← Κύπρος

Athinodorou Beton Ltd ν. Κυριάκος Παναγιώτου, Αρ. Υπόθεσης: 5296/11, 21/2/2012

Athinodorou Beton Ltd ν. Κυριάκος Παναγιώτου, Αρ. Υπόθεσης: 5296/11, 21/2/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:B9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5296/11 Athinodorou Beton Ltd Παραπονούμενοι εναντίον Κυριάκος Παναγιώτου Κατηγορουμένου ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 21/2/2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους παραπονούμενους: κος Νικόλας Μάντης Για τον κατηγορούμενο: κος Ανδρέας Ανδρέου Κατηγορούμενος : παρών ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά τρεις κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία αντιμετωπίζει το αδίκημα της απόσπασης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, άρθρα 297, 298, 299 και

  1. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά ή περί την 30/9/2010 στην Πάφο της επαρχίας Πάφου, εξασφάλισε πίστωση για το ποσό των € 2,500 από τους παραπονούμενους με ψευδείς παραστάσεις εν γνώσει ότι οι ρηθείσες παραστάσεις ήταν ψευδείς. Οι ψευδείς παραστάσεις συνίσταντο στο γεγονός ότι προς εξόφληση του πιο πάνω ποσού υπέγραψε την επιταγή με αριθμό 89886042 από τον λογαριασμό 0669-11-002559 της Τράπεζας Κύπρου ενώ γνώριζε ότι δεν είχε το δικαίωμα να υπογράψει την επιταγή κατά τον χρόνο που εκδόθηκε η επιταγή η οποία όταν παρουσιάστηκε δεόντως στο πιο πάνω πιστωτικό ίδρυμα προς πληρωμή, επιστράφηκε απλήρωτη για τους πιο πάνω λόγους. Στην δεύτερη κατηγορία αντιμετωπίζει το αδίκημα της απόσπασης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, άρθρα 297, 298, 299 και
  2. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά ή περί την 20/10/2010 στην Πάφο της επαρχίας Πάφου, εξασφάλισε πίστωση για το ποσό των € 2,500 από τους παραπονούμενους με ψευδείς παραστάσεις εν γνώσει ότι οι ρηθείσες παραστάσεις ήταν ψευδείς. Οι ψευδείς παραστάσεις συνίσταντο στο γεγονός ότι προς εξόφληση του πιο πάνω ποσού υπέγραψε την επιταγή με αριθμό 89886046 από τον λογαριασμό 0669-11-002559 της Τράπεζας Κύπρου ενώ γνώριζε ότι δεν είχε το δικαίωμα να υπογράψει την επιταγή κατά τον χρόνο που εκδόθηκε η επιταγή και/ή ότι χρειαζόταν και η υπογραφή και άλλου ατόμου και η οποία όταν παρουσιάστηκε δεόντως στο πιο πάνω πιστωτικό ίδρυμα προς πληρωμή, επιστράφηκε απλήρωτη για τους πιο πάνω λόγους. Στην τρίτη κατηγορία αντιμετωπίζει το αδίκημα της απόσπασης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, άρθρα 297, 298, 299 και
  3. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά ή περί την 18/11/2010 στην Πάφο της επαρχίας Πάφου, εξασφάλισε πίστωση για το ποσό των € 3,000 από τους παραπονούμενους με ψευδείς παραστάσεις εν γνώσει ότι οι ρηθείσες παραστάσεις ήταν ψευδείς. Οι ψευδείς παραστάσεις συνίσταντο στο γεγονός ότι προς εξόφληση του πιο πάνω ποσού υπέγραψε την επιταγή με αριθμό 89886047 από τον λογαριασμό 0669-11-002559 της Τράπεζας Κύπρου ενώ γνώριζε ότι δεν είχε το δικαίωμα να υπογράψει την επιταγή κατά τον χρόνο που εκδόθηκε η επιταγή και/ή ότι χρειαζόταν και η υπογραφή και άλλου ατόμου και η οποία όταν παρουσιάστηκε δεόντως στο πιο πάνω πιστωτικό ίδρυμα προς πληρωμή, επιστράφηκε απλήρωτη για τους πιο πάνω λόγους. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε ο κ. Παύλος Ποτονίτης. Ανέφερε ότι εργάζεται στους παραπονούμενους και ότι είναι εξουσιοδοτημένους από αυτούς. Γνωρίζει τον κατηγορούμενο ο οποίος αγόραζε μπετόν από την εταιρεία τους ως πελάτης τους και πιο συγκεκριμένα η εταιρεία του κατηγορουμένου στην οποία ήταν διευθυντής αυτής. Ο κατηγορούμενος αγόραζε μπετόν και εξέδιδε επιταγές, μέχρι ενός σημείου όπου το υπόλοιπο του λογαριασμού του κατηγορουμένου ανερχόταν στο ποσό των € 14,000, οπόταν και κλήθηκε στα γραφεία των παραπονουμένων και συμφωνήθηκε όπως ο κατηγορούμενος εξοφλά το μπετόν που παράγγελνε κάθε φορά και επιπρόσθετα να δίδει κάποιο ποσό έναντι του υπολοίπου του λογαριασμού του. Όταν οι παραπονούμενοι παρέλαβαν τις επίδικες επιταγές (οι οποίες κατατέθηκαν ως δέσμη - τεκμήριο 1) και αυτές επιστράφησαν πίσω με την ένδειξη ΄΄refer to drawer΄΄, η τράπεζα τους ανέφερε ότι σε αυτές υπάρχει μια υπογραφή και ότι έλειπε η υπογραφή του συνεταίρου του κατηγορουμένου κ. Πάμπου Κοκκόνια. Τότε επικοινώνησε ο μάρτυρας με τον κ. Πάμπο Κοκκόνια και αυτός ουσιαστικά του εξέφρασε την απορία και την άγνοια του για το γεγονός της έκδοσης των επιταγών και ότι ανέφερε στον κατηγορούμενο να μην εκδόσει επιταγές ξανά διότι η εταιρεία τους, ήτοι αυτή του κατηγορούμενου και του κ. Πάμπου Κοκκόνια, οδεύει προς διάλυση και ότι έχουν διαφορές μεταξύ τους. Του ανέφερε επίσης στα γραφεία της παραπονούμενης εταιρείας, ότι ο κατηγορούμενος προέβη σε διάφορες ατασθαλίες που συνίσταντο στην έκδοση επιταγών χωρίς την έγκριση του, ήτοι του κ. Κοκκόνια και ότι δεν θα ξαναδραστηριοποιήτο με τον κατηγορούμενο. Ο μάρτυρας ανέφερε επίσης ότι ο κ. Κοκκόνιας εξέφρασε την έκπληξη του για το γεγονός και ότι θα του παρουσίαζε κατάσταση ή αντίγραφα επιταγών που αποδείκνυαν ότι ο κατηγορούμενος έχει εκδόσει και στο παρελθόν επιταγές σε άλλα άτομα, αναφέροντας του ότι δεν έχει καμία σχέση με την εταιρεία και ότι καθιστά υπεύθυνο για την έκδοση των επίδικων επιταγών τον κατηγορούμενο. Η παραπονούμενη εταιρεία παράγει και προπαρασκευασμένο έτοιμο μπετόν και υλοποίησε όλες τις υποχρεώσεις της έναντι του κατηγορουμένου. Επίσης ανέφερε ότι ο κ. Κοκκόνιας του ανέφερε με παραπομπή σε συγκεκριμένα στοιχεία ότι ο κατηγορούμενος στο παρελθόν εξέδωσε επιταγές στις οποίες το όνομα του δικαιούχου διέφερε από το όνομα που αναγραφόταν στο απόκομμα των επιταγών και έκτοτε έδωσε οδηγίες στον κατηγορούμενο να μην εκδόσει ξανά οποιαδήποτε επιταγή αν δεν ήταν και ο ίδιος γνώστης τέτοιου γεγονότος. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι εργάζεται από το 2009 στην παραπονούμενη εταιρεία και κατέχει την θέση του διευθυντή εισπράξεων. Τις επίδικες επιταγές τις παρέλαβε κάποιος εισπράκτορας της εταιρείας και δεν ήταν σε θέση να θυμάται αν ήταν μεταχρονολογημένες αλλά εξέφρασε την άποψη ότι δεν ήταν. Επίσης δεν ήταν σε θέση να αναφέρει αν εξεδόθηκαν και στο παρελθόν μεταξύ 27/2/2010 και 30/9/2010 άλλες δέκα επιταγές με μια υπογραφή και ότι αυτές εξαργυρώθηκαν, λέγοντας ταυτόχρονα ότι δεν είναι ταμίας της εταιρείας, ότι δεν παιρνούν από τα χέρια του οι επιταγές και ότι είναι απλά υπεύθυνος να παρακολουθεί την κίνηση των λογαριασμών των πελατών. Η παραπονούμενη εταιρεία κατέθετε τις επιταγές στην τράπεζα και ενημερωνόταν από την τράπεζα εάν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα, διαφορετικά εάν εξαργυρόνονταν αυτό φαινόταν από την σχετική κατάσταση. Η συνάντηση που είχε ο μάρτυρας με τον συνέταιρο του κατηγορουμένου ήταν στα μέσα του καλοκαιριού του 2011 και ήταν μόλις επιστράφησαν πίσω οι επίδικες επιταγές, διότι η πρώτη συνάντηση που έγινε ήταν αυτή με τον κατηγορούμενο επειδή δεν μπορούσαν να του παραχωρήσουν άλλη πίστωση και προέβησαν στην πιο πάνω αναφερόμενη διευθέτηση των πληρωμών. Όταν επιστράφησαν οι επίδικες επιταγές, η παραπονούμενη εταιρεία ήρθε σε επαφή με τον κ. Πάμπο Κοκκόνια και τους ανέφερε όλα τα πιο πάνω και αυτή ήταν και η πηγή των γνώσεων των όσων ανέφερε στο Δικαστήριο, ήτοι όλα τα έμαθε από τον κ. Κοκκόνια και πιο συγκεκριμένα το γεγονός ότι χρειάζονταν δύο υπογραφές για να εκδοθούν και εξαργυρωθούν οι επίδικες επιταγές. Επανεξεταζόμενος ανέφερε ότι έμαθε από τον κ. Κοκκόνια ότι χρειάζονταν δύο υπογραφές και ότι κανένας πριν δεν τους ενημέρωσε για αυτό και ούτε υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα. Ανέφερε ότι η συνάντηση με τον κατηγορούμενο μάλλον θα έλαβε χώρα το καλοκαίρι του
  4. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα, η πλευρά των παραπονουμένων έκλεισε την υπόθεση της. Με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, κρίθηκε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου, κλήθηκε αυτός σε απολογία και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του δυνάμει του άρθρου 74

(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τον μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία του με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχε να παρακολουθήσει τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια του, τη μνήμη και τους λόγους που είχε για να θυμάται ή να πιστεύει αυτά για τα οποία κατέθετε, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων του ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Ο μάρτυρας άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Απαντούσε σε θέματα τα οποία περιήλθαν στην γνώση του μέσα από την εκτέλεση των καθηκόντων του και αποκάλυπτε την πηγή των γνώσεων του όπου αυτές δεν ήταν προιόν δικής του προσωπικής γνώσης. Δεν διέκρινα οποιαδήποτε δόση ή προσπάθεια υπερβολής για να βοηθήσει την υπόθεση των παραπονουμένων, οι απαντήσεις του ήταν άμεσες και πηγαίες και απαντούσε με ευθύτητα και αμεσότητα. Όμως στα καίρια και αμφισβητούμενα σημεία, ήτοι αυτά που άπτονταν των ισχυριζόμενων ψευδών παραστάσεων και της αναγκαιότητας ύπαρξης των δύο υπογραφών για την έγκυρη έκδοση και εξαργύρωση των επίδικων επιταγών, ο μάρτυρας ουσιαστικά επικαλέστηκε και παρέθεσε εξ΄ ακοής μαρτυρία, ήτοι αυτή του κ. Πάμπου Κοκκόνια. Ο εν λόγω μάρτυρας τελικά δεν παρήλασε από το εδώλιο του μάρτυρα και δεν έχω διαπιστώσει οποιοδήποτε βάσιμο λόγο για την μη κλήτευση του. Η υπεράσπιση έχει αμφισβητήσει όσα ενοχοποιητικά στοιχεία αναφέρονται σε αυτήν και συνακόλουθα στις δηλώσεις του εν λόγω προσώπου. Έτσι η απουσία του προσώπου που έκανε τις αρχικές δηλώσεις και διαπιστώσεις, στέρησε από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να κρίνει το αξιόπιστο ή όχι των όσων αναφέρονται σε αυτές (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας εναντίον Τάσου Γεωργίου 2006 2 Α.Α.Δ. σελ. 217). Ενόψει αυτού καθώς και του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης με βάση το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 κρίνω ότι δεν μπορεί να δοθεί στη πιο πάνω μαρτυρία, στο μέτρο που περιέχει ενοχοποιητικά για τον κατηγορούμενο στοιχεία, καμία βαρύτητα. Επίσης δεν έχει προσαχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε άμεση μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος προέβη στις ψευδείς παραστάσεις οι οποίες του καταλογίζονται και που αναγράφονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων. Ο μάρτυρας που παρήλασε από το εδώλιο του μάρτυρα, δεν ήρθε σε άμεση επαφή και επικοινωνία με τον κατηγορούμενο κατά την έκδοση ή τουλάχιστον κατά την παράδοση των επίδικων επιταγών, ήτοι του ουσιώδη χρόνου όπου εξετάζεται το κύριο αμφισβητούμενο γεγονός, αυτό δηλαδή των ψευδών παραστάσεων. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι οι επίδικες επιταγές παραδόθησαν από τον κατηγορούμενο σε εισπράκτορα της παραπονούμενης εταιρείας, αλλά το εν λόγω άτομο δεν κλητεύθηκε για να δώσει μαρτυρία έτσι ώστε να διαφανεί κατά πόσο ο κατηγορούμενος κατά την έκδοση ή τουλάχιστον κατά την παράδοση των επίδικων επιταγών, προέβη στις ψευδείς παραστάσεις που του καταλογίζονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων. Η απουσία άμεσης μαρτυρίας που να καταλογίζουν στον κατηγορούμενο ψευδείς παραστάσεις σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι το Δικαστήριο, όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, δεν αποδέχθηκε την οποιαδήποτε μαρτυρία που να εμπλέκει τον κατηγορούμενο στην εκ μέρους του κατ΄ ισχυρισμόν προβολή ψευδών παραστάσεων, καταδεικνύουν την έλλειψη οποιουδήποτε πραγματικού και εν γένει μαρτυρικού υποβάθρου που να εμπλέκει τον κατηγορούμενο σε οποιαδήποτε παράσταση, όπως αυτές του καταλογίζονται. Λόγω της πιο πάνω αξιολόγησης, εξάγεται αβίαστα και το συμπέρασμα ότι η οποιαδήποτε εξασφάλιση μπετόν εκ μέρους του κατηγορουμένου από τους παραπονουμένους, δεν ήταν το προιόν ή η συνέπεια οποιασδήποτε ψευδούς παράστασης εκ μέρους του κατηγορουμένου, αλλά προιόν που αναγόταν στα πλαίσια της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, όπως την περιέγραψε ο μάρτυρας. Αξιοσημείοτο είναι και το γεγονός ότι ο ίδιος ο μάρτυρας ανέφερε ότι πριν από την έκδοση των επίδικων επιταγών, είχαν συνάντηση πρώτα με τον κατηγορούμενο για διευθετήσουν το ζήτημα του υπολοίπου που υπήρχε διότι δεν μπορούσαν να παραχωρήσουν στον κατηγορούμενο άλλη πίστωση και κατέληξαν στην συμφωνία συνεργασίας όπως περιγράφηκε πιο πάνω. Συνεπώς στην παρούσα υπόθεση δεν υπήρξε οποιαδήποτε πίστωση από τους παραπονουμένους προς τον κατηγορούμενο διότι ο κατηγορούμενος για την συναλλαγή που συνίστατο στην παραλαβή μπετόν, εξέδωσε τις επίδικες επιταγές και δεν υπήρξε οποιαδήποτε πίστωση, ήτοι την ύπαρξη συμφωνίας ότι τα ποσά που αντιστοιχούσαν στις ποσότητες του μπετόν που παρέλαβε ο κατηγορούμενος θα πιστώνονταν, λόγω της πιο πάνω συμφωνίας που έλαβε χώρα ως προς τον διακανονισμό του υπολοίπου οφειλόμενου ποσού που είχε ο κατηγορούμενος. Το γεγονός της μη εξόφλησης των επιταγών λόγω των κατ΄ ισχυρισμό ψευδών παραστάσεων έχει ήδη αξιολογηθεί από το Δικαστήριο και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν ως εξασφάλιση πίστωσης, λόγω της ανυπαρξίας οποιασδήποτε μαρτυρίας ότι υπήρξε πίστωση ως πιο πάνω αναφέρεται. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η νομική βάση που επικαλέστηκε η πλευρά των παραπονουμένων για να στοιχειοθετήσει την υπόθεση της, είναι τα άρθρα 297, 298, 299 και 300 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και που προνοούν τα ακόλουθα: «Άρθρο 297:- Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» << Άρθρο 298:-
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.
(2)Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων>>. << Άρθρο 299:- Όποιος, με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, υποκινεί άλλο να εκτελέσει, εκδώσει, αποδεχεί, οπισθογραφήσει, μεταβάλει ή καταστρέψει ολόκληρο ή μέρος, αξιόγραφο ή να γράψει αποτυπώσει ή να επιθέσει όνομα ή σφραγίδα σε χαρτί ή περγαμηνή με σκοπό όπως μετά από αυτό να καταστεί αυτό ή να μετατραπεί σε αξιόγραφο ή να τύχει της χρήσης ή της μεταχείρησης αξιογράφου, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων>>. << Άρθρο 300:- Όποιος με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν, ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιείτο τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων >>. Από το λεκτικο των άρθρων 297 και 298 συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχείου του αδικήματος αυτού είναι:
  1. Η ψευδής παράστασης δηλ. παράσταση γεγονότος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία να είναι ψευδής στην πραγματικότητα.
  2. Εκείνος που προβαίνει στην παράσταση αυτή να γνωρίζει ότι η παράσταση είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή.
  3. Η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης.
  4. Με τη ψευδή παράσταση δηλ. ως αποτέλεσμα αυτής ο κατηγορούμενος να εξασφαλίζει ή να αποκτά από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Στην υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, έχει λεχθεί ότι όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή, τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης (βλ. Police v. Petrou alias Yiatros
(1971)12 J.S.C. 1524). Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington ν Fitzmaurice
(1885)29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη». Από τα όσα έχουν λεχθεί ανωτέρω σε σχέση με τα υπό αναφορά αδικήματα, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθούν αυτά πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αδικοπραγών προβαίνει σε ψευδή παράσταση, το ψευδές της οποίας γνωρίζει κατά το χρόνο που κάνει την παράσταση και περαιτέρω ότι τον ίδιο χρόνο το κάνει αυτό με σκοπό καταδολίευσης. Κατά συνέπεια κρίσιμος χρόνος για να κριθεί τόσο η γνώση του αδικοπραγούντος για το ψευδές της παράστασης όσο και η απαιτούμενη πρόθεση καταδολίευσης είναι ο χρόνος που αυτός κάνει την εν λόγω παράσταση. Όσον αφορά το στοιχείο της ψευδούς παράστασης αυτή δεν είναι ανάγκη να είναι με λέξεις. Είναι αρκετή ακόμη και συμπεριφορά και πράξεις χωρίς προφορική επικοινωνία από τα οποία συνάγεται τέτοια παράσταση. Περαιτέρω η παράσταση αυτή πρέπει να αφορά γεγονός του παρελθόντος ή του παρόντος δηλ. παράσταση ότι ένα γεγονός υπάρχει ή υπήρξε. Μια απλή έκθεση γνώμης ή υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον δεν είναι ικανοποιητική για στοιχειοθέτηση ψευδούς παράστασης. Δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά, είτε πρόκειται για παράσταση υπαρκτού γεγονότος είτε όχι, επίσης δεν αποτελεί ψευδή παράσταση. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Αν όμως παράσταση για υπάρχοντα γεγονότα συνοδεύεται και από υπόσχεση ότι ο κατηγορούμενος θα πράξει κάτι στο μέλλον τότε είναι αρκετή για απόδειξη του στοιχείου αυτού. Ψευδής παράσταση μπορεί επίσης να υπάρχει όταν δίδεται υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά σε συνδυασμό με ψευδή παράσταση ότι αυτός που υπόσχεται έχει την εξουσία να κάνει το υποσχεθέν. Πρέπει επίσης να αποδειχθεί ότι η απόσπαση έγινε γιατί η ψευδής παράσταση επενέργησε στο μυαλό του παραπονούμενου ο οποίος επειδή είτε εν όλο είτε εν μέρη στηριζόμενος στην ψευδή παράσταση παρακινήθηκε να δώσει τα χρήματα ή την περιουσία. Με άλλα λόγια η απόσπαση πρέπει να είναι αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης. (Για τα πιο πάνω βλ. Archbold 35th ed. σελ. 758-780, Russel on Crime Τόμος 2, σελ. 1171 - 1184, Police v. Kyzas
(1982)1 J.S.C. 202 και Police v. Petrou
(1971)12 J.S.C. 1524, όπου γίνεται αναφορά στη σχετική αγγλική νομολογία). Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold σελ. 775 ανωτέρω όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 124 και μπορεί να ισχύσει και για το υπό εξέταση αδίκημα έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Επίσης μέσα από το λεκτικό του άρθρου 299 του Ποινικού Κώδικα, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: Α) Ότι θα πρέπει να υπάρχει ψευδής παράσταση Β) Η ψευδής παράσταση θα πρέπει να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης Γ) Να γίνει οποιαδήποτε από τις πράξεις που προνοούνται από το εν λόγω άρθρο Δ) με σκοπό όπως μετά από οποιαδήποτε από τις πράξεις που προνοούνται από το εν λόγω άρθρο να καταστεί αυτό ή να μετατραπεί σε αξιόγραφο ή να τύχει της χρήσης ή της μεταχείρησης αξιογράφου Επίσης μέσα από το λεκτικό του άρθρου 300 του Ποινικού Κώδικα, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: Α) Να υπάρχει δόλιο τέχνασμα ή επινόημα Β) Να υπάρχει απόκτηση από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή Ή να υπάρχει υποκίνηση σε άλλον να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν, ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιείτο τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα. Με βάση λοιπόν την νομική βάση που επικαλέστηκε η πλευρά των παραπονουμένων, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι οι παραπονούμενοι έχουν επικαλεστεί σε κάθε κατηγορία, πέραν του ενός αδικήματος. Αν και δεν έχει προβληθεί οποιαδήποτε ένσταση αναφορικά με την ακυρότητα ή πολλαπλότητα του κατηγορητηρίου, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο υπήρξε δυσμενής επηρεασμός τψν δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 39 (γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, το οποίο διέπει τη σύνταξη κατηγορητηρίων: «η κατηγορία στο κατηγορητήριο περιγράφει εν συντομία σε κοινή γλώσσα το ποινικό αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, αποφεύγοντας στο μέτρο του δυνατού τη χρήση τεχνικών όρων και χωρίς απαραίτητα να εκτίθενται όλα τα ουσιώδη στοιχεία του ποινικού αδικήματος και περιλαμβάνει αναφορά στο άρθρο του νομοθετήματος που δημιουργεί το ποινικό αδίκημα. Όταν κάποιο ποινικό αδίκημα συνιστάται από πράγμα το οποίο απαγορεύεται από το συνδυασμένο αποτέλεσμα περισσοτέρων του ενός νομοθετημάτων, το κατηγορητήριο περιλαμβάνει αναφορά και στα δύο αυτά νομοθετήματα και αν το ποινικό αδίκημα ορίζεται από ένα και η ποινή προβλέπεται από άλλο νομοθέτημα που προβλέπει την ποινή». Σύμφωνα δε με την επιφύλαξη του άρθρου 39 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, σφάλμα στην έκθεση του αδικήματος ή των λεπτομερειών του, τότε μόνο πλήττει το κύρος του κατηγορητηρίου όταν, καταδειχθεί ότι, ο κατηγορούμενος, λόγω του λάθους αυτού παραπλανήθηκε ή επηρεάστηκε δυσμενώς στην υπεράσπιση του. Στην υπόθεση Σ. Μαρκίδη ν. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων,
(1999)2, Α.Α.Δ, 598 και συγκεκριμένα στις σελ.601 και 602, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το ζήτημα που σήμερα εξετάζεται: «Κακή στοιχειοθέτηση του κατηγορητηρίου λόγω παράλειψης συμπερίληψης στην έκθεση του αδικήματος του άρθρου 12 του Ν. 4/78, η παράλειψη συμπερίληψης οποιουδήποτε άρθρου του νόμου σχετικού προς τη στοιχειοθέτηση και οριοθέτηση του αδικήματος δεν επάγεται την ακυρότητα της κατηγορίας όπως ρητά ορίζεται από την επιφύλαξη του άρθρου 39 του Κεφ. 155. Μόνο όπου εμφαίνεται ότι ο κατηγορούμενος παραπλανήθηκε από το λάθος στη διατύπωση της κατηγορίας δικαιολογείται ένα τέτοιο συμπέρασμα. Στην πρωτόδικη απόφαση γίνεται αναφορά σε σειρά αποφάσεων διαφωτιστικών για την ερμηνεία της σχετικής επιφύλαξης. (βλ. Fourri v. The Republic
(1980)2 CLR 152, Constantinides v. The Republic
(1978)2 CLR 337, Begonia Fashions v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 451). Σχετική επί του προκειμένου είναι και η πρόσφατη απόφαση που δόθηκε από τον Ηλιάδη, Δικαστή, στην Ανδρέας Σ. Κοιλιάρης Λτδ ν. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1998)2 ΑΑΔ 194). Η κατηγορία εναντίον του εφεσείοντος θεμελιώνεται στις διατάξεις του άρθρου 20 του Κεφ. 154 η οποία εξομοιώνει τη συνέργεια με την αυτουργία, στην προκειμένη περίπτωση την παράλειψη της εταιρείας να υποβάλει τις προβλεπόμενες από το νόμο δηλώσεις και προβλεπόμενους λογαριασμούς. Το άρθρο 2 του Κεφ. 155, ρητά προβλέπει ότι συνεργός μπορεί να κατηγορηθεί ως αυτουργός. Στην πρόσφατη απόφαση μας Ch. Zakakiotis (Disco) Ltd v. Kalavas and Associates Ltd κ.α.
(1999)2 ΑΑΔ 523, εξηγείται ότι το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα ρητά προβλέπει ότι ο κάθε ένας ο οποίος εμπλέκεται στο αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών σ' αυτό μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός. (Επί του ιδίου θέματος βλ. Adini κ.α. ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 319). Χωρίς να αποφασίζουμε ότι η συμπερίληψη του άρθρου 12 του Ν. 4/78 στην έκθεση των αδικημάτων ήταν ως θέμα ορθής διατύπωσης του κατηγορητηρίου απαραίτητη, η μη συμπερίληψη του δεν είχε οποιεσδήποτε δυσμενείς επιπτώσεις στη διαμόρφωση και προβολή της υπεράσπισης του εφεσείοντος (κατηγορούμενου), διαπίστωση που θέτει τέρμα στην περαιτέρω εξέταση του θέματος.» Επίσης όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Ηλία κ.α. ν. Αστυνομίας, 1999
(2)ΑΑΔ 395, στην οποία επαναλήφθηκε παλαιότερη επί του θέματος νομολογία, «Η διαπίστωση ελαττώματος στο κατηγορητήριο δεν ακυρώνει απαραίτητα τη δίκη. Μπορεί να οδηγήσει ή να μην οδηγήσει σ' αυτό το αποτέλεσμα ανάλογα με τα περιστατικά. Εφόσον το Ανώτατο Δικαστήριο κρίνει πως το ελάττωμα δεν επηρέασε τους εφεσείοντες στην υπεράσπιση τους ή γενικότερα πως δεν προκάλεσε αδικία, οφείλει να επικυρώσει τη καταδίκη (βλ. Kyriakou v. The Welfare Officer
(1961)2 CLR 227, Panteli v. District Labour Officer Famagusta
(1985)2 CLR, Karasamanis v. Police
(1986)2 CLR 229 και Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 14). Στην υπόθεση Ανδρέας Σ. Κοιλιάρης Λτδ ν. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1998)2ΑΑΔ 194, επαναλήφθηκε η θέση ότι σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του άρθρου 39 (γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αναφορικά με την σύνταξη του κατηγορητηρίου, μόνο ουσιώδεις παρατυπίες που επιφέρουν βλάβη στο κατηγορούμενο, μπορεί να οδηγήσουν σε παραπλάνηση του, επηρεάζουν την εγκυρότητα του κατηγορητηρίου (βλ. επίσης Constantinides v. Republic
(1978)2 CLR 337, Ξυδιά κ.α. ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 174, 225).» Συμπερασματικά λοιπόν και με βάση τις αρχές και τα κριτήρια που τέθηκαν από την πιο πάνω Νομολογία, για να κριθεί ότι ένα κατηγορητήριο είναι άκυρο, θα πρέπει να συνυπάρχουν σε μια κατηγορία περισσότερα του ενός αδικήματα και να δημιουργείται σύγχυση στον κατηγορούμενο αναφορικά με ποιό ή ποιά αδικήματα βρίσκεται αντιμέτωπος, έτσι ώστε η διαδικασία και γενικά η δίκη να επηρέασε τα έννομα συμφέροντα και δικαιώματα του. Στην παρούσα υπόθεση, δεν έχω διακρίνει οποιονδήποτε επηρεασμό στα δικαιώματα του κατηγορουμένου ή στην γραμμή υπεράσπισης που ακολούθησε, διότι έχει αντιληφθεί την υπόθεση που αντιμετώπιζε μέσα από την γραμμή που χάραξε αλλά και την αντεξέταση που έκανε στον μάρτυρα των παραπονουμένων. Συνακόλουθα κρίνω ότι δεν υπάρχει ζήτημα πολλαπλότητας ή ακυρότητας του κατηγορητηρίου. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, το Δικαστήριο προβαίνει στα πιο κάτω ευρήματα και συμπεράσματα: 1) Ο κατηγορούμενος κατά το έτος 2010, εξέδωσε προς όφελος και εις διαταγή των παραπονουμένων την επιταγή με αριθμό 89886042 από τον λογαριασμό 0669-11-002559 της Τράπεζας Κύπρου για το ποσό των € 2,500, την επιταγή με αριθμό 89886046 από τον λογαριασμό 0669-11-002559 της Τράπεζας Κύπρου για το ποσό των € 2,500 και την επιταγή επιταγή με αριθμό 89886047 από τον λογαριασμό 0669-11-002559 της Τράπεζας Κύπρου για το ποσό των € 3,000. 2) Οι πιο πάνω επιταγές εξεδόθησαν στα πλαίσια της συνεργασίας που υπήρχε μεταξύ των διαδίκων και που συνίστατο στην πώληση και παράδοση έτοιμου μπετόν από τους παραπονούμενους προς τον κατηγορούμενο, ως επίσης και στην πληρωμή προηγούμενων οφειλών του κατηγορουμένου προς τους παραπονουμένους. 3) Οι ποσότητες μπετόν τις οποίες παρέλαβε ο κατηγορούμενος δεν ήταν επί πιστώσει διότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε τις πιο πάνω αναφερόμενες επιταγές, ήτοι δεν υπήρξε πίστωση με την έννοια της υπόσχεσης πληρωμής της ποσότητας μπετόν εις το μέλλον. 4) Ο κατηγορούμενος παρέλαβε τις ποσότητες μπετόν στα πλαίσια της ύπαρξης συμφωνίας που είχε ο ίδιος και η εταιρεία του με τους παραπονούμενους όπως πιο πάνω αναφέρθηκε και δεν προέβη με οποιονδήποτε τρόπο σε οποιανδήποτε ψευδή παράσταση, δόλιο τέχνασμα και με σκοπό την καταδολίευση των παραπονουμένων. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Συνεπεία της αποτυχίας των παραπονουμένων να αποδείξουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας με αποδεχτή μαρτυρία τα συστατικά στοιχεία των ψευδών παραστάσεων, της πίστωσης και γενικά των γεγονότων που του καταλογίζονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσεται από σε όλες τις κατηγορίες. Οι παραπονούμενοι να καταβάλουν στον κατηγορούμενο τα δικηγορικά έξοδα όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.