Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. NAIMI ABBAS , Αρ. Υπόθεσης: 8282/2012 , 22/6/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:B42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8282/2012 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής Και NAIMI ABBAS Κατηγορουμένου ----------------------- Ημερομηνία: 22.6.2012 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. E. Σάββα Για τον κατηγορούμενο: κ. Α. Aλεξάνδρου Κατηγορούμενος: παρών ----------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά 8 κατηγορίες, τις οποίες και τις αρνήθηκε. Η πρώτη, διαπράχθηκε κατά παράβαση του Περί αλλοδαπών και μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ. 105 και αφορά το αδίκημα της παράνομης παραμονής στην Δημοκρατία (Άρθρα 6
(1)(κ) και 19), οι κατηγορίες 2 μέχρι και 6 πρόκειται για τροχαίες παραβάσεις, η 7η κατηγορία αφορά το αδίκημα της εγκατάλειψης τόπου ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας κατά παράβαση του άρθρου 235 Α
(2)
(3)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και η 8η κατηγορία αφορά το αδίκημα της αντίστασης κατά νόμιμης σύλληψης κατά παράβαση του άρθρου 244(α) του Ποινικού Κώδικα. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε όπως ο κατηγορούμενος παραμένει υπό κράτηση μέχρι την δίκη του. Η κα Περγαντή αγορεύοντας προς υποστήριξη του αιτήματος για την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την δίκη του, τόνισε ότι ο κατηγορούμενος έχει χαλαρούς δεσμούς με την Κύπρο και επικαλέστηκε, αναφορικά και το ζήτημα αυτό την υπόθεση Alam Alam v. Αστυνομίας Π.Ε. 101/2010 ημερομηνίας 12.11.2010, συνεπώς ανέφερε, υπάρχει κίνδυνος διαφυγής καθώς και διαφυγής του μέσω των κατεχομένων περιοχών. Το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής, για την κράτηση κατηγορούμενου, προσέκρουσε την ένσταση του συνηγόρου του, ο οποίος εισηγήθηκε ότι αυτός θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερος με περιοριστικούς όρους τους οποίους και εισηγήθηκε. Ανέφερε, μεταξύ άλλων,ο κ. Αλεξάνδρου, ότι η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι αυτός πρέπει να παραμείνει υπό κράτηση επειδή είναι αλλοδαπός συνιστά διάκριση, επίσης ότι με βάση τις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας δεν στοιχειοθετείται αδίκημα αφού δεν αναφέρεται ότι του επιδόθηκε η απορριπτική απόφαση που είναι διοικητική πράξη, επίσης ότι θα δημιουργηθεί αδικία να κρατηθεί ο κατηγορούμενος, για χρονικό διάστημα δυσανάλογο της ποινής φυλάκισης που τυχόν θα του επιβληθεί αφού, ανάφερε ο κ. Αλεξάνδρου, είναι γνωστό ότι αναφορικά με το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας τα Δικαστήρια επιβάλλουν ποινή φυλάκισης διάρκειας 30 με 35 ημερών. Οι εξουσίες του Δικαστηρίου, επί του θέματος της κράτησης κατηγορούμενου, εδράζεται στα άρθρα 48 και 157.1 της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155 και η απόλυση ή όχι του Κατηγορουμένου με εγγύηση είναι θέμα που αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία εξασκείται με βάση καλά καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ. κ. Λοϊζου & Πική, στη σελ 35 αναφέρεται ότι: «Θα πρέπει κάποιος να ξεκινά από το σημείο ότι κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα δικαιούται σε απόλυση με εγγύηση εκτός αν υπάρχουν ικανοποιητικοί και πειστικοί λόγοι για το αντίθετο». (σε ελεύθερη μετάφραση) Στην υπόθεση Κάννας ν. Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 444 αναφέρθηκαν τα εξής: « Τρεις είναι οι βασικοί λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο μπορεί να κρίνει επιβεβλημένη την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την δίκη του. Η πιθανότητα: (α) μη προσέλευσης του στη δίκη, (β) διάπραξης του ίδιου ή άλλου εγκλήματος, και (γ) επηρεασμού μαρτύρων. Το πρώτο στοιχείο εξετάζεται στη βάση, και σε συσχετισμό με τη σοβαρότητα του εγκλήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και την πιθανότητα καταδίκης του.» Σύμφωνα με την νομολογία οποιοσδήποτε από τους πιο πάνω λόγους ή συνδυασμός τους είναι αρκετός για να δικαιολογήσει την κράτηση του κατηγορουμένου μέχρι την δίκη του (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 7). Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη σύμφωνα με την Νομολογία είναι επίσης και εκείνοι που συνδέονται με το χαρακτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία του, το επάγγελμά του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με τη χώρα στην οποία διώκεται (βλέπε Neumeister ν. Austria A8 p.39
(1968)).» Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι Σύριος, φαίνεται ότι δεν έχει δεσμούς με την Κυπριακή Δημοκρατία. Στην υπόθεση Ονουφρίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 159, στην οποία επισημαίνονται τα ακόλουθα: «Οι κατηγορούμενοι τεκμαίρεται ότι είναι αθώοι και ως θέμα γενικής αρχής πρέπει να αφήνονται ελεύθεροι εκτός αν συντρέχουν σοβαροί λόγοι περί του αντιθέτου. Η νομολογία έχει συμπεριλάβει σε αυτούς τους λόγους και την πιθανότητα της μη προσέλευσης του κατηγορουμένου κατά τη δίκη. Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και επιβολή αυστηρής ποινής αποτελούν βασικούς δείκτες που αφορούν στην εκτίμηση της πιθανότητας προσέλευσης του κατηγορούμενου στη δίκη του». Με γνώμονα τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω θα προχωρήσω στην εξέταση των παραγόντων που θα ληφθούν υπόψη στην τελική μου απόφαση. Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος συναρτάται άμεσα με τo ανώτατο ύψος των προβλεπόμενων από το Νόμο ποινών σε περίπτωση καταδίκης του. Συγκεκριμένα και σε σχέση με τα αδικήματα για τη διάπραξη των οποίων κατηγορείται, προβλέπονται ποινές φυλακίσεως, κατά ανώτατο όριο δύο χρόνια (βλέπε 7η και 8η κατηγορία) και όχι 12 μήνες όπως ανάφερε ο κ. Αλεξάνδρου. Κατά συνέπεια είναι φανερό, ότι τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, με βάση τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές είναι σοβαρά. Στην υπόθεση Δαυίδ Θεοδωρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 139, επισημάνθηκε, ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία, ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του υπόδικου να αποφύγει τη δίκη του. Στην Ψύλλας ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 801 , αναφέρθηκε ότι: «Ο κίνδυνος να μην παρουσιασθεί ένας Κατηγορούμενος στο Δικαστήριο δεν καταδεικνύεται μόνο από τα στοιχεία που διαθέτει η Κατηγορούσα Αρχή, αλλά θεωρείται πως ελλοχεύει ένεκα της σοβαρότητας των αδικημάτων που αφορούν τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει». Στην υπόθεση Alam (πιο πάνω), στην οποία αναφέρθηκε και η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, το πρωτόδικο δικαστήριο τόνισε ότι η πιθανότητα καταδίκης δεν μπορεί να διαφανεί αφού δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου το μαρτυρικό υλικό, όμως το Δικαστήριο παρατήρησε ότι μπορούσε η ποινή φυλάκισης να είναι αρκετά σοβαρή και συγκεκριμένα ποινή φυλάκισης σε περίπτωση καταδίκης και αφού έλαβε υπόψη του ιδιαίτερα την έλλειψη δεσμών με την Κύπρο και την πιθανότητα εγκατάλειψης του εδάφους μέσω των κατεχομένων διάταξε την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την δίκη του. Κατ΄έφεση κρίθηκε ότι δεν υπήρχε στο σύνολο των παραγόντων που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο κάτι το οποίο να επέτρεπε την επέμβαση και τονίστηκαν τα ακόλουθα: «Έχουμε ήδη αναφερθεί στο ότι και βάσει της νομολογίας οι δεσμοί τους οποίους κάποιος έχει με την Κύπρο και η πιθανότητα να εγκαταλείψει την Κύπρο είναι ασφαλώς μεταξύ των δεδομένων τα οποία λαμβάνονται υπ΄ όψη και τα οποία το Δικαστήριο σταθμίζει για να αποφασίσει κατά πόσο υπάρχει κίνδυνος μη προσέλευσης ή όχι.» Από πιο πάνω προκύπτει και συνάγεται ότι η ένδειξη της πιθανότητας καταδίκης του κατηγορούμενου δεν κρίνεται απομονωμένα ώστε το δικαστήριο να αποφασίσει το ζήτημα της κράτησης του. Το δικαστήριο ενόψει του ότι δεν έχει παρουσιαστεί το μαρτυρικό υλικό που η Κατηγορούσα Αρχή έχει στην διάθεση της δεν μπορεί να εξετάσει και να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι υπάρχουν πιθανότητες καταδίκης του κατηγορούμενου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Σε περίπτωση όμως καταδίκης του κατηγορουμένου, είναι απόλυτα πιθανή η επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας του, λαμβανομένου υπόψη, τις προβλεπόμενες ποινές, την σχετική νομολογία αλλά και τον τρόπο αντιμετωπίζουν τα δικαστήρια αυτού του είδους τα αδικήματα. Καταλήγω στο σημείο αυτό αφού προέβηκα στις πιο πάνω διαπιστώσεις σε σχέση με την σοβαρότητα των αδικημάτων και της μη ύπαρξης δεσμών με την Κυπριακή Δημοκρατία, ο κατηγορούμενος κατάγεται από την Συρία, ότι υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο αν αφεθεί ελεύθερος το ενδεχόμενο να μην παρουσιαστεί στην δίκη του είναι σοβαρό. Τα όσα αναφέρονται στην υπόθεση Alam (πιο πάνω) κρίνω ότι απαντούν και στην θέση της υπεράσπισης ως προς το ζήτημα της διάκρισης. Σχετικά επίσης παραπέμπω και στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 109 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: Άλλοι σχετικοί παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι εκείνοι που συνδέονται με το χαρακτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία του, το επάγγελμά του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με τη χώρα στην οποία διώκεται (βλέπε Neumeister ν. Austria A8 p.39
(1968)). Ολοι αυτοί οι παράγοντες έχουν αναγνωρισθεί από τη Νομολογία μας. Ωστόσο, όπως υπογραμμίσθηκε στη Βασιλείου (πιο πάνω), δεν υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης». Στην υπό κρίση περίπτωση σημασία υπέχει το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει σταθερούς δεσμούς με την Δημοκρατία που να καθιστούν το ενδεχόμενο αυτό απομακρυσμένο, δεδομένης βεβαία και της σοβαρότητας των αδικημάτων που αυτός αντιμετωπίζει. Έχοντας κατά νου όλα όσα ανέφερα προηγουμένως έχω ικανοποιηθεί υπό τις περιστάσεις ότι πρέπει να διατάξω την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την δίκη του και κατά συνέπεια, ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, εκδίδω διάταγμα για την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την 9.7.2011 και ώρα 010:30 όπου η υπόθεση ορίζεται για ακρόαση. Μ.Κ. να κλητευτούν. (Υπ.) ........................................ Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο