Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Στέλιος Μιχαηλίδης , Aρ. Υπόθεσης 14650/2009 , 16/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:B36 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 14650/2009 Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής - και - Στέλιος Μιχαηλίδης Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 16.5.2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Σάββα Για τον κατηγορούμενο: κ. Π. Φιλίππου Κατηγορούμενος : Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της κακόβουλης ζημιάς κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, την 10.6.2008 στην οδό Κυριάκου Μαύρου στην Πάφο της Επαρχίας Πάφου εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά ύψους €400.- σε στάντ γυαλιών ηλίου περιουσία του Ανδρέα Αβραάμ από τη Πάφο. Προς υποστήριξη της υπόθεσης της, η Kατηγορούσα Aρχή, κάλεσε και κατέθεσαν ενόρκως 2 μάρτυρες κατηγορίας, την Ολυμπία Λιασίδου (Μ.Κ.1) και τον Αστ. 2588 Ανδρέα Παπακλεοβούλου (Μ.Κ.2). Στην διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν συνολικά 4 τεκμήρια, ως ακολούθως: 1) Γραπτή κατάθεση της Μ.Κ.1 (Τεκμήριο 1) - η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της. 2) Γραπτή κατηγορία κατηγορούμενου (Τεκμήριο 2). 3) Γραπτή κατάθεση κατηγορούμενου (Τεκμήριο 3). 4) Φωτογραφίες (Τεκμήριο 4). Όταν ο κατηγορούμενος κλήθηκε να προβάλλει την υπεράσπιση του, αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε τη σιωπή ως ήταν δικαίωμα του και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Η επιλογή του κατηγορούμενου να μην δώσει ένορκο κατάθεση είναι μέσα στα δικαιώματα του και το δικαστήριο δεν πρέπει να εξάξει συμπεράσματα ενοχής, αλλά ούτε και η Κατηγορούσα Αρχή να σχολιάσει το γεγονός αυτό, εκτός σε κάποιες περιπτώσεις που τα γεγονότα είναι τέτοια ώστε θα αναμένετο να δοθούν κάποιες εξηγήσεις (βλ. Βρακάς ν. Δημοκρατίας
(1973)2 ΑΑΔ 139 και Θεμιστοκλέους ν. Αστυνομίας
(1981)2 ΑΑΔ 2000). Βάρος απόδειξης Στην προκειμένη περίπτωση εφόσον πρόκειται για ποινική υπόθεση το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Χαρίτωνος κ.α ν. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R 40. Αποτελεί νομική αρχή ότι έργο της κατηγορούσας αρχής είναι να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν αυτές είναι (βλ. Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Ευριπίδου,
(2002)2 ΑΑΔ 246, επισημάνθηκαν τα εξής: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικαστεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής». Το ποινικό αδίκημα της πρόκλησης ζημιά σε περιουσία κακόβουλα και παράνομα δεν διαπράττεται εκτός αν η πράξη είναι εκούσια (willful). Συνεπώς τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κακόβουλης ζημίας σε περιουσία, είναι η εσκεμμένη (εκούσια) και η παράνομη ζημιά σε περιουσία. Εκούσια σημαίνει εσκεμμένα και εκ προθέσεως (βλ. R. v. Senior
(1899)1 Q.B. 283 Stroud's Judicial Dictionary 4η έκδοση 5ος τόμος 3022 και 3023). Η λέξη εκούσια επίσης εξυπακούει ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να ενεργεί με γνώση του τι διαπράττει δηλαδή πρέπει να έχει την πρόθεση να διαπράξει το συγκεκριμένο αδίκημα για το οποίο κατηγορείται. Το άρθρο 324
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 πάνω στο οποίο στηρίζεται το αδίκημα της κακόβουλης ζημίας είναι παρόμοιο με το άρθρο 50
(1)Malicious Damage Act 1861 (βλέπε και Russel on Crime, τόμος 2ος, 12η έκδοση σελ. 1326 - 1327). Το κακόβουλο είναι είτε: (α) πραγματική πρόθεση να επιφέρει κάποιος μια συγκεκριμένη βλάβη που επιτεύχθη ή (β) απερισκεψία ή αδιαφορία ως προς τις συνέπειες και το είδος της βλάβης που μπορεί να επισυμβεί όπως όταν ο κατηγορούμενος μπορεί εύλογα να προβλέψει την ιδιαίτερη φύση της ζημιάς που μπορεί να συμβεί αλλά παρά ταύτα προχωρεί στην πράξη λαμβάνοντας τον κίνδυνο να επιφέρει τέτοια ζημιά. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Είχα την ευκαιρία κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες που της κατηγορούσας αρχής και τον που κατέθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις που έδιναν, την συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους και αξιολόγησα αυτή αντιπαραβάλλοντας την επίσης και με σύνολο της μαρτυρίας που προσκομίστηκε, και με επίγνωση της διάκρισης μεταξύ ευρημάτων αξιοπιστίας και βάρους απόδειξης. Παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, τους οποίους και έλαβα υπόψη μου κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες, οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις, τα όσα γνώριζε ο κάθε ένας για τα διαδραματισθέντα κατά τον ουσιώδη χρόνο και περίοδο. Η μαρτυρία του Μ.Κ.2 ήταν τυπική, υπό την έννοια ότι δεν γνώριζε προσωπικά οποιαδήποτε από τα γεγονότα της υπόθεσης. Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε αναφορικά με τις δικές τους ενέργειες και την δική του ανάμιξη στην διερεύνηση της υπόθεσης που είχε να κάνει με την λήψη των φωτογραφιών στις 10.6.2008 (Τεκμήριο 4) που δείχνουν το στάντ με τα γυαλιά και τις οποίες όπως ανάφερε στην αντεξέταση του έλαβε η ώρα 14:
- Σε ότι αφορά τις δικές του ενέργειες, ο Μ.Κ.2 δεν έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Ενόψει των πιο πάνω, αλλά και της καλής εντύπωσης που άφησε στο Δικαστήριο αποδέχομαι την μαρτυρία του. Αυτό το οποίο προκύπτει, από τα ενώπιον μου στοιχεία και μαρτυρία, είναι η ύπαρξη κενού σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης. Αυτό το οποίο αποκαλύφθηκε μέσα από τα όσα η Μ.Κ.1 ανάφερε στην μαρτυρία της αλλά και από το περιεχόμενου του Τεκμηρίου 1, είναι ότι η Μ.Κ.1 δεν έδωσε αναφορικά με την παρούσα υπόθεση μόνο μία κατάθεση, την κατάθεση Τεκμήριο 1, αλλά προηγήθηκε άλλη κατάθεση της στην αστυνομία η οποία δεν παρουσιάστηκε για άγνωστους λόγους. Η Μ.Κ.1 επέμενε ότι έδωσε κατάθεση την ίδια ημέρα που έγινε το περιστατικό που ισχυρίστηκε. Η κατάθεση της Μ.Κ.1 που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο φέρει ημερομηνία 5.8.2008 και από το περιεχόμενο της προκύπτει ότι «κάτι» είχε προηγηθεί για να προβεί στην κατάθεση Τεκμήριο 1, με την οποία φαίνεται να είχαν ζητηθεί εξηγήσεις από την Μ.Κ.1 αναφορικά με ισχυρισμό της Κατερίνας Μιχαηλίδου ότι ο άντρας της την εξύβρισε. Συγκεκριμένα, τα πιο πάνω, προκύπτουν όχι μόνο από την ημερομηνία που φέρει το Τεκμήριο 1, που δεν είναι την ίδια με το συμβάν που επικαλέστηκε η Μ.Κ.1, αλλά και από το ίδιο το περιεχόμενο του. Συγκεκριμένα στο Τεκμήριο 1, αναφέρονται τα εξής: «θέλω να σου αναφέρω ότι σχετικά με το επεισόδιο που έγινε την 10.6.2008 εγώ θέλω να σου πω ότι σε καμία περίπτωση ο άντρας μου δεν εξύβρισε την Κατερίνα Μιχαηλίδου, όπως αυτή ισχυρίζεται.....». Η μη παρουσίαση της κατάθεσης που έδωσε η Μ.Κ.1 στις 10.6.2008, δημιουργεί το εξής πρόβλημα, να μην μπορεί να ελεγχθεί ο ισχυρισμός της ότι ήταν η ίδια που πήγε από μόνη της στην αστυνομία να δώσει κατάθεση ή αν κλήθηκε από την αστυνομία μετά από παράπονο άλλου προσώπου, όπως θα μπορούσε να ήταν αυτό της Κατερίνας Μιχαηλίδου για εξύβριση που δέχτηκε από τον σύζυγο της. Περαιτέρω η παρουσίαση της κατάθεσης που έδωσε η Μ.Κ.1 στις 10.6.2008, δηλαδή της πρώτης κατάθεσης της, θα μπορούσε να δώσει πληροφορίες για το τι ισχυρίστηκε η Μ.Κ.1 αρχικά στην αστυνομία αναφορικά με το στάντ και την συμπεριφορά του κατηγορούμενου έτσι που να δοκιμαστεί αλλά και να κριθεί η αξιοπιστία της Μ.Κ.
- Ο κατηγορούμενος, έχει κατηγορηθεί γραπτώς από την αστυνομία (βλέπε Τεκμήριο 2), για το αδίκημα της κακόβουλης ζημίας στις 15.6.2008 δηλαδή πριν από την λήψη της κατάθεσης Τεκμήριο 1 της Μ.Κ.
- Συνεπώς κάποιος θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι από το γεγονός αυτό, προκύπτει ότι πράγματι έγινε παράπονο εναντίον του την συγκεκριμένη ημέρα για κακόβουλη ζημιά. Το αν όμως η ζημιά ήταν ή όχι κακόβουλη θα μπορούσε να διαπιστωθεί αν ο δικαστήριο είχε ενώπιον του όλα τα στοιχεία και γεγονότα που οδήγησαν στο να κατηγορηθεί ο κατηγορούμενος και αυτό θα μπορούσε ίσως να γίνει εάν η αρχική κατάθεση της Μ.Κ.1 ήταν ενώπιον του Δικαστηρίου ως μαρτυρία και αυτό όπως αναφέρω πιο πάνω για να ελέγξει και την αρχική της εκδοχή ως προς τον τρόπο που έπεσε το στάντ αλλά και ποιες ήταν οι ενέργειες του κατηγορούμενου που προκάλεσαν την πτώση του. Στην υπόθεση Πέγκερος ν. Δημοκρατίας
(1995)2 ΑΑΔ 143 αποφασίστηκε ότι η Κατηγορούσα αρχή έχει υποχρέωση να καλέσει ως μάρτυρα κάθε πρόσωπο από το οποίο λήφθηκε κατάθεση και του οποίου η μαρτυρία θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή έστω και αν το περιεχόμενο της μαρτυρίας που συγκρούεται με την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Σε ότι αφορά την πιο πάνω υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής όταν πρόκειται για συνοπτική δίκη αυτό διαφοροποιείται σύμφωνα με την νομολογία (γράψε). Το ότι δεν κατάθεσε ο σύζυγος της Μ.Κ.1, φερόμενος με βάση το κατηγορητήριο ως ο παραπονούμενος, δεν το σχολιάζω, αφού αυτό δεν ήταν εφικτό υπό τις περιστάσεις να καταθέσει, η Μ.Κ.1 ανάφερε ότι ο σύζυγος της απεβίωσε. Στην υπόθεση Πέγκερος, το ζήτημα που συζητήθηκε αφορούσε στο ασφαλές της τελικής ετυμηγορίας όταν διαπιστώνονται κενά τα οποία θα μπορούσαν να πληρωθούν αν η κατηγορούσα αρχή καλούσε διαθέσιμο ουσιώδη μάρτυρα, ο οποίος θα μπορούσε θα βοηθούσε το Δικαστήριο στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του εφεσείοντα. Η αναφορά στην υπόθεση Πέγκερος γίνεται, όχι να θίξω το ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν παρουσίασε μάρτυρα ή μάρτυρες που είχε υποχρέωση να το πράξει αλλά για να δείξω κατ΄ αντιστοιχία ότι η κατηγορούσα αρχή όφειλε να παρουσιάσει το σύνολο των καταθέσεων της Μ.Κ.
- Τα αποτελέσματα της μη κατάθεσης της αρχικής κατάθεσης της αναφέρονται πιο πάνω και δεν θα τα επαναλάβω. Πέραν των πιο πάνω κάποιοι δε από τους ισχυρισμούς της Μ.Κ.1 αντικρούονται μέσα από την υπόλοιπη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής. Από τα όσα ανάφερε η Μ.Κ.1 κατά την αντεξέταση της, είναι εμφανές ότι υπήρχε διαμάχη μεταξύ των γειτονικών καταστημάτων που πουλούσαν σουβενίρ σε σχέση με την τοποθέτηση των στάντ τους έξω από τα καταστήματα τους. Επίσης ήταν εμφανής, με τον τρόπο που κατέθετε η αντιπάθεια της προς τον κατηγορούμενο η οποία φαίνεται να σχετιζόταν με την πιο πάνω διαφορά τους για το κατάστημα που διατηρούσε η οικογένεια του. Επίσης η Μ.Κ.1 ήταν υπερβολική σε ότι αφορά την ζημία που προκλήθηκε στο στάντ και τα γυαλιά κάτι το οποίο έρχεται σε αντίθεση με τις φωτογραφίες (Τεκμήριο 4) που κατατέθηκαν στις οποίες φαίνεται να μην έχουν υποστεί ολοκληρωτική καταστροφή ούτε τα γυαλιά ούτε το σταντ, η Μ.Κ.1 καθόρισε το ύψος της ζημίας που προκλήθηκε με βάση όλο το ποσό που πλήρωσε για την αγορά τους. Ενώ υποστήριξε ότι, το στάντ έμεινε στο έδαφος μέχρι την άφιξη της αστυνομίας που έγινε μετά τις 17:00 λίγο πριν κλείσουν το κατάστημα τους αυτό διαψεύδεται από τις φωτογραφίες, Τεκμήριο 4 και από την μαρτυρία του Μ.Κ.2 ο οποίος ανάφερε ότι επισκέφθηκε το μέρος και έλαβε τις φωτογραφίες η ώρα 14:
- Η Μ.Κ.1 ανάφερε ότι μετά την άφιξη της αστυνομία σήκωσαν το στάντ και το έβαλαν μαζί με τα άλλα πράγματα που είχαν έξω και έκλεισαν το μαγαζί. Παρά το ότι ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του παραδέχεται ότι σε αυτόν οφείλεται η πτώση του στάντ, ισχυρίζεται πως αυτό δεν έγινε κακόβουλα αφού εξερχόμενος από το κατάστημα του Ανδρέα Αβραάμ, στο οποίο πήγε να ζητήσει εξηγήσεις γιατί ύβρισε την οικογένεια του, χτύπησε χωρίς να το θέλει πάνω σε ένα στάντ με γυαλιά ηλίου με αποτέλεσμα να πέσουν στο έδαφος. Η παραδοχή του κατηγορούμενου ότι σε αυτόν οφείλεται η πτώση του στάντ δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι αυτό έγινε κακόβουλα. Το κακόβουλο της ενέργειας του κατηγορούμενου όφειλει η κατηγορούσα αρχή να το αποδείξει με αποδεχτή μαρτυρία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η ποιότητα της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, με όλες τις ελλείψεις που έχω εντοπίσει πιο πάνω αλλά και η εντύπωση που μου δημιούργησε η Μ.Κ.1 ενώ κατάθετε ενόρκως, η οποία δεν ήταν θετική, είναι τέτοια που δεν θα μπορούσα να στηριχθώ σε αυτή για να καταλήξω σε ασφαλή ευρήματα ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Συνεπακόλουθα βρίσκω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και ο κατηγορούμενος αθωώνεται στην κατηγορία. Τα έξοδα της Κατηγορούσας Αρχής εκ €135,- να πληρωθούν από την Δημοκρατία. (Υπ.)......... Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο