία δεν εισέπραξε. Οι αποδείξεις πληρωμών εκδίδονταν στο όνομα της κατηγορούμενης 1 εταιρείας διότι ο παραπονούμενος δεν ήταν σε θέση να τις συμπληρώσει και δεν αναγραφόταν το όνομα της Ρώσσικης εταιρείας επειδή η κατηγορούμενη 1 εταιρεία πλήρωνε με δικές της επιταγές. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Ο παραπονούμενος άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Δεν διέκρινα κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης οποιαδήποτε δόση ή προσπάθεια υπερβολής για να βοηθήσει την υπόθεση του ή οποιαδήποτε προσπάθεια να αποκρύψει από το Δικαστήριο την αλήθεια. Η συμπεριφορά του μέσα από το εδώλιο του μάρτυρα αλλά και η μαρτυρία του ήταν άμεση, αυθόρμητη, απαντούσε με φυσικό τρόπο σε όλες τις ερωτήσεις και η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Συνακόλουθα το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του ως αληθή και αξιόπιστη στο σύνολο της. Στον αντίποδα ο κατηγορούμενος 2 δεν άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Διέκρινα μέσα από την ζωντανή αμόσφαιρα της δίκης αλλά και από το περιεχόμενο της μαρτυρίας του κατηγορουμένου 2, ότι ήταν έκδηλη η προσπάθεια του να αποποιηθεί των ευθυνών του. Οι απανήσεις του δεν είχαν συνοχή και λογική, οι δε απαντήσεις του σε αρκετά σημεία διεπόταν από ασάφεια ή ακόμα και αντιφατικότητα μεταξύ τους, απαντούσε σε αρκετά σημεία με δισταγμό και προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι ουσιαστικά η κατηγορούμενη 1 εταιρεία ενεργούσε ως αντιπρόσωπος μιας Ρώσσικης εταιρείας. Η μαρτυρία του κατηγορούμενου 2 απορρίπτεται ως αναληθή και αναξιόπιστη στα σημεία όπου δεν έρχεται σε αντίθεση με την μαρτυρία και την εκδοχή του παραπονουμένου για τους πιο κάτω λόγους: Α) Δεν έπεισε το Δικαστήριο ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου 2 ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της Ρώσσικης εταιρείας, διότι μέσα από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 4 το οποίο κατατέθηκε από τον κατηγορούμενο 2 για να αποδείξει και ενισχύσει την εκδοχή του, καταδεικνύεται ξεκάθαρα ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία ήταν υποχρεωμένη να παρέχει στην Ρωσσική εταιρεία Rostvertol plc άνετη διαμονή και η εν λόγω Ρωσσική εταιρεία αναλάμβανε να καταβάλλει στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία το ποσό των € 4,250 μηνιαίως. Συνεπώς δεν φαίνεται πουθενά ότι η Ρωσσική εταιρεία έχει συμβληθεί με τον παραπονούμενο με οποιονδήποτε τρόπο δια μέσου της κατηγορούμενης 1 εταιρείας διότι αν ελάμβανε χώρα κάτι τέτοιο, θα συναπτόταν και η ανάλογη γραπτή συμφωνία με το ανάλογο περιεχόμενο και την ιδιότητα εκάστου μέρους όπως την περιέγραψε ο κατηγορούμενος 2, πράγμα που δεν έγινε στην παρούσα υπόθεση. Β) Μέσα από το περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου, φαίνεται ξεκάθαρα ότι αποτελούσε ευθύνη αλλά και πρωτοβουλία της κατηγορούμενης 1 εταιρείας να εξεύρει τον χώρο διαμονής άρα και να διαπραγματευθεί και να συμβληθεί με ιδιοκτήτη κατοικίας που στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν ο παραπονούμενος. Εάν αλήθευε ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου 2 ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία ουσιαστικά ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της εν λόγω Ρωσσικής εταιρείας, το λογικά αλλά ορθά αναμενόμενο θα ήταν στις αποδείξεις πληρωμών να αναγραφόταν ως πληρωτής η εν λόγω Ρώσσικη εταιρεία ή δίπλα από το όνομα της κατηγορούμενης 1 εταιρείας η ιδιότητα της ως αντπιπροσώπου της εν λόγω εταιρείας, πράγμα που δεν έγινε στην παρούσα υπόθεση. Ο ισχυρισμός που προβλήθηκε από τον κατηγορούμενο 2 ότι οι αποδείξεις συμπληρώνονταν από τον ίδιο διότι ο παραπονούμενος δεν μπορούσε να τις συμπληρώσει, κρίνεται τουλάχιστον ως άστοχος. Γ) Επίσης δεν προσκομίστηκε η ανάλογη μαρτυρία, είτε από την πιο πάνω αναφερόμενη Ρώσσικη εταιρεία προς επιβεβαίωση των θέσεων που προβλήθηκαν από τον κατηγορούμενο 2 αν και του επεξηγήθηκε το δικαίωμα του αυτό από το Δικαστήριο αναλυτικά τόσο κατά το στάδιο όταν κλήθηκε και σε απολογία, τόσο και κατά το στάδιο όταν ολοκλήρωσε την μαρτυρία του και δεν προβλήθηκε οποιοδήποτε κώλυμα προσκόμισης της εν λόγω μαρτυρίας. Απεναντίας ο κατηγορούμενος 2 στην αγόρευση του την οποία ονόμασε ΄΄ γραπτή δήλωση΄΄ προφανώς λόγω έλλειψης νομικών γνώσεων, ανέφερε ότι η απόσταση μεταξύ Κύπρου και Ρωσσίας δεν αποτελεί κώλυμα στην προσκόμιση τέτοιας μαρτυρίας. Ούτε παρουσιάστηκε το έγγραφο το οποίο επικαλέστηκε ο κατηγορούμενος 2, σύμφωνα με το οποίο ο διευθυντής της ομάδας των Ρώσσων είχε το δικαίωμα να αποφασίσει για την απομάκρυνση των Ρώσσων ενοίκων από τις οικίες του παραπονούμενου, ούτε παρουσιάστηκε οποιοδήποτε ενοικιαστήριο έγγραφο που να προνοεί την δυνατότητα της μη πληρωμής των ενοικίων των τελευταίων δύο μηνών λόγω της προπληρωμής ως ντεποζίτου δύο μηνιαίων ενοικίων, έτσι ώστε να υπάρχει η εύλογη αιτία της ανάκλησης της πληρωμής της επίδικης επιταγής λόγω εξόφλησης του ενοικίου δυνάμει της προκαταβολής του ντεποζίτου. Δ) Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου 2, έχουν διασαλευθεί οι σχέσεις του παραπονουμένου με τους ενοίκους των οικιών του τον Οκτώβριο του 2008, όπου έγινε και σχετική συνάντηση υπό τεταμένη ατμόσφαιρα και αποφασίστηκε όπως τερματιστεί η ενοικίαση των οικιών και να μην πληρωθούν οι μήνες Νοέβριος και Δεκέβριος του 2008 λόγω της προπληρωμής ντεποζίτου. Οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν είναι πιστευτοί διότι εάν πράγματι συνέβαινε κάτι τέτοιο, το λογικά αναμενόμενο θα ήταν η ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής να ελάμβανε χώρα από τότε, ένεκα και του γεγονότος της άρνησης του παραπονουμένου να επιστρέψει ή να καταστρέψει την επίδικη επιταγή και όχι να ελάμβανε χώρα η ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής την ύστατη στιγμή, ήτοι την ημέρα που κατέστη πληρωτέα στις 5/11/2008 και ούτε ο κατηγορούμενος να ζητά απλά από τον παραπονούμενο την καταστροφή ή επιστροφή αυτής. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η κατηγορούμενη 1 κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(2)του Κεφ. 154 από το λεκτικό του οποίου ως αυτό έχει ερμηνευθεί στην Philippa Estates Ltd ν. Γιαννάκη Ρούσου 2006 Α.Α.Δ. σελ. 142 προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- Η έκδοση επιταγής από τον κατηγορούμενο
- Η πρόκληση μη εξόφλησης της από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Ο κατηγορούμενος 2 ουσιαστικά κατηγορείται για παροχή συνδρομής στη διάπραξή του πιο πάνω αδικήματος. Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261 αναφέρθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό όμως δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχθούν ως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, ως αυτουργοί, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Τα ίδια φυσικά ισχύουν και για άλλους αξιωματούχους της εταιρείας οι οποίοι είναι εξουσιοδοτημένοι να υπογράφουν επιταγές για την εταιρεία. Στις περιπτώσεις λοιπόν αυτές πρέπει να αποδειχθεί η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση (β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) η οποία αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για το συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά και τα παραδεχτά γεγονότα, το Δικαστήριο προβαίνει στα πιο κάτω ευρήματα και συμπεράσματα: Α) Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία δια μέσου του κατηγορούμενου 2 ο οποίος ενεργούσε εκ μέρους της υπό την ιδιότητα του ως διευθυντή αυτής, εξέδωσε εις το όνομα και εις διαταγή του Στέφανου Μιχαηλίδη την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό 77929233 ημερομηνίας 5/11/2008 για το ποσό των € 3,700. Β) Η επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό 77929233 ημερομηνίας 5/11/2008 για το ποσό των € 3,700 έχει εκδοθεί εις το όνομα και εις διαταγή του Στέφανου Μιχαηλίδη, ως ήταν οι μεταξύ των διαδίκων συμφωνία. Γ) Ο Στέφανος Μιχαηλίδης οπισθογράφησε την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό 77929233 ημερομηνίας 5/11/2008 για το ποσό των € 3,700 εις το όνομα και εις διαταγή του παραπονούμενου. Δ) Η επιταγή αφορούσε την πληρωμή του ενοικίου του μηνός Νοεμβρίου 2008 αναφορικά με δύο κατοικίες ιδιοκτησίας του παραπονούμενου, στην οποία διέμεναν Ρώσσοι συντηρητές ελικοπτέρων που εργάζονταν στο αεροδρόμιο Πάφου. Ε) Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία ήταν νομικά και συμβατικά υπεύθυνη στην καταβολή του ενοικίου προς τον παραπονούμενο διότι αυτή έχει συμβληθεί με τον παραπονούμενο κατόπιν προφορικής συμφωνίας το έτος 2004 στην Πάφο. Ζ) Ο κατηγορούμενος 2 στις 5/11/2008 ενεργώντας εκ μέρους της κατηγορούμενης 1 ως διευθυντής αυτής, έδωσε οδηγίες όπως η επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό 77929233 ημερομηνίας 5/11/2008 για το ποσό των € 3,700 να μην τιμηθεί. Η) Οι κατηγορούμενοι δεν είχαν εύλογη αιτία να ανακαλέσουν την πληρωμή της επιταγής της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό 77929233 ημερομηνίας 5/11/2008 για το ποσό των € 3,700, ούτε οποιοδήποτε νομικό ή συμβατικό έρεισμα είχαν να ανακαλέσουν την πληρωμή της. Θ) Η επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό 77929233 ημερομηνίας 5/11/2008 για το ποσό των € 3,700, παρουσιάστηκε για πληρωμή στις 4/2/2009 στην πληρώτρια τράπεζα και αυτή δεν έχει τιμηθεί μέχρι σήμερα λόγω της ανάκλησης της πληρωμής της από τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος ενεργούσε εκ μέρους της κατηγορούμενης 1 υπό την ιδιότητα του ως διευθυντή αυτής. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Συνεπεία των πιο πάνω, κρίνω ότι ο παραπονούμενος απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κατηγορίας που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι και οι κατηγορούμενοι κρίνονται ένοχοι στην κατηγορία που αντιμετωπίζουν. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο