Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Σωκράτης Ευαγγέλου κ.α, Αρ. Υπόθεσης: 3402/2012, 21.3.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:B14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3402/2012 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής και
- Σωκράτης Ευαγγέλου κ.α Κατηγορουμένων ----------------------- Ημερομηνία: 21.3.2012 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Χρ. Περγαντή Για τον κατηγορούμενο 1: κ. Παναούτας Κατηγορούμενος 1: παρών ----------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο πρώτος κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει από κοινού μαζί με όλους τους άλλους κατηγορούμενους την κατηγορία της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (πρώτη κατηγορία) καθώς και κατηγορίες που αφορούν αδικήματα που διαπράχθηκαν κατά παράβαση του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου Ν.29/77, όπως τροποποιήθηκε. Συγκεκριμένα δύο κατηγορίες παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β (2η και 4η κατηγορία), την κατηγορία της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα (3η κατηγορία), την κατηγορία της προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β σε άλλο πρόσωπο (5η κατηγορία) και την κατηγορία της παράνομης χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β (6η κατηγορία). Επίσης αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της επίθεσης κατά αστυνομικού οργάνου κατά παράβαση του άρθρου 222(β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (19η και 20η κατηγορία), κατηγορία που αφορά το αδίκημα της αντίστασης κατά νόμιμης σύλληψης κατά παράβαση του άρθρου 244 (α) του Ποινικού Κώδικα (21η κατηγορία), κατηγορία επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 που Ποινικού Κώδικα (22η κατηγορία) και τέλος κατηγορία που αφορά το αδίκημα της απόπειρας καταστροφής αποδεικτικού υλικού κατά παράβαση των άρθρων 120,366,367 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (24η κατηγορία). Κατηγορίες για αδικήματα που διαπράχθηκαν κατά παράβαση του Ν.29/77, αντιμετωπίζουν και οι άλλοι κατηγορούμενοι, ενώ η κατηγορούμενη 2 αντιμετωπίζει επίσης και κατηγορίες σχετικές με αδικήματα που διαπράχθηκαν κατά παράβαση του Ποινικού Κώδικα (22η και 23η κατηγορία). Σοβαρότερες όμως κατηγορίες αντιμετωπίζει, ο πρώτος κατηγορούμενος όπως είναι το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα και το αδίκημα της προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β (3η και 5η κατηγορία). Το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα αντιμετωπίζει και τη δεύτερη κατηγορούμενη (8η κατηγορία) για λιγότερη όμως ποσότητα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 2, 3 και 5, ο πρώτος κατηγορούμενος κατείχε κάνναβη βάρους 51,1376 γρ., την κατείχε με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα και επίσης προμήθευσε την δεύτερη κατηγορούμενη με άγνωστη ποσότητα ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β. Όλα τα αδικήματα, σύμφωνα με το κατηγορητήριο διαπράχθηκαν την 1.3.2012 στην Πάφο. Η υπόθεση τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου για πρώτη φορά στις 9.3.2012 και ζητήθηκε χρόνος ώστε οι κατηγορούμενοι να απαντήσουν στις κατηγορίες. Η Κατηγορούσα Αρχή ζήτησε την κράτηση μόνο του κατηγορούμενου, ενώ για τους υπόλοιπους κατηγορούμενους ζητήθηκε όπως τεθούν όροι με τους οποίους συμφώνησαν οι κατηγορούμενοι και έκτοτε είναι ελεύθεροι. Ο πρώτος κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση από τότε, χωρίς ένσταση, επιφυλάσσοντας όμως η υπεράσπιση με σχετικές δηλώσεις, το δικαίωμα της να φέρει ένσταση στη περαιτέρω κράτηση του, αν ζητηθεί αυτή, μετά την απάντηση του στις κατηγορίες. Στις 19.3.2012 όλοι οι κατηγορούμενοι δήλωσαν έτοιμοι να απαντήσουν στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και όταν τους απαγγέλθηκαν αυτές τις αρνήθηκαν. Η κατηγορούσα αρχή δήλωσε ότι, θα ζητήσει την περαιτέρω κράτηση του πρώτου κατηγορούμενου μέχρι την δίκη του και ότι θα προσκομίσει μαρτυρία ώστε να υποστηρίξει το αίτημα της. Το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση αναφορικά με τους κατηγορούμενους 2 - 6 για προγραμματισμό της ακρόασης στις 29.3.2012, ούτως ώστε να αποφασιστεί πρώτα το ζήτημα της κράτησης, εφόσον σε περίπτωση που αποφασιστεί η κράτηση του, αυτό θα επηρεάσει τον ορισμό της υπόθεσης, παρά το ότι έχουν τροποποιηθεί οι σχετικές πρόνοιες της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155 που αφορούν τον χρόνο της κράτησης. Το Δικαστήριο ενόψει του προγράμματος του όρισε την υπόθεση αργότερα την ίδια ημέρα στις 11:00 για να ακούσει το αίτημα και την μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή θα προσκόμιζε. Δεν χρειάστηκε όμως να γίνει τούτο, αφού δηλώθηκαν από κοινού κάποια γεγονότα και αμφότερες οι πλευρές περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής για την κράτηση του πρώτου κατηγορούμενο στηρίχθηκε σε δύο λόγους. Στην πιθανότητα μη προσέλευσης του στη δίκη και στην πιθανότητα διάπραξης, σε περίπτωση που αφεθεί ελεύθερος, άλλων αδικημάτων. Τα γεγονότα που δηλώθηκαν και έγιναν αποδεκτά από την υπεράσπιση, όπως τα έχω συνοψίσει είναι τα ακόλουθα: Εναντίον του κατηγορούμενου εκκρεμούν δύο ποινικές υποθέσεις, (α) Η Ποινική Υπόθεση 4292/2011 Ε.Δ Πάφου (το κατηγορητήριο κατατέθηκε εκ συμφώνου Τεκμήριο Α) στην οποία υπάρχουν ως κατηγορούμενοι ακόμη 4 πρόσωπα. 35 από τις 47 κατηγορίες που περιλαμβάνει το κατηγορητήριο αντιμετωπίζει ο πρώτος κατηγορούμενος, είτε μαζί με κάποιους από τους συγκατηγορούμενους του είτε μαζί με όλους. Οι κατηγορίες στην υπόθεση 4292/2011 που αντιμετωπίζει ο πρώτος κατηγορούμενος αφορουν κατά κύριο αδικήματα συνομωσίας, διάρρηξης κατοικιών, κλοπές από κατοικίες αδικήματα τα οποία σύμφωνα με το κατηγορητήριο διαπράχθηκαν τον Οκτώβριο του
- Η υπόθεση είναι ορισμένη για ακρόαση στις 24.4.
- (α) Η Ποινική Υπόθεση 34447/2010 Ε.Δ Λεμεσού για 3 διαφορετικές περιπτώσεις διαρρήξεων και κλοπών που διαπράχθηκαν στις 18 και 19/11/
- Η υπόθεση ήταν ορισμένη τελευταία φορά στις 12.3.2012 όμως ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε γιατί τελούσε υπό κράτηση στην παρούσα υπόθεση. Επίσης εναντίον του πρώτου κατηγορούμενου η ΥΚΑΝ, διερευνά υπόθεση για κατοχή ναρκωτικών, η οποία προέκυψε στα πλαίσια διερεύνησης υπόθεσης που αφορά εμπρησμό όπου ανευρέθηκε και ποσότητα ναρκωτικών ουσιών. Τα αποτελέσματα του Γενικού Χημείου δεν έχουν ακόμα ετοιμαστεί και η ποσότητα δεν είναι γνωστή ακόμα. Αναφορικά με τις προσωπικές του συνθήκες, με βάση αυτά που ο ίδιος δήλωσε στην αστυνομία και στην κατάθεση του, είναι ηλικίας 20 χρονών, άνεργος, διατηρεί δεσμό με την δεύτερη κατηγορούμενη που είναι από την Ρουμανία, επίσης άνεργη και διαμένουν μαζί τους τελευταίους 2 - 3 μήνες ενώ οι γονείς του έχουν χωρίσει. Δηλώθηκε επίσης και έγινε παραδεκτό ότι ο κατηγορούμενος έδωσε κατάθεση και ομολόγησε την διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης. Η κα Περγαντή αγορεύοντας προς υποστήριξη του αιτήματος για την κράτηση του πρώτου κατηγορούμενου μέχρι την δίκη του για τους λόγους που το αίτημα υποβλήθηκε, αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στη σοβαρότητα των αδικημάτων και στην πιθανότητα καταδίκης του και υποστήριξε ότι από με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί στο Δικαστήριο έχει διαφανεί η τάση και η ροπή του κατηγορούμενου προς το έγκλημα καθώς και η πιθανότητα διάπραξης, αν αφεθεί ελεύθερος, άλλων αδικημάτων. Ο κ. Παναούτας διαφώνησε με την κα Περγαντή και με τα όσα επικαλέστηκε ως στοιχεία που συνηγορούν στην έγκριση του αιτήματος, υποστηρίζοντας ότι αυτά καταδεικνύουν το αντίθετο, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερος με όρους τους οποίους και εισηγήθηκε προς το Δικαστήριο. Υποστήριξε δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη οι υποθέσεις που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει για σκοπούς πιθανολόγησης διάπραξης άλλων αδικημάτων ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, δεν είναι είπε, η περίπτωση ύπαρξης προηγούμενων καταδικών και δεν υπάρχει το τεκμήριο της καταδίκης ώστε αυτό να δείχνει την εγκληματική συμπεριφορά και τάση του κατηγορούμενου. Επικαλέστηκε αναφορικά με το θέμα αυτό την υπόθεση Ψύλλας ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 801. Σε ότι αφορά την περίπτωση ο κατηγορούμενος να μην εμφανιστεί στη δίκη του, ανάφερε ο κ. Παναούτας, πως από το ιστορικό των υποθέσεων που εκκρεμούν φαίνεται ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε παρέλειψε να εμφανιστεί στο Δικαστήριο και αν επρόκειτο για άτομο που θα ήθελε να διαφύγει θα το έκανε ήδη. Σε ότι αφορά τις προσωπικές του συνθήκες ανάφερε ότι με την δεύτερη κατηγορούμενη έχουν ουσιαστικά αρραβωνιαστεί και έχουν ενοικιάσει διαμέρισμα στο οποίο και διαμένουν τους τελευταίους μήνες, επίσης ότι η δεύτερη κατηγορούμενη εγκυμονεί το παιδί του κατηγορούμενου και διαμένει μόνιμα στην Κύπρο τα τελευταία 6 με 7 χρόνια της οποία ο πατέρας είναι Κύπριος. Ο κατηγορούμενος ανέφερε έχει 7 αδέλφια και με την εργασία του βοηθά την μητέρα του και τα αδέλφια του αναφέροντας, χωρίς να αμφισβητεί ότι ο ίδιος δήλωσε άνεργος στην αστυνομία, ότι εργαζόταν ως πελεκάνος περιστασιακά. Επικαλέστηκε στο σημείο αυτό την υπόθεση Σιβιτανιδης ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 234/2008 ημερομηνίας 22.1.2009 η οποία ανάφερε αφορούσε μεγαλύτερη ποσότητα 3 κιλά κάνναβη. Οι εξουσίες του Δικαστηρίου, επί του θέματος της κράτησης κατηγορούμενου, εδράζεται στα άρθρα 48 και 157.1 της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε, και η απόλυση ή όχι του Κατηγορουμένου με εγγύηση είναι θέμα που αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία εξασκείται με βάση καλά καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ. κ. Λοϊζου & Πική, στη σελ 35 αναφέρεται ότι: «Θα πρέπει κάποιος να ξεκινά από το σημείο ότι κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα δικαιούται σε απόλυση με εγγύηση εκτός αν υπάρχουν ικανοποιητικοί και πειστικοί λόγοι για το αντίθετο». (σε ελεύθερη μετάφραση) Στην υπόθεση Κάννας ν. Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 444 αναφέρθηκαν τα εξής: « Τρεις είναι οι βασικοί λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο μπορεί να κρίνει επιβεβλημένη την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την δίκη του. Η πιθανότητα: (α) μη προσέλευσης του στη δίκη, (β) διάπραξης του ίδιου ή άλλου εγκλήματος, και (γ) επηρεασμού μαρτύρων. Το πρώτο στοιχείο εξετάζεται στη βάση, και σε συσχετισμό με τη σοβαρότητα του εγκλήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και την πιθανότητα καταδίκης του. Σύμφωνα με την νομολογία οποιοσδήποτε από τους πιο πάνω λόγους ή συνδυασμός τους είναι αρκετός για να δικαιολογήσει την κράτηση του κατηγορουμένου μέχρι την δίκη του (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 7) Στην Κρίνος Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας,
(2002)2 ΑΑΔ 48 , αναφέρθηκαν τα εξής: «Είναι όμως επίσης νομολογημένο πως σε καμιά περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης και την επιβληθησόμενη ποινή, αυτόματα δηλαδή, χωρίς τον συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων. Το εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικασθεί ο κατηγορούμενος αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος». Όλες οι πιο πάνω αρχές και παράγοντες επαναβεβαιώθηκαν και στην υπόθεση Ονουφρίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 159, στην οποία επισημαίνονται τα ακόλουθα: «Οι κατηγορούμενοι τεκμαίρεται ότι είναι αθώοι και ως θέμα γενικής αρχής πρέπει να αφήνονται ελεύθεροι εκτός αν συντρέχουν σοβαροί λόγοι περί του αντιθέτου. Η νομολογία έχει συμπεριλάβει σε αυτούς τους λόγους και την πιθανότητα της μη προσέλευσης του κατηγορουμένου κατά τη δίκη. Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και επιβολή αυστηρής ποινής αποτελούν βασικούς δείκτες που αφορούν στην εκτίμηση της πιθανότητας προσέλευσης του κατηγορούμενου στη δίκη του». Με γνώμονα τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω θα προχωρήσω στην εξέταση των παραγόντων που θα ληφθούν υπόψη στην τελική μου απόφαση Στην υπόθεση Θεοδωρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 139 , επισημάνθηκε, ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία, ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του υπόδικου να αποφύγει τη δίκη του. Στην Ψύλλας ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 801, αναφέρθηκε ότι: «Ο κίνδυνος να μην παρουσιασθεί ένας Κατηγορούμενος στο Δικαστήριο δεν καταδεικνύεται μόνο από τα στοιχεία που διαθέτει η Κατηγορούσα Αρχή, αλλά θεωρείται πως ελλοχεύει ένεκα της σοβαρότητας των αδικημάτων που αφορούν τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει». Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος συναρτάται άμεσα με τo ανώτατο ύψος των προβλεπόμενων από το Νόμο ποινών σε περίπτωση καταδίκης του. Συγκεκριμένα και σε σχέση με τα αδικήματα για τη διάπραξη των οποίων κατηγορείται ο πρώτος κατηγορούμενος με σοβαρότερες κατηγορίες αυτές που αφορούν την κατοχή, την κατοχή με σκοπό την προμήθεια και την προμήθεια ελεγχόμενων φαρμάκων ο νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης δια βίου. Σε σωρεία αποφάσεων έχει τονιστεί ότι αδικήματα που σχετίζονται με τα ναρκωτικά είναι εκ της φύσεως τους σοβαρά και επίσης αδικήματα αυτής της φύσης αντιμετωπίζονται από τα Δικαστήριο με αυστηρότητα. Κατά συνέπεια είναι φανερό, ότι τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, με βάση τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές είναι πολύ σοβαρά. Στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 109 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η αξιολόγηση της πιθανότητας καταδίκης αποτελεί μια απόλυτα θεμιτή διαδικασία η οποία στοχεύει να επιλύσει τα επίδικα θέματα στη διαδικασία τα οποία είναι η κράτηση του υποδίκου ή απόλυσή του με εγγύηση. Δεν έχει σχέση με την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης και δεν την επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο». Λέχθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή και έγινε αυτό αποδεκτό από τον συνήγορο του κατηγορούμενου ότι πρώτος κατηγορούμενος με την κατάθεση του στην αστυνομία παραδέχεται την διάπραξη όλων των αδικημάτων για τα οποία κατηγορείται. Πρόσθεσε όμως, ο συνήγορος του πρώτου κατηγορούμενου, ότι η θεληματικότητα της κατάθεσης του αποτελεί ζήτημα το οποίο, εξ όσων έχω αντιληφθεί, θα εγερθεί κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Είναι αρκετό, για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, η πιο πάνω δήλωση, δηλαδή ότι ο πρώτος κατηγορούμενος έδωσε κατάθεση που ομολογεί την διάπραξη των αδικημάτων και αυτό οδηγεί χωρίς περαιτέρω σχόλια στην διαπίστωση ότι υπάρχει σοβαρό και ορατό ενδεχόμενο καταδίκης του κατηγορουμένου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Συνεπώς σε περίπτωση καταδίκης του πρώτου κατηγορουμένου, είναι απόλυτα πιθανό να επιβληθεί σε αυτόν ποινή φυλάκισης μέχρι 5 χρόνια αφού η παρούσα υπόθεση δικάζεται συνοπτικά. Το Δικαστήριο μεταξύ των παραγόντων που θα λάβει υπόψη του σε σχέση με το ύψος της ποινής είναι σαφώς η σοβαρότητα των αδικημάτων αλλά και η έξαρση που παρατηρείται στην διάπραξη αδικημάτων αυτής της φύσης και η ποινή δεν μπορεί παρά να είναι και αποτρεπτική. Επίσης από το σύνολο των κατηγοριών, την φύση των αδικημάτων και των εμπλεκόμενων προσώπων φαίνεται ότι υπάρχουν στην παρούσα υπόθεση και επιβαρυντικά στοιχεία ως το άρθρο 30
(4)του Ν.29/77 καθορίζει. Οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου, σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή, είναι τέτοιες οι οποίες ενισχύουν την πιθανότητα μη εμφάνισης του ενόψει βέβαια και της σοβαρότητας των αδικημάτων που αντιμετωπίζει. Από την άλλη, όπως φαίνεται πιο πάνω, ο συνήγορος του πρώτου κατηγορούμενου επικαλείται ότι είναι τέτοιες οι προσωπικές του συνθήκες όπου αποκλείουν την πιθανότητα αυτή και τις θέσεις της Κατηγορούσας Αρχής. Όπως στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 109 στην σελ. 117, τονίστηκε: «Άλλοι παράγοντες είναι εκείνοι που συνδέονται με τον χαρακτήρα του κατηγορούμενου, την κατοικία του, το επάγγελμα του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς με την χώρα εις την οποία διώκεται (βλ. Neumeister v. Austria A8 p.39
(1968). Όλοι αυτοί οι παράγοντες έχουν αναγνωριστεί από την νομολογία μας. Ωστόσο όπως υπογραμμίστηκε στην Βασιλείου (πιο πάνω) δεν «υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης». Μέσα από τα όσα δηλώθηκαν σε σχέση με τις προσωπικές συνθήκες του πρώτου κατηγορούμενου, κρίνω ότι αυτές είναι τέτοιες σε συνδυασμό και με τα αδικήματα που αντιμετωπίζει που δεν μπορούν να αποκλείσουν το ενδεχόμενο να διαφύγει αλλά το ενδυναμώνουν. Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 20 ετών και άνεργος, η σχέση του με την δεύτερη κατηγορούμενη η οποία έχει δεσμούς και με άλλη χώρα, την Ρουμανία, θα μπορούσα να πω ότι δημιουργεί στο μυαλό μου περισσότερο την υποψία για πιθανότητα διαφυγής του παρά να την αποκλείει. Καταλήγω στο σημείο αυτό αφού προέβηκα στις πιο πάνω διαπιστώσεις σε σχέση με την σοβαρότητα των αδικημάτων και την πιθανότητα καταδίκης του κατηγορουμένου, έχοντας λάβει παράλληλα υπόψη μου και τις προσωπικές του συνθήκες, ότι οι πιθανότητες και ο κίνδυνος να μην παρουσιαστεί στην δίκη του είναι ορατές. Αναφορικά με το θέμα της πιθανότητας διάπραξης του ιδίου ή άλλων αδικημάτων από τον Κατηγορούμενο, σε περίπτωση που αυτός αφεθεί ελεύθερος, ζήτημα που αποτέλεσε εισήγηση της Κατηγορούσας Αρχής και συνάντησε την αντίθετη εισήγηση της Υπεράσπισης έχω να παρατηρήσω τα ακόλουθα: Στην υπόθεση Τσιάκκας κ.α. ν. Δημοκρατίας Π.Ε. 7264,7265 και 7266, ημερ. 26.04.2002 επιδοκιμάσθηκε από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως ήταν τότε, κ. Νικήτα, το εξής απόσπασμα από την σελ. 131 της απόφασης Σιακκαλής ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 130, στο οποίο ο Δικαστής κ. Νικολαϊδης, που εξέδωσε την απόφαση, παρατήρησε ότι: «Η πιθανότητα διάπραξης αδικήματος στο μέλλον, δεν μπορεί να αποδειχθεί με την αυστηρή έννοια του όρου. Εκείνο που μετρά είναι αν με βάση όλα τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα. Δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία για την ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος». Στην πολιτική του δικαίου για την πρόληψη του εγκλήματος εντοπίζεται η προέλευση του κανόνα που επιτρέπει την κράτηση, όπου διαφαίνεται κίνδυνος επανάληψης του αδικήματος. Όπως υπογράμμισε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ο κίνδυνος αυτός πρέπει να είναι ευλογοφανής (plausible) (βλ.Clooth v. Belgium A225 para 40
(1991). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Φώτος Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 6285 ημερ. 5.3.97, η πρόβλεψη αναφορικά με την ύπαρξη και αποτίμηση των διαφόρων κινδύνων που σταθμίζονται κατά την εξέταση του ενδεχόμενου κράτησης, όπως είναι η πιθανότητα διάπραξης στο μεταξύ άλλων αδικημάτων, δεν μπορεί παρά να στηρίζεται είτε σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υπόδικου ή της υπόθεσης είτε σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της. Τα στοιχεία που είναι σχετικά περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου σε προηγούμενες περιπτώσεις ή η προηγούμενη καταδίκη για παρόμοια αδικήματα, αλλά και οι τάσεις που επιδεικνύει και οι οποίες ανάγονται βέβαια στο μέλλον όπως είναι η πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων ή η πιθανολόγηση περί της διάπραξης και άλλων αδικημάτων. Για κατάληξη σε συμπέρασμα για την ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Αρκεί αν με βάση όλα τα ενώπιον του δικαστηρίου στοιχεία δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει η πιθανότητα. Πλήρης απόδειξη της πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν είναι εξάλλου ούτε και θεωρητικά δυνατή. Διερωτάται κανείς πως μπορεί να αποδειχθεί μια πιθανολόγηση. Το δικαστήριο μπορεί, τηρώντας πάντα ορισμένους κανόνες, να καταλήξει σε συμπεράσματα ως προς την πιθανότητα διάπραξης αδικήματος στο μέλλον. Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο μέλλον για την οποία το δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα βασιζόμενο μεταξύ άλλων στο ιστορικό του ή σε άλλες διάφορες περιστάσεις..» Θα πρέπει να τονιστεί, ότι η πιθανότητα διάπραξης άλλου αδικήματος δεν περιορίζεται κατ΄ ανάγκη σε παρόμοιο με το υπό εκδίκαση αδίκημα (βλ. Lefkios Rodosthenous and Another ν. The Police 1961 C.L.R. 50) Παραπέμπω επίσης στην υπόθεση Φώτος Χατζηδημητρίου (πιο πάνω) αναφορικά με το ζήτημα αυτό. Στην υπόθεση Σιακκαλής ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 130 αναφέρθηκε ότι στο Άρθρο 11.2(γ) του Συντάγματος επιτρέπεται η στέρηση της ελευθερίας ατόμου όχι μόνο προς τον σκοπό προσαγωγής του ενώπιον της αρμόδιας αρχής με την εύλογη υπόνοια ότι διέπραξε αδίκημα, αλλά ακόμα και όταν η κράτηση του μπορεί να θεωρηθεί ευλόγως αναγκαία προς παρεμπόδιση διάπραξης αδικήματος ή απόδρασης. Η αναφορά στο Σύνταγμα στην ευλόγως αναγκαία κράτηση προς παρεμπόδιση διάπραξης αδικήματος δίνει ακριβώς και το μέτρο που θα πρέπει να χαρακτηρίζει τις υποθέσεις αυτές. Λέχθηκε επίσης στην υπόθεση Σιακαλλή «ότι η κράτηση δεν αποτελεί τιμωρία, ούτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί αφηρημένα για την πρόληψη διάπραξης άλλων αδικημάτων. Το Δικαστήριο θα πρέπει να ξεκινά πάντα από την αρχή ότι η ελευθερία του ατόμου είναι κατοχυρωμένη συνταγματικά και ότι η κράτηση χωρίς την επιβολή ποινής αποτελεί μέτρο κατ΄ εξαίρεση. Η πιθανότητα διάπραξης άλλου αδικήματος είναι ένας από του παράγοντες που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του κατά τη στάθμιση των πραγμάτων". Mεταξύ των συντεταγμένων που λαμβάνονται υπόψη, αναφέρεται στην υπόθεση Σιακαλλή είναι «εκτός από το ποινικό μητρώο και οι τάσεις που ο κατηγορούμενος επιδεικνύει». Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι μόνο το ποινικό μητρώο που λαμβάνεται υπόψη κατά την εξέταση ενός τέτοια ζητήματος. Ο δεύτερος κατηγορούμενος, στην υπόθεση Σιακαλλή είχε αφεθεί ελεύθερος αρχικά με όρους, στην συνέχεια όμως η Κατηγορούσα Αρχή διαφοροποίησε την θέση της και ζήτησε την κράτηση του, στηριζόμενη στο γεγονός ότι εναντίον του εξεταζόταν υπόθεση για πρόκληση βαρείας σωματικής βλάβης κατά το χρονικό διάστημα που τελούσε υπό τους όρους του διατάγματος του Δικαστηρίου και ανέμενε στην εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Το κακουργιοδικείο κατέληξε ότι η συμπεριφορά αυτή του δεύτερου κατηγορούμενου δεν μπορούσε να παραγνωριστεί και διέταξε την κράτηση του. Συνεπώς η θέση της υπεράσπιση, ότι μόνο το ποινικό μητρώο του πρώτου κατηγορούμενου, δηλαδή οι προηγούμενες καταδίκες του, που δεν έχει όμως, μπορούν να ληφθούν υπόψη και να αποτελέσουν την βάση για να στηριχθεί ένα δικαστήριο και να προβεί σε εύρημα ότι υπάρχει πιθανότητα διάπραξης άλλου αδικήματος, δεν βρίσκει έρεισμα στην νομολογία. Από τα πιο πάνω προκύπτει επίσης, ότι δεν τίθεται ζήτημα σύγκρουσης, σε περίπτωση ευρήματος μια τέτοιας πιθανότητας, αν ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο πέραν του ποινικού μητρώο ενός κατηγορούμενου και στοιχεία που προέρχονται από την ύπαρξη άλλων υποθέσεων που αντιμετωπίζει χωρίς να έχει κριθεί ήδη ένοχος σε αυτά. Στην υπόθεση Σιακαλλή (πιο πάνω) λέχθηκαν επίσης τα εξής «Η σημασία που δίδεται στον παράγοντα της πιθανολόγησης διάπραξης νέου αδικήματος ουσιαστικά αντανακλά την προσπάθεια προστασίας του κοινωνικού συνόλου στις περιπτώσεις όπου η διάπραξη νέου αδικήματος από τον κατηγορούμενο είναι πιθανή.» Στην προκειμένη περίπτωση ο πρώτος κατηγορούμενος, ενώ αντιμετωπίζει και εκκρεμούν εναντίον του δύο άλλες υποθέσεις, με σοβαρότατες κατηγορίες, των οποίων αναμένει την εκδίκαση τους, βρέθηκε κατηγορούμενος εκ νέου στην υπόθεση αυτή, αντιμετωπίζοντας επίσης σοβαρότατες κατηγορίες, όπου με την κατάθεση που παραδέχεται την διάπραξη των αδικημάτων. Θα μπορούσαμε να πούμε, ότι με βάση τον τρόπο που η Κατηγορούσα Αρχή χειρίστηκε στο θέμα στην υπόθεση Σιακαλή (πιο πάνω), θα μπορούσε να το χειριστεί και στις άλλες δύο υποθέσεις που αντιμετωπίζει ο πρώτος κατηγορούμενος, δηλαδή να ζητήσει την κράτηση του στα πλαίσια των άλλων δύο υποθέσεων που εκκρεμούν εφόσον ενώ ήταν ελεύθερος, προφανώς με όρους, διάπραξε τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης. Το γεγονός ότι τέθηκε στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης το αίτημα για κράτηση του δεν διαφοροποιεί το σκεπτικό που προκύπτει από την υπόθεση Σιακαλλή. Συνεπώς, εκτιμώ ότι αν ο πρώτος κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος υπάρχει σοβαρή πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων στο μέλλον. Ενώπιον του δικαστηρίου έχουν τεθεί επαρκεί στοιχεία τα οποία δημιουργούν στο δικαστήριο ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει πιθανότητα διάπραξης ιδίων ή παρόμοιων ή αλλων αδικημάτων σε περίπτωση που αφεθεί ελεύθερος. Έχοντας κατά νου όλα όσα ανέφερα προηγουμένως έχω ικανοποιηθεί υπό τις περιστάσεις ότι πρέπει να διατάξω την κράτηση του πρώτου κατηγορούμενου, για τους λόγους που εξηγώ πιο πάνω, μέχρι την δίκη του. Και οι δύο λόγοι τους οποίους η Κατηγορούσα Αρχή έχει επικαλεστεί κρίνω ότι ικανοποιούνται. Κατά συνέπεια, ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, εκδίδω διάταγμα για την κράτηση του κατηγορουμένου μέχρι την 9.4.2012 όπου η υπόθεση ορίζεται για ακρόαση στις 10:30 π.μ. (Υπ.) ........................................ Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο