Φίλιππος Μιχαηλ ν. Γεωργία Φουρνίδου, Αρ. Υπόθεσης: 6447/11, 10/4/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:B26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6447/11 Φίλιππος Μιχαηλ Παραπονούμενος εναντίον Γεωργία Φουρνίδου Κατηγορουμένης ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 10/4/2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον παραπονούμενο: κ. Αντώνης Παπαγεωργίου Για την κατηγορούμενη: κα Βάσω Ξενοφώντος Πρωτοπαπά Κατηγορούμενη : παρούσα ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής άνευ ευλόγου αιτίας, κατά παράβαση του άρθρου 305 Α παρ. 2 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και των νόμων 186/86 άρθρο 4 και Ν. 36
(1)του 1997 Νόμος 70
(1)του 2008 άρθρο
- Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, η κατηγορούμενη την 24/4/2010 στην Πάφο της Επαρχίας Πάφου, άνευ ευλόγου αιτίας επροκάλεσε την μη εξόφληση της εκδοθείσας από αυτήν επιταγής της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό 89796456 ημερομηνίας 24/4/2010 για το ποσό των € 5,000 εις διαταγή του Φίλιππου Μιχαήλ από την Πάφο. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο κ. Κρατίνος Κλεάνθους. Ανέφερε ότι είναι τουριστικός οδηγός, συντηρεί παλιά έπιπλα και ατίκες και αν έχει πελάτες τα πουλεί και τα συντηρεί. Γνωρίζει τον παραπονούμενο και αναφέρθηκε σε παλιές συναλλαγές που είχε με αυτόν τις οποίες και περιέγραψε. Ο Ανδρέας Κλεάνθους είναι ο υιός του εν λόγω μάρτυρα. Όταν ερωτήθηκε κατά πόσο ο γιος του είχε οποιαδήποτε συναλλαγή με τον παραπονούμενο τον Απρίλιο του 2010, ανέφερε ότι δεν θυμάται επακριβώς ημερομηνίες, γνωρίζει για τις συναλλαγές, είχε μια βουοάμαξα η οποία είχε ορισμένη συντήρηση για να επιδιορθωθεί και να πουληθεί, δεν ήξερε περισσότερες πληροφορίες αλλά νομίζει ότι ο παραπονούμενος αγόρασε αυτήν από τον γιο του, η οποία ήταν για το ποσό των 4 - 5 χιλιάδων ευρώ περίπου και αυτό εξαρτάται από τις συναλλαγές που έκαναν μεταξύ τους. Την κατηγορούμενη την γνωρίζει διότι της συντήρησε κάποια έπιπλα, αλλά δεν ξέρει αν αυτή είχε καμία ανάμειξη με την εν λόγω συναλλαγή και ούτε ξέρει αν υπήρχε οποιαδήποτε επιταγή για οποιαδήποτε συναλλαγή. Αντεξεταζόμενος αναφέρθηκε στις συναλλαγές που είχε με την κατηγορούμενη και που αφορούσε συντηρήσεις αντικειμένων και για τις οποίες η κατηγορούμενη τον πλήρωσε κανονικά. Γνωρίζει ότι η βουοάμαξα αυτή κοστίζει 4 - 5 χιλιάδες ευρώ επειδή σε αυτήν την έσερναν δύο άλογα και συνεπώς έχει μεγαλύτερη αξία από μια άμαξα. Τον γιο του τον βλέπει συχνά και έρχεται και τον επισκέφτεται στην Τρεμιθούσα. Ο υιός του διαμένει στην Λάρνακα και νομίζει ότι ξέρει ο γιος του για το γεγονός ότι κατέθεσε στο Δικαστήριο. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε η κα Ελένη Ομήρου. Ανέφερε ότι είναι τραπεζικός υπάλληλος στην Τράπεζα Κύπρου στην Πόλη Χρυσοχούς. Γνωρίζει την κατηγορουμένη η οποία είναι πελάτιδα στο κατάστημα όπου εργάζεται και παρακολουθεί τον λογαριασμό της με αριθμό 0661-12-
- Στις 9/4/2010 η κατηγορούμενη πήγε στο κατάστημα όπου εργάζεται και της έδωσε οδηγίες να προβεί σε ανάκληση πληρωμής δύο επιταγών που εξέδωσε, η μια επιταγή είχε τον αριθμό 89796455 για το ποσό των € 1,600 και η άλλη επιταγή είχε τον αριθμό 89796456 για το ποσό των € 5,
- Ο λόγος που έδωσε η κατηγορούμενη για να μην πληρωθούν οι επιταγές, ήταν η ακύρωση συμφωνίας αλλά δεν ξέρει περισσότερες λεπτομέρειες, λέγοντας ταυτόχρονα ότι είναι δικαίωμα κάθε πελάτη να ανακαλέσει την πληρωμή οποιασδήποτε επιταγής για οποιοδήποτε λόγο, τον οποίο δεν εξετάζει, απλά ρωτά τον λόγο για τον οποίο επιθυμείται η ανάκληση πληρωμής οποιασδήποτε επιταγής, τον οποίο λόγο και καταγράφει. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι όταν η ίδια είναι στην Τράπεζα τότε μόνο αυτή ελέγχει τον λογαριασμό της κατηγορουμένης, τον οποίο δεν ξέρει πότε ανοίχθηκε και ποιος βοήθησε στο άνοιγμα του λογαριασμού, αλλά όταν απουσιάζει ή όταν είναι εντός του καταστήματος και δεν μπορεί να εξυπηρετήσει, τότε τον ελέγχει κάποιος άλλος συνάδελφος της για να μην υπάρχει καθυστέρηση. Όταν μια επιταγή παρουσιαστεί για πληρωμή, γίνεται έλεγχος της υπογραφής του εκδότη, αν υπάρχει το απαιτούμενο ποσό, την ημερομηνία και αν υπάρχει οποιαδήποτε διόρθωση, έτσι ώστε να απαιτείται εκ νέου υπογραφή του πελάτη και αυτό ελέγχεται από υπηρεσία της Τράπεζας στην Λευκωσία. Διαθέτουν δείγματα υπογραφών στην Τράπεζα και έτσι γίνεται ο έλεγχος της υπογραφής και μέσω της υπηρεσίας στην Λευκωσία. Στην συγκεκριμένη περίπτωση ο έλεγχος της υπογραφής της κατηγορούμενης έγινε από την υπηρεσία της Τράπεζας στην Λευκωσία αλλά από την στιγμή που υπήρχαν οδηγίες για ανάκληση της πληρωμής της επιταγής, δεν ελέγχεται οτιδήποτε άλλο διότι ούτως ή άλλως η επιταγή δεν θα τιμηθεί. Δεν ήταν σε θέση η μάρτυρας να πει με βεβαιότητα αν ο έλεγχος της υπογραφής της κατηγορούμενης έγινε και στο κατάστημα που εργάζεται διότι ο έλεγχος έγινε από την πιο πάνω αναφερόμενη υπηρεσία. Η σφραγίδα στην επιταγή τοποθετείται από την υπηρεσία της Τράπεζας στην Λευκωσία και η επιταγή παρουσιάστηκε στις 27/4/2010 ή 29/4/2010 διότι δεν φαίνεται καθαρά στην επιταγή. Η κατηγορούμενη αποτάθηκε σε κάποιον συνάδελφο της και όχι στην ίδια για την επιταγή και δεν ήταν σε θέση να ξέρει την κατάσταση του λογαριασμού της κατηγορούμενης και την κίνηση αυτού. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο παραπονούμενος κ. Φίλιππος Μιχαήλ. Ανέφερε ότι εργάζεται ως λειτουργός της ΣΠΕ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΠΟΛΗΣ ΧΡΥΣΟΧΟΥΣ και διευθυντής υποκαταστήματος στην Δρούσια, ταυτόχρονα είναι συλλέκτης παλαιών και παραδοσιακών αντικειμένων της Κυπριακής παράδοσης και έφτιαξε παραδοσιακό πάρκο και/ή μουσείο στην Δρούσια. Κατά ή περί την 10/3/2010 επικοινώνησε με τον Κρατίνο Κλεάνθους ο οποίος είναι πωλητής παλαιών παραδοσιακών αντικειμένων και από τον οποίο αγόρασε αρκετά παραδοσιακά αντικείμενα τα οποία κατονόμασε για να τα τοποθετήσει στο μουσείο του. Στις 29/3/2010 τον επισκέφθηκε ο υιός του Κρατίνου Κλεάνθους, ο Ανδρέας Κλεάνθους, ο οποίος του έφερε μερικά αντικείμενα για το μουσείο του, αναφέροντας του ότι έχει υπόψην του μια παραδοσιακή παλιά άμαξα ΄΄ βουδοάμαξα΄΄ την οποία πουλούσε ο ιδιοκτήτης της για το ποσό των € 5,000, αλλά θέλει πρώτα να πάρει τα λεφτά του και μετά να την παραδώσει και γι΄ αυτό του ζήτησε προκαταβολικά το ποσό αυτό για να του την φέρει. Ο παραπονούμενος ρώτησε τον Ανδρέα Κλεάνθους για το πως θα εξασφαλιστεί εάν του δώσει το ποσό που ζητούσε και δεν του παρέδιδε την άμαξα και τότε ο Ανδρέας Κλεάνθους έβγαλε από την τσέπη του μια υπογραμμένη επιταγή με συμπληρωμένο το ποσό των € 5,000, χωρίς το όνομα του δικαιούχου, με εκδότη της επιταγής την κατηγορούμενη και τον παρότρυνε να την πάρει και να την κρατεί ως εξασφάλιση σε περίπτωση που δεν του παραδώσει την άμαξα. Ο παραπονούμενος λόγω της εργασίας και εμπειρίας του ως διευθυντής σε υποκατάστημα της ΣΠΕ Πόλης Χρυσοχούς, έχει αρκετή εμπειρία με εξαργύρωση επιταγών, όπως και με επιταγές που είναι χωρίς το όνομα του δικαιούχου και/ή ανοικτές επιταγές οι οποίες συμπληρώνονται την ώρα της εξαργύρωσης, θεώρησε ορθό να αποδεχτεί την προσφορά του Ανδρέα Κλεάνθους τον οποίο εμπιστεύθηκε επειδή γνώριζε τον πατέρα του από τον οποίο αγόρασε αρκετά αντικείμενα. Ο Ανδρέας Κλεάνθους του ανέφερε ότι η κατηγορούμενη είναι η χήρα σύζυγος του μακαρίτη Φουρνίδη τον οποίο γνώριζε ο παραπονούμενος επειδή ο αποβιώσας ήταν δασικός λειτουργός στον Πόλη Χρυσοχούς. Προτού του παραδώσει το ποσό των € 5,000, ζήτησε και μίλησε με την κατηγορούμενη στο κινητό της τηλέφωνο αναφέροντας και τον αριθμό και ότι θα πάρει την επιταγή και αυτή του απάντησε ότι δεν υπάρχει πρόβλημα. Μετά την συνομιλία του με την κατηγορούμενη, εξέδωσε την επιταγή με αριθμό 21840652 της Σπε Πόλης Χρυσοχούς για το ποσό που του ζήτησε ο Ανδρέας Κλεάνθους, αντίγραφο της οποίας κατέθεσε ως τεκμήριο Α για αναγνώριση και παρέλαβε την επιταγή της κατηγορούμενης με αριθμό 89796456 της Τράπεζας Κύπρου για το ποσό των € 5,000 με ημερομηνία πληρωμής την 24/4/2010 την οποία κατέθεσε ως τεκμήριο Γ για αναγνώριση. Ο Ανδρέας Κλεάνθους εξαργύρωσε την επιταγή που του έδωσε την επόμενη μέρα, ήτοι στις 30/3/2010, ως παρακολούθησε από τον λογαριασμό του στην ΣΠΕ Πόλης και όπως φαίνεται στο τεκμήριο Α για αναγνώριση και με την εξαργύρωση της επιταγής του θεώρησε ότι έγινε η αγορά της άμαξας που του ανέφερε. Στις 24/4/2010 ο Ανδρέας Κλεάνθους αντί να του φέρει την άμαξα που είχαν συμφωνήσει, του έφερε άλλα αντικείμενα τα οποία δεν του ζήτησε και δεν τον ενδιέφεραν, ανέφερε στον Ανδρέα Κλεάνθους ότι αυτά δεν τα θέλει και ο Ανδρέας Κλεάνθους του είπε ότι έχει την επιταγή για τα χρήματα του και έφυγε. Η επίδικη επιταγή κατατέθηκε στις 26/4/2010 και στις 3/5/2010 επιστράφηκε με την ένδειξη ότι η πληρωμή της έχει ανακληθεί από τον εκδότη της. Μετά από λίγες μέρες όταν πήγε στην Πόλη Χρυσοχούς, τον πλησίασε ο Μακάριος Τσαρτελλάρης, ιδιοκτήτης πρακτορείου στοιχημάτων και του ανέφερε ότι γνώριζε για την επίδικη επιταγή διότι και ο ίδιος πήρε επιταγή της κατηγορούμενης από τον Ανδρέα Κλεάνθους και του ανέφερε για την ύπαρξη της επίδικης επιταγής. Τον πληροφόρησε , αφού ερωτήθηκε από τον ίδιο, ότι ανακλήθηκε η πληρωμή της επιδικης επιταγής και ότι αναζητεί την κατηγορούμενη και ο Μακάριος Τσαρτελλάρης του ανέφερε ότι η δική του επιταγή επιστράφηκε ως ακάλυπτη και ότι η κατηγρούμενη είναι εντός του μαγαζιού του. Ο παραπονούμενος συνάντησε τότε την κατηγορούμενη και δεν έλαβε απάντηση όταν ρώτησε την κατηγορούμενη γιατί ανακάλεσε την πληρωμή της επίδικης επιταγής και επιπλέον του ανέφερε ότι το γνωρίζει όυι θα έχει ποινικές συνέπειες, όταν ερωτήθηκε σχετικά από τον παραπονούμενο. Έπειτα ο παραπονούμενος έφυγε από το μαγαζί χωρίς να πάρει απάντηση από την κατηγορούμενη για το τι θα πράξει για την επίδικη επιταγή και σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με την κατηγορούμενη για να διευθετηθεί η πληρωμη αυτής της επιταγής, η κατηγορούμενη αρνήθηκε και/ή αμέλησε να το πράξει. Ο παραπονούμενος επικαλούμενος εκ νέου την επαγγελματική του ιδιότητα αλλά και την νομική σύμβουλή που έλαβε, ανέφερε ότι οι πράξεις της κατηγορούμενης είναι ποινικά κολάσιμες διότι γνώριζε για την συναλλαγή που είχε ο παραπονούμενος με τον Ανδρέα Κλεάνθους και τον λόγο παράδοσης σε αυτόν της επίδικης επιταγής και ότι η κατηγορούμενη δεν είχε εύλογη αιτία να ανακαλέσει την πληρωμή της επιταγής και ότι τον διαβεβαίωσε ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Ο παραπονούμενος ανέφερε ότι με την κατηγορούμενη δεν είχε καμία σχέση και ότι απλώς στις 26/4/2010 κατέθεσε δική της επιταγή και ότι αυτή επιστράφηκε στις 3/5/2010 και έφερε σφραγίδα επί αυτής που ανέγραφε όπως αποταθεί στον εκδότη και έτσι αυτή δεν εξαργυρώθηκε. Ως τραπεζικός υπάλληλος γνωρίζει ότι αυτές οι επιταγές αλλάζονται την ώρα που κατατίθενται για εξαργύρωση, ήτοι υπάρχει το δικαίωμα όποιος αναγράψει το όνομα του στην επιταγή, αυτή να εξαργυρωθεί. Ανέφερε ότι δεν γνωρίζει ποιος ήταν ο λόγος που η κατηγορούμενη έδωσε την επίδικη επιταγή στον Ανδρέα Κλεάνθους. Αντεξεταζόμενος αναφέρθηκε ότι συναλλάχθηκε με τον Ανδρέα Κλεάνθους στο παρελθόν διότι του έφερνε παλαιά αντικείμενα και ότι τον πλήρωνε είτε σε μετρητά είτε με επιταγές, τον πλήρωνε είτε με την παράδοση των αντικειμένων είτε προκαταβολικά και δεν τον ρωτούσε από που θα έφερνε τα παλαιά αντικείμενα διότι δεν τον ενδιέφερε και για την συγκεκριμένη συναλλαγή του κίνησε την περιέργεια το γεγονός ότι ήθελε όλα τα χρήματα προκαταβολικά ο Ανδρέας Κλεάνθους και αυτός ήταν ο λόγος που ζήτησε εξασφάλιση. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι μίλησε με την κατηγορούμενη και ότι αυτή του ανέφερε ότι είχε διαφορές με τον Ανδρέα Κλεάνθους και ότι περίμενε κάποια πράγματα από αυτόν, λέγοντας ότι αν του το έλεγε αυτό η κατηγορούμενη, δεν θα έπαιρνε την επιταγή. Ο Ανδρέας Κλεάνθους του έφερε τα αντικείμενα στις 24/4/2010 περίπου και τον ανησύχησε κάπως το γεγονός ότι άργησε να του φέρει τα αντικείμενα αλλά το γεγονός ότι εξαργύρωσε την επιταγή που του έδωσε, θεώρησε ότι αγόρασε τα αντικείμενα και εξάλλου είχε στην κατοχή του την επίδικη επιταγή για εξαργύρωση. Μίλησε με τον Ανδρέα Κλεάνθους ο οποίος τον καθησύχασε λόγω και του ότι έχουν συναλλαχθεί και στο παρελθόν, αργότερα όμως δεν τον ρώτησε γιατί δεν του έφερε την βουδοάμαξα και του ανέφερε απλά ότι τα αντικείμενα που τελικά του έφερε δεν ήταν αυτά που συμφωνήθηκαν μεταξύ τους και ότι θέλει τα χρήματα του πίσω. Τότε ο Ανδρέας Κλεάνθους τον προέτρεψε να πάει στην Τράπεζα με την επίδικη επιταγή και ότι αυτή θα τιμηθεί στις 26/4/
- Ο παραπονούμενος θεώρησε ότι μάλλον ο Ανδρέας Κλεάνθους δεν θα είχε τα χρήματα και λόγω της ιδιότητας της επιταγής θα ήταν εξασφαλισμένος εν΄ όψει και της συγκατάθεσης της κατηγορούμενης. Όταν ερωτήθηκε αν τα μετρητά ή η επιταγή είναι η καλύτερη εξασφάλιση, απάντησε ότι αυτό εξαρτάται από το είδος της επιταγής και ότι στην παρούσα περίπτωση η καλύτερη εξασφάλιση ήταν τα μετρητά. Στις 3/5/2010 αναγραφόταν επί της επιταγής όπως αποταθεί στον εκδότη αλλά δεν μπορούσε να ρωτήσει την τράπεζα γιατί επιστράφηκε πίσω η επιταγή. Η επιταγή επιστράφηκε στην τράπεζα όπου έγινε κατάθεση, ήτοι στην τράπεζα όπου εργάζεται και εκεί ήταν που έλαβε την επιταγή στα χέρια του και δεν μίλησε με την Τράπεζα Κύπρου που ακόμα και να ρωτούσε την εν λόγω τράπεζα για τον λόγο ανάκλησης, δεν θα του έλεγαν. Αρνήθηκε σχετική υποβολη ότι η κατηγορούμενη μετά τις 3/5/2010 του είπε ότι περίμενε κάποια πράγματα από τον κατηγορούμενο, λέγοντας ότι δεν ξαναμίλησε με την κατηγορούμενη και ούτε με τον Ανδρέα Κλεάνθους διότι ανέθεσε την υπόθεση στον δικηγόρο του. Περιέγραψε το τεκμήριο Β για αναγνώριση λέγοντας ότι είναι η απόδειξη ότι η επίδικη επιταγή κατατέθηκε και αυτή επιστράφηκε πίσω. Δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν κατατίθετο στην Τράπεζα Κύπρου θα εξαργυρονόταν αυθημερόν, λέγοντας ότι μια επιταγή για να ξεκαθαριστεί χρειάζονταν 7 εργάσιμες μέρες περίπου. Περιγράφοντας το τεκμήριο Α για αναγνώριση ανέφερε ότι είναι η επιταγή που έδωσε στον Ανδρέα Κλέανθους και ότι αυτή φαίνεται να εισπράχτηκε στις 30/3/2010, λέγοντας ταυτόχρονα ότι η επίδικη επιταγή η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο Α για αναγνώριση, παρελήφθη στις 29/3/2010 και δεν ρώτησε γιατί ήταν μεταχρονολογημένη. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του παραπονούμενου, ο παραπονούμενος έκλεισε την υπόθεση του και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης και αφού της επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα της δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Η κατηγορούμενη ανέφερε ότι είναι λάτρης παλαιών και αρχαίων αντικειμένων και συλλέκτης νομισμάτων. Ο Ανδρέας Κλεάνθους άλλως Κρατίνος, και ο πατέρας του διατηρούν παλαιοπωλείο στο χωριό Προδρόμι. Κατά/ή περί τον Μάρτιο του 2010 παράγγειλε από τον Ανδρέα Κλεάνθους ένα παλαιό ναυτικό ρολόι και συμφώνηνησε μαζί του ότι αυτό θα κόστιζε € 5,000 και θα της το παρέδιδε τέλος Μαρτίου
- Για την εν λόγω συναλλαγή η κατηγορούμενη εξέδωσε την επίδικη επιταγή με ημερομηνία πληρωμής 24/4/2010 και ήταν μεταχρονολογημένη για να έχει το περιθώριο να ελέγξει το ρολόι και αν κάτι δεν πήγαινε καλά με την συναλλαγή να προκαλέσει την μη εξόφληση της. Κατά την έκδοση της επιταγής ο Ανδρέας Κλεάνθους ζήτησε όπως η κατηγορούμενη αφήσει κενό το όνομα του δικαιούχου όπως και έπραξε, διότι αυτό γινόταν και στο παρελθόν σε άλλες συναλλαγές που είχαν μεταξύ τους χωρίς κανένα πρόβλημα. Από το τέλος Μαρτίου 2010 η κατηγορούμενη τηλεφωνούσε στον Ανδρέα Κλεάνθους και τον ρωτούσε αναφορικά με το εν λόγω ρολόι και αυτός με την σειρά του της έλεγε ότι θα της το έφερνε την επόμενη μέρα. Κατά/ή περί τα τέλη Μαρτίου - αρχές Απριλίου 2010 δέχθηκε τηλέφωνο από τον παραπονούμενο ο οποίος της είπε ότι ο Ανδρέας Κλεάνθους του έδωσε μια δική της επιταγή και την ρώτησε αν είναι εντάξει και η κατηγορούμενη με την σειρά της του ανέφερε ότι ανέμενε κάποια πράγματα από τον Ανδρεά Κλεάνθους να της τα παραδώσει τέλη Μαρτίου 2010 και δεν το έπραξε. Μετά το τηλεφώνημα που είχε με τον παραπονούμενο, τηλεφώνησε εκ νέου με τον Ανδρέα Κλεάνθους και του εξέφρασε την ανησυχία του για τα αντικείμενα που παράγγειλε και αυτός με την σειρά του της ανέφερε ότι τα αντικείμενα θα έρχονταν από τα κατεχόμενα και αυτός ήταν ο λόγος που καθυστέρησαν. Αυτό το γεγονός την φόβισε και πήρε πληροφορίες από τον περίγυρο του Ανδρέα Κλεάνθους για τον χαρακτήρα του και πληροφορήθηκε ότι ο Ανδρέας Κλεάνθους ασχολείται με παράνομα στοιχήματα και εμπορεύεται αντικείμενα από το κατεχόμενο μέρος της Κύπρου παράνομα. Λόγω της μη παράδοσης σε αυτήν του ρολογιού και άλλων αντικειμένων που παράγγειλε σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα και λόγω των πληροφοριών που έλαβε αναφορικά με το πρόσωπο του Ανδρέα Κλεάνθους και του γεγονότος ότι ο παραπονούμενος της τηλεφώνησε και της είπε ότι η επιταγή της βρέθηκε στην κατοχή του, φοβήθηκε ότι θα μπλέξει με παρανομίες και την οδήγησαν να προκαλέσει την μη εξόφληση όλων των επιταγών που έδωσε στον Ανδρέα Κλεάνθους, συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης επιταγής, για την οποία μέχρι σήμερα δεν έχει πάρει οποιοδήποτε αντάλλαγμα. Αναφορικά με το ρολόι, ανέφερε ότι ο Ανδρέας Κλεάνθους της το έδειξε σε φωτογραφία και είναι ένα παλιό ναυτικό ρολόι, έχει 45 εκατοστά διάμετρο, στρογγυλό με μηχανισμούς που έδειχναν την ώρα, την ημερομηνία, την ατμοσφαιρική πίεση και διαθέτει υδρόμετρο. Εκείνην την περίοδο ανέμενε από τον Ανδρέα Κλεάνθους και άλλα δύο αντικείμενα, ήτοι μια άμαξα και ένα παλιό νόμισμα, τα οποία δεν έλαβε ποτέ. Η κατηγορούμενη έλεγχε με δύο τρόπους την γνησιότητα των αντικειμένων, ο πρώτος τρόπος ήταν να τα παίρνει σε ανθρώπους που ασχολούνται και καταλαμβαίνουν από παλιά πράγματα και ο δεύτερος τρόπος είναι δια μέσου του διαδικτύου και ελέγχοντας αριθμούς, ετικέττες ή χρονολογίες που είχαν επάνω τους τα αντικείμενα. Στο παρελθόν με τις συναλλαγές που είχε με τον κατηγορούμενο, εξέδιδε πάντα μεταχρονολογημένες επιταγές έτσι ώστε να υπάρχει ο χρόνος για να ελέγξει την γνησιότητα τους και για να φροντίσει όπως αυτές τιμηθούν εφόσον όλα ήταν εντάξει. Αναφορικά με την επίδικη επιταγή ανέφερε ότι εφόσον όλα ήταν εντάξει θα φρόντιζε να μεταφερθούν χρήματα στον λογαριασμό της κοντά στις 24/4/2010 για να τιμηθεί. Στο παρελθόν που συναλλάχθηκε με τον Ανδρέα Κλεάνθους όπως και στην παρούσα υπόθεση, εξέδιδε λευκές επιταγές ως προς το όνομα του δικαιούχου, ως ήταν η επιθυμία του Ανδρέα Κλεάνθους, χωρίς να τον ρωτήσει γιατί τις ήθελε λευκές, αλλά υπολόγισε ότι τις προτιμούσε λευκές επειδή θα τις έδιδε στα άτομα που θα τον προμήθευαν με τα αντικείμενα. Μετά την ημερομηνία που η κατηγορούμενη προκάλεσε την μη πληρωμή της επίδικης επιταγής, προσπάθησε πολλές φορές να επικοινωνήσει με τον Ανδρέα Κλεάνθους αλλά αυτός δεν της απαντούσε και ούτε τον έχει ξαναδεί, έμαθε δε ότι διαμένει στην Λάρνακα αλλά πριν δεν ήξερε που διαμένει διότι πριν τον Μάρτη - Απρίλη του 2010 ότι συμφωνία έκαναν ή όταν παρελάμβανε κάτι, αυτό γινόταν στο σχολείο όπου διδάσκει η κατηγορούμενη ως καθηγήτρια. Επίσης ανέφερε ότι όταν της τηλεφώνησε ο παραπονούμενος, τον οποίον δεν γνωρίζει και δεν έχει καμία σχέση μαζί του, και της ανέφερε ότι κρατά μια επιταγή δική της για το ποσό των € 5,000 που του την έδωσε ο Ανδρέας Κλεάνθους, αρχικά δεν κατάλαβε ότι πρόκειται για την επίδικη επιταγή διότι έδωσε στον Ανδρέα Κλεάνθους και άλλες επιταγές. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι τον Ανδρέα Κλεάνθους τον γνωρίζει περίπου 10 χρόνια και τον πατέρα του πάνω από 20 χρόνια, με τον Ανδρέα Κλεάνθους συναλλασσόταν πριν από το 2009 χωρίς να μπορέσει να καθορίσει επακριβώς την έναρξη των μεταξύ τους συναλλαγών, αν και αρχικά ανέφερε ότι συναλλασσόταν μεταξύ του από τότε που τον γνώριζε. Αναφορικά με το ρολόι που συμφώνησε με τον Ανδρέα Κλεάνθους, αυτό ήταν μάρκας Nautilus, δεν ήξερε την χώρα και την χρονολογία κατασκευής και αυτά τα στοιχεία θα τα έλεγχε όταν του το έφερνε, διότι θα τα έπαιρνε η ίδια σε δύο ειδικούς που έχουν τις ανάλογες γνώσεις, έτσι ώστε να μην πέσει θύμα εξαπάτησης. Τα δύο αυτά άτομα είναι ένας ρολογάς στην Πόλη της Χρυσοχούς και ένα πρόσωπο που διατηρεί αττίκες στην Πάφο και που κατάγεται από το Σκούλλι ενώ η ίδια κατάγεται από τον Πωμό και διαμένει στην Αγία Μαρίνα Χρυσοχούς. Ανέφερε ότι χρειάζεται τρεις εβδομάδες για να μετακινηθεί σε αυτούς τους τόπους για να ελέγξει την γνησιότητα του ρολογιού, επειδή είναι εκπαιδευτικός - βοηθός διευθύντρια, και δεν δύναται να πηγαίνει εκτός σχολείου εντός των ημερών από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή και συνακόλουθα παραμένει πολύ περιορισμένος χρόνος για να κινηθεί και που είναι ένα Σάββατο μόνο για τον κάθε ένα, την δε Κυριακή είναι κλειστοί. Επίσης ανέφερε ότι το εν λόγω ρολόι που της επιδείχθηκε σε φωτογραφία ήταν χρώματος καφέ, ο περίγυρος το εσωτερικό του ταμπλό ήταν χρώματος off white και οι μηχανισμοί ενδείξεων μαύροι, ο δε έλεγχος αυτού δεν θα γινόταν από το διαδίκτυο, αλλά από το διαδίκτυο θα έλεγχε το νόμισμα, εννοώντας προφανώς την γνησιότητα του, για το οποίο δεν εξέδωσε την επίδικη επιταγή. Αναφέροντας ως προς την τιμή του ρολογιού, είπε ότι έχει μια απλή γνώμη λόγω της φύσεως της δουλειάς της και λόγω της φύσεως των σπουδών του γιου της και μέσα από την φωτογραφία που της έδειξε ο Ανδρέας Κλεάνθους που η κατηγορούμενη την απέστειλε στο κινητό τηλέφωνο του γιου της, και τότε αυτή και ο γιος της αξιολόγησαν ότι περίπου άξιζε αυτά τα λεφτά και εξέδωσε την επίδικη επιταγή μετά από πέντε λεπτά. Περαιτέρω η κατηγορούμενη αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι συνάντησε τον Ανδρέα Κλεάνθους στο σπίτι της, λέγοντας ταυτόχρονα ότι όλες οι συναντήσεις τους γίνονταν στο σχολείο όπου εργαζόταν. Δεν ήθελε η κατηγορούμενη να κατονομάσει τα άτομα που της έδωσαν πληροφορίες αναφορικά με το άτομο του Ανδρέα Κλεάνθους διότι δεν ήθελε να τους εμπλέξει σε οποιαδήποτε αντιπαράθεση μαζί του. Η κατηγορούμενη δεν ήξερε ότι ο Ανδρέας Κλεάνθους είχε συναλλαγές με τα κατεχόμενα μέχρι την ημέρα που της το είπε ο ίδιος. Επανέλαβε τον ισχυρισμό ότι όταν της τηλεφώνησε ο παραπονούμενος δεν κατάλαβε για ποια επιταγή ακριβώς αναφερόταν διότι δεν της έχει αναφέρει αριθμό επιταγής και επειδή περίμενε από τον Ανδρέα Κλεάνθους και άλλα αντικείμενα τα οποία έπρεπε να παραδοθούν τέλη Μαρτίου του 2010, ως επίσης και επειδή εξέδωσε δύο επιταγές για το ίδιο ποσό, ήτοι € 5,
- Αναγνώρισε το τεκμήριο Γ λέγοντας ότι αυτή η επιταγή αφορούσε την συναλλαγή για το ρολόι όπως προανέφερε, ως επίσης αναγνώρισε και ανέφερε και άλλες επιταγές για άλλα ποσά και για άλλα αντικείμενα αντίστοιχα όπως π.χ. την επιταγή με αρθμό 16357206 για το ποσό των € 1,400 που αφορούσε την άμαξα και το χρυσό νόμισμα. Περαιτέρω η κατηγορούμενη ανέφερε ότι όταν τηλεφωνήθηκε με τον παραπονούμενο, του ανέφερε ότι ο Ανδρέας Κλεάνθους δεν φάνηκε εντάξει με τις υποχρεώσεις του διότι έπερεπε να της παραδώσει αντικείμενα τέλη Μαρτίου 2010 και δεν το έπραξε και δεν μπορούσε η ίδια να αντιληφθεί ακριβώς τι εννοούσε ο παραπονούμενος, τον οποίο δεν συνάντησε ποτέ παρά μόνο μίλησε μαζί του στο τηλέφωνο δύο φορές, αρνούμενη σχετική υποβολή ότι συνάντησε τον παραπονούμενο. Την δεύτερη φορά μάλιστα που μίλησε με τον παραπονούμενο του ανέφερε ότι δεν έχει να του αναφέρει οτιδήποτε και ότι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο διότι ενοχλήθηκε που της ξανατηλεφώνησε, αρνούμενη σχετική υποβολή ότι του ανέφερε ότι δεν υπάρχει πρόβλημα με την επίδικη επιταγή. Ανέφερε επίσης ότι γνωρίζει τον Μακάριο Τσαρτελλάρη από την Πόλη διότι φοίτησε στο σχολείο όπου εργάζεται και είναι κάτοικος της περιοχής Πόλης Χρυσοχούς και εξέφρασε την γνώμη ότι το πρακτορείο στοιχημάτων δεν ανήκει νόμιμα στον ίδιο αλλά στην γυναίκα του διότι για ένα διάστημα εργαζόταν στο τμήμα υδάτων και συνεπώς δεν μπορούσε να είναι ιδιοκτήτης πρακτορείου στοιχημάτων, αρνούμενη ταυτόχρονα σχετική υποβολή ότι σύχναζε στο εν λόγω πρακτορείο. Η συνέχιση της αντεξέτασης της κατηγορούμενης ουσιαστικά επικεντρώθηκε σε σχετικές υποβολές των θέσεων του παραπονουμένου και σε υποβολές ότι οι θέσεις που προέβαλε η κατηγορούμενη είναι ψευδείς και η κατηγορούμενη απαντώντας αρνήθηκε τις εν λόγω υποβολές. Επανεξεταζόμενη κατονόμασε τα δύο άτομα που είναι ειδικοί και θα έλεγχαν το ρολόι που προαναφέρθηκε, ως επίσης και για τις σπουδές του γιου της και για τις γνώσεις που έχει αυτός σε σχέση με τις συναλλαγές που είχαν μαζί σε θέματα παλαιών αντικειμένων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Τα συστατικά στοιχεία της κατηγορίας που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη και τα οποία η κατηγορούσα αρχή έχει το βάρος να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας με αξιόπιστη και αποδειχτικά αποδεχτή μαρτυρία είναι τα ακόλουθα: (α) Η έκδοση επιταγής από την κατηγορούμενη (β) Η οποιαδήποτε πράξη που έχει σαν αποτέλεσμα τη μη εξόφληση της επιταγής να λάβει χώρα πριν ή κατά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα. Είναι σταθερή θέση του δικαίου της απόδειξης ότι όταν το βάρος υπεράσπισης πέφτει στους ώμους του κατηγορούμενου, αυτό μπορεί να αποσεισθεί με μαρτυρία που ικανοποιεί το Δικαστήριο με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και όχι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως είναι το βάρος που φέρει η κατηγορούσα αρχή για να αποδείξει την κατηγορία (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Μακρής
(1984)2 Α.Α.Δ. 332 και G. P. Ergatides Motors Ltd v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 182). Το τι συνιστά εύλογη αιτία στα πλαίσια της υπεράσπισης που καθιερώνει το άρθρο 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 έχει ερμηνευθεί στην N.C. Diamonds Co. Ltd ν. Γεωργίου,
(2001)2 Α.Α.Δ. 763. Συγκεκριμένα στην υπόθεση αυτή έγινε αναφορά στην υπόθεση Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374 όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης ενώ αναφέρθηκε ότι η ίδια φράση έχει στην αγγλική νομολογία συσχετισθεί και με την έννοια δίκαιη αιτία και έγινε σχετικά αναφορά και στην φράση bona fide (καλή τη πίστει) που στην αγγλική ορολογία θεωρήθηκε ταυτόσημη με τη λέξη "honestly" (ειλικρινά). Με βάση την πιο πάνω ερμηνεία το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστή αναφορικά με την υπεράσπιση του εδαφίου 2, ότι δηλ. πρέπει ο κατηγορούμενος να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και επιπρόσθετα ότι η πεποίθησή του αυτή ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις (κάτι που εξετάζεται αντικειμενικά), έγινε μέσα στο πνεύμα των παραπάνω αποφάσεων. Για να εξετασθεί όμως κατά πόσο κάποιος λόγος μη πληρωμής επιταγής συνιστά εύλογη αιτία πρέπει προηγουμένως να εξετασθεί κατά πόσον έχει προβληθεί από τον κατηγορούμενο τέτοιος λόγος. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Ο Μ.Κ.1 δεν άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο διότι διέκρινα κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, ότι η εικόνα του ως μάρτυρα δεν ήταν η εικόνα μάρτυρα που ήρθε στο Δικαστήριο για να το διαφωτίσει αλλά απεναντίας να συσκωτίσει ότι είχε σχέση αναφορικά με τον γιο του, ήτοι τον Ανδρέα Κλεάνθους τον οποίο επικαλέστηκαν και οι δύο πλευρές. Οι απαντήσεις του ήταν γενικές, αόριστες και ασαφείς και καθόλου δεν βοήθησαν το Δικαστήριο για να εξάξει τα ανάλογα και ασφαλή συμπεράσματα. Συνακόλουθα το Δικαστήριο απορρίπτει την μαρτυρία του στο σύνολο της ως αναξιόπιστη και ψευδή. Η Μ.Κ.2 άφησε πολύ θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Κατέθεσε στο Δικαστήριο με ευκρίνεια, σαφήνεια και πληρότητα όλα τα γεγονότα τα οποία περιήλθαν στην γνώση της μέσα από την εκτέλεση των καθηκόντων της και αποκάλυπτε την πηγή των γνώσεων της όταν αυτά δεν αποτελούσαν προιόν της δικής της άμεσης γνώσης. Η μαρτυρία της ουσιαστικά περιορίστηκε σε τυπικά θέματα που αφορούσαν θέματα τραπεζικής φύσεως και δεν διέκρινα κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης οποιαδήποτε δόση υπερβολής ή διάθεσης για να βοηθήσει οποιαδήποτε πλευρά. Συνακόλουθα το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της στο σύνολο της ως αξιόπιστη και αληθή. Ο παραπονούμενος άφησε πολύ κακή και φτωχή εντύπωση στο Δικαστήριο. Διέκρινα μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης ότι ο παραπονούμενος δεν ήρθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια, αλλά απεναντίας είχε ως απώτερο σκοπό να πείσει το Δικαστήριο ότι η δική του εκδοχή είναι αληθής και να επιτύχει την καταδίκη της κατηγορούμενης. Η συμπεριφορά του μέσα από το εδώλιο του μάρτυρα ήταν υπεροπτική και αλαζονική όχι μόνο προς την πλευρά της υπεράσπισης αλλά ακόμα και προς το Δικαστήριο, επικαλούμενος συνεχώς την ιδιότητα του ως τραπεζικού υπαλλήλου για να πείσει ότι καλώς και νομίμως κατέστη κομιστής της επίδικης επιταγής. Απέφευγε να απαντήσει σε αρκετές ερωτήσεις καταφεύγοντας σε υπεκφυγές και ασαφείς απαντήσεις. Περαιτέρω η εκδοχή που παρουσίασε ο παραπονούμενος κρίνεται ως ψευδής και αναξιόπιστη για τους πιο κάτω λόγους: Α) Δεν είναι αξιόπιστος και αποδεκτός ο ισχυρισμός του παραπονουμένου ότι ζήτησε από τον Ανδρέα Κλεάνθους μια εξασφάλιση επειδή τον παραξένεψε το γεγονός που ο Ανδρέας Κλεάνθους του ζήτησε προκαταβολικά όλο το ποσό των € 5,000 για την αγορά της βουδοάμαξας, διότι όπως ο ίδιος ο παραπονούμενος αναφέρθηκε, συναλλάχθηκε με τον Ανδρέα Κλεάνθους στο παρελθόν διότι του έφερνε παλαιά αντικείμενα και ότι τον πλήρωνε είτε σε μετρητά είτε με επιταγές, τον πλήρωνε είτε με την παράδοση των αντικειμένων είτε προκαταβολικά. Ξενίζει δηλαδή ο ισχυρισμός του παραπονουμένου γιατί ειδικά σε αυτήν την περίπτωση να ζητήσει εξασφάλιση από τον Ανδρέα Κλεάνθους ενώ στο παρελθόν δεν ζήτησε κάτι τέτοιο. Αυτός ο ισχυρισμός λοιπόν του παραπονούμενου ότι έλαβε την επίδικη επιταγή της κατηγορούμενης για εξασφάλιση της αγοράς αντικειμένων από τον Ανδρέα Κλεάνθους είναι υστερόβουλος και ψευδής και δεν γίνεται αποδεκτός από το Δικαστήριο διότι τέθηκε για να πείσει το Δικαστήριο ότι κατέστη νόμιμος κομιστής της επίδικης επιταγής και να επιτύχει την καταδίκη της κατηγορουμένης . Β) Αναξιόπιστος, ψευδής και μη αποδεκτός είναι και ο ισχυρισμός του παραπονουμένου ότι δήθεν επικοινώνησε με την κατηγορούμενη όταν έλαβε την επίδικη επιταγή στα χέρια του και ότι η κατηγορούμενη του ανέφερε ότι δεν υπάρχει πρόβλημα, διότι και αυτός ο ισχυρισμός τέθηκε για να πείσει το Δικαστήριο ότι κατέστη νόμιμος κομιστής της επίδικης επιταγής και να επιτύχει την καταδίκη της κατηγορουμένης. Γ) Αναξιόπιστος, ψευδής, μη λογικός και μη αποδεκτός είναι και ο ισχυρισμός του παραπονουμένου ότι δήθεν δεν ρώτησε τον Ανδρέα Κλεάνθους για τον λόγο της μη παράδοσης της βουδοάμαξας και ότι απλά αρκέστηκε στο να πει ότι δεν τον ενδιαφέρουν και θεωρόντας τον εαυτό του εξασφαλισμένο επειδή κατείχε την επίδικη επιταγή. Το λογικά αναμενόμενο σε τέτοια περίπτωση θα ήταν να αναρωτηθεί τον λόγο που δεν του παραδόθηκε η βουδοάμαξα που παράγγειλε, εν΄ όψει και της ισχυριζόμενης από αυτόν καταβολής ενός πολύ σημαντικού ποσού, ήτοι του ποσού των € 5,
- Δ) Αναξιόπιστος, ψευδής, μη λογικός και μη αποδεκτός είναι και ο ισχυρισμός του παραπονουμένου ότι δήθεν η κατηγορούμενη του ανέφερε ότι γνωρίζει για τις συνέπειες της έκδοσης της επίδικης επιταγής, διότι ήταν έκδηλη η προσπάθεια του να εμπλέξει με κάθε τρόπο την κατηγορούμενη και να επιτύχει την καταδίκη της. Περαιτέρω, ο παραπονούμενος επικαλέστηκε μαρτυρία η οποία στηρίζεται σε τεκμήρια που κατατέθηκαν προς αναγνώριση και που τελικά δεν κατέστησαν κανονικά τεκμήρια και στα οποία συμπεριλαμβάνεται και η επίδικη επιταγή. Η μαρτυρία αυτή λοιπόν αναπόφευκτα το Δικαστήριο δεν μπορεί να την λάβει υπόψη του, με εξαίρεση βεβαίως τα όσα αναφέρθηκαν για την επίδικη επιταγή διότι η ίδια η κατηγορούμενη την αναγνώρισε και την επικαλέστηκε για να στηρίξει την εκδοχή της, ως επίσης έκανε επίκληση και σε άλλες επιταγές για άλλες συναλλαγές που δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση και τα επίδικα θέματα αυτής. Συνακόλουθα το Δικαστήριο απορρίπτει την μαρτυρία του παραπονούμενου - Μ.Κ.3 στο σύνολο της ως ψευδής και αναξιόπιστη. Στον αντίποδα, η κατηγορούμενη άφησε εξαιρετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Δεν δίστασε να αναγνωρίσει την επίδικη επιταγή και να την επικαλεστεί για να στηρίξει την εκδοχή της, μη εκμεταλλευόμενη δηλαδή το νομικό κενό, ότι δηλαδή η επίδικη επιταγή δεν κατέστη τελικά κανονικό τεκμήριο. Επίσης διέκρινα κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης ότι η κατηγορούμενη προσήλθε στο εδώλιο του μάρτυρα με απώτερο σκοπό να διαφωτίσει το Δικαστήριο αναφορικά με όλες τις πτυχές, τις συνθήκες και τον λόγο και σκοπό που οδήγησαν στην έκδοση της επίδικης επιταγής, αλλά και στην ανάκληση της πληρωμής της. Οι απαντήσεις της ήταν άμεσες, πηγαίες, λογικές, δεν δίσταζε να απαντήσει, οι απαντήσεις της χαρακτηρίζονταν από λογικότητα, συνοχή και συνέχεια και το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της στην ολότητα της ως αληθή και αξιόπιστη. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Μέσα λοιπόν από την πιο μαρτυρία η οποία κρίθηκε ως αληθή και αξιόπιστη, το Δικαστήριο προβαίνει στα πιο κάτω ευρήματα και συμπεράσματα: Α) Η κατηγορούμενη κατά τον Μάρτιο του 2010, εξέδωσε την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό 89796456 με ημερομηνία πληρωμής την 24/4/2010 για το ποσό των € 5,
- Β) Η πιο πάνω επιταγή ήταν υπογραμμένη από την κατηγορούμενη η οποία συμπλήρωσε το ποσό και την ημερομηνία πληρωμής αλλά όχι το όνομα του δικαιούχου, ως ήταν η επιθυμία του Ανδρέα Κλεάνθους και που αποδέχθηκε η κατηγορούμενη. Γ) Το αντάλλαγμα της εν λόγω επιταγής συνίστατο στην συμφωνία μεταξύ της κατηγορούμενης και του Ανδρέα Κλεάνθους που έλαβε χώρα αρχές Μαρτίου του 2010, σύμφωνα με την οποία ο Ανδρέας Κλεάνθους θα παρέδιδε στην κατηγορούμενη στα τέλη Μαρτίου του 2010 ένα ναυτικό ρολόι μάρκας Nautilus. Δ) Η επίδικη πληρωμή ήταν πληρωτέα την 24/4/2010 για να έχει η καηγορούμενη τον απαιτούμενο χρόνο να το πάρει σε ειδικούς που θα πιστοποιούσαν την γνησιότητα του εν λόγω ρολογιού, η αξία του οποίου συμφωνήθηκε στα € 5,
- Ε) Ο Ανδρέας Κλεάνθους δεν παρέδωσε στον πιο πάνω συμφωνηθέντα χρόνο το εν λόγω ρολόι. Ζ) Συνεπεία της παράβασης της συμφωνίας εκ μέρους του Ανδρέα Κλεάνθους προς την κατηγορούμενη και που συνίστατο στην μη εμπρόθεσμη παράδοση σε αυτήν του πιο πάνω αναφερόμενου ρολογιού αλλά και στην παράνομη προέλευση του, ήτοι από τα κατεχόμενα, η κατηγορούμενη στις 9/4/2010 προκάλεσε την μη πληρωμή της επίδικης επιταγής. Η) Η κατηγορούμενη είχε εύλογη αιτία στο να προκαλέσει την ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής, συνεπεία της πιο πάνω αναφερόμενης παράβασης συμφωνίας εκ μέρους του Ανδρέα Κλεάνθους και συνεπεία της παράνομης προέλευσης του ρολογιού, ήτοι από τα κατεχόμενα. Θ) Η κατηγορούμενη ουδέποτε έδωσε την συγκατάθεση της στο να συμπληρωθεί το όνομα του παραπονουμένου επί της επίδικης επιταγής ως νομιμοποιημένου κομιστή. Ι) Δεν αποδείχθηκε με αξιόπιστη και αποδεικτικά αποδεκτή μαρτυρία ότι υπήρχε οποιοδήποτε νόμιμο αντάλλαγμα μεταξύ του παραπονούμενου και του Ανδρέα Κλεάνθους έτσι ώστε ο παραπονούμενος να καθίσταται νομιμοποιημένος κομιστής της επίδικης επιταγής. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, ο παραπονούμενος απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας με αξιόπιστη και αποδεικτικά αποδεκτή μαρτυρία ότι κατέστη νομιμοποιημένος κομιστής της επίδικης επιταγής, και η κατηγορούμενη απέδειξε με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων με αξιόπιστη και αποδεικτικά αποδεκτή μαρτυρία την υπεράσπιση ότι είχε εύλογη αιτία στο να προκαλέσει την ανάκληση πληρωμής της επίδικης επιταγής συνεπεία της παράβασης της συμφωνίας που σύναψε με τον Ανδρέα Κλεάνθους και που συνίστατο στην μη εμπρόθεσμη παράδοση σε αυτήν του ρολογιού που συμφώνησαν, ως επίσης και στην αποκαλυφθείσα εκ των υστέρων παράνομη προέλευση του. Αναπόφευκτα λοιπόν η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Ο παραπονούμενος να καταβάλει στην κατηγορούμενη τα δικηγορικά έξοδα όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο