← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. GAZI HACHIBUL AHSAN KAFI κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14912/2011, 23 Μαρτίου 2012

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. GAZI HACHIBUL AHSAN KAFI κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14912/2011, 23 Μαρτίου 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:B17 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14912/2011 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής Και

  1. GAZI HACHIBUL AHSAN KAFI
  2. MRINAL KANTI BHATTACHARJEE Κατηγορουμένων ----------------------- Ημερομηνία: 23 Μαρτίου 2012 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. E. Σάββα Για τον κατηγορούμενο 1: κ. Ν. Νικήτα Για τον κατηγορούμενο 2: κ. Θ. Καραμανής Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες ----------------------- Π Ο Ι Ν Η Και οι δύο κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι μετά από ακροαματική διαδικασία στις ακόλουθες κατηγορίες: 1) Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των Άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  3. 2) Ληστεία κατά παράβαση των Άρθρων 282, 283 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  4. Ο πρώτος κατηγορούμενος επίσης στην κατηγορία του τραυματισμού, κατά παράβαση του Άρθρου 234(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και στην κατηγορία της οπλοφορίας προς διέγερση τρόμου, κατά παράβαση του Άρθρου 80 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  5. Τα γεγονότα της υπόθεσης είναι όπως αυτά καταγράφονται και στην απόφαση ημερομηνίας 14.3.2012, έχουν ως εξής: Στις 16.11.2011 περί ώρα 2325, ενώ ο παραπονούμενος εξήλθε από το περίπτερο με την ονομασία «Δρυς», που βρίσκεται πλησίον της ιδιωτικής κλινικής Ευαγγελισμός στην Πάφο και κατευθυνόταν προς το σπίτι του, τον πλησίασε ο πρώτος κατηγορούμενος μαζί με τον δεύτερο κατηγορούμενο και ο πρώτος κατηγορούμενος με την απειλή μαχαιριού κρατώντας το προς το στήθος του, του ζήτησε να του δώσει χρήματα, την ίδια στιγμή ακόμη δύο πρόσωπα, ο Σιαπού και ο Σιαχίν, πλησίασαν τον παραπονούμενο. Όταν ο παραπονούμενος αρνήθηκε να δώσει τα χρήματα του, ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο Σιαπού και ο Σιαχίν του επιτέθηκαν με τα χέρια τους, ενώ ο πρώτος κατηγορούμενος τον μαχαίρωσε στο αριστερό του αυτί και στο δεξί του πόδι. Κατά την ώρα που δεχόταν τα πιο πάνω χτυπήματα ο παραπονούμενος προχωρούσε προς τα πίσω με αποτέλεσμα να καταλήξει και να πέσει σε ανοιχτό χώρο/οικόπεδο δίπλα από την κλινική «Ευαγγελισμός». Ενώ ο παραπονούμενος βρισκόταν στο έδαφος, ο πρώτος κατηγορούμενος προσπάθησε να τον μαχαιρώσει ξανά ενώ οι υπόλοιποι τον χτυπούσαν με τα χέρια και τα πόδια τους. Ενώ εξακολουθούσε να είναι στο έδαφος, ο πρώτος κατηγορούμενος τράβηξε την χρυσή καδένα που φορούσε στον λαιμό με βία, ο Σιαχίν πήρε το κινητό τηλέφωνο του από την τσέπη του παντελονιού του και ο δεύτερος κατηγορούμενος από την τσέπη του παντελονιού του το χρηματικό ποσό των €
  6. Στην συνέχεια τράπηκαν σε φυγή, επιβιβάστηκαν σε όχημα αγνώστων αριθμών, που ήταν σταθμευμένο δέκα μέτρα από το περίπτερο «Δρυς» και εγκατέλειψαν το μέρος. Τον παραπονούμενο βοήθησε στη συνέχεια ο ιδιοκτήτης του περιπτέρους «Δρυς» Σ. Ρουσουνίδης και τον μετάφερε στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου. Στην αστυνομία ο παραπονούμενος ανάφερε τα γεγονότα προφορικά και στην συνέχει μεταφέρθηκε στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Στο τμήμα πρώτων βοηθειών του Νοσοκομείου Πάφου, ιατρός εξέτασε τον παραπονούμενο και διαπίστωσε ότι αυτός έφερε θλαστικό τραύμα στο αριστερό αυτί και στον δεξιό μηρό. Αφού του παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες και έγινε συρραφή των τραυμάτων του εισήχθη στο Νοσοκομείου για προληπτικού λόγους. Ο κ. Νικήτα υιοθέτησε κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής του πρώτου κατηγορούμενου, την έκθεση του γραφείου ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας, είπε, είναι θετικό για τον κατηγορούμενο και θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο στην επιμέτρηση της ποινής. Αναφέρθηκε περαιτέρω, στα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο πρώτος κατηγορούμενος μετά την σύλληψη και κράτηση του με αποτέλεσμα να παρακολουθείται από ψυχίατρο των κεντρικών φυλακών και ζήτησε όπως αυτό ληφθεί υπόψη, επικαλέστηκε τέλος το λευκό ποινικό μητρώο του, το νεαρό της ηλικίας του και ο γεγονός ότι στη Κύπρο βρίσκεται για 5 χρόνια χωρίς να διαπράξει αδίκημα. Ο συνήγορος του δεύτερου κατηγορούμενου, υιοθέτησε επίσης την έκθεση του γραφείου ευημερίας και ζήτησε να ληφθούν υπόψη οι προσωπικές του συνθήκες, επίσης να ληφθεί υπόψη ότι έπαυσε με την καταδίκη του να έχει προσδοκίες για την περιστασιακή εργασία που έκανε ως διερμηνέας, η οποία είπε, παρά το ότι πληρωνόταν για αυτή, θα πρέπει από το Δικαστήριο να την θεωρηθεί ως είδος κοινωνικής προσφοράς αφού με το να εκτελεί χρέη διερμηνέα διασφαλίζονταν τα ανθρώπινα δικαιώματα των ομοεθνών του. Περαιτέρω επικαλέστηκε το λευκό ποινικό μητρώο του, και είπε, πως θα πρέπει το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το γεγονός ότι δεν έχει συγγενείς στην Κύπρο για να έχει επικοινωνία ενώ θα βρίσκεται στην φυλακή, ότι δεν θα μπορεί να ενημερώνεται για την κατάσταση της υγείας της αδελφής του και ότι η καταδίκη του αποστερεί το δικαίωμα να διεκδικήσει πολιτικό άσυλο. Τέλος, σε σχέση με τα αδικήματα ανάφερε, δεν θα πρέπει να επιβληθεί ξεχωριστεί ποινή για το αδίκημα της συνομωσίας καθότι το Δικαστήριο βασίστηκε στην ίδια μαρτυρία με το αδίκημα της ληστείας για να τον καταδικάσει. Το γεγονός ότι δεν βρέθηκαν ίχνη των κλοπιμαίων αντικειμένων, αφού αυτό είναι και συστατικό στοιχείο της κλοπής ως προϋπόθεση μόνιμης αποστέρησης δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ως επιβαρυντικός παράγοντας το ίδιο ανάφερε και για τα τραύματα. Επίσης, ζήτησε όπως μη επενεργήσει ως επιβαρυντικό στοιχείο το ότι ο κατηγορούμενος προέβηκε σε μη παραδοχή και άσκησε κατά αυτό τον τρόπο το Συνταγματικό του δικαίωμα που του παρέχει το δικαίωμα μη αυτοεχονοποίησης αλλά το τεκμήριο της αθωότητας. Θα ξεκινήσω από την διαπίστωση ότι όλα τα αδικήματα τα οποία οι κατηγορούμενοι έχουν διαπράξει, είναι πολύ σοβαρά αδικήματα. Η σοβαρότητα τους αντικατοπτρίζεται μεταξύ άλλων και μέσα από τις προβλεπόμενες υπό του νόμου από τις ποινές εφόσον η διαβάθμιση της σοβαρότητας ενός αδικήματος προσδιορίζεται από το ύψος των ποινών που προβλέπει ο νόμος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.α

(1990)2 ΑΑΔ 264, Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 6670 ημερ. 10.12.1999). Όπως τέθηκε στη Λεβέντης ν. Αστυνομίας, Π.Ε 6670 ημερ. 10.12.1999 «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμέτρησει την ποινή». Για το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, ο νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης 7 ετών, για το αδίκημα της ληστείας ποινή φυλάκισης δια βίου, για το αδίκημα του τραυματισμού ποινή φυλάκισης 3 χρόνων και για το αδίκημα της οπλοφορίας ποινή φυλάκισης 2 χρόνων. Βέβαια δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι η παρούσα υπόθεση εκδικάζεται συνοπτικά, οπότε η ποινή φυλάκισης που ήθελε επιβληθεί στους κατηγορούμενους αναφορικά με την πρώτη και δεύτερη κατηγορία δεν μπορεί να υπερβαίνει τα πέντε χρόνια, αυτό όμως, δηλαδή το μέγιστο ύψος της ποινής που μπορεί να επιβληθεί από το παρών δικαστήριο, σε καμία περίπτωση δεν υποβαθμίζει τη σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή διαγράφεται μέσα από τις προβλεπόμενες από τον Νόμο ποινές. Η σοβαρότητα των αδικημάτων αυτού του είδους, επιτείνετε ακόμη περισσότερο λόγω της έξαρσης που παρουσιάζουν, γεγονός το οποίο δεν μπορεί να παραγνωριστεί από το Δικαστήριο. Η διάπραξη αυτού του είδους αδικημάτων προσλαμβάνει ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις και ως εκ τούτου παρουσιάζεται επιτακτική ανάγκη αναχαίτισης και αποτροπής διάπραξης τους και αυτό από μέρους των δικαστηρίων μπορεί να γίνει με την επιβολή ποινών που να λειτουργούν αποτρεπτικά. Η έξαρση στην διάπραξη του αδικήματος της ληστείας τονίστηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου ενδεικτικά αναφέρω τις υποθέσεις Φαναράς ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 50 και Abed v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 299/2005, ημερ. 26.2.2007 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 24. Επίσης, στην υπόθεση Παναγίδη ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 104, μεταξύ άλλων επισημαίνονται τα εξής: «Η θλιβερή διαπίστωση είναι πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στη Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται αντίθετα έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη.» Στην υπόθεση Κωνσταντίνου (πιο πάνω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η σοβαρότητα που αποδίδεται από το νόμο στο έγκλημα της ληστείας με χρήση βίας αντανακλά τις κοινωνικά ζημιογόνες συνέπειες του εγκλήματος και το πλήγμα που μπορεί να επιφέρει στο θύμα του εγκλήματος. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκε καθιστούν μια από τις σοβαρότερες μορφές του εγκλήματος της ληστείας με χρήση βίας. Επιθέσεις εναντίον πολιτών που κυκλοφορούν μόνοι τη νύχτα τείνουν να υπονομεύσουν ένα από τα σημαντικότερα ατομικά δικαιώματα, εκείνο της ελεύθερης διακίνησης. Διάδοση εγκλημάτων αυτής της μορφής θα επηρέαζε άμεσα την ποιότητα της ζωής στο τόπο με τεράστιες δυσμενείς κοινωνικές συνέπειες. Δικαιολογημένα το Κακουργιοδικείο έκρινε ότι τα εγκλήματα για τα οποία καταδικάστηκε ο εφεσείων ήταν εξαιρετικά σοβαρά, τόσο σοβαρά ώστε να δικαιολογείται η επιβολή σημαντική φυλάκισης παρά το νεαρό της ηλικίας του παραβάτη και τις προσωπικές του συνθήκες.» Στην υπόθεση Adeb (πιο πάνω) λέχθηκαν επίσης, τα ακόλουθα: «Τα δικαστήρια μας, εκδηλώνοντας την έντονη αγωνία του κοινού, αντιμετωπίζουν και δικαιολογημένα, με αυστηρότητα την παρανομία. Οι κάτοικοι της χώρας μας θυμούνται τους καιρούς που ένιωθαν, και ζούσαν με ασφάλεια. Την άνεση π.χ να αφήνουν ανοιχτές τις πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών τους, ξεκλείδωτα τα αυτοκίνητα τους, εκτεθειμένη την περιουσία τους και κυρίως να διακινούνται χωρίς να αισθάνονται οποιοδήποτε κίνδυνο από ελλοχεύοντες εγκληματίες. Η διαπίστωση της πραγματικής, και άκρως ανησυχητικής κατάστασης, που επικρατεί σήμερα στον τόπος μας είναι επαρκής λόγος να δράσουν τα δικαστήρια μας προς την κατεύθυνση της πάταξης της παρανομίας. Μέχρις ότου οι ψυχολόγοι, κοινωνιολόγοι και εγκληματολόγοι προσφέρουν τις μακροπρόθεσμες δικές τους υπηρεσίες στην καλυτέρευση της κοινωνίας, τα δικαστήρια δεν έχουν άλλη επιλογή, αντίθετα είναι καθήκον τους, να διασφαλίζουν την νομιμότητα». Στις τρεις υποθέσεις που κάνω αναφορά πιο πάνω, Φαναράς, Abed και Κωνσταντίνου, επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 8, 9 και 4 ετών αντίστοιχα για το αδίκημα της ληστείας. Έχοντας υπόψη μου και την σημερινή πραγματικότητα καθώς και τα επίπεδα που βρίσκεται σήμερα το έγκλημα στη Κύπρο και αναφέρομαι και σε αυτού του είδους αδικήματα, άγνωστα σε παλαιότερους καιρούς για τη κυπριακή κοινωνία, είναι εμφανές ότι η έξαρση που παρατηρείται είναι άνευ προηγουμένου και τέτοια, που δημιουργεί και την ανάλογη ανησυχία. Η πιο πάνω διαπίστωση επιβάλει την εφαρμογή των όσων πιο πάνω έχει τονιστεί μέσα από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως προς την αυστηρή αντιμετώπιση τους. Όπως έχει νομολογηθεί, κάθε υπόθεση θα πρέπει να κρίνεται στη βάση των δικών της πραγματικών περιστατικών, ενώ κατά το στάδιο της επιμέτρησης της ποινής, απαιτείται εξατομίκευση της, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος, σε συνδυασμό με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Επίσης διατηρώ κατά νου ότι η πιο πάνω διαδικασία, δεν θα πρέπει να εξουδετερώνει την αποτρεπτικότητα της ποινής ή να καθιστά αναποτελεσματική την εφαρμογή του Νόμου . Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου. Π. Ε. 7000 24.4.2001 αναφορικά με την εξατομίκευση της ποινής αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν συνάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής.» Στην προκειμένη περίπτωση, οι κατηγορούμενοι μαζί με 2 άλλα πρόσωπα, αποφάσισαν να ληστέψουν το θύμα. Η εκτέλεση της άνομης πράξης τους συνοδεύτηκε μεταξύ άλλων βίαιων πράξεων και με τον τραυματισμό του θύματος με την χρήση μαχαιριού που έγινε από τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος τραυματισμός εντάσσεται στο σύνολο των κοινών βίαιων πράξεων τους. Το θύμα, επρόκειτο για ομοεθνή τους, ο οποίος περπατούσε αμέριμνος στον δρόμο για να επιστρέψει στο σπίτι του μετά την επίσκεψη του στο περίπτερο της γειτονιάς του για ψώνια. Όταν δε εκτέλεσαν τα όσα είχαν αποφασίσει και αφού κατάφεραν να αποσπάσουν από το θύμα το τηλέφωνο του, τα χρήματα του και χρυσή καδένα του τον εγκατέλειψαν τραυματισμένο, επιβιβάστηκαν σε όχημα και αποχώρησαν από το μέρος. Τα πιο πάνω γεγονότα, σοβαρότατα και επιβαρυντικά για τους κατηγορούμενος, μπορούν κάλλιστα να ιδωθούν υπό το φως του πιο πάνω αποσπάσματος από την υπόθεση Κωνσταντίνου (πιο πάνω). Πέραν των πιο πάνω γεγονότων που αφορούν την ίδια την υπόθεση, θεωρώ επιβαρυντικό για τους κατηγορούμενους το γεγονός ότι η ίδια η πολιτεία και το Δικαστήριο τους εμπιστεύτηκαν αφού και οι δύο εκτελούσαν χρέη διερμηνέα στο Δικαστήριο και πληρώνονταν για αυτό. Οι κατηγορούμενοι δεν σεβάστηκαν το πιο πάνω γεγονός αλλά ούτε και τους νόμους της χώρας που τους παρείχε φιλοξενία και εισόδημα με αυτό τον τρόπο. Η κοινωνική προσφορά, που όπως ο συνήγορος του δεύτερου κατηγορούμενου χαρακτήρισε, το γεγονός δηλαδή ότι εκτελούσε ο δεύτερος κατηγορούμενος χρέη διερμηνέα στο Δικαστήριο, παρά το ότι δεν μπορώ να το χαρακτηρίσω έτσι, προς τους ομοεθνείς του, εξασφαλίζοντας κατά αυτό τον τρόπο τα συνταγματικά και ανθρώπινα δικαιώματα τους, δεν ήταν έργο των κατηγορούμενων αλλά υποχρέωση της πολιτείας και του Δικαστηρίου και ήταν στα πλαίσια αυτής της υποχρέωσης που εμπιστεύτηκαν τόσο τον δεύτερο όσο και τον πρώτο κατηγορούμενο. Θα έπρεπε οι κατηγορούμενοι να νοιώθουν διπλή ντροπή για τις πράξεις τους έναντι της πολιτείας και των ομοεθνών τους για ότι έκαναν. Με τις πράξεις τους, αναίρεσαν κάθε προηγούμενη «προσφορά» τόσο προς την πολιτεία την κοινωνία αλλά και τους ομοεθνείς τους και αυτό είναι που μετρά. Το ότι έχουν εξανεμιστεί οι προσδοκίες του δεύτερου κατηγορούμενου, όπως ανάφερε ο συνήγορος του, για την περιστασιακή εργασία που έκανε ως διερμηνέας καθώς και το ότι η καταδίκη του, του αποστερεί το δικαίωμα να διεκδικήσει πολιτικό άσυλο, θα πω ότι είναι οι πράξεις του που τον έχουν θέσει σε αυτή την κατάσταση και θα έπρεπε να ήταν κάτι που να είχε υπολογίσει ο ίδιος προτού αποφασίσει να διαπράξει τα αδικήματα για τα οποία κρίθηκε ένοχος. Ήταν καλά γνωστή και στους δύο κατηγορούμενους, οι οποίο βρίσκονται σε αρκετά ώριμη ηλικία (24 και 30 ετών αντίστοιχα), η προσωρινότητα της παραμονής τους και οι υποχρεώσεις που είχαν και έτσι θα έλεγα, ότι είχαν διπλή και τριπλή υποχρέωση απέναντι στην Κυπριακή Δημοκρατία στους νόμους στους κανονισμούς της και στην ίδια την κοινωνία. Στην υπόθεση Abed (πιο πάνω) επίσης λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σε εγκλήματα προσχεδιασμένα και όπου ο σκοπός είναι η απόσπαση οικονομικού οφέλους, χωρίς σεβασμό στη προσωπικότητα και ακεραιότητα των θυμάτων, μόνο η παραδοχή και απολογία αποτελούν σοβαρό παράγοντα που λαμβάνεται ευνοϊκά υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Οι υπόλοιποι παράγοντες είναι πράγματα περιθωριακοί». Στην προκειμένη περίπτωση ούτε το ένα ούτε το άλλο έπραξαν οι κατηγορούμενοι. Το μόνο ελαφρυντικό το οποίο μπορώ να αναγνωρίσω προς όφελος των δύο κατηγορούμενων είναι το λευκό ποινικό μητρώο τους. Σε ότι αφορά τις προσωπικές τους συνθήκες, όπως αυτές περιγράφονται στις εκθέσεις του γραφείου ευημερίας, τις λαμβάνω υπόψη μου, αποδίδω όμως στις προσωπικές τους συνθήκες, την βαρύτητα που έχει αναγνωριστεί μέσα από τον νομολογία ότι θα πρέπει να αποδίδεται σε αυτές όταν πρόκειται για σοβαρά αδικήματα. Όπως επανειλημμένα τονίστηκε σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής και αυστηρής ποινής, οι παράγοντες αυτοί είναι ήσσονος σημασίας. Προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (βλέπε Alsarsan ν. Δημοκρατίας Π.Ε. 5919 ημερομηνίας 18.1.1996, Zewar v. Αστυνομίας
(1990)2 AAΔ 384 και Μιχαήλ Α. Ψύλλος ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 430). Για τον προσδιορισμό της ποινής έλαβα υπόψη μου, έχοντας κατά νου και το ύψος των ποινών που επιβλήθηκαν στις πιο πάνω υπόθεσης και τα γεγονότα τους σε συνδυασμό με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, το είδος των τραυμάτων που προκλήθηκαν στον παραπονουμένου, ότι δεν έχει διαπιστωθεί ότι υπήρξε οποιοδήποτε κατάλοιπο στην υγεία και την άνεση του καθώς και την αξία της περιουσίας που κατάφεραν οι κατηγορούμενοι να του αποσπάσουν. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω στοιχεία, δηλαδή την σοβαρότητα των αδικημάτων που οι κατηγορούμενοι διέπραξαν, την έξαρση αυτού του είδους αδικημάτων, τις περιστάσεις διάπραξης τους από τους κατηγορούμενους, λαμβάνοντας υπόψη μου τις πιο πάνω αρχές που έχουν καθιερωθεί μέσα από την νομολογία και τους πιο πάνω μετριαστικούς παράγοντες με την βαρύτητα που έχω αποδώσει σε αυτούς, επιβάλω στους κατηγορούμενους 1 και 2 τις ακόλουθες ποινές φυλάκισης: 1) Στην πρώτη κατηγορία ποινής φυλάκισης 2 χρόνων. 2) Στην δεύτερη κατηγορία ποινής φυλάκισης 3 χρόνων. και στον κατηγορούμενο 1: 3) Στην τρίτη κατηγορία ποινής φυλάκισης 18 μήνες. 4) Στην τέταρτη κατηγορία δεν επιβάλλω καμία ποινή καθότι αυτή απορρέει από τα γεγονότα της τρίτης και δεύτερης κατηγορίας. Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στους κατηγορούμενους θα συντρέχουν και η έκτιση τους αρχίζει από τις 23.11.2011 ημερομηνία που τελούν υπό κράτηση. Τα έξοδα της διαδικασίας εκ ποσού €470 να πληρωθούν από την Δημοκρατία. (Υπ.) Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.