Ανδρέας Σιήκκη ν. Πανίκου Ιωάννου Βατυλιώτη άλλως Πανίκου Γαβριήλ, Αρ. Υπόθεσης: 15000/11, 21/3/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:B15 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15000/11 Ανδρέας Σιήκκη Παραπονούμενος εναντίον Πανίκου Ιωάννου Βατυλιώτη άλλως Πανίκου Γαβριήλ Κατηγορουμένου ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 21/3/2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον παραπονούμενο: κος Ανδρέας Ζύμπηλος Για τον κατηγορούμενο : κος Μιλτιάδης Μιλτιάδους Κατηγορούμενος : παρών ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος στην πρώτη κατηγορία, αντιμετωπίζει το αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης ενώ ήταν πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε, κατά παράβαση του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5 άρθρο 117(α) και των σχετικών κανονισμών. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά την 13/9/2010 στην Πάφο της Επαρχίας Πάφου, εξασφάλισε πίστωση δια το ποσό των € 6,000 από τον Ανδρέα Σιήκκη από την Πάφο, ήτοι εξέδωσε την επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας με αριθμό 90653101 ημερομηνίας 15/12/2010 για ισάξιο ποσό, η οποία εκδόθηκε από κλειστό λογαριασμό ενώ ήταν πτωχεύσας και δεν αποκαταστάθηκε χωρίς να τον πληροφορήσει ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε εις την αίτηση πτώχευσης 22/1995 Ε.Δ. Πάφου, ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος 12/11/
- Στην δεύτερη κατηγορία ο κατηγορούμενος ανιμετωπίζει το αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης βάσει ψευδών παραστάσεων ενώ κηρύχθηκε σε πτώχευση, κατά παράβαση του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5 άρθρο 118(α) και των σχετικών κανονισμών. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος την 13/9/2010 στην Πάφο της Επαρχίας Πάφου, εξασφάλισε πίστωση βάσει ψευδών παραστάσεων δια το ποσό των € 6,000 από τον Ανδρέα Σιήκκη από την Πάφο, με την ανάληψη χρέους και υποχρέωσης για το ισάξιο ποσό, ενώ αυτός κηρύχθηκε σε πτώχευση στην αίτηση πτώχευσης 22/1995 Ε.Δ. Πάφου. Οι ψευδείς παραστάσεις συνίσταντο στο ότι ενώ ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε σε πτώχευση την 12/11/1997, ανέλαβε χρέος και υποχρέωση έναντι του Ανδρέα Σιήκκη από την Πάφο, δηλαδή ανέλαβε να πληρώσει στον Ανδρέα Σιήκκη από την Πάφο το πιο πάνω ποσό εκδίδοντας την επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας με αριθμό 90653101 ημερομηνίας 15/12/2010, ενώ ο λογαριασμός από τον οποίο εκδόθηκε η εν λόγω επιταγή ήταν κλειστός. Στην τρίτη κατηγορία ο κατηγορούμενος αντιμεωπίζει το αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης ενώ ήταν πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε, κατά παράβαση του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5 άρθρο 117(α) και των σχετικών κανονισμών. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της τρίτης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατά την 7/4/2008 στην Πάφο της Επαρχίας Πάφου, εξασφάλισε πίστωση δια το ποσό των € 6,000 από τον Ανδρέα Σιήκκη από την Πάφο, ήτοι εδανείσθηκε από αυτόν το χρηματικό ποσό των € 6,000 ενώ ήταν πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε, χωρίς να τον πληροφορήσει ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε εις την αίτηση πτώχευσης 22/1995 Ε.Δ. Πάφου, ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος πτώχευσης. Στην τέταρτη κατηγορία ο κατηγορούμενος ανιμετωπίζει το αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης βάσει ψευδών παραστάσεων ενώ κηρύχθηκε σε πτώχευση, κατά παράβαση του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5 άρθρο 118(α) και των σχετικών κανονισμών. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της τέταρτης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος την 7/4/2008 στην Πάφο της Επαρχίας Πάφου, εξασφάλισε πίστωση βάσει ψευδών παραστάσεων δια το ποσό των € 6,000 από τον Ανδρέα Σιήκκη από την Πάφο με την ανάληψη χρέους και υποχρέωσης για το ισάξιο ποσό, ενώ αυτός κηρύχθηκε σε πτώχευση στην αίτηση πτώχευσης 22/1995 Ε.Δ. Πάφου. Οι ψευδείς παραστάσεις συνίσταντο στο ότι ενώ ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε σε πτώχευση την 12/11/1997, ανέλαβε χρέος και υποχρέωση έναντι του Ανδρέα Σιήκκη, δηλαδή εδανείσθηκε από τον Ανδρέα Σιήκκη από την Πάφο το πιο πάνω ποσό, αναλαμβάνοντας να επιστρέψει το ποσό αυτό στον παραπονούμενο, χωρίς να τον πληροφορήσει ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε εις την αίτηση πτώχευσης 22/1995 Ε.Δ. Πάφου ημερομηνίας έκδοσης του διατάγματος πτώχευσης 12/11/
- Ο κατηγορούμενος πριν απαντήσει στις κατηγορίες, προέβαλε δυνάμει του άρθρου 69
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 την ειδική απάντηση του δεδικασμένου, ήτοι της καταδίκης του κατηγορούμενου στην υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με αρ. 4275/2011 και το θέμα οδηγήθηκε προς ακρόαση. Αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου το μαρτυρικό υπόβαθρο, βάσει του οποίου το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει το πιο πάνω ζήτημα και επιχειρηματολόγησαν με τις αγορεύσεις τους για να υποστηρίξουν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με παραπομπή στο μαρτυρικό υλικό και σε σχετική νομολογία. Το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου συνίστατο σε δύο τεκμήρια. Το τεκμήριο 1 είναι το κατηγορητήριο της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 4275/2011 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου που καταχωρήθηκε στις 5/4/2011. Σύμφωνα με το εν λόγω τεκμήριο, οι διάδικοι της παρούσας υπόθεσης ήταν οι ίδιοι με τους διάδικους της πιο πάνω υπόθεσης και είχαν την ίδια ιδιότητα, ήτοι του παραπονούμενου και του κατηγορούμενου αντίστοιχα. Στην εν λόγω υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε δύο κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορούσε το αδίκημα της έκδοσης επιταγής επιταγής χωρίς αντίκρυσμα, κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε μέχρι τότε και του νόμου 166/87. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος την 15/10/2010 στην Πάφο της Επαρχίας Πάφου, εξέδωσε την επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας/ Hellenic Bank με αριθμό 90653101 για το ποσό των € 6,000 εις τον Ανδρέα Σιήκκη από την Πάφο, πληρωτέα την 15/12/2010 η οποία με την παρουσίαση της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε δεν εξοφλήθηκε λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη, δηλαδή του κατηγορούμενου, ήταν κλειστός κατά τον χρόνο της παρουσίασης της επιταγής και παρέμεινε απλήρωτη η επιταγή για περίοδο 15 ημερών από της εν λόγω παρουσιάσεως. Στην δεύτερη κατηγορία ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε το αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297 και 301 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος την 15/10/2010 στην Πάφο της Επαρχίας Πάφου, με ψεύτικες παραστάσεις και με πρόθεση δόλου, εξασφάλισε πίστωση από τον Ανδρέα Σιήκκη δια το ποσό των € 6,000, εκδίδοντας την επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας/ Hellenic Bank με αριθμό 90653101 εις τον Ανδρέα Σιήκκη από την Πάφο πληρωτέα την 15/12/2010, η οποία με την παρουσίαση της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν εξοφλήθη καθ΄ ότι ο λογαριασμός του εκδότη της, δηλαδή του κατηγορούμενου, ήταν κλειστός. Οι ψεύτικες παραστάσεις συνίσταντο στο ότι ο κατηγορούμενος παρουσίασε ως έχουσα αντίκρυσμα την επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας/ Hellenic Bank με αριθμό 90653101 εις τον Ανδρέα Σιήκκη από την Πάφο για το ποσό των € 6,000, την οποία εξέδωσε και παρέδωσε εις τον Ανδρέα Σιήκκη από την Πάφο, ενώ ο λογαριασμός από τον οποίο εκδόθηκε η εν λόγω επιταγή ήταν κλειστός ( Account closed ). Σύμφωνα με το τεκμήριο 2, στις 27/7/2011 το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στα πλαίσια της υπόθεσης με αριθμό 4275/2011, δεν επέβαλε στον κατηγορούμενο καμία ποινή και εξέδωσε διάταγμα σύμφωνα με το οποίο ο κατηγορούμενος να καταβάλει τα δικηγορικά έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή Στην υπόθεση Χαραλάμπους Πουλλαούας ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 494 με αναφορά στον Archbold 1995 και στην αγγλική νομολογία (βλ. Connelly v. D.P.P. [1964] A.C. 1254) λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την εφαρμογή του δόγματος του δεδικασμένου:
- Το δόγμα του δεδικασμένου τυγχάνει εφαρμογής στη σφαίρα του ποινικού δικαίου υπό τον τύπο του αποφθέγματος - nemo debet bis vexari pro eadem causa, ή nemo debet bis puniri pro uno delicto - κανένας δεν μπορεί να τίθεται δυο φορές σε κίνδυνο καταδίκης για το ίδιο αδίκημα (ο κανόνας κατά του διπλού κινδύνου) και ότι οι αρχές του autrefois convict και acquit είναι θεμελιωμένες επί των πιο πάνω αποφθεγμάτων.
- Το γεγονός ότι οι λεπτομέρειες του προτεινόμενου αδικήματος είναι κάπως διαφορετικές από εκείνες της πρώτης κατηγορίας δεν εμποδίζει την επίκληση του δόγματος του autrefois.
- Το δόγμα αυτό είναι διαθέσιμο όχι μόνο σε σχέση με οποιαδήποτε επανάληψη της πραγματικής κατηγορίας για την οποία ο κατηγορούμενος είχε προηγουμένως αθωωθεί αλλά επίσης προστατεύεται και για κατηγορίες για τις οποίες αυτός θα μπορούσε να καταδικαστεί στην αρχική διαδικασία, έστω και αν σε σχέση με αυτές δεν έτυχε τυπικής αθώωσης.
- Για την εφαρμογή του δόγματος του autrefois είναι αναγκαίο όπως ο κατηγορούμενος να είχε τεθεί στον κίνδυνο καταδίκης για το ίδιο αδίκημα όπως εκείνο για το οποίο τώρα κατηγορείται. Η λέξη 'αδίκημα' περιλαμβάνει τόσο τα γεγονότα τα οποία συνιστούν το έγκλημα και τα νομικά χαρακτηριστικά τα οποία το καθιστούν αδίκημα. Για την εφαρμογή του δόγματος πρέπει να είναι το ίδιο αδίκημα τόσο όσον αφορά τα γεγονότα όσο και το νόμο. Η επίκληση του δόγματος του autrefois acquit ή convict μπορεί να γίνει για μια αθώωση ή καταδίκη σε προηγούμενη διαδικασία όταν το αδίκημα στη νέα διαδικασία είναι το ίδιο ή ουσιαστικά το ίδιο με το προηγούμενο ή όταν ο κατηγορούμενος μπορούσε να είχε καταδικασθεί γι' αυτό στην προηγούμενη διαδικασία (βλ. Ηλιάδης, Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 100) Το δόγμα του autrefois acquit ή convict προβλέπεται στο άρθρο 69
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 στα πλαίσια του οποίου προβάλλεται δικονομικά ως ειδική απάντηση. Οι πρόνοιες του όμως βρίσκουν και συνταγματική κάλυψη στο άρθρο 12
(2)του Συντάγματος, στο οποίο δεν τίθεται περιορισμός ως προς το στάδιο στο οποίο μπορεί να γίνει επίκληση του δόγματος αυτού. Ενόψει αυτού του νομικού πλαισίου κρίνω ότι το θέμα μπορεί να εγερθεί και να αποφασισθεί και στο παρόν στάδιο, της έκδοσης δηλ. τελικής απόφασης. Η δε πρόνοια του άρθρου 12
(2)του Συντάγματος αντιστοιχεί με αυτήν του άρθρου 4
(1)του Έβδομου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το οποίο η Κυπριακή Δημοκρατία κύρωσε με το Νόμο 18(ΙΙΙ)/2000. Για το λόγο αυτό η σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Ε.Δ.Α.Δ.) παρέχει χρήσιμη καθοδήγηση. Ως εκ των άνω η πρόνοια του άρθρου 69
(1)(β) πρέπει να διαβάζεται και να ερμηνεύεται υπό το φως των προνοιών τόσο του άρθρου 12
(2)του Συντάγματος όσο και του άρθρου 4
(1)του Έβδομου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η πρόνοια του άρθρου 4
(1)απασχόλησε πρόσφατα το Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση Zolotukhin v. Russia, Apl. no 14939/03, ημερ. 10.2.09 στην οποία το Δικαστήριο υιοθετεί πλέον μια σύγχρονη και ενιαία ερμηνευτική προσέγγιση. Συγκεκριμένα σε σχέση με το πότε το αδίκημα για το οποίο κάποιος διώκεται θεωρείται ότι είναι το ίδιο με αυτό για το οποίο ήδη καταδικάσθηκε ή αθωώθηκε, το Δικαστήριο (Grand Chamber) διαπίστωσε την ύπαρξη των ακόλουθων διαφορετικών ερμηνευτικών προσεγγίσεων στη νομολογία του (βλ. παρ. 71-77):
- Η πρώτη προσέγγιση εστιάζει στην ίδια συμπεριφορά (same conduct) εκ μέρους του κατηγορούμενου ανεξάρτητα από τη νομική της κατηγοριοποίηση, με άλλα λόγια το νομικό της χαρακτηρισμό. Έτσι κρίθηκε ότι υπήρχε παραβίαση του άρθρου 4 όταν δύο αποφάσεις είχαν βασιστεί στην ίδια συμπεριφορά του κατηγορούμενου.
- Η δεύτερη προσέγγιση υποστηρίζει ότι παρόλο που η εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορούμενου είναι η ίδια, εάν αποτελεί ξεχωριστά αδικήματα, αυτά μπορεί να εκδικαστούν σε ξεχωριστές διαδικασίες. Έτσι κρίθηκε ότι δεν συνιστούσε παραβίαση του άρθρου 4 το γεγονός ότι εκδικάστηκαν από διαφορετικά Δικαστήρια ξεχωριστά αδικήματα αν και ήταν όλα μέρος της ίδιας εγκληματικής πράξης.
- Τέλος η τρίτη προσέγγιση δίνει έμφαση στα ουσιώδη στοιχεία (essential elements) των δύο αδικημάτων. Έτσι κρίθηκε ότι παρά το ότι μπορεί να γίνει δίωξη για ξεχωριστά αδικήματα τα οποία προκύπτουν από την ίδια εγκληματική πράξη πρέπει περαιτέρω να εξετασθεί κατά πόσο τα αδικήματα αυτά είχαν τα ίδια ουσιώδη στοιχεία, οπόταν και υπάρχει παραβίαση του άρθρου
- Η ύπαρξη των διαφορετικών αυτών προσεγγίσεων κρίθηκε στην ίδια απόφαση ότι διακινδυνεύει τη νομική βεβαιότητα, πράγμα ασύμβατο με ένα θεμελιώδες δικαίωμα όπως αυτό του άρθρου 4
(1)(βλ. παρ. 78). Γι αυτό και το Ε.Δ.Α.Δ. προχώρησε στην υιοθέτηση μιας εναρμονισμένης προσέγγισης για το θέμα (βλ. παρ. 71-83). Συγκεκριμένα αφού επανέλαβε ότι η Σύμβαση αποτελεί μια ζωντανή πράξη η οποία πρέπει να ερμηνεύεται υπό το φως των συνθηκών της σημερινής εποχής και να εφαρμόζεται με τρόπο που να καθιστά τα δικαιώματα πρακτικά και αποτελεσματικά και όχι θεωρητικά και απατηλά κατέληξε ότι η προσέγγιση η οποία δίδει έμφαση στο νομικό χαρακτηρισμό των αδικημάτων είναι πολύ περιοριστική των δικαιωμάτων του ατόμου και διακινδυνεύει να υποβιβάσει την εγγύηση που παρέχει το άρθρο 4 παρά να την καταστήσει πρακτική και αποτελεσματική ως απαιτείται από τη Σύμβαση. Έτσι κατέληξε ότι το άρθρο 4 πρέπει να ερμηνεύεται ότι απαγορεύει τη δίωξη ή τη δίκη για ένα δεύτερο «αδίκημα» στο μέτρο που προκύπτει από ταυτόσημα γεγονότα ή γεγονότα ουσιαστικά τα ίδια (βλ. παρ. 80-82). Για να κριθεί το κατά πόσο τα γεγονότα είναι ταυτόσημα ή ουσιαστικά τα ίδια, συνεχίζει το Δικαστήριο, η προηγούμενη απόφαση και η λίστα με τις κατηγορίες στην νέα υπόθεση τα οποία περιέχουν συνήθως γεγονότα τόσο για το προηγούμενο όσο και για το παρόν αδίκημα είναι ένα κατάλληλο σημείο έναρξης. Η εξέταση αυτή πρέπει να εστιάσει στα γεγονότα εκείνα τα οποία συνιστούν ένα σύνολο συγκεκριμένων πραγματικών περιστάσεων που εμπλέκουν τον ίδιο κατηγορούμενο και είναι άρρηκτα συνδεδεμένα χρονικά και τοπικά, η ύπαρξη των οποίων πρέπει να καταδεικνύεται με σκοπό την εξασφάλιση μίας καταδίκης ή έγερσης ποινικής δίωξης (βλ. παρ. 83-84). Πρέπει τέλος να λεχθεί ότι η πιο πάνω απόφαση υιοθετήθηκε αργότερα στις υποθέσεις Ruotsalainen v. Finland, Appl. no 13079/03, ημερ. 16.6.09 και Maresti v. Croatia, Appl. no 55759/07, ημερ. 25.6.09. Περαιτέρω ειδική απολογία του "autrefois acquit" όπως και του "autrefois convict" βασίζεται στην αρχή ότι κανένας δεν θα πρέπει να κινδυνεύει να καταδικαστεί για αδίκημα το οποίο έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο τελεσίδικης είτε αθωωτικής είτε καταδικαστικής απόφασης από άλλο αρμόδιο Δικαστήριο. Στο νομοθετικό μας σύστημα η αρχή αυτή κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα όπου στο Άρθρο 12
(2)προνοείται: "Ο απαλλαγείς ή καταδικασθείς δεν δικάζεται εκ δευτέρου δια το αυτόν αδίκημα. Ουδείς τιμωρείται εκ δευτέρου δια την αυτήν πράξιν, ή παράλειψιν, εκτός εάν συνέπεια ταύτης προεκλήθη θάνατος". Το Άρθρο 19 του Ποινικού Κώδικα ΚΕΦ. 154 προνοεί ότι ένα πρόσωπο δεν μπορεί να είναι δύο φορές ποινικά υπεύθυνο για την ίδια πράξη ή παράλειψη εκτός όταν η πράξη ή παράλειψη είναι τέτοια που μέσω της να προκαλείται ο θάνατος ενός άλλου προσώπου οπόταν μπορεί να καταδικαστεί για το αδίκημα για το οποίο είναι ένοχος επειδή θα έχει προκαλέσει το θάνατο του προσώπου τούτου μολονότι έχει ήδη καταδικασθεί για κάποιο άλλο αδίκημα που συνιστούσε πράξη ή η παράλειψη. Η ειδική αυτή απολογία του "autrefois acquit" όπως και τον "autrefois convict" είναι διαθέσιμη κάθε φορά που ο κατηγορούμενος διατρέχει τον κίνδυνο να καταδικαστεί για το ίδιο ή για ουσιαστικά το ίδιο ποινικό αδίκημα για το οποίου έχει ήδη δικαστεί και αθωωθεί ή καταδικαστεί ή που διατρέχει τον κίνδυνο να καταδικαστεί για ένα αδίκημα για το οποίο θα μπορούσε να είχε καταδικαστεί σε προηγούμενη δίκη (Δέστε Archbold, Pleading, Evidence and Practice ιn Criminal Cases
(1993), σελ.1/62 το εξής απόσπασμα: "2. A man may not be tried for a crime (
- a)in respect of which he has previously been acquitted or convicted.. (
- b)in respect of which he could on some previous indictment have been lawfully convicted .. (
- c)it the crime is in effect the same or substantially the same one in respect of which (
- i)he has previously been acquitted or convicted or (
- ii)he could on some previous indictment have been convicted ...."). Εκείνο που έχει σημασία για το δόγμα "autrefois acquit/autrefois convict" δεν είναι το κατά πόσο η μαρτυρία που δόθηκε στις δύο δίκες ήταν η ίδια αλλά τα κατά πόσο τα αδικήματα που αποτελούσαν το αντικείμενο της κάθε δίκης ήταν τα ίδια. Αν τα αδικήματα ήταν διαφορετικά τότε τα στοιχεία που τα συνθέτουν θα μπορούσαν επίσης να ήταν διαφορετικά και συνεπώς θα μπορούσαν να στηρίζονται δε διαφορετικά συμπεράσματα βγαλμένα από την ίδια μαρτυρία (Δέστε The Police v. Economides and Others [1951] 20 (Part II) C.L.R. 11 και The King v. Barron [1914] 2 KB σελ. 570). Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση District Officer of Paphos v. Georghiou and Others [1978] 1 J.S.C. 100, 103, το ερώτημα για το Δικαστήριο πάνω στο ζήτημα τούτο είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος διακινδύνευσε δύο φορές για την ίδια κατηγορία για την οποία κατηγορείται. Το δε κριτήριο είναι κατά πόσο το αδίκημα για το οποίο δικάστηκε και το αδίκημα για το οποίο δικάζεται τώρα έχουν τα ίδια συστατικά με την έννοια ότι τα γεγονότα που συνιστούν το ένα είναι αρκετό για να δικαιολογήσουν την καταδίκη του για το άλλο, όχι ότι τα γεγονότα τα οποία στηρίζεται η Κατηγορούσα Αρχή είναι τα ίδια στις δύο δίκες. Σχετική αναφορά μπορεί να γίνει στην αγγλική υπόθεση United States Government v. Atkinson [1969] 2 All E.R. 1151 στη σελ. 1156 όπου ο Λόρδος Parker CJ υιοθέτησε το κριτήριο που είχε θέσει ο Λόρδος Morris of Borth-y-Gest στην υπόθεση Connelly v. D.P.P. [1964] 2 All E.R. σελ. 414 και που έχει ως εξής: "It matters not that incidents and occasions being examined on the trial of the second indictment are precisely the same as those which were examined on the trial of the first. The Court is concerned with charges of offences or crimes. The test is therefore, whether such proof is necessary to convict of the second offence would establish quilt of the first offence or of all offences, for which on the first charge there could be a conviction..." Σε άλλο απόσπασμα της ίδιας απόφασης ο Δικαστής Bridge υιοθέτησε το ακόλουθο απόσπασμα της απόφασης του Λόρδου Devlin που έχει ως εξής: "For the doctrine of autrefois to apply it is necessary that the accused should have been but in peril of conviction for the same offence as that with which he is then charged. The word "offence" embraces both the facts which constitute the crime and the legal characteristics which make it an offence. For the doctrine to apply it must be the same offence both in fact and in law..." . Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus στη σελ. 93 το κύριο ζήτημα είναι κατά πόσο τα αδικήματα είναι διαφορετικά και για το σκοπό αυτό ένας πρέπει να εξετάσει τα συστατικά στοιχεία του προηγούμενου και μεταγενέστερου αδικήματος. Αν τα συστατικά στοιχεία είναι διαφορετικά τότε δεν εγείρεται θέμα για autrefois acquit ή convict. Πρέπει να τονισθεί ότι ο τερματισμός μιας ποινικής διαδικασίας ως αποτέλεσμα καταχώρισης αναστολής δίωξης (nolle prosequi) δεν εμποδίζει την Κατηγορούσα Αρχή από του να καταχωρήσει ξανά εναντίον του ιδίου κατηγορουμένου τις ίδιες κατηγορίες αφού ο κατηγορούμενος δεν έχει απαλλαγεί κατόπιν ακρόασης της ουσίας της υπόθεσης. Με βάση το εδάφιο
(2)του Άρθρου 69 προνοείται ότι αν ο ισχυρισμός της ειδικής απολογίας autrefois acquit/autrefois convict όπως και της ειδικής απολογίας ότι ο κατηγορούμενος έτυχε χάριτος για το ποινικό του αδίκημα {Άρθρου 69(ι)(γ)} προβληθεί αλλά προβάλλεται άρνηση ως προς την πραγματική αλήθεια αυτού, το Δικαστήριο δικάζει κατά πόσο ο ισχυρισμός αυτός είναι πράγματι αληθινός ή όχι. Αν το Δικαστήριο αποφανθεί ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος δεν αποδεικνύουν τον ισχυρισμό ή ότι ο ισχυρισμός είναι πράγματι ψευδής ο κατηγορούμενος υποχρεώνεται να απαντήσει στο κατηγορητήριο. Η αποδοχή της ειδικής απάντησης που προβλέπει το Άρθρο 69
(1)(β) θέτει συνεπώς τέρμα στη δίκη. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας Αίτηση αρ. 42/89
(1989)1(Ε) 105 στη σελίδα 108 του Άρθρου 12.2 του Συντάγματος απαγορεύει την "εκ δευτέρου" δίκη του ατόμου δια αδίκημα για το οποίο έχει απαλλαγή η καταδικασθεί σε προηγούμενη ποινική υπόθεση. Το άρθρο 12.2 του Συντάγματος περιέχει στο Μέρος ΙΙ του Συντάγματος που κατοχυρώνει τα αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα του ανθρώπου. Για να εφαρμοστεί το δόγμα autrefois acquit/autrefois convict πρέπει το αδίκημα να είχε διαπραχθεί όταν καταχωρείτο η πρώτη ποινική υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου. Στην υπόθεση R v. Morris [1967] LRICCR 90 ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε για επίθεση εναντίον του θύματος. Αργότερα το θύμα πέθανε ως αποτέλεσμα των τραυμάτων που είχε υποστεί. Δεν μπορούσε αργότερα να γίνει επίκληση του δόγματος αυτού σε κατηγορία φόνου ή ανθρωποκτονίας εναντίον του ιδίου κατηγορουμένου. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα των Spencer Bower and Turner "The Doctrine of Res Judicata», 2nd ed,. σελ. 272: "Not only is the plea available in respect of any repetition of the actual charge of which the accused has previously been acquitted: he is also protected on counts on which the jury could have convicted him in the earlier proceedings, even though he was not in them made the subject of a formal acquittal on such counts". Σε μετάφραση: «Όχι μόνο το δόγμα είναι διαθέσιμο σε σχέση με οποιαδήποτε επανάληψη της πραγματικής κατηγορίας για την οποία ο κατηγορούμενος είχε προηγουμένως αθωωθεί αλλά επίσης προστατεύεται και για κατηγορίες για τις οποίες οι ένορκοι θα μπορούσαν να τον καταδικάσουν στην αρχική διαδικασία, έστω και αν σε σχέση με αυτές δεν είχε τύχει τυπικής αθώωσης». Η αρχή την οποία επικαλείται το πιο πάνω σύγγραμμα έχει τεθεί στην απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην Connelly v. Director of Public Prosecution
(1964)Α.C. 1254 - απόφαση του Lord Morris, στη σελ. 1311: "The authorities to which I have referred show that the plea of autrefois acquit has availed if the charge contained in a later indictment is one of which a man could have been convicted on the trial of the earlier indictment." Σε μετάφραση: «Οι αυθεντίες στις οποίες έχω αναφερθεί δείχνουν ότι μπορεί να γίνει επίκληση του δόγματος του autrefois acquit αν η κατηγορία που περιέχεται σε μεταγενέστερο κατηγορητήριο είναι μια για την οποία ένας θα μπορούσε να καταδικαστεί κατά την εκδίκαση του αρχικού κατηγορητηρίου». Στην ίδια απόφαση ο Lord Devlin θέτει το θέμα ως εξής στις σελ. 1339-1340: "For the doctrine of autrefois to apply it is necessary that the accused should have been put in peril of conviction for the same offence as that with which he is then charged. The word offence embraces both the facts which constitute the crime and the legal characteristics which make it an offence. For the doctrine to apply it must be the same offence both in fact and in law." Σε μετάφραση: «Για την εφαρμογή του δόγματος του autrefois είναι αναγκαίο όπως ο κατηγορούμενος να είχε τεθεί στον κίνδυνο καταδίκης για το ίδιο αδίκημα όπως εκείνο για το οποίο τώρα κατηγορείται. Η λέξη «αδίκημα» περιλαμβάνει τόσο τα γεγονότα τα οποία συνιστούν το έγκλημα και τα νομικά χαρακτηριστικά τα οποία το καθιστούν αδίκημα. Για την εφαρμογή του δόγματος πρέπει να είναι το ίδιο αδίκημα τόσο όσον αφορά τα γεγονότα όσο και το νόμο». Στην υπόθεση The District Officer as Chairman for the Appropriate Authority for Morphou v. Eleni Michael Pittordi, Criminal Appeal 2890, η κατηγορούμενη αν και είχε καταδικαστεί για το αδίκημα της παρακοής διατάγματος όπου διατάττετο να κατεδαφίσει κάποιο υποστατικό εν τούτοις δεν συμμορφώθηκε με αποτέλεσμα να καταχωριστεί εκ νέου υπόθεση εναντίον της για το ίδιο αδίκημα και στο οποίο καταδικάστηκε και της επιβλήθηκε ποινή στερητική της ελευθερίας. Με βάση λοιπόν τις πιο πάνω κατευθυντήριες νομικές αρχές και το υπόβαθρο που τέθηκε εκ συμφώνου από αμφότερες τις πλευρές, κρίνω ότι η ειδική απάντηση που προέβαλε ο κατηγορούμενος ευσταθεί για τους πιο κάτω λόγους: Α) Υπάρχει ταύτιση διαδίκων τόσο στην υπόθεση με αριθμό 4275/11, όσο και στην παρούσα υπόθεση. Β) Υπάρχει ταύτιση ιδιότητας διαδίκων τόσο στην υπόθεση με αριθμό 4275/11, όσο και στην παρούσα υπόθεση. Γ) Η υπόθεση με αριθμό 4275/11 είναι τελική και κατέστη αμετάκλητη. Δ) Αναφορικά με τις δύο πρώτες κατηγορίες της παρούσας υπόθεσης, υπάρχει δεδικασμένο διότι ναι μεν τα αδικήματα που περιγράφονται στην υπόθεση με αριθμό 4275/11 είναι διαφορετικά από τα αδικήματα που περιγράφονται στις πρώτες δύο κατηγορίες της παρούσας υπόθεσης, αλλά αυτές έχουν τον ίδιο πυρήνα γεγονότων, ήτοι αυτού της έκδοσης από τον κατηγορούμενο της επιταγής της Ελληνικής Τράπεζας/ Hellenic Bank με αριθμό 90653101 για το ποσό των € 6,000 εις τον Ανδρέα Σιήκκη από την Πάφο, πληρωτέα την 15/12/2010. Επιπλέον ως προς τις δύο πρώτες κατηγορίες της παρούσας υπόθεσης, υπάρχει δεδικασμένο διότι όπως φαίνεται και από την ημερομηνία καταχώρησης της υπόθεσης με αριθμό 4275/2011, ο παραπονούμενος ήταν γνώστης της ισχυριζόμενης πτώχευσης του κατηγορούμενου αφού το διάταγμα παραλαβής υπήρχε πριν την καταχώρηση της εν λόγω υπόθεσης. Με το ίδιο λοιπόν σκεπτικό, υπάρχει δεδικασμένο και στις υπόλοιπες δύο κατηγορίες της παρούσας υπόθεσης, διότι ο παραπονούμενος επικαλείται αδικήματα που διαπράχθηκαν το έτος 2008 από τον κατηγορούμενο ως πτωχεύσαντα, ενώ η υπόθεση με αριθμό 4275/2011 καταχωρήθηκε τρία χρόνια μετά και θα μπορούσε ο παραπονούμενος να προβάλει και αυτές τις κατηγορίες στην υπόθεση με αρ. 4275/11 αφού ήταν γνώστης των γεγονότων που τις περιβάλλουν και δεν το έπραξε. Σε αντίθεση περίπτωση θα κατατεμαχιζόταν και θα διαιρείτο μια υπόθεση με τα ίδια γεγονότα ή με γεγονότα που ήταν εις γνώση του παραπονούμενου εξ υπαρχής, πράγμα βεβαίως έξω από το πνεύμα και τον σκοπό του δόγματος περί δεδικασμένου. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται λόγω δεδικασμένου, συνεπεία της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στην υπόθεση με αριθμό 4275/2011. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο