← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Ιωάννης Τσιλικίδης , Αρ. Υπόθεσης: 5625/2012 , 10/4/2012

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Ιωάννης Τσιλικίδης , Αρ. Υπόθεσης: 5625/2012 , 10/4/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:B27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5625/2012 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής και Ιωάννης Τσιλικίδης Κατηγορουμένου ----------------------- Ημερομηνία: 10 Απριλίου 2012 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ε. Σάββα Για τον κατηγορούμενο: κ. Αλ. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος: παρών ----------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά 7 κατηγορίες, οι τρεις από αυτές αφορούν το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας κατά παράβαση του άρθρου 292(α) του Ποινικού Κώδικα, τρεις το αδίκημα της κλοπής από κατοικία κατά παράβαση των άρθρων 266(β) και 255 του Ποινικού Κώδικα και μια κατηγορία το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς κατά παράβαση του άρθρου 324

(1)του Ποινικού Κώδικα. Όταν η υπόθεση τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου για πρώτη φορά στις 6.4.2012, επειδή η Κατηγορούσα Αρχή δήλωσε την πρόθεση της να ζητήσει την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την δίκη του, οι συνήγοροι του κατηγορούμενου ζήτησαν όπως η υπόθεση παραμείνει για απάντηση στις 9.4.2012 ούτως ώστε να λάβουν εντωμεταξύ και το μαρτυρικό υλικό για να είναι σε θέση να τοποθετηθούν στο αίτημα για την κράτηση του και δεν έφεραν ένσταση να παραμείνει ο κατηγορούμενος υπό κράτηση μέχρι τις 9.4.
  1. Στις 9.4.2012, οι συνήγοροι του κατηγορούμενου απεσύρθηκαν και ανάλαβε ο κ. Αλεξάνδρου ως νέος δικηγόρος του, ο οποίος δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος είναι έτοιμος να απαντήσει στις κατηγορίες. Ο κατηγορούμενος στη συνέχεια δήλωσε άρνηση και στις 7 κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής για την κράτηση του κατηγορούμενου στηρίχθηκε σε δύο λόγους. Στην πιθανότητα μη προσέλευσης του στη δίκη και στην πιθανότητα διάπραξης, σε περίπτωση που αφεθεί ελεύθερος, άλλων αδικημάτων. Το πιο πάνω αίτημα προσέκρουσε σε ένσταση του συνηγόρου του κατηγορούμενου. Η Κατηγορούσα Αρχή, για να στηρίξει το αίτημα της, κάλεσε ως μάρτυρα τον Υπαστυνόμο Κ. Κλεάνθους υπεύθυνο του κλιμακίου Διαρρήξεων του ΤΑΕ Πάφου, ο οποίος αναφέρθηκε σε στοιχεία που αφορούν τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου, όπως η καταγωγή του, η οικογενειακή του κατάσταση, ανάφερε τα σχετικά με τον τόπο διαμονής του και επίσης ότι ο κατηγορούμενος είναι άεργος. Κατάθεσε επίσης, ως Τεκμήριο (Τεκμήριο Α) αντίγραφο κατηγορητηρίου στην ποινική υπόθεση 3402/2012 Ε.Δ. Πάφου και αναφέρθηκε σε δύο άλλες υποθέσεις που αφορούν τον κατηγορούμενο, η μια όπως είπε, από πλευράς της αστυνομίας έχει τελειώσει και έχουν καταλήξει στην ποινική δίωξη του, εκκρεμεί όμως εδώ και ένα χρόνο, ενώπιον της επιτροπής διερεύνησης αδικημάτων που διαπράττονται από ενήλικους καθότι ο συγκατηγορούμενος του κατηγορούμενου κατά την διάπραξη των αδικημάτων ήταν ανήλικος. Τα αδικήματα της υπόθεσης αυτής αφορούν συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος και ληστεία και διαπράχθηκαν 17.7.
  2. Η άλλη υπόθεση, σύμφωνα με τον μάρτυρα, αφορά το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος διάρρηξη και κλοπή, είναι υπόθεση του αστυνομικού σταθμού Κουκλιών και τα αδικήματα διαπράχθηκαν στις 4.1.
  3. Σε ότι αφορά την παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με τον μάρτυρα, για τα αδικήματα που αφορούν τις κατηγορίες 1 μέχρι και 5 έδωσε θεληματική κατάθεση με την οποία παραδέχεται την διάπραξη τους και σε σχέση με τα αδικήματα της 6ης και 7ης κατηγορίας έχει συνδεθεί με επιστημονική μαρτυρία όπου τα αποτελέσματα των εξετάσεων λήφθηκαν στις 30.3.2012 και στη συνέχεια ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε για τα αδικήματα αυτά. Ο μάρτυρας αντεξέταστηκε για τα όσα ανάφερε και σχετίζονται με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου και καθώς και για τις υποθέσεις που έκανε αναφορά και επανέλαβε την ανησυχία της αστυνομίας για την διάπραξη, αν αφεθεί ελεύθερος άλλων αδικημάτων και φυγοδικίας του κατηγορούμενου. Δηλώθηκε μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του πιο πάνω μάρτυρα ότι ο κατηγορούμενος το τελευταίο χρονικό διάστημα διαμένει με την φίλη του Ραφαέλλα Κωνσταντίνου με την οποία έχουν ένα ανήλικο παιδί. Η κα Σάββα αγορεύοντας προς υποστήριξη του αιτήματος για την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την δίκη του ανάφερε ότι ο πρώτος λόγος που ζητείται η κράτηση του είναι γιατί αν αυτός αφεθεί ελεύθερος υπάρχει πιθανότητα να διαπράξει άλλα αδικήματα. Προς υποστήριξη της θέσης της αυτή η κα Σάββα αναφέρθηκε στις υποθέσεις που έκανε αναφορά ο μάρτυρας οι οποίες σύμφωνα με την κα Σάββα δείχνουν την ροπή και την τάση του κατηγορούμενου προς το έγκλημα. Ο δεύτερος λόγος που ζητείται η κράτηση του σύμφωνα με την κα Σάββα είναι γιατί υπάρχει πιθανότητα ο κατηγορούμενος λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων που αντιμετωπίζει και της πιθανότητας καταδίκης να μην εμφανιστεί στην δίκη του και αναφορικά με το θέμα αυτό, επικαλέστηκε και τις προσωπικές του συνθήκες. Ο κ. Αλεξάνδρου διαφώνησε με την κα Σάββα και στα όσα ανάφερε και υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερος με περιοριστικού όρους τους οποίους και εισηγήθηκε. Υποστήριξε, ότι σύμφωνα με την μαρτυρία του κ. Κλεάνθους η αστυνομία ζητά την κράτηση γιατί αναμένονται τα αποτελέσματα άλλων επιστημονικών εξετάσεων και πιθανότατα ο κατηγορούμενος να συνδεθεί με άλλες υπό διερεύνηση υποθέσεις αφού οι δύο λόγοι που επικαλέστηκε είναι αδικαιολόγητοι και αβάσιμοι. Με αναφορά επίσης στον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων τόσο της παρούσας όσο και των άλλων υποθέσεων ο κ. Αλεξάνδρου τόνισε ότι οι αναφορές του κ. Κλεάνθους περί ανησυχίας διάπραξης άλλων αδικημάτων είναι άστοχες καθότι από την τελευταία περίπτωση έχουν παρέλθει 6 μήνες. Οι εξουσίες του Δικαστηρίου, επί του θέματος της κράτησης κατηγορούμενου, εδράζεται στα άρθρα 48 και 157.1 της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155 και η απόλυση ή όχι του Κατηγορουμένου με εγγύηση είναι θέμα που αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία εξασκείται με βάση καλά καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ. κ. Λοϊζου & Πική, στη σελ 35 αναφέρεται ότι: «Θα πρέπει κάποιος να ξεκινά από το σημείο ότι κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα δικαιούται σε απόλυση με εγγύηση εκτός αν υπάρχουν ικανοποιητικοί και πειστικοί λόγοι για το αντίθετο». (σε ελεύθερη μετάφραση) Στην υπόθεση Κάννας ν. Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 444 αναφέρθηκαν τα εξής: « Τρεις είναι οι βασικοί λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο μπορεί να κρίνει επιβεβλημένη την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την δίκη του. Η πιθανότητα: (α) μη προσέλευσης του στη δίκη, (β) διάπραξης του ίδιου ή άλλου εγκλήματος, και (γ) επηρεασμού μαρτύρων. Το πρώτο στοιχείο εξετάζεται στη βάση, και σε συσχετισμό με τη σοβαρότητα του εγκλήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και την πιθανότητα καταδίκης του.» Σύμφωνα με την νομολογία οποιοσδήποτε από τους πιο πάνω λόγους ή συνδυασμός τους είναι αρκετός για να δικαιολογήσει την κράτηση του κατηγορουμένου μέχρι την δίκη του (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 7). Στην Κρίνος Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας,
(2002)2 ΑΑΔ 48 , αναφέρθηκαν τα εξής: «Είναι όμως επίσης νομολογημένο πως σε καμιά περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης και την επιβληθησόμενη ποινή, αυτόματα δηλαδή, χωρίς τον συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων. Το εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικασθεί ο κατηγορούμενος αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος». Όλες οι πιο πάνω αρχές και παράγοντες επαναβεβαιώθηκαν και στην υπόθεση Ονουφρίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 159, στην οποία επισημαίνονται τα ακόλουθα: «Οι κατηγορούμενοι τεκμαίρεται ότι είναι αθώοι και ως θέμα γενικής αρχής πρέπει να αφήνονται ελεύθεροι εκτός αν συντρέχουν σοβαροί λόγοι περί του αντιθέτου. Η νομολογία έχει συμπεριλάβει σε αυτούς τους λόγους και την πιθανότητα της μη προσέλευσης του κατηγορουμένου κατά τη δίκη. Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και επιβολή αυστηρής ποινής αποτελούν βασικούς δείκτες που αφορούν στην εκτίμηση της πιθανότητας προσέλευσης του κατηγορούμενου στη δίκη του». Με γνώμονα τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω θα προχωρήσω στην εξέταση των παραγόντων που θα ληφθούν υπόψη στην τελική μου απόφαση. Στην υπόθεση Θεοδωρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 139 , επισημάνθηκε, ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία, ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του υπόδικου να αποφύγει τη δίκη του. Στην Ψύλλας ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 801, αναφέρθηκε ότι: «Ο κίνδυνος να μην παρουσιασθεί ένας Κατηγορούμενος στο Δικαστήριο δεν καταδεικνύεται μόνο από τα στοιχεία που διαθέτει η Κατηγορούσα Αρχή, αλλά θεωρείται πως ελλοχεύει ένεκα της σοβαρότητας των αδικημάτων που αφορούν τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει». Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος συναρτάται άμεσα με τo ανώτατο ύψος των προβλεπόμενων από το Νόμο ποινών σε περίπτωση καταδίκης του. Για όλα τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, προβλέπονται πολυετής ποινές φυλάκισης. Ενδεικτικά αναφέρω, ότι για το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας προβλέπεται ποινή φυλάκισης 7 ετών ενώ η ποινή φυλάκισης αυξάνεται σε 10 χρόνια αν το αδίκημα διαπράττεται κατά την διάρκεια της νύχτας, για το αδίκημα της κλοπής από κατοικία ποινή φυλάκισης 5 ετών. Παρά την πιο πάνω διαπίστωση σε σχέση με την σοβαρότητα των αδικημάτων, που προκύπτει από τις προβλεπόμενες από τον Νόμο έχει θεωρηθεί ότι αυτός ο παράγοντας δεν είναι πάντοτε και σε κάθε περίπτωση αρκετός ώστε από μόνος του να επενεργεί αυτόματα στην κρίση του δικαστηρίου για την κράτηση του κατηγορούμενου χωρίς να συνυπολογιστούν και άλλα σχετικά στοιχεία και δεδομένα (βλ. Χριστόδουλος Χριστοδούλου ν. Αστυνομία και Ανδρέα Χρίστου ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 7812 και 7813 ημερ. 25.10.2004). Σε σωρεία αποφάσεων έχει τονιστεί ότι αδικήματα αυτής μορφής και φύσης είναι σοβαρά και επίσης ότι θα πρέπει να αντιμετωπίζονται από τα Δικαστήριο με αυστηρότητα. Κατά συνέπεια είναι φανερό, ότι τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, με βάση τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές είναι πολύ σοβαρά. Στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 109 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η αξιολόγηση της πιθανότητας καταδίκης αποτελεί μια απόλυτα θεμιτή διαδικασία η οποία στοχεύει να επιλύσει τα επίδικα θέματα στη διαδικασία τα οποία είναι η κράτηση του υποδίκου ή απόλυσή του με εγγύηση. Δεν έχει σχέση με την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης και δεν την επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο». Με βάση την μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, ο κατηγορούμενος έωσε θεληματική κατάθεση και παραδέχεται την διάπραξη των αδικημάτων που αφορούν τις κατηγορίες 1 μέχρι και 5, ενώ για την διάπραξη των αδικημάτων των κατηγοριών 6 και 7 τα αποτελέσματα των επιστημονικών εξετάσεων τον συνδέουν με την διάπραξη τους. Πρόσθεσε, ο συνήγορος του κατηγορούμενου, ότι η θεληματικότητα της κατάθεσης του αποτελεί ζήτημα το οποίο, εξ όσων έχω αντιληφθεί μπορεί να μας απασχολήσει κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Είναι αρκετό όμως, για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, ότι ο κατηγορούμενος έδωσε θεληματική κατάθεση που ομολογεί την διάπραξη των αδικημάτων ( κατηγορίες 1- 5) και επίσης ότι υπάρχει επιστημονική μαρτυρία που τον συνδέει (κατηγορίες 6 - 7 ) αυτό οδηγεί χωρίς περαιτέρω σχόλια στην διαπίστωση ότι υπάρχει σοβαρό και ορατό ενδεχόμενο καταδίκης του κατηγορουμένου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Συνεπώς σε περίπτωση καταδίκης του πρώτου κατηγορουμένου, είναι απόλυτα πιθανό να επιβληθεί σε αυτόν ποινή φυλάκισης μέχρι 5 χρόνια αφού η παρούσα υπόθεση δικάζεται συνοπτικά. Το Δικαστήριο μεταξύ των παραγόντων που θα λάβει υπόψη του σε σχέση με το ύψος της ποινής είναι σαφώς η σοβαρότητα των αδικημάτων αλλά και η έξαρση που παρατηρείται στην διάπραξη αδικημάτων αυτής της φύσης και η ποινή δεν μπορεί παρά να είναι και αποτρεπτική και αυστηρή. Οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου, σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή, είναι τέτοιες οι οποίες ενισχύουν την πιθανότητα μη εμφάνισης του ενόψει βέβαια και της σοβαρότητας των αδικημάτων που αντιμετωπίζει. Από την άλλη, όπως φαίνεται πιο πάνω, ο συνήγορος του κατηγορούμενου επικαλείται ότι είναι τέτοιες οι προσωπικές του συνθήκες όπου αποκλείουν την πιθανότητα αυτή και τις θέσεις της Κατηγορούσας Αρχής. Όπως στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 109 στην σελ. 117, τονίστηκε: «Άλλοι παράγοντες είναι εκείνοι που συνδέονται με τον χαρακτήρα του κατηγορούμενου, την κατοικία του, το επάγγελμα του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς με την χώρα εις την οποία διώκεται (βλ. Neumeister v. Austria A8 p.39
(1968). Όλοι αυτοί οι παράγοντες έχουν αναγνωριστεί από την νομολογία μας. Ωστόσο όπως υπογραμμίστηκε στην Βασιλείου (πιο πάνω) δεν «υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης». Τα όσα, αναφέρθηκαν και δηλώθηκαν σε σχέση με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου, κρίνω ότι είναι τέτοια, σε συνδυασμό και με τα αδικήματα που αντιμετωπίζει, αλλά και της πιθανότητας καταδίκης που δεν μπορούν να αποκλείσουν το ενδεχόμενο να διαφύγει αλλά το ενδυναμώνουν. Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 22 ετών και άνεργος. Το γεγονός ότι έχει ένα ανήλικο παιδί και συζεί με την φίλη του δεν αποδυναμώνει με οποιοδήποτε τρόπο την πιθανότητα διαφυγής του ενόψει βέβαια των σοβαρών κατηγοριών που αντιμετωπίζει και επαπειλουμένης τιμωρίας του σε περίπτωση καταδίκης η οποία είναι ορατή. Καταλήγω στο σημείο αυτό αφού προέβηκα στις πιο πάνω διαπιστώσεις σε σχέση με την σοβαρότητα των αδικημάτων και την πιθανότητα καταδίκης του κατηγορουμένου, έχοντας λάβει παράλληλα υπόψη μου και τις προσωπικές του συνθήκες, ότι οι πιθανότητες και ο κίνδυνος να μην παρουσιαστεί στην δίκη του είναι ορατές. Αναφορικά με το θέμα της πιθανότητας διάπραξης του ιδίου ή άλλων αδικημάτων από τον Κατηγορούμενο, σε περίπτωση που αυτός αφεθεί ελεύθερος, ζήτημα που αποτέλεσε εισήγηση της Κατηγορούσας Αρχής και συνάντησε την αντίθετη εισήγηση της Υπεράσπισης έχω να παρατηρήσω τα ακόλουθα: Στην υπόθεση Τσιάκκας κ.α. ν. Δημοκρατίας Π.Ε. 7264,7265 και 7266, ημερ. 26.04.2002 επιδοκιμάσθηκε από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως ήταν τότε, κ. Νικήτα, το εξής απόσπασμα από την σελ. 131 της απόφασης Σιακκαλής ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 130, στο οποίο ο Δικαστής κ. Νικολαϊδης, που εξέδωσε την απόφαση, παρατήρησε ότι: «Η πιθανότητα διάπραξης αδικήματος στο μέλλον, δεν μπορεί να αποδειχθεί με την αυστηρή έννοια του όρου. Εκείνο που μετρά είναι αν με βάση όλα τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα. Δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία για την ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος». Στην πολιτική του δικαίου για την πρόληψη του εγκλήματος εντοπίζεται η προέλευση του κανόνα που επιτρέπει την κράτηση, όπου διαφαίνεται κίνδυνος επανάληψης του αδικήματος. Όπως υπογράμμισε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ο κίνδυνος αυτός πρέπει να είναι ευλογοφανής (plausible) (βλ.Clooth v. Belgium A225 para 40
(1991). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Φώτος Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 6285 ημερ. 5.3.97, η πρόβλεψη αναφορικά με την ύπαρξη και αποτίμηση των διαφόρων κινδύνων που σταθμίζονται κατά την εξέταση του ενδεχόμενου κράτησης, όπως είναι η πιθανότητα διάπραξης στο μεταξύ άλλων αδικημάτων, δεν μπορεί παρά να στηρίζεται είτε σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υπόδικου ή της υπόθεσης είτε σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της. Τα στοιχεία που είναι σχετικά περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου σε προηγούμενες περιπτώσεις ή η προηγούμενη καταδίκη για παρόμοια αδικήματα, αλλά και οι τάσεις που επιδεικνύει και οι οποίες ανάγονται βέβαια στο μέλλον όπως είναι η πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων ή η πιθανολόγηση περί της διάπραξης και άλλων αδικημάτων. Για κατάληξη σε συμπέρασμα για την ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Αρκεί αν με βάση όλα τα ενώπιον του δικαστηρίου στοιχεία δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει η πιθανότητα. Πλήρης απόδειξη της πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν είναι εξάλλου ούτε και θεωρητικά δυνατή. Διερωτάται κανείς πως μπορεί να αποδειχθεί μια πιθανολόγηση. Το δικαστήριο μπορεί, τηρώντας πάντα ορισμένους κανόνες, να καταλήξει σε συμπεράσματα ως προς την πιθανότητα διάπραξης αδικήματος στο μέλλον. Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο μέλλον για την οποία το δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα βασιζόμενο μεταξύ άλλων στο ιστορικό του ή σε άλλες διάφορες περιστάσεις..» Θα πρέπει να τονιστεί, ότι η πιθανότητα διάπραξης άλλου αδικήματος δεν περιορίζεται κατ΄ ανάγκη σε παρόμοιο με το υπό εκδίκαση αδίκημα (βλ. Lefkios Rodosthenous and Another ν. The Police 1961 C.L.R. 50) Παραπέμπω επίσης στην υπόθεση Φώτος Χατζηδημητρίου (πιο πάνω) αναφορικά με το ζήτημα αυτό. Στην υπόθεση Σιακκαλής ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 130 αναφέρθηκε ότι στο Άρθρο 11.2(γ) του Συντάγματος επιτρέπεται η στέρηση της ελευθερίας ατόμου όχι μόνο προς τον σκοπό προσαγωγής του ενώπιον της αρμόδιας αρχής με την εύλογη υπόνοια ότι διέπραξε αδίκημα, αλλά ακόμα και όταν η κράτηση του μπορεί να θεωρηθεί ευλόγως αναγκαία προς παρεμπόδιση διάπραξης αδικήματος ή απόδρασης. Η αναφορά στο Σύνταγμα στην ευλόγως αναγκαία κράτηση προς παρεμπόδιση διάπραξης αδικήματος δίνει ακριβώς και το μέτρο που θα πρέπει να χαρακτηρίζει τις υποθέσεις αυτές. Λέχθηκε επίσης στην υπόθεση Σιακαλλή «ότι η κράτηση δεν αποτελεί τιμωρία, ούτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί αφηρημένα για την πρόληψη διάπραξης άλλων αδικημάτων. Το Δικαστήριο θα πρέπει να ξεκινά πάντα από την αρχή ότι η ελευθερία του ατόμου είναι κατοχυρωμένη συνταγματικά και ότι η κράτηση χωρίς την επιβολή ποινής αποτελεί μέτρο κατ΄ εξαίρεση. Η πιθανότητα διάπραξης άλλου αδικήματος είναι ένας από του παράγοντες που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του κατά τη στάθμιση των πραγμάτων". Μεταξύ των συντεταγμένων που λαμβάνονται υπόψη, αναφέρεται στην υπόθεση Σιακαλλή είναι «εκτός από το ποινικό μητρώο και οι τάσεις που ο κατηγορούμενος επιδεικνύει». Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι μόνο το ποινικό μητρώο που λαμβάνεται υπόψη κατά την εξέταση ενός τέτοια ζητήματος. Ο δεύτερος κατηγορούμενος, στην υπόθεση Σιακαλλή είχε αφεθεί ελεύθερος αρχικά με όρους, στην συνέχεια όμως η Κατηγορούσα Αρχή διαφοροποίησε την θέση της και ζήτησε την κράτηση του, στηριζόμενη στο γεγονός ότι εναντίον του εξεταζόταν υπόθεση για πρόκληση βαρείας σωματικής βλάβης κατά το χρονικό διάστημα που τελούσε υπό τους όρους του διατάγματος του Δικαστηρίου και ανέμενε στην εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Το κακουργιοδικείο κατέληξε ότι η συμπεριφορά αυτή του δεύτερου κατηγορούμενου δεν μπορούσε να παραγνωριστεί και διέταξε την κράτηση του. Από τα ενώπιον μου στοιχεία έχει διαφανεί μια συνεχής «ανοδική πορεία» του κατηγορούμενου και ροπή του προς το έγκλημα. Αρχικά, με βάση το κατηγορητήριο, κατηγορείται για αδίκημα που διαπράχθηκε μεταξύ των ημερομηνιών 9 με 10/5/2009 (Πέμπτη κατηγορία), ακολουθούν τα αδικήματα της υπόθεσης που βρίσκεται στην επιτροπή για ανήλικους που διαπράχθηκαν στις 17.7.2010,τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 2 της παρούσας υπόθεσης διαπράχθηκαν σύμφωνα με το κατηγορητήριο στις 13.5.2011, τα αδικήματα της 3ης και 4ης κατηγορίας της παρούσας υπόθεσης στις 20.09.2011, τα αδικήματα της 6ης και 7ης κατηγορίας στις 18.11.2011 και φαίνεται να εμπλέκεται σε υπόθεση που εξετάζει ο Αστυνομικός σταθμός Κουκλιών που διαπράχθηκαν στις 4.1.2012. Ο αλλότριος σκοπός της κράτησης του κατηγορούμενου, όπως υποστήριξε ο εισηγήθηκε ο κ. Αλεξάνδρου, δεν βρίσκει έρεισμα, ο μάρτυρας ήταν σαφής, κατηγορηματικός και εξήγησε γιατί η αστυνομία ζητά την κράτηση του κατηγορούμενου. Η αναφορά του μάρτυρα, σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας του, ότι πιθανόν ο κατηγορούμενος να εμπλέκεται και σε άλλες υποθέσεις και να συνδεθεί επιστημονικά εφόσον αναμένει η αστυνομία τα αποτελέσματα των επιστημονικών εξετάσεων δεν αναιρούν ούτε αποδυναμώνουν τα όσα ανάφερε στο σύνολο τους και σχετίζονται με τους λόγους που ζητείται η κράτηση του και τους οποίους ανάλυσα πιο πάνω. Στην υπόθεση Σιακαλλή (πιο πάνω) λέχθηκαν επίσης τα εξής «Η σημασία που δίδεται στον παράγοντα της πιθανολόγησης διάπραξης νέου αδικήματος ουσιαστικά αντανακλά την προσπάθεια προστασίας του κοινωνικού συνόλου στις περιπτώσεις όπου η διάπραξη νέου αδικήματος από τον κατηγορούμενο είναι πιθανή.» Ενώπιον μου έχουν τεθεί επαρκεί στοιχεία τα οποία μου δημιουργούν ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει πιθανότητα διάπραξης ιδίων ή παρόμοιων ή άλλων αδικημάτων σε περίπτωση που αφεθεί ελεύθερος. Συνεπώς, εκτιμώ ότι αν ο κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος υπάρχει σοβαρή πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων στο μέλλον Έχοντας κατά νου όλα όσα ανέφερα προηγουμένως έχω ικανοποιηθεί υπό τις περιστάσεις ότι πρέπει να διατάξω την κράτηση του κατηγορούμενου, για τους λόγους που εξηγώ πιο πάνω, μέχρι την δίκη του. Και οι δύο λόγοι τους οποίους η Κατηγορούσα Αρχή έχει επικαλεστεί κρίνω ότι ικανοποιούνται. Κατά συνέπεια, ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, εκδίδω διάταγμα για την κράτηση του κατηγορουμένου μέχρι την 8 Μαΐου 2012 όπου η υπόθεση ορίζεται για ακρόαση στις 10:30 π.μ. (Υπ.) ........................................ Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.