← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Φίλιππος Δρουσιώτης, Aρ. Υπόθεσης 5450/2010, 29 Μαρτίου 2012

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Φίλιππος Δρουσιώτης, Aρ. Υπόθεσης 5450/2010, 29 Μαρτίου 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:B18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 5450/2010 Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής - και - Φίλιππος Δρουσιώτης Κατηγορούμενου ----------------------------- Ημερομηνία: 29 Μαρτίου 2012 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Χρ. Περγαντή Για κατηγορούμενο: κ. Ν. Νικήτα Κατηγορούμενος: παρών ----------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος, στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει τις ακόλουθες τρεις κατηγορίες: 1η κατηγορία: Πλαστογραφία, κατά παράβαση, των άρθρων 331, 332, 333(δ)(ι), 334 και 335 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά τον μήνα Αύγουστο του 2008 στη Πάφο, κατάρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό την καταδολίευση, ήτοι πλαστογράφησε την συμφωνία ενοικιαγοράς της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 0674-38-002275 θέτοντας την υπογραφή του Αναστασίου Δρουσιώτη ως να υπόγραψε αυτός, χωρίς την συγκατάθεση του. 2η κατηγορία: Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση, των άρθρων 331, 332, 333, 335 και 339 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά τον μήνα Αύγουστο του 2008 στη Πάφο, εν γνώσει του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, δηλαδή την συμφωνία ενοικιαγοράς της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 0674-38-002275 παρουσιάζοντας την στον Δημήτρη Αναστασίου και αυτός σε κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στην Πάφο ως γνήσια, ενώ στην πραγματικότητα ήταν πλαστογραφημένη. 3η κατηγορία: Απόσπαση χρημάτων με ψεύτικες παραστάσεις, κατά παράβαση, των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  3. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της τρίτης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά τον μήνα Αύγουστο του 2008 στη Πάφο με ψεύτικες παραστάσεις και με πρόθεση δόλου, απέσπασε από κατάστημα της Tράπεζας Κύπρου το ποσό των €23,000.- σε μετρητά. Οι ψεύτικες παραστάσεις συνίσταντο στο ότι ο κατηγορούμενος παρουσίασε την πλαστογραφημένη συμφωνία με αρ. 0674-38-002275 ως γνήσια και εισέπραξε το πιο πάνω ποσό. Για την κατηγορούσα αρχή κατέθεσαν συνολικά έξι μάρτυρες, ο Αστ. 1635 Ανδρέα Χ¨ Βασίλη (Μ.Κ.1), ο Αναστάσιος Δρουσιώτης (Μ.Κ.2), ο Λοχ. 837 Γεώργιος Χρυσάνθου (Μ.Κ.3), η Χριστιάνα Αταλιώτου (Μ.Κ.4), ο Ανδρέας Σιήκκης (Μ.Κ.5) και ο Δημήτρης Αναστασίου (Μ.Κ.6). Όταν ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία (Τεκμήριο 2) και δήλωσε αθώος και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Η εκδοχή του, σύμφωνα με την κατάθεση του, είναι ότι τον Αύγουστο του 2008 πήγε μαζί με τον γιό του Αλέκο και τον φίλο του Γ. Κόστιφο στο μαγαζί του Ανδρέα Σιήκκη που πουλά αυτοκίνητα και ενδιαφέρθηκε για ένα όχημα το οποίο είχε δει από προηγουμένως, όταν αγόρασαν ένα άλλο αυτοκίνητο από εκεί για τον γιό του τον Αλέκο. Συμφώνησε με τον Σιήκκη για το ποσό των €23.000.- και είπε του Δημήτρη του υπαλλήλου του να κανονίσει τα χαρτιά για την πώληση. Αυτός ανάφερε στον Σιήκκη ότι θέλει να το γράψει στον γιό του Αναστάση Δρουσιώτη γιατί του ιδίου δεν του έβαζε η τράπεζα «φαινάς». Ο Σιήκκης πήρε τηλέφωνο στη Τράπεζα Κύπρου και τους ρώτησε αν μπορούσε να γραφτεί το στο όνομα του αλλά δεν τον δέχονταν γιατί τους χρωστούσε λεφτά ενώ δέχονταν στο όνομα του γιου του Αναστάση. Ο Σίηκκης είπε του Δημήτρη να κανονίσει το συμβόλαιο ενοικιαγοράς της Τράπεζας Κύπρου στο όνομα του Αναστάση. Την ίδια ημέρα ο Δημήτρης συμπλήρωσε το συμβόλαιο με αγοραστή τον Αναστάση Δρουσιώτη για την αγορά που αυτοκινήτου για το ποσό των €23,000.- και το υπέγραψε ως εγγυητής ο άλλος γιος του, Αλέκος Δρουσιώτης και ο φίλος του ο Γ. Κότσιφος. Στη συνέχεια ο Δημήτρης του παρέδωσε το αυτοκίνητο, με το οποίο στη συνέχεια έφυγε και του είπε ότι θα τηλεφωνούσε του Αναστάση για να πάει να υπογράψει το συμβόλαιο ενοικιαγοράς ως αγοραστής. Μετά από λίγες ημέρες τηλεφώνησε στο γραφείο του Σιήκκη λόγω του ότι δεν του έστειλαν το συμβόλαιο από την τράπεζα και ο Δημήτρης του είπε ότι θα του το έστελναν. Το συμβόλαιο του στάληκε μετά από 1 με 2 μήνες στην διεύθυνση διαμονής του. Μετά από δύο περίπου μήνες λόγω του ότι δεν πλήρωνε τις δόσεις, η τράπεζα ενημέρωσε τον Αναστάση, ως αγοραστή ότι δεν πλήρωνε τις δόσεις και ο Αναστάσης είπε ότι δεν υπέγραψε οτιδήποτε. Ο Αναστάσης τότε πήγε στο σπίτι του στη Χλώρακα και τσακώθηκαν γιατί έγγραψε το αυτοκίνητο στο όνομα του. Τα όσα αναφέρει στη συνέχεια, στην κατάθεση του θεωρώ σημαντικό να καταγραφούν τα ακόλουθα από την κατάθεση του: «Όταν συμφώνησα με τον Σίηκκη και τον Δημήτρη ότι ήθελα να γράψω το αυτοκίνητο αυτό στο όνομα του Αναστάση του γιου μου εγώ δεν του είπα τίποτα του Αναστάση, ούτε τον ρώτησα αν δεχόταν. Τα στοιχεία του Αναστάση τα ήβρε ο Δημήτρης που άλλο συμβόλαιο ενοικιαγοράς που υπέγραψε ο Δημήτρης ως εγγυητής....Μετά που συμπληρώθηκε το συμβόλαιο της τράπεζας και έτσι είχα πιάσει εγώ το αυτοκίνητο αυτό, δεν τηλεφώνησα, ούτε ενημέρωσα τον Αναστάση ότι έγραψα το αυτοκίνητο πάνω του και ότι πρέπει να πάει να υπογράψει το συμβόλαιο της τράπεζας. Ποιος υπόγραψε στη θέση αγοραστή στη θέση του Αναστάση Δρουσιώτη εγώ δεν ξέρω, ούτε υπέγραψα εγώ στη θέση του Αναστάση. Η υπογραφή που υπάρχει δεν ξέρω ποιού είναι ούτε υπέγραψε οποιοσδήποτε στη παρουσία μου. Το συμβόλαιο αυτό έμεινε στο γραφείο του Σιήκκη και ήταν να το κανόνιζε ο Δημήτρης. Από ότι θυμάμαι ο Δημήτρης μετά από λίγες ημέρες είπε μου ότι τηλεφώνησε του Αναστάση για να έρθει να υπογράψει αλλά του είπε ότι δεν ερχόταν και ο Δημήτρης μου είπε «εντάξει, άφηστο και θα το κανονίσω». Επίσης να αναφέρω ότι μετά από τρεις μήνες στάληκε στη Διεύθυνση μου το συμβόλαιο και ο κοτσιάνη του αυτοκινήτου από τη τράπεζα. Σε καμία περίπτωση ο Δημήτρης έδωσε μου το συμβόλαιο συμπληρωμένο για να το πάρω στον Αναστάση για να υπογράψει στη θέση του αγοραστή». Σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο της κατάθεσης του κατηγορούμενου (Τεκμήριο 2), το βάρος που θα δοθεί στα διάφορα μέρη της, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας

(1989)2 ΑΑΔ 109 και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Έχω επίσης κατά νου σ΄ότι αφορά την ανώμοτη δήλωση του, το ανεπίτρεπτου του σχολιασμού ως σχετικού προς ενοχή, της άσκησης εκ μέρους του αυτού του δικαιώματος (βλ. Ιωάννου κ.α ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Αποδίδω δε σ΄αυτή το βάρος που της αρμόζει και ασφαλώς θα την λάβω υπόψη προτού αποφασίσω κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή, πέτυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει (βλ. το σύγγραμμα «Η Απόδειξη» του Γ. Π. Κακογιάννη 1983 σελ 253). Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει η ανώμοτη δήλωση, παραπέμπω επίσης και στην υπόθεση R. v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R.
  1. Τα ακόλουθα έχουν λεχθεί από τον Λόρδο Shaw (από το σύγγραμμα του Κακογιάννη, σελ. 253, σε μετάφραση του συγγραφέα): «Αυτό που λέγεται σε μια κατάθεση δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα, αλλά η ενδεχόμενη αξία της είναι πειστική μάλλον παρά αποδειχτική. Δεν μπορεί ν΄ αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδειγμένα με μαρτυρία που βρίσκεται μπροστά στους ενόρκους μπορεί όμως να κάνει τους ενόρκους να δουν τα αποδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν απ΄ αυτά με διαφορετικό φως.» Τα όσα οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής, έχουν αναφέρει στο δικαστήριο έχουν καταγραφεί στα πρακτικά που τηρήθηκαν, έχουν ληφθεί υπόψη μαζί με τα κατατεθέντα τεκμήρια από το Δικαστήριο στο σύνολο τους και δεν θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω ολόκληρη την μαρτυρία, παρά τα σημεία, τα οποία θα κρίνω ακολούθως ότι είναι σημαντικά σε σχέση με την κρίση του δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου οτιδήποτε λέχθηκε από τους συνηγόρους αμφότερων των πλευρών προς υποστήριξη των θέσεων τους χωρίς ανάγκη επανάληψης. Κατά την ακροαματική διαδικασία είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις τους, την συμπεριφορά και αντίδραση τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους και αξιολόγησα αυτή, με επίγνωση της διάκρισης μεταξύ ευρημάτων αξιοπιστίας και βάρους απόδειξης. Παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, τους οποίους και έλαβα υπόψη μου κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες, οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις τους και τα όσα γνώριζε ο κάθε ένας για τα διαδραματισθέντα κατά τον ουσιώδη χρόνο και περίοδο. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του εκάστοτε μάρτυρα είχα παράλληλα κατά νου την μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων, ιδιαίτερα την αλληλουχία των λεχθέντων του υπό αξιολόγηση μάρτυρα και των υπολοίπων μαρτύρων. Θεωρώ σημαντικό να καταγράψω τα όσα ο Μ.Κ. 2 αναφέρει στην κατάθεση του ημερομηνίας 3.6.2009 (Τεκμήριο 11), την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. «Κατάγομαι από την Πάφο και εδώ και τρία χρόνια περίπου διαμένω στη Λεμεσό. Ο πατέρας μου ο Φίλιππος Δρουσιώτης αγόρασε ένα BMW 318 coupe πέρυσι 29.8.
  2. Εγώ έμαθα πως το αγόρασε μετά από δύο περίπου βδομάδες. Πριν από περίπου τέσσερεις μήνες μου τηλεφώνησε μια υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου πως έχω καθυστερημένες δόσεις στο δάνειο που αφορά την αγορά του πιο πάνω αυτοκινήτου. Εγώ αμέσως έφυγα από τη Λεμεσό και πήγα στο πατρικό μου στην οδό Ελευθερίας στην Χλώρακα και ανέφερα στον παπά μου τι έγινε και αυτός μου είπε πως θα κανόνιζε να φύγει το αυτοκίνητο από το όνομα μου. Αμέσως έπιασε τηλέφωνο τον Σιήκκη και του είπε πως φώναζα επειδή έγραψαν το αυτοκίνητο πάνω μου και εκείνος είπε στον πατέρα μου πως θα το κανόνιζε. Θέλω να αναφέρω πως εγώ δεν ήξερα πως ο πατέρας μου θα έγραφε το αυτοκίνητο στο όνομα μου. Ούτε εγώ έδωσα ποτέ τη συγκατάθεση μου έστω και προφορικά για έτσι πράγμα. Εγώ δεν ήρθα τότε να το καταγγείλω στην Αστυνομία επειδή ο πατέρας μου, μου είχε πει πως θα πλήρωσε κανονικά τις δόσεις Επίσης δεν γνωρίζω ποιος υπέγραψε στη συμφωνία ενοικιαγοράς στη θέση μου. Μετά από πάροδο ενός μηνός μου ξανά τηλεφώνησαν από τη Τράπεζα Κύπρου και μου είπαν πως η υπόθεση πάει δικαστικώς επειδή εγώ δεν πλήρωνα τις δόσεις μου. Όταν εγώ τους είπα την ιστορία, δηλαδή πως εγώ δεν ήξερα πως ο πατέρας μου έβαλε το αυτοκίνητο στο όνομα μου, αυτοί με συμβούλευσαν να έρθω να καταγγείλω την υπόθεση στην αστυνομία. Έδωσα περιθώριο στον πατέρα μου για ακόμα 3 μήνες για να κανονίσει το όλο θέμα, πράγμα το οποίο δεν έπραξε για αυτό αποφάσισα να έρθω να το καταγγείλω. Το αναφερόμενο αυτοκίνητο έχει αριθμούς εγγραφής ΚΤΖ 392 και το οδηγά ο πατέρας μου. Έχω αντίγραφο της συμφωνίας ενοικιαγοράς στην οποία έχει πλαστογραφηθεί η υπογραφή μου το οποίο θα σου παραδώσω. Σε αυτή τη συμφωνία ενοικιαγοράς έχω δει την υπογραφή μου στη θέση ενοικιαστή και είναι η δική μου, ούτε έχω δώσει ποτέ τη συγκατάθεση μου προφορικά σε κάποιο να υπογράψει.» Ο πιο πάνω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε από τον συνήγορο του κατηγορούμενου, απλώς ο ίδιος πρόσθεσε στην κυρίως εξέταση του ότι με την κατάθεση του συμφωνεί σε ορισμένα σημεία και όταν ερωτήθηκε σχετικά, πρόσθεσε ότι δεν κατάγγειλε τον πατέρα του για αυτό το θέμα, «άλλος υπέγραψε» είπε και «δεν ξέρω ποιος υπέγραψε». Ο συνήγορος του κατηγορούμενου στην αγόρευση του εισηγείται ότι, ο γιος του κατηγορούμενου ο Μ.Κ.2, θα πρέπει να κριθεί αναξιόπιστος γιατί έχει συμφέρον και τα κίνητρα του θα πρέπει να θεωρηθούν ύποπτα και/ή αμφίβολα και αυτό σχετίζεται με το γεγονός ότι το συμφέρον του συνίσταται στην απαλλαγή του από το χρέους και από την άλλη γιατί αναίρεσε με την μαρτυρία του όσα είπε για τον κατηγορούμενο, αφού στην κυρίως εξέταση του είπε ότι δεν κατάγγειλε τον πατέρα του για την υπόθεση αυτή και ότι άλλος υπέγραψε και όχι ο πατέρας του, χωρίς να γνωρίζει ποιος υπέγραψε. Ο μάρτυρας ουδέποτε είπε κάτι στην κυρίως εξέταση του με το οποίο να αναιρεί τα όσα είπε στην κατάθεση του, αυτό που ανάφερε στην κυρίως εξέταση του πρόκειται για κάτι το οποίο αναφέρει ήδη στην κατάθεση του, ότι δηλαδή δεν γνωρίζει ποιος υπόγραψε στη συμφωνία ενοικιαγοράς στη θέση του. Αυτό το οποίο προκύπτει από την μαρτυρία του, είναι ότι οι υποψίες του στράφηκαν προς τον πατέρα του, για αυτό άλλωστε έδωσε κατάθεση παραθέτοντας τα γεγονότα και αναφέροντας επίσης: «Έδωσα περιθώριο στον πατέρα μου για ακόμα 3 μήνες για να κανονίσει το όλο θέμα, πράγμα το οποίο δεν έπραξε για αυτό αποφάσισα να έρθω να τον καταγγείλω». Δεν μπορώ να παραγνωρίζω ότι ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε και το σύνολο της μαρτυρίας του παρέμεινε αναντίλεκτο. Η αναφορά του στην κυρίως εξέταση του ότι «άλλος υπέγραψε» έγινε κατά την άποψη μου όχι γιατί γνώριζε, ότι άλλος υπέγραψε ή ποιος ήταν αυτός, αλλά για βοηθήσει τον πατέρα του, αντιλαμβανόμενος την θέση που τον έχει φέρει προβαίνοντας σε σχετική καταγγελία στην αστυνομία εναντίον του. Αυτό είναι φανερό και από το γεγονός ότι πάντοτε του έδινε χρόνο στον πατέρα του «να τα κανονίσει». Τα όσα αναφέρει στην κατάθεση του αποδέχομαι ότι είναι και τα αληθή γεγονότα. Η δε εκδοχή του Μ.Κ.2, ότι ο ίδιος ουδέποτε υπέγραψε στη συμφωνία ενοικιαγοράς (Τεκμήριο 8), ενισχύεται και από την μαρτυρία του εμπειρογνώμονα Μ.Κ.3 και συνεπώς ανάλογο είναι και το εύρημα του Δικαστηρίου. Ο εξεταστής της υπόθεσης Μ.Κ.1, επίσης δεν αντεξετάστηκε από τον συνήγορο του κατηγορούμενου. Ο μάρτυρας υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του (Τεκμήριο 1) ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, στην οποία καταγράφει όλες τις ενέργειες που έκανε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης και κατάθεσε στο Δικαστήριο τα τεκμήρια 2,3,4,5,6,7,8,9 και
  3. Τα όσα ο μάρτυρας ανάφερε που σχετίζονται αποκλειστικά με τις δικές του ενέργειες γίνονται αποδεκτά στο σύνολο τους από το Δικαστήριο. Ο Μ.Κ.3, για ότι κατάθεσε δεν έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση και η αντεξέταση του περιορίστηκε σε διευκρινιστικού τύπου ερωτήσεις. Ο μάρτυρας αυτός κατάθεσε ως εμπειρογνώμονας και με βάση τα προσόντα του, όπως αυτός τα παρέθεσε στην κυρίως εξέταση του και τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση, γίνεται αποδεκτός από το Δικαστήριο ως τέτοιος. Τα συμπεράσματα, στα οποία κατέληξε μετά τις συγκρίσεις των δειγμάτων γραφής, τα οποία παραθέτει στις εκθέσεις του (Τεκμήρια 4 και 5) γίνονται αποδεκτά. Με βάση την μαρτυρία του, η υπογραφή (αμφισβητούμενη υπογραφή) στο συμβόλαιο ενοικιαγοράς (Τεκμήριο 8) κατόπιν σύγκρισης με τα δείγματα γραφής του Δημήτρη Αναστάση, παρουσιάζουν διαφορετική μορφή και τρόπο σχηματισμού και κατά την γνώμη του, την οποία αποδέχομαι, η αμφισβητούμενη υπογραφή δεν είναι γνήσια υπογραφή του Αναστάση Δρουσιώτη. Σε ότι αφορά τα υπόλοιπα δείγματα τα οποία σύγκρινε με την αμφισβητούμενη υπογραφή, του κατηγορούμενου, του Ανδρέα Σίηκκη και του Δημήτρη Αναστάση, οι δυο τελευταίοι, με βάση την εξέταση και τα ευρήματα του, δεν μπορούν να συνδεθούν με την αμφισβητούμενη υπογραφή ενώ τα δείγματα υπογραφής που αποδίδονται στον κατηγορούμενο είναι γραμμένα ολογράφως και η σύγκριση τους με την αμφισβητούμενη γραφή είναι αδύνατη. Συνεπώς με βάση τα όσα παράθεσε, εξήγησε και κατέληξε αποδέχομαι αρχικά, έχοντας υπόψη μου και την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Κ.2, ότι η υπογραφή στο Τεκμήριο 8, δεν ανήκει στον Μ.Κ.
  4. Ο Μ.Κ.3 δεν κατέληξε σε οποιοδήποτε θετικό αποτέλεσμα σε σχέση με τα δείγματα γραφής του κατηγορούμενου και την αμφισβητούμενη υπογραφή, αφού όπως ανάφερε, η σύγκριση, υπό τις περιστάσεις υπήρξε αδύνατη. Συνεπώς δεν μπορώ να καταλήξω με βάση την δική του αποκλειστικά και μόνο μαρτυρία ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή στο Τεκμήριο 8 έχει τεθεί από τον κατηγορούμενο. Θα μπορούσε αυτή, δηλαδή η αμφισβητούμενη υπογραφή, όπως ανάφερε ο μάρτυρας, να πρόκειται για μια φανταστική υπογραφή και να τέθηκε από οποιοδήποτε πρόσωπο, εξαιρεί όμως τα πρόσωπα των οποίων σύγκρινε την αμφισβητούμενη υπογραφή με την δική τους, γνήσια υπογραφή, δηλαδή του Μ.Κ.2, Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 λέγοντας ότι στις υπογραφές τους υπάρχουν γραφικές κινήσεις και έτσι επιτρέπεται η σύγκριση. Συνεπώς αυτό το οποίο προκύπτει από την μαρτυρία του είναι ότι η αμφισβητούμενη δεν είναι η γνήσια υπογραφή των Μ.Κ.2, Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6, μπορεί όμως να είναι φανταστική και να την έθεσε οποιοδήποτε πρόσωπο συμπεριλαμβανομένων και αυτών και του κατηγορούμενου. Σύμφωνα με την Μ.Κ.4, την μαρτυρία της οποίας αποδέχομαι λόγω της καλής εντύπωσης που μου έκανε αλλά και λόγω της μη αμφισβήτησης επίσης της μαρτυρίας της κατά το στάδιο της αντεξέτασης, η οποία επίσης περιορίστηκε σε διευκρινιστικού τύπου ερωτήσεις, αυτή είναι υπάλληλος στην Τράπεζα Κύπρου στην υπηρεσία ενοικιαγορών στην Πάφο και το τεκμήριο 8 της παραδόθηκε προσωπικά στην ίδια από τον υπάλληλο της εταιρείας SHIKKIS, Δημήτρη Αναστασίου συμπληρωμένο και χωρίς κανένας από τους εμπλεκόμενους να υπογράψει στην παρουσία της. Το συμβόλαιο (Τεκμήριο 8) κρατήθηκε στην τράπεζα μέχρι την 29.8.2008, το οποίο εγκρίθηκε και πληρώθηκε η εταιρεία SHIKKIS από την τράπεζα. Τον Νοέμβριο του 2008 επειδή δεν πληρωνόταν η δόση, τηλεφώνησε στον Αναστάση Δρουσιώτη και αυτός της ανέφερε ότι δεν υπόγραψε κανένα συμβόλαιο ενοικιαγοράς και δεν έχει καμία σχέση με το αυτοκίνητο που αφορά η συμφωνία. Σύμφωνα επίσης με την Μ.Κ.4 επειδή έγινε μια μόνο πληρωμή για το ποσό των €507.- στάληκε για πολιτική αγωγή εναντίον του Αναστάση Δρουσιώτη και των εγγυητών του. Η Μ.Κ.4 ανάφερε ότι η συνήθης διαδικασία που γίνεται από την τράπεζα είναι η αποδοχή των συμφωνιών ενοικιαγοράς από τους προμηθευτές χωρίς να χρειάζεται να υπογράψουν ούτε ο αγοραστής, ούτε ο πωλητής, ούτε οι εγγυητές στην τράπεζα στη παρουσία τραπεζικού υπάλληλου σε σχέση με την συγκεκριμένη συμφωνία δεν χρειάστηκε να τηλεφωνήσει σε κανένα από τους εμπλεκόμενους για να βεβαιωθεί για την υπογραφή τους λόγω του ότι ήταν συμβόλαιο από ντίλερ, οι οποίοι έχουν το δικαίωμα πιστοποίησης των υπογραφών. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.5, Διευθυντή της Εταιρείας SHIKKIS MOTORS LTD, αρχές Αυγούστου πήγε στα γραφεία της εταιρείας του ο κατηγορούμενος και συμφώνησε μαζί του να του πουλήσει ένα αυτοκίνητο BMW για το ποσό των €23.000.-. Ο κατηγορούμενος του ζήτησε να κάνει την ενοικιαγορά στο όνομα του γιου του Αναστάση Δρουσιώτη επειδή τον ίδιο δεν τον δέχονταν οι τράπεζες. Μετά τα πιο πάνω, ο Μ.Κ.5 έδωσε οδηγίες στον υπάλληλο του Δημήτρη Αναστασίου, να ετοιμάσει τα σχετικά έγγραφα. Όπως έμαθε στη συνέχεια, και αφού έγινε η πράξη και μπήκε το φαινάς, ο κατηγορούμενος πήρε το συμβόλαιο και το υπόγραψε ο γιος του Αναστάσης Δρουσιώτης, πράγμα για το οποίο έκανε παρατήρηση στον υπάλληλο του λέγοντας του ότι δεν θέλει να ξανά γίνει τέτοιο πράγμα. Σε ότι αφορά την υπογραφή του, την οποία αναγνώρισε στο Τεκμήριο 8, είπε ότι δεν θυμάται πότε υπόγραψε και αν ήταν συμπληρωμένο το συμβόλαιο ή όχι, καθότι κάποια από τα συμβόλαια τα υπογραφεί εν λευκώ καθότι ταξιδεύει τακτικά στο εξωτερικό για δουλείες και σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να υπάρχουν υπογραμμένα συμβόλαια. Διευκρίνισε, ότι έμαθε ότι πήρε το συμβόλαιο ο κατηγορούμενος από τα γραφεία της εταιρείας, όταν πήγε και τον επισκέφθηκε ο γιος του κατηγορούμενου Αναστάσης Δρουσιώτης και του έκανε παράπονο ότι δεν υπέγραψε αυτός το συμβόλαιο και τότε ρώτησε τον υπάλληλο του ο οποίος του ανέφερε τι έγινε και αναφέροντας του επίσης ότι το συμβόλαιο το πήρε πίσω στα γραφεία ο κατηγορούμενος υπογραμμένο. Αποδέχομαι στην μαρτυρία του πιο πάνω μάρτυρα, σχετικά με ότι ανάφερε και για το οποίο είχε προσωπική γνώση και αντίληψη. Σε ότι αφορά την θέση που εξέφρασε, ότι το συμβόλαιο το πήρε ο κατηγορούμενος και το επέστρεψε στην εταιρεία, ο μάρτυρας δεν ήταν κάτι που γνώριζε προσωπικά αφού κάτι τέτοιο δεν έγινε στη παρουσία του, για ότι ανάφερε επί αυτού του ζητήματος ήταν με βάση αυτά που του ανάφερε υπάλληλος του Αναστάσης Δημητρίου και μόνο. Ο Μ.Κ.6, δεν βρίσκω λόγο γιατί να πει ψέματα στο Δικαστήριο ή να παραποιήσει οτιδήποτε γεγονότα. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου ανάφερε ουσιαστικά, ότι ο αυτός είχε λόγο να πει αυτά που είπε στην κατάθεση του και να τα υποστηρίξει στο Δικαστήριο γιατί κινδύνευε να φανεί και να αποδειχτεί ότι είχε (και) αυτός σχέση με την ισχυριζόμενη πλαστογραφία και/ή κυκλοφορία του πλαστού εγγράφου και να διωχθεί ποινικά. Ο Μ.Κ.6, θεωρώ δεν είχε λόγο να πλαστογραφήσει την υπογραφή του Αναστάση, αφού δεν θα είχε κανένα όφελος από μια τέτοια πράξη του. Ο Μ.Κ.6 ήταν υπάλληλος της εταιρείας και δεν φάνηκε ότι θα αποκόμιζε οποιοδήποτε προσωπικό όφελος από την πώληση του αυτοκινήτου, από την άλλη, ποιος μπορεί να είναι ο λόγος να διακινδυνέψει ο ίδιος για να «διευκολύνει» τον κατηγορούμενο. Το λάθος του Μ.Κ.6, το οποίο αναγνωρίζει και ο ίδιος, με βάση αυτά που ανάφερε, ήταν ότι πείσθηκε από τα λεγόμενα του κατηγορούμενου και του παρέδωσε το συμβόλαιο. Όπως συγκεκριμένα ανάφερε, πείστηκε από το γεγονός ότι επρόκειτο για τον γιό του, ότι, όπως του ανάφερε ο κατηγορούμενος, ο γιος του, δεν μπορούσε να παρουσιαστεί στα γραφεία της εταιρείας γιατί ήταν στην Λεμεσό και ότι θα του έπαιρνε ο ίδιος (ο κατηγορούμενος) το συμβόλαιο για να το υπογράψει. Αποδέχομαι την μαρτυρία του, ήταν αυθόρμητος, απλός και ειλικρινής. Σε κανένα σημείο δεν έχει κλονιστεί η αξιοπιστία του. Είναι γεγονός ότι ο Μ.Κ.6 ενήργησε με αφέλεια, χωρίς ίχνος καχυποψίας και έδειξε εμπιστοσύνη στον κατηγορούμενο, αυτή όμως η συμπεριφορά του. Από την γενική εικόνα που σχημάτισα για τον μάρτυρα αυτό, και εννοώ από τις αντιδράσεις του και την συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα ενώ κατέθετε, πέραν της πιο πάνω διαπίστωσης, δεν θεωρώ ότι είπε ψέματα στο Δικαστήριο. Συνεπώς, αποτελεί εύρημα μου ότι, το Τεκμήριο 8 είχε παραδοθεί από τον Μ.Κ.6 στον κατηγορούμενο και ο κατηγορούμενος το επέστρεψε την επόμενη ημέρα με την «υπογραφή» και τα στοιχεία του Αναστάση (Μ.Κ.2) ως ενοικιαστή. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ: Στην παρούσα υπόθεση ως ποινική υπόθεση τοιαύτη, το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Χαρίτωνος κ.α ν. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R 40. Αποτελεί νομική αρχή ότι έργο της κατηγορούσας αρχής είναι να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν αυτές είναι (βλ. Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου Π.Ε. 7018 και 7093 ημερ. 26.3.20002). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, επισημάνθηκαν τα εξής: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικαστεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής». Η πρώτη κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος εδράζεται στα άρθρα 331, 332, 333(δ)(ι) και 335 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Το άρθρο 331, αναφέρει ότι πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου με σκοπό καταδολίευσης. Το άρθρο 332 εξαιρεί από τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 331 τα εμπορικά σήματα ή άλλα σήματα που χρησιμοποιούνται σε συνάφεια με εμπορικά είδη, το άρθρο 335 προβλέπει την ποινή για τα αδίκημα της πλαστογραφίες και το άρθρο 333 διαλαμβάνει ως εξής: «Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος - (α)............. (β)............. (γ)............. (δ) Υπογράφει έγγραφο με το όνομα άλλου (
  1. i)με το όνομα άλλου χωρίς την εξουσιοδότηση του, ανεξάρτητα αν το όνομα αυτό είναι το ίδιο με εκείνο που υπογραφεί αυτός ή όχι. (
  2. ii).......... (iii).......... (iv).........» Σύμφωνα με την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Συμεού Ποινική Έφεση 7332 ημερ, 12.1.2005, η καλύτερη μαρτυρία για την απόδειξη πλαστογραφίας είναι η άμεση, καθώς και αυτή που προέρχεται από εμπειρογνώμονα γραφολόγο. Στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει αυτή η μαρτυρία. Ο Αναστάσης Δρουσιώτης του οποίου η υπογραφή πλαστογραφήθηκε στο συμβόλαιο ενοικιαγοράς, σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή, επιβεβαιώνει με την μαρτυρία του ότι ο ίδιος δεν έθεσε την υπογραφή του στο Τεκμήριο 8 κάτι το οποίο δεν αμφισβητήθηκε και επίσης ενισχύεται και από την μαρτυρία και τα συμπεράσματα του Μ.Κ.3. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου στην γραπτή αγόρευση του ανέφερε ότι ο ίδιος ο Μ.Κ.2 θα μπορούσε για παράδειγμα να έθεσε ψευδώς την υπογραφή του, έτσι ώστε να φαίνεται ως πλαστογραφημένη. Υπενθυμίζω ότι ο Μ.Κ.2, για ότι ανάφερε στην κυρίως εξέταση του, δεν αντεξετάστηκε από την υπεράσπιση και η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη. Συνεπώς και εφόσον την υπογραφή στο σημείο «υπογραφή ενοικιαστή» στη συμφωνία ενοικιαγοράς ημερομηνίας 29.8.2008 (Τεκμήριο 8) δεν την έχει θέσει ο Αναστάσης Δρουσιώτη, ο οποίος σύμφωνα με το συμβόλαιο φέρεται ως ο ενοικαστής, είναι εμφανές ότι το αδίκημα της πλαστογραφίας έχει διαπραχθεί. Το ερώτημα που τίθεται είναι ποιος έχει πλαστογραφήσει το Τεκμήριο 8 και φυσικά αν αυτό το έχει πράξει ο κατηγορούμενος, ο οποίος αντιμετωπίζει την σχετική κατηγορία. Επί αυτού του σημείο δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία, που να αποδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος είναι αυτός που πλαστογράφησε την υπογραφή του γιου του Μ.Κ.2, και συνεπώς θα πρέπει να αναζητηθεί περιστατικά μαρτυρία. Ποιο το βάρος της περιστατικής μαρτυρίας και πότε μπορεί να στοιχειοθετήσει την ενοχή του κατηγορούμενου, αποτέλεσε αντικείμενο ανάλυσης σε πολλές δικαστικές αποφάσεις. Περιστατική είναι η μαρτυρία η οποία προκύπτει από ή συναρτάται προς τα περιστατικά του αδικήματος. Αντιδιαστέλλεται προς άμεση μαρτυρία, δηλαδή μαρτυρία η οποία ευθέως αποκαλύπτει τα περιστατικά του αδικήματος και τον εγκληματία. Η σημασία της περιστατική μαρτυρίας εξηγείται από τον κ. Πική, τότε Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γεωργίου άλλως Παφίτη ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 444. Σχετικό απόσπασμα είναι το εξής στη σελίδα 450: «Η σημασία περιστατικής μαρτυρίας και πότε αποδεικνύει την ενοχή του κατηγορούμενου εξηγείται σε πολλές δικαστικές αποφάσεις (βλέπε μεταξύ άλλων, Fournides v. Repuplic
(1986)2 CLR 73, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 172, Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 211, Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 258). Το πρώτο που διευκρινίζεται είναι ότι ποιοτικά η περιστατική μαρτυρία δεν υπολείπεται, ούτε είναι υποδεέστερης αξίας από την άμεση μαρτυρία. Η σημασία της έγκειται στα συμπεράσματα, που μπορεί να εξαχθούν από το περιεχόμενο της». Η μαρτυρία του Μ.Κ.6 κρίθηκε αξιόπιστη και σύμφωνα με αυτή το Τεκμήριο 8 που είναι το επίδικο συμβόλαιο ενοικιαγοράς παραδόθηκε στον κατηγορούμενο, τον Αύγουστο του 2008 και την επόμενη ημέρα που αυτό παραδόθηκε, ο κατηγορούμενος το επέστρεψε πίσω στα γραφεία της εταιρείας. Το Τεκμήριο 8, κατά τον χρόνο που παραδόθηκε από τον κατηγορούμενο στον Μ.Κ.6, έφερε στην θέση υπογραφή αγοραστή, «την υπογραφή» του Αναστάση Δρουσιώτη, που όπως πιο πάνω αναφέρω δεν πρόκειται για την υπογραφή του. Ο κατηγορούμενος, δήλωσε από την αρχή στον Μ.Κ. 5 ότι δεν ήθελε το συμβόλαιο να είναι στο όνομα του, γνωρίζοντας μάλιστα εκ των προτέρων ότι η τράπεζα δεν θα τον χρηματοδοτούσε λόγω του ότι χρωστούσε χρήματα, όπως και ο ίδιος αναφέρει στην ανακριτική κατάθεση του (Τεκμήριο 2). Δήλωσε επίσης στον Μ.Κ.5, ότι το συμβόλαιο ήθελε να γίνει στο όνομα του γιου του για τον πιο πάνω λόγο, χωρίς όμως ποτέ να ενημερώσει τον Αναστάση πρόθεση του, να εξασφαλίσει την συγκατάθεση του και να του ζητήσει να γίνει η ενοικιαγορά στο όνομα του. Στο Τεκμήριο 8, στο σημείο που καταγράφονται στα στοιχεία αγοραστή όνομα/Διεύθυνση, ως Διεύθυνση του Αναστάση Δρουσιώτη, αναφέρεται η Λεωφόρος Ελευθερίας 69, Χλώρακα, που είναι η Διεύθυνση του κατηγορούμενου, ενώ ο Αναστάσης έμενε στην Λεμεσό από το
  1. Συνεπώς το συμβόλαιο, όπως και έγινε, στάληκε στην πιο πάνω διεύθυνση και ο Αναστάσης δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τι είχε προηγηθεί. Αυτός ο οποίος δεν ήθελε να γνωρίζει ο Μ.Κ.2 τι είχε προηγηθεί ήταν ο κατηγορούμενος και για αυτό και μετά δεν του ανάφερε οτιδήποτε. Εφόσον η θέση του κατηγορούμενου, σύμφωνα με την κατάθεση του, είναι ότι ο Δημήτρης (Μ.Κ.6) τον ενημέρωσε ότι τηλεφώνησε του Αναστάση, αλλά ο Αναστάσης αρνήθηκε να υπογράψει και ο Δημήτρης του είπε «εντάξει, άφηστο και θα το κανονίσω», δεν θα ήταν αναμενόμενο και λογικό όταν ο κατηγορούμενος έλαβε το συμβόλαιο και το κοστιάνη του αυτοκινήτου που στάληκαν στην διεύθυνση του και είδε τα στοιχεία και την υπογραφή του γιου του, να επικοινωνήσει μαζί του, είτε να τον ευχαριστήσει που του έκανε τελικά την διευκόλυνση ή να επικοινωνήσει με τον Δημήτρη για να δει πως τελικά ο γιος του συμφώνησε και «υπέγραψε» την συμφωνία; Ο Μ.Κ.2 πληροφορείται για πρώτη φορά σε σχέση με την συμφωνία, κατά τον Φεβρουάριο του 2009 (δίδει κατάθεση στις 3.6.2009 και αναφέρει «πριν από 4 περίπου μήνες μου τηλεφώνησε μια υπάλληλος ...»), δηλαδή 6 μήνες μετά την συμφωνία και αυτό γίνεται όταν λαμβάνει τηλεφώνημα από την τράπεζα για τις καθυστερημένες δόσεις του. Επισκέπτεται τον κατηγορούμενο, τσακώνονται, και ο κατηγορούμενος του υπόσχεται ότι θα κανόνιζε να φύγει το αυτοκίνητο από το όνομα του. Ποιος ο λόγος ο κατηγορούμενος να υποσχεθεί στον γιό του κάτι τέτοιο με σκοπό να τον καθησυχάσει; Συνεπώς το γεγονός, ότι ο κατηγορούμενος είχε λάβει την κατοχή του συμβολαίου (Τεκμήριο 8), χωρίς σε αυτό να υπάρχει η επίδικη υπογραφή, το επιστρέφει την επόμενη ημέρα με την «υπογραφή» του Αναστάση Δροσυιώτη, η όλη συμπεριφορά του και οι δηλώσεις τόσο προηγουμένως δηλαδή η επιθυμία του η συμφωνία να γίνει στο όνομα του γιου του Αναστάση γιατί ο ίδιος είχε πρόβλημα με την τράπεζα, επίσης η συμπεριφορά του προτού (δεν ενημερώνει για οτιδήποτε τον Αναστάση) αλλά και μετά που ο Αναστάσης (Μ.Κ.2) αντιλήφθηκε ότι η υπογραφή του είχε πλαστογραφηθεί (υπόσχεται να το κανονίσει), οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που πλαστογράφησε την υπογραφή του Μ.Κ.
  2. Επί αυτού του σημείου, λαμβάνω υπόψη μου και το γεγονός ότι όφελος αποκόμισε ο κατηγορούμενος, αφού αυτός έλαβε την κατοχή του οχήματος που επιθυμούσε, το οποίο και το χρησιμοποιούσε, όπως ο Μ.Κ.2 αναφέρει στην κατάθεση του, «Το αναφερόμενο αυτοκίνητο έχει αριθμούς εγγραφής ΚΤΖ 392 και το οδηγά ο πατέρας μου», και επίσης σύμφωνα με τον Μ.Κ.6, το όχημα παρέλαβε από τα γραφεία της εταιρείας ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Το άρθρο 339 του Ποινικού Κώδικα, που αφορά την δεύτερη κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος αναφέρει: «Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος αδικήματος του ιδίου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος.» Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα είναι εμφανές ότι και το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας έχει αποδειχτεί. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος πλαστογράφησε το Τεκμήριο 8 και συνεπώς γνώριζε ότι ήταν πλαστό, το κυκλοφόρησε, αφού το παρέδωσε πίσω στον Μ.Κ.
  3. Υπό τις περιστάσεις, δεν μπορεί παρά η κυκλοφορία του πλαστού εγγράφου (Τεκμήριο 8) να χαρακτηριστεί ότι έγινε με δόλιο τρόπο και με σκοπό ο κατηγορούμενος να εξασφαλίσει όφελος αφού με την παραπέρα προώθηση του θα εξασφάλιζε χρηματοδότηση για το όχημα. Σύμφωνα με το άρθρο 298 του Ποινικού Κώδικα που δημιουργεί το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, τα συστατικά του στοιχεία είναι τα ακόλουθα: (α) Η οποιαδήποτε ψευδής παράσταση. (β) Η ψευδής παράσταση να γίνετε με σκοπό την καταδολίευση. (γ) Το αποτέλεσμα να είναι η απόκτηση από άλλο ο'τιδήποτε που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε (τρίτο) πρόσωπο τέτοιο πράγμα (που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 297 του Ποινικού Κώδικα, «Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» Τέλος, ως προς το τι δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, παραπέμπω στο άρθρο 255
(3)του Ποινικού Κώδικα. Ο κατηγορούμενος αρχικά παρέδωσε το Τεκμήριο 8 στον Μ.Κ.6, με τον τρόπο και για τον λόγο που έχουν αναφερθεί πιο πάνω, με σκοπό την καταδολίευση, το οποίο συμβόλαιο, γνώριζε ότι ήταν πλαστό αφού ο ίδιος το έχει πλαστογραφήσει, στην συνέχεια το εν λόγω συμβόλαιο προωθήθηκε στην Τράπεζα Κύπρου για σκοπούς έγκρισης το οποίο και εγκρίθηκε. Η ψευδής παράσταση συνίσταται στο ότι ο Τεκμήριο 8, παρουσιάστηκε από τον κατηγορούμενο, σε όλα τα στάδια, ως έγγραφο το οποίο έφερε την γνήσια υπογραφή του αγοραστή Αναστάση Δρουσιώτη, γεγονός το οποίο ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι δεν ήταν αληθινό. Με την έγκριση του συμβολαίου, η τράπεζα πλήρωσε/κατάβαλε το ποσό το ποσό των €23.000 στην πωλήτρια εταιρεία που αντιστοιχούσε στο τίμημα πώλησης του οχήματος και το όχημα παραδόθηκε στον κατηγορούμενου. Οι πράξεις του κατηγορούμενου δεν είχαν ως αποτέλεσμα να λάβει ο ίδιος το ποσό των €23.000, η τράπεζα ενεργώντας όπως πιο πάνω δηλαδή καταβάλλοντας απευθείας το ποσό στην εταιρεία ενήργησε για λογαριασμό του προσώπου που φερόταν με βάση την συμφωνία ότι ήταν ο αγοραστής. Το πιο πάνω ποσό δόθηκε ως αντάλλαγμα για την αγορά του αυτοκινήτου συνεπώς αυτός ο οποίος επωφελήθηκε και αυτός ήταν και ο σκοπός ήταν ο ίδιος ο κατηγορούμενος και υπό τις περιστάσεις καταλήγω ότι το αδίκημα του άρθρο 298 έχει στοιχειοθετηθεί πλήρως. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα μου, είναι η κατάληξη μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή, πέτυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και στις 3 κατηγορίες που αυτός αντιμετωπίζει. Συνεπακόλουθα με τα πιο πάνω ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στις 3 κατηγορίες. (Υπ.)......... Κ. Κουνίδου Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.