← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Φάνος Θεοφάνους κ.α., Aρ. Υπόθεσης 9962/2010 , 6/7/2012

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Φάνος Θεοφάνους κ.α., Aρ. Υπόθεσης 9962/2010 , 6/7/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:B43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 9962/2010 Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής - και -

  1. Φάνος Θεοφάνους
  2. Αντώνης Αντωνίου Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 6.7.2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Χρ. Περγαντή (για να ακούσει απόφαση κα Σάββα) Κατηγορούμενος : Παρών και χειρίστηκε την υπόθεση του προσωπικά ΑΠΟΦΑΣΗ Ο δεύτερος κατηγορούμενος (ο πρώτος απαλλάχτηκε λόγω μη επίδοσης) αντιμετωπίζει την κατηγορία της παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία, κατά παράβαση του άρθρου 122(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (δεύτερη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, την 29.1.2010 στη Πάφο, ο δεύτερος κατηγορούμενος, προέβηκε σε πράξη η οποία ήταν ενδεχόμενο να αποτρέψει τον Λεύκο Αριστοτέλους από την Πάφο από του να ενεργήσει σαν μάρτυρας σε δικαστική διαδικασία στην ποινική υπόθεση με αρ. 11321/2009 του Ε.Δ. Πάφου, δηλαδή απείλησε τον πιο πάνω με τη φράση «Εμείς οι θκυό εν να τα ξαναπούμε». Προς υποστήριξη της υπόθεσης της, η Kατηγορούσα Aρχή, κάλεσε και κατέθεσε ενόρκως ο Λεύκος Αριστοτέλους (Μ.Κ.1), ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέταση του υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης που έδωσε στην αστυνομία στις 29.1.2010 (Τεκμήριο 1). Επίσης ως παραδεχτό δηλώθηκε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 και του Τεκμηρίου 5 και εκ συμφώνου κατατέθηκαν ως τεκμήρια η ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου 2 (Τεκμήριο 3) και η γραπτή του κατηγορία (Τεκμήριο 4). Όταν ο κατηγορούμενος κλήθηκε να προβάλλει την υπεράσπιση του, αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε τη σιωπή ως ήταν δικαίωμα του και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Η επιλογή του κατηγορούμενου να μην δώσει ένορκο κατάθεση είναι μέσα στα δικαιώματα του και το δικαστήριο δεν πρέπει να εξάξει συμπεράσματα ενοχής, αλλά ούτε και η Κατηγορούσα Αρχή να σχολιάσει το γεγονός αυτό, εκτός σε κάποιες περιπτώσεις που τα γεγονότα είναι τέτοια ώστε θα αναμένετο να δοθούν κάποιες εξηγήσεις (βλ. Βρακάς ν. Δημοκρατίας

(1973)2 ΑΑΔ 139 και Θεμιστοκλέους ν. Αστυνομίας
(1981)2 ΑΑΔ 2000). Βάρος απόδειξης Στην προκειμένη περίπτωση εφόσον πρόκειται για ποινική υπόθεση το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Χαρίτωνος κ.α ν. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R 40. Αποτελεί νομική αρχή ότι έργο της κατηγορούσας αρχής είναι να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν αυτές είναι (βλ. Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Ευριπίδου,
(2002)2 ΑΑΔ 246, επισημάνθηκαν τα εξής: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικαστεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής». Σύμφωνα με την μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, ο κατηγορούμενος 2 στην παρούσα υπόθεση μαζί με τον πρώτο κατηγορούμενο είναι και κατηγορούμενοι στην Ποινική υπόθεση 11321/2009 του Ε.Δ. Πάφου στην οποία ο Μ.Κ.1 είναι παραπονούμενος και μάρτυρας κατηγορίας. Στις 29.1.2010 ο Μ.Κ.1 βρισκόταν στο δικαστήριο ως μάρτυρας της Κατηγορούσας Αρχής στην πιο πάνω υπόθεση η οποία ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 10 το πρωί. Η υπόθεση αναβλήθηκε και όταν ο Μ.Κ.1 έφευγε από το Δικαστήριο, μόλις βγήκε από τον αίθουσα του Δικαστηρίου, ο Φάνος που ήταν μαζί με τον δεύτερο κατηγορούμενο του είπε: «Ορκίζομαι πάνω στο μωρά μου άμα τελειώσει το Δικαστήριο εν να σε σκοτώσω» ενώ ο δεύτερος κατηγορούμενος του είπε: «εμείς οι δύο εν να τα ξανάπουμε». Σύμφωνα με τον Μ.Κ.1 όταν λέχθηκαν τα πιο πάνω από τον Φάνο και τον δεύτερο κατηγορούμενο, ο ίδιος δεν είπε τίποτα δεν έδωσε σημασία, φοβήθηκε όμως και όταν έφυγε από το Δικαστήριο μετά από ½ με 1 ώρα πήρε τηλέφωνο την αστυνομία και κατάγγειλε το γεγονός. Ερωτηθείς αν η κουβέντα που του είπε ο δεύτερος κατηγορούμενος τον επηρέασε ο μάρτυρας ανάφερε ότι φοβάται για την ζωή του. Η αντεξέταση του Μ.Κ.1 ήταν σύντομη και επανάλαβε ότι απειλήθηκε από τον δεύτερο κατηγορούμενο μόλις βγήκε έξω από την αίθουσα του Δικαστηρίου. Δεν έχει κλονιστεί με οποιοδήποτε τρόπο η αξιοπιστία του Μ.Κ.1 και δεν έχω κανένα λόγο που να με κάνει να μην δεχτώ την μαρτυρία του. Αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Κ.
  1. Συνεπώς τα γεγονότα της υπόθεσης είναι όπως πιο πάνω τα έχω περιγράψει κατά την παράθεση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής χωρίς ανάγκη επανάληψης. Το άρθρο 122 του Ποινικού Κώδικα έχει ως ακολούθως: Όποιος προβαίνει σε οποιαδήποτε πράξη: (α) προορισμένη ή η οποία είναι ενδεχόμενο να αποτρέψει κάποιο πρόσωπο από το να ενεργήσει με οποιαδήποτε δικαστική ιδιότητα ή με οποιοδήποτε τρόπο ως συνήγορος, μάρτυρας ή διάδικος σε δικαστική διαδικασία. (β) ........ είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση 3 χρόνων. Το άρθρο 122 (β) ερμηνεύτηκε αναλυτικά στην υπόθεση Κωνσταντίνα Ακκελίδου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 7897, ημερ. 28.4.
  2. Το άρθρο 122 γενικά αναφέρεται σε πράξεις που εξ αντικειμένου έχουν κάποια τάση. Τόσο στην παρ. (α) όσο και στην παρ. (β) του εν λόγω άρθρου γίνεται λόγος για πράξη «προορισμένη ή η οποία είναι ενδεχόμενο να..». Στην υπό κρίση περίπτωση πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο υπήρξε τέτοια τάση από πλευράς κατηγορούμενου «..να αποτρέψει κάποιο πρόσωπο από το να ενεργήσει..... με οποιοδήποτε τρόπο ως... μάρτυρας σε δικαστική διαδικασία». Στην Ακκελίδου (πιο πάνω) το Εφετείο με αναφορά στο σύγγραμμα Archbold on Criminal Pleading, Evidence and Practice, 39η έκδοση, παρα 1141e έδωσε συνοπτική περιγραφή της έννοιας της πρόθεσης. «Συνίσταται στα εξής: πρόθεση του δράστη είναι να επιφέρει ό,τι επάγεται η πράξη του (α) όταν το επιθυμεί, ανεξάρτητα από το αν προβλέπει ή όχι ότι πιθανώς να επέλθει και (β) όταν προβλέπει ότι πιθανώς να επέλθει, είτε το επιθυμεί είτε όχι. Και βέβαια η πρόθεση δεν συναρτάται με το ελατήριο: Πρόκειται και πάλι για κανόνα κοινού δικαίου που εξηγείται με λεπτομέρεια στην Hyam v. D.P.P
(1974)2 All E.R. 41. Βρίσκεται και στην τελευταία παράγραφο του άρθρου 9 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154: «Εκτός των περιπτώσεων, κατά τις οποίες διαφορετικά προβλέπεται ρητά, το ελατήριο από το οποίο ωθήθηκε ο υπαίτιος στη διενέργεια της πράξης ή της παράλειψης ή στη διαμόρφωση της πρόθεσης από την οποία παρακινήθηκε σε τέτοια πράξη δεν επηρεάζει διόλου την ποινική ευθύνη.» Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Αθανάσης Αθανασίου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 30/2006, ημερ. 11.7.2006: «Πρόθεση, για να την εξηγήσουμε με απλά λόγια, σημαίνει ένοχη σκέψη, Δηλαδή, να έχει κατά νου ο δράστης τι θα επιφέρει με την πράξη του ή τουλάχιστον την πιθανότητα των επιπτώσεων. Τα εξωτερικά ή αντικειμενικά στοιχεία της περίπτωσης παρέχουν συχνά το έρεισμα της κατάληξης ως προς την πρόθεση. Δεν προεξοφλούν όμως το αποτέλεσμα.. Δεν υπάρχει αμάχητο τεκμήριο περί πρόθεσης να επιφέρει να επιφέρει κανείς τις φυσιολογικές επιπτώσεις των πράξεων του. Είναι απαραίτητη η δικαστική κρίση, στη βάση της μαρτυρίας, ότι έτσι σκεφτόταν ο ίδιος ο δράστης. Όχι ότι έτσι θα σκεφτόταν ένας λογικός άνθρωπος αν ήταν στη θέση του δράστη.» Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είπε στον Μ.Κ.1 την φράση «Εμείς οι θκυό εν να τα ξαναπούμε», μετά την αναβολή της ακρόασης της υπόθεσης στην οποία ήταν κατηγορούμενος μαζί με άλλο πρόσωπο είμαι της άποψης ότι δεν μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλές συμπέρασμα ότι τούτο έγινε με πρόθεση από μέρος του κατηγορούμενου ώστε να αποτρέψει τον Μ.Κ.1 να ενεργήσει ως μάρτυρας στην υπόθεση 11321/2009 Ε.Δ. Πάφου. Το ίδιο το περιεχόμενο της πιο πάνω φράσης δεν οδηγεί σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Ο Μ.Κ.1 ανάφερε ότι φοβάται για την ζωή του ενώ σε καμία περίπτωση δεν είπε ότι τον έχει επηρεάσει με τρόπο που να έχει σχέση με την υπόθεση στην οποία είναι μάρτυρας. Ο ίδιος δεν έχει συνδέσει μάλλον την φράση που του είπε ο κατηγορούμενος με την ίδια την υπόθεση. Αυτό φυσικά δεν έχει να κάνει με την πρόθεση του κατηγορούμενου. Η όλη όμως συμπεριφορά του Μ.Κ.1 ο οποίος μετάφερε τα γεγονότα καταδεικνύει ότι η φράση δεν είχε αναφερθεί προς αυτόν με σκοπό να τον αποτρέψει να δώσει μαρτυρία. Ένα άλλο στοιχείο, το οποίο κατά την άποψη μου, δείχνει ότι δεν ο κατηγορούμενος δεν είχε πρόθεση και αποδυναμώνει την θέση της Κ.Α περί πρόθεσης, είναι ότι τα όσα είπε στον Μ.Κ.1, ήταν μετά την αναβολή της ακρόασης και όχι κατά τον χρόνο που ανάμενε να αρχίσει η δίκη που τελικά αναβλήθηκε στην οποία ο Μ.Κ.1 θα έδιδε μαρτυρία αν δεν αναβάλετο. Συνεπακόλουθα βρίσκω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και ο κατηγορούμενος αθωώνεται στην κατηγορία. Τα έξοδα της Κατηγορούσας Αρχής εκ €30,- να πληρωθούν από την Δημοκρατία. (Υπ.)......... Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.