Δημοκρατία ν. Νεόφυτου Κωνσταντίνου Ιωάννου, Αρ. Υπόθεσης: 3003/12, 10.4.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2012:12 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Μ. Ματθαίου, Α.Ε.Δ. Δ.Ι. Κίτσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3003/12 Δημοκρατία ν. Νεόφυτου Κωνσταντίνου Ιωάννου, από την Πάφο Κατηγορούμενου - - - - - - - - - - - - - - 10.4.2012 Για τη Δημοκρατία: κ. Π. Κυριακίδης Κατηγορούμενος παρών, γι΄ αυτόν: κ. Σ. Αγγελίδης με κα Μ. Παπαδημήτρη και κ. Μ. Σωφρονίου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Κατά το στάδιο που ο Λοχ. 2192 Γιάννος Κωνσταντίνου (Μ.Κ.20) επιχείρησε να παρουσιάσει ως τεκμήριο κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο στις 9.2.2012 (Τεκμήριο Α προς αναγνώριση) ηγέρθηκε ένσταση από πλευράς υπεράσπισης. Η κατάθεση λήφθηκε με βάση το Δεύτερο Δικαστικό Κανόνα, ενώ όπως υποστήριξε ο δικηγόρος του κατηγορούμενου τα γεγονότα επέβαλλαν όπως, εάν η αστυνομία ήθελε να ανακρίνει τον κατηγορούμενο, αυτό έπρεπε να γίνει στη βάση του Τρίτου Δικαστικού Κανόνα. Οι Δικαστικοί Κανόνες εφαρμόζονται στην Κύπρο κατά τη λήψη καταθέσεων δυνάμει του άρθρου 8 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Κατά τη λήψη της επίδικης κατάθεσης ο Λοχ. Κωνσταντίνου είχε προειδοποιήσει τον κατηγορούμενο ως ακολούθως: «Σε πληροφορώ ότι λαμβάνω μέρος στη διερεύνηση υπόθεσης φόνου εκ προμελέτης του Ivan Krastev 34 ετών, τέως από τη Βουλγαρία, αδίκημα το οποίο διαπράχθηκε την 8/2/12 στο χωριό Τάλα στην Πάφο. Για την πιο πάνω υπόθεση υπάρχει μαρτυρία που δημιουργεί εύλογη βάση για υποψία ότι ενέχεσαι και προτίθεμαι να σε ανακρίνω και να σου πάρω κατάθεση. Δεν είσαι υπόχρεος να πεις οτιδήποτε εκτός εάν θέλεις αλλά ότι όμως πεις, μπορεί να γραφεί και να δοθεί ως μαρτυρία.» Η πιο πάνω επίστηση στο νόμο είναι η προβλεπόμενη στο Δεύτερο Δικαστικό Κανόνα που προνοεί το ακόλουθο λεκτικό: «Δεν είσαι υποχρεωμένος να πεις οτιδήποτε εκτός αν το επιθυμείς, αλλά οτιδήποτε πεις, μπορεί να γραφεί και να δοθεί ως μαρτυρία.» Η επίστηση που πρέπει να γίνεται όταν εφαρμόζεται ο Τρίτος Δικαστικός Κανόνας είναι η ακόλουθη: «Επιθυμείς να πεις οτιδήποτε; Δεν είσαι υποχρεωμένος να πεις οτιδήποτε εκτός αν το επιθυμείς αλλά ότι πεις θα γραφεί και μπορεί να δοθεί ως μαρτυρία.» Είναι η εισήγηση του δικηγόρου υπεράσπισης πως θα έπρεπε να γίνει χρήση του Τρίτου Δικαστικού Κανόνα γιατί στο στάδιο εκείνο η αστυνομία είχε επαρκή μαρτυρία ώστε ο κατηγορούμενος να κατηγορηθεί για το υπό διερεύνηση αδίκημα. Εισηγήθηκε συνεπώς πως ο Τρίτος Δικαστικός Κανόνας εφαρμόζεται όχι μόνο όταν το πρόσωπο έχει κατηγορηθεί ή έχει πληροφορηθεί ότι μπορεί να διωχθεί για αδίκημα, όπως προνοείται στην παράγραφο (α) του Τρίτου Δικαστικού Κανόνα αλλά και στην πιο πάνω περίπτωση. Οι Δικαστικοί Κανόνες εγκρίθηκαν από την Ολομέλεια των Δικαστών του Queen's Bench Division της Αγγλίας και εκδόθηκαν το
- Στην εισαγωγή των Κανόνων αναφέρεται στην παράγραφο (δ) ότι: «Όταν ένας αστυνομικός που διερευνά τη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος από οποιοδήποτε πρόσωπο έχει επαρκή μαρτυρία για να του προσάψει κατηγορία για το αδίκημα, ο αστυνομικός πρέπει χωρίς καθυστέρηση να κατηγορήσει ή να πληροφορήσει το πρόσωπο αυτό πως μπορεί να διωχθεί για το αδίκημα.» Η πιο πάνω παράγραφος στην εισαγωγή των Δικαστικών Κανόνων αναφέρθηκε στην R. v. Collier and Stenning 49 Cr. App. R.
- Η παράγραφος (α) του Τρίτου Δικαστικού Κανόνα δεν είχε εφαρμογή γιατί ο κατηγορούμενος δεν είχε κατηγορηθεί ούτε είχε πληροφορηθεί ότι μπορούσε να διωχθεί για το υπό εξέταση αδίκημα. Υπήρξε όμως παραβίαση της παραγράφου (δ) της εισαγωγής των Δικαστικών Κανόνων και αυτή η παραβίαση ήταν παράγοντας που λαμβανόταν υπόψη στον καθορισμό του κατά πόσο οποιαδήποτε δήλωση που αποσπάστηκε ή έγινε στη συνέχεια ήταν εθελούσια. Αποδεχόμαστε την εισήγηση του δικηγόρου υπεράσπισης πως όταν η αστυνομία έχει επαρκή μαρτυρία ώστε το πρόσωπο να κατηγορηθεί για υπό διερεύνηση αδίκημα, ο Τρίτος Δικαστικός Κανόνας τυγχάνει εφαρμογής (βλ. The Republic v. Pierides
(1971)2 C.L.R. 181, 187). Με βάση το μαρτυρικό υλικό που μέχρι στιγμής παρουσιάστηκε κατά τη δίκη, η αστυνομία είχε από την προηγούμενη μέρα εξασφαλίσει καταθέσεις από την Τασούλα Κωνσταντίνου (Τεκμήριο 72) και την Κατερίνα Κυριάκου (Τεκμήριο 81). Η Τασούλα είχε καταθέσει πως αμέσως με το άκουσμα του πυροβολισμού έτρεξε από την τουαλέτα όπου βρισκόταν και αντίκρισε το θύμα στο δάπεδο πλησίον της κύριας εισόδου. Αμέσως κοίταξε έξω από το πορτοπαράθυρο του σαλονιού, που είναι δεξιά της κύριας εισόδου, και είδε τον κατηγορούμενο να περνά μπροστά από το παράθυρο κρατώντας στα χέρια του κυνηγετικό όπλο. Η Κατερίνα είχε καταθέσει πως βρισκόταν κανένα μέτρο περίπου πίσω από το θύμα όταν αυτό άνοιξε την εξώπορτα της κατοικίας. Αμέσως ακούστηκε ένας πυροβολισμός και το θύμα σωριάστηκε στο δάπεδο. Έξω ακριβώς από την εξώπορτα, πάνω στη βεράντα είδε να στέκεται ο κατηγορούμενος κρατώντας στα χέρια του ένα όπλο. Είναι ορθή η εισήγηση του δικηγόρου υπεράσπισης πως το μαρτυρικό υλικό που η αστυνομία είχε στα χέρια της κατά το χρόνο λήψης της επίδικης κατάθεσης του κατηγορούμενου συνιστούσε επαρκή μαρτυρία ώστε ο κατηγορούμενος να κατηγορηθεί. Είναι συνεπώς η κατάληξη μας πως υπήρξε παραβίαση των Δικαστικών Κανόνων κατά τη λήψη της επίδικης κατάθεσης. Αναφέρεται στην αγγλική υπόθεση R. v. Prager
(1972)1 All E.R. 114 ότι οι Κανόνες των Δικαστών έχουν σαν πρωταρχικό ρόλο να καθοδηγούν το Δικαστήριο στην απόφαση ως προς το κατά πόσο μια κατάθεση είναι εκούσια ή όχι και ότι αυτή θα πρέπει να γίνεται δεκτή αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί πως είναι εκούσια, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η κατάθεση λήφθηκε κατά παράβαση των Κανόνων των Δικαστών. Η προσέγγιση των Κυπριακών Δικαστηρίων, όπως παρουσιάζεται στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι κάπως διαφορετική. Το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά αποφάσεων του επίμονα τόνισε πως τα Δικαστήρια πρέπει ελεύθερα να απορρίπτουν καταθέσεις που λήφθηκαν κατά παράβαση των Δικαστικών Κανόνων, σε μια προσπάθεια να διατηρήσουν το κράτος δικαίου και να καταστείλουν οποιαδήποτε ανάρμοστη αστυνομική πρακτική, ακόμα και σε υποθέσεις, φαίνεται, όπου το Δικαστήριο ικανοποιείται πως η κατάθεση είναι εκούσια. Η θεμελιωμένη γενική αρχή είναι ότι σε περιπτώσεις παράβασης των Δικαστικών Κανόνων ο Δικαστής έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί ή να απορρίψει μια κατάθεση ανάλογα με τα γεγονότα της υπόθεσης. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας περιλαμβάνουν θέματα όπως σε ποιο βαθμό έχει η παράβαση επηρεάσει τη θεληματικότητα της κατάθεσης, την έκταση της παράβασης, το κατά πόσο η παράβαση αφορά σε ζήτημα τυπικό ή ουσιαστικό και τις επιπτώσεις τέτοιων παραβάσεων στην απονομή της δικαιοσύνης. Στη The Republic v. Pierides
(1971)2 C.L.R. 181, 188 το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι (σε ελεύθερη μετάφραση): «. ακόμη και όταν ο κανόνας 3 δεν εφαρμόζεται άμεσα, εφόσον υπάρχει παραβίαση της αρχής που περιέχεται στην παράγραφο (δ) και εφόσον η προστασία που περιέχεται στον κανόνα 3 δεν παρέχεται σε πρόσωπο υπό κράτηση σε σχέση με κατάθεση που έκαμε στην αστυνομία, η κατάθεση δεν θα πρέπει να θεωρηθεί σαν αποδεκτή μαρτυρία εφόσον δεν θα είναι αναμφίβολα θεληματική.» Στην Σάκκος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 510 αναφέρεται με επιδοκιμασία η Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73 όπου εξηγούνται οι αρχές που διέπουν το παραδεκτό κατάθεσης υπόπτου ή κρατουμένου η οποία λαμβάνεται κατά παρέκκλιση ή αντίθετα με τους Δικαστικούς Κανόνες. Υιοθετείται απόσπασμα από τη Fournides (σελ. 86) που σημειώνεται ότι χαρακτηρίζει την προσέγγιση της νομολογίας στο ζήτημα. Αναφέρει το απόσπασμα ότι (σε ελεύθερη μετάφραση): «Η ουσία αυτών των αποφάσεων έγκειται εις το ότι ένα Δικαστήριο που καλείται να αποφασίσει την αποδεκτότητα μιας κατάθεσης πρέπει να υιοθετεί μια ευρεία θεώρηση των γεγονότων που περιβάλλουν και συνοδεύουν τη λήψη της και δεν πρέπει να διστάζει να απορρίψει μια κατάθεση εάν η προέλευση της μολύνεται από υποψία. Αυτές αντανακλούν την αφοσίωση μας στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τη διατήρηση του κράτους δικαίου.» Όμως αμέσως μετά από αυτό το απόσπασμα, αναφέρεται ότι καμία από αυτές τις αυθεντίες δεν έχει ως στόχο να αλλοιώσει τη βασική αρχή ότι η θεληματικότητα αποτελεί το βασικό κριτήριο αποδεκτότητας μιας κατάθεσης. Ο δικηγόρος υπεράσπισης δεν έθεσε τη θέση ότι η επίδικη κατάθεση του κατηγορούμενου δεν ήταν εθελούσια. Περιορίστηκε στη θέση πως η μη χρήση της προειδοποίησης που προνοείται στον Τρίτο Δικαστικό Κανόνα και η υποβολή ερωτήσεων, που στην περίπτωση που εφαρμόζεται o Τρίτος Δικαστικός Κανόνας μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις μπορεί να υποβληθούν, παραβίασε το δικαίωμα της σιωπής του κατηγορούμενου με αποτέλεσμα η αστυνομία να αποκομίσει πλεονέκτημα έναντι του κατηγορούμενου. Τόσο η προειδοποίηση που δίδεται όταν εφαρμόζεται ο Τρίτος Δικαστικός Κανόνας όσο και η προειδοποίηση που δίδεται όταν εφαρμόζεται ο Δεύτερος Δικαστικός Κανόνας, υπενθυμίζουν κατά τον ίδιο τρόπο τον ανακρινόμενο ότι δεν είναι υποχρεωμένος να πει οτιδήποτε εκτός αν το επιθυμεί. Ότι στο Δεύτερο Δικαστικό Κανόνα αναφέρεται στην προειδοποίηση ότι οτιδήποτε πει μπορεί να γραφεί και να δοθεί ως μαρτυρία ενώ στον Τρίτο Δικαστικό Κανόνα αναφέρεται ότι θα γραφεί και μπορεί να δοθεί ως μαρτυρία δεν διαφοροποιεί οτιδήποτε σε σχέση με το δικαίωμα του ανακρινόμενου να παραμείνει σιωπηρός. Άλλωστε ο ανακρινόμενος έχει αυτό το δικαίωμα σε όλα τα στάδια της ανάκρισης. Ο κατηγορούμενος είχε επαρκώς προειδοποιηθεί ότι δεν ήταν υπόχρεος να πει οτιδήποτε και συνεπώς ήταν δικαίωμα του να παραμείνει σιωπηρός. Ο ανακριτής αστυνομικός θα έπρεπε να είχε εφαρμόσει τον Τρίτο Δικαστικό Κανόνα και να μην υποβάλει ερωτήσεις στον κατηγορούμενο εκτός και αν συνέτρεχαν εξαιρετικές περιπτώσεις που δεν έχουν καταδειχθεί. Παρά το ότι παρέβηκε τους Δικαστικούς Κανόνες και υπόβαλε ερωτήσεις, ο κατηγορούμενος διατηρούσε το δικαίωμα να μην απαντήσει, το δικαίωμα του δεν παραβιάστηκε αλλά αντίθετα είχε επαρκώς προειδοποιηθεί πως δεν ήταν υπόχρεος να πει οτιδήποτε. Η παραβίαση των Δικαστικών Κανόνων στην προκειμένη περίπτωση δεν διαπιστώνεται στο στάδιο τούτο να έχει προκαλέσει δυσμένεια στον κατηγορούμενο. Έχουμε διέλθει την επίδικη κατάθεση και διαπιστώνουμε πως σε αυτήν δεν εμπεριέχεται οιαδήποτε δήλωση η οποία αφ΄ εαυτής να μπορεί να χαρακτηριστεί ως επιζήμια για την υπόθεση του κατηγορούμενου. Αντίθετα, ο κατηγορούμενος προβάλλει θέσεις προς υποστήριξη της μη εμπλοκής του στο διερευνούμενο φόνο. Καταλήγουμε στην αποδοχή ως τεκμήριο της κατάθεσης του κατηγορούμενου ημερομηνίας 9.2.2012. Το Δικαστήριο διατηρεί την ευχέρεια κατά το τελικό στάδιο της δίκης να απορρίψει την κατάθεση εάν ήθελε φανεί ότι κάποια δήλωση του κατηγορούμενου, που στην όψη της δεν είναι γι΄ αυτόν επιζήμια, καταστεί τέτοια αφού εξεταστεί σε συνάρτηση ή αντιπαραβολή με άλλη μαρτυρία που το Δικαστήριο ήθελε αποδεχθεί. (Υπ.) .............. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. ............. Μ. Ματθαίου, Α.Ε.Δ. ............. Δ.Ι. Κίτσιος, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Assize Court/Interim Αναφορά: Αποδεκτότητα κατάθεσης - Δικαστικοί Κανόνες cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο