← Κύπρος

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. Απόστολου Ποταμού, Αρ. Υπόθεσης: 2473/10, 8/8/2012

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. Απόστολου Ποταμού, Αρ. Υπόθεσης: 2473/10, 8/8/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:B45 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ν. Κονή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2473/10 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LTD προηγούμενα εμπορευόμενοι ως ALPHA BANK LTD εκ Πάφου και Απόστολου Ποταμού Κατηγορούμενου -------------------- Ημερομηνία: 8 Αυγούστου 2012 Εμφανίσεις: Για την Παραπονούμενη: κα. Κρίστια Μίτλεττον με κα. Ε. Μαλά Κατηγορούμενος: παρών (αυτοπροσώπως) -------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 18 κατηγορίες που σύμφωνα με το κατηγορητήριο αφορούν πράξεις καταδολίευσης εξ΄ αποφάσεως πιστωτών κατά παράβαση των άρθρων 91Α και 91Β του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 όπως τροποποιήθηκε με το Ν.134

(1)/99 και Ν.60(Ι)/083
(1)(γ), 4
(2)και
(3), ότι δηλαδή την 15.8.2008, 15.9.08, 15.10.08, 15.11.08, 15.12.08, 15.1.09, 15.2.09, 15.3.09, 15.4.09, 15.5.09, 15.6.09, 15.7.09, 15.8.09, 15.9.09, 15.10.09, 15.11.09, 15.12.09 και 15.1.10 που αφορούν οι κατηγορίες 1 έως 18 αντίστοιχα, ο κατηγορούμενος ενώ ήταν εξ΄ αποφάσεως οφειλέτης των παραπονουμένων στην αγωγή του Ε.Δ. Πάφου με αριθμό 3822/99 και ενώ εκδόθηκε διάταγμα κατά την 21.6.2001 εναντίον του στα πλαίσια της αγωγής αυτής από το πιο πάνω Δικαστήριο για καταβολή του εξ΄ αποφάσεως χρέους του με μηνιαίες δόσεις εκ Λ.Κ.100 ή το ισάξιο ποσό των €170,86 από την 15.8.01 και κάθε 15η εκάστου επόμενου μήνα μέχρι εξόφλησης, ο κατηγορούμενος προέβη σε πράξεις καταδολίευσης των εξ΄ αποφάσεως πιστωτών του ήτοι παρέλειψε να καταβάλει το ως άνω ποσό των €170,86 δυνάμει του πιο πάνω διατάγματος κατά τις ως άνω ημερομηνίες. Για να αποδείξει την υπόθεση της η πλευρά των παραπονούμενων παρουσίασε μόνο ένα μάρτυρα, την κα Λίζα Χαραλάμπους (Μ.Κ.). Το Δικαστήριο με την παρούσα ενδιάμεση απόφαση θα εξετάσει κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου. Η Μ.Κ. ανέφερε μεταξύ άλλων στο Δικαστήριο ότι είναι υπάλληλος των παραπονούμενων και είναι τοποθετημένη στο Τμήμα Δικαστικών Υποθέσεων των παραπονούμενων στην Πάφο. Ανάμεσα στα καθήκοντα της είναι ο έλεγχος και η παρακολούθηση προβληματικών λογαριασμών. Όσον αφορά τα θέματα που αφορούν τον κατηγορούμενο ανέφερε ότι η ίδια είναι σε θέση να δώσει θετική μαρτυρία, χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση και έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και των εγγράφων που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Η Μ.Κ. αναφέρθηκε στη συνέχεια στην απόφαση του Ε.Δ. Πάφου ημερ. 1.12.99 στα πλαίσια της αγωγής 3822/99 υπέρ των παραπονουμένων και εναντίον του κατηγορούμενου (και των υπόλοιπων συνεναγομένων του στην αγωγή) η οποία δεν έφερε οποιαδήποτε αναστολή εκτέλεσης (Τεκμ. 3), ως επίσης το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 21.6.01, στα πλαίσια της ίδιας αγωγής, με το οποίο ο κατηγορούμενος ως εναγόμενος 2 διατάσσετο να πληρώνει το εξ΄ αποφάσεως χρέος του με μηνιαίες δόσεις εκ Λ.Κ.100 (€170,86) από 15.8.01 και ούτω καθεξής μέχρι εξόφλησης (Τεκμ. 4). Με το ίδιο διάταγμα διατάσσετο και η σύζυγος του κατηγορούμενου Μαρία Ποταμού ως εναγόμενη 3 να πληρώνει το ίδιο ποσό ως μηνιαία δόση επίσης από 15.8.01 και ούτω καθεξής μέχρι εξόφλησης. Η μάρτυρας αναφέρθηκε στη συνέχεια με λεπτομέρειες στο εξ΄ αποφάσεως χρέος, τις ενέργειες των παραπονούμενων για λήψη από το Δικαστήριο άδειας εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης, για εγγραφή memo, στο χειρισμό του λογαριασμού που αφορά το εξ΄ αποφάσεως χρέος του κατηγορούμενου από τους παραπονούμενους, στις χρεώσεις που έγιναν σ΄ αυτόν, στις πληρωμές κ.λ.π. και κατάθεσε σχετική κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ.7) επεξηγώντας και διασαφηνίζοντας το περιεχόμενο της. Κατέθεσε τα κατηγορητήρια στις ποινικές υποθέσεις 2476/10 και 9041/11 (Τεκμ. 8 και 9 αντίστοιχα) που καταχωρήθηκαν εναντίον της Μαρίας Ποταμού και που σχετίζονται με το λογαριασμό του εξ΄ αποφάσεως χρέους. Η μάρτυρας ανέφερε ακόμα ότι σήμερα εξακολουθεί να υφίσταται υπόλοιπο του εξ΄ αποφάσεως χρέους, που υπερβαίνει το συνολικό ποσό των δόσεων για τις οποίες κατηγορείται ο κατηγορούμενος ως επίσης ότι εξ΄ όσων γνωρίζει και πιστεύει παρά το προηγούμενο αναφερόμενο διάταγμα μηνιαίων δόσεων ημερομηνίας 21.6.2001 και ενώ υπάρχει υπόλοιπο εξ΄ αποφάσεως χρέους ο κατηγορούμενος παρέλειψε και παραλείπει μέχρι σήμερα να πληρώσει τις 18 αναφερόμενες μηνιαίες δόσεις για το διάστημα από 15.8.2008 μέχρι 15.1.2010 αμφοτέρων των ημερομηνιών συμπεριλαμβανομένων και που ανέρχονται συνολικά στο ποσό των €3.075,48 και που αφορούν σε ποσό πολύ μικρότερο του υπολοίπου του εξ΄ αποφάσεως χρέους. Τέλος, η μάρτυρας ανέφερε ότι: «Ο κατηγορούμενος ουδέποτε ανέφερε στους παραπονούμενους ή στους δικηγόρους των παραπονούμενων, ούτε έπραξε γενικά οτιδήποτε που να δείχνει ότι αντιμετωπίζει οποιαδήποτε οικονομική ή φυσική αδυναμία, η οποία τον εμποδίζει στην αποπληρωμή του εξ΄ αποφάσεως χρέους του, σύμφωνα με το διάταγμα μηνιαίων δόσεων που εκδόθηκε και εξακολουθεί να ισχύει ως εκδόθηκε, αφού δεν καταχωρήθηκε κάποια αίτηση τροποποίησης ή ακύρωσης του εν λόγω διατάγματος. Απεναντίας, αυτό που δήλωσε στους παραπονούμενους ότι αμφισβητεί ο κατηγορούμενος είναι το ύψος του υπολοίπου του εξ΄ αποφάσεως χρέους του, το οποίο θεωρεί, σύμφωνα με τους δικούς του υπολογισμούς και τους υπολογισμούς του λογιστή του, ότι είναι μικρότερο. Όμως, πέρα από αυτές τις διαφορές της τράπεζας με τον κατηγορούμενο, πρέπει να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος δεν πλήρωσε στους παραπονούμενους ούτε το ποσό που, σύμφωνα με τους δικούς του υπολογισμούς, ισχυρίστηκε προς τους παραπονούμενους ότι οφείλει. Με βάση αυτά, πιστεύω ότι υπάρχει από μέρους του κατηγορούμενου πρόθεση καταδολίευσης των παραπονούμενων.» Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας ρωτήθηκε και έδωσε τις δικές τις απαντήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο της κατάστασης λογαριασμού (Τεκμ. 7), το σημερινό υπόλοιπο, τις χρεώσεις που υπάρχουν σ΄ αυτήν δηλαδή τόκοι, έξοδα, τις πληρωμές που έχουν γίνει κ.λ.π.. Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης κατατέθηκαν διάφορα έγγραφα όπως καταστάσεις λογαριασμού, αντίγραφο διατάγματος και αποδείξεις (Τεκμ. 10 έως 14). Η Μ.Κ. ανέφερε ακόμη ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία (πρωτοφειλέτες) στην ως άνω αγωγή 3822/99 Ε. Δ. Πάφου ανήκε στον κατηγορούμενο. Παραδέχθηκε πάντως ότι ο κατηγορούμενος ενάχθηκε και εκδόθηκε εναντίον του απόφαση ως εγγυητής. Ο κατηγορούμενος υπέβαλε στη Μ.Κ. ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία λειτούργησε για περίοδο έξι μηνών και στη συνέχεια «έκλεισε» χωρίς η Μ.Κ. να είναι σε θέση να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει με την ως άνω υποβολή. Επανεξεταζόμενη η Μ.Κ. παρέθεσε κάποιες διευκρινίσεις αναφορικά με το περιεχόμενο των καταστάσεων λογαριασμού ως επίσης το εξ΄ αποφάσεως χρέος και επέμεινε ότι ακόμη και αν αφαιρεθούν όλα τα δικηγορικά έξοδα και κάποιες χρεώσεις που αμφισβητεί ο κατηγορούμενος το υπόλοιπο του εξ΄ αποφάσεως χρέους ανέρχεται στο ποσό των €7.058 δηλαδή σε κάθε περίπτωση το εξ΄ αποφάσεως χρέος υπερβαίνει κατά πολύ του ποσού των €3.075,48 που αφορούν οι κατηγορίες στην παρούσα υπόθεση. Οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζεται το θέμα της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης συνοψίζονται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Η απαλλαγή του κατηγορουμένου στο στάδιο αυτό δικαιολογείται μόνον όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος ή (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ώστε κανένα Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτήν την καταδίκη του κατηγορουμένου. Το κριτήριο και στις δύο περιπτώσεις είναι αντικειμενικό. Το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο δεν πρέπει στο στάδιο αυτό να προβεί σε υποκειμενική αξιολόγηση της ενώπιον του μαρτυρίας ή σε τελικά συμπεράσματα για την αξιοπιστία των μαρτύρων. Μόνον τότε αθωώνεται ο κατηγορούμενος εάν το Δικαστήριο από προκαταρκτική θεώρηση της μαρτυρίας βρίσκει ότι κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να καταλήξει σε οποιαδήποτε απόφαση εκτός από την αθώωση του κατηγορουμένου. Η ύπαρξη αντίφασης στις μαρτυρίες της Κατηγορούσας Αρχής αφ΄ εαυτής, δεν σημαίνει αυτόματα εξουδετέρωση ή αποδυνάμωση της μαρτυρίας στην περίπτωση που αυτή ικανοποιεί το κριτήριο της Prima Facie υπόθεσης. (Μακρυγιάννης v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 41, Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Αζίνας v. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9, Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)2 Α.Α.Δ. 56 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Κόκου Αριστοτέλους & άλλων
(1992)2 Α.Α.Δ. 356.) Οι κατηγορίες τις οποίες ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, βασίζονται μεταξύ άλλων στις πρόνοιες του άρθρου 3
(1)(γ)
(2)του Περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008, Ν.60
(1)/2008 οι οποίες αναφέρουν τα ακόλουθα: «3
(1)Οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους: ............................... (γ) παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοσης διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία˙ είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 4.
(2)Ουδεμία δίωξη ασκείται, δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου 1, εναντίον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, εκτός εάν αυτός παραλείπει να καταβάλει την πληρωμή τουλάχιστον τριών δόσεων: Νοείται ότι, σε περίπτωση που οι δόσεις που υπολείπονται προς εξόφληση του χρέους είναι λιγότερες από τρεις δύναται να ασκηθεί ποινική δίωξη αν παραλείπει να καταβάλει οποιαδήποτε δόση.» Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 2 του πιο πάνω νόμου, «εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής», «εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους» και «εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος», έχουν την έννοια που αποδίδεται δυνάμει του άρθρου 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ενώ «διάταγμα πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις» σημαίνει διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 90 του μέρους ΙΧ του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Έχοντας υπόψη τη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον μου κρίνω ότι όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος στοιχειοθετούνται στον απαιτούμενο βαθμό εκτός από ένα: Όπως αναφέρεται στο άρθρο 3
(1)(γ) του Νόμου θα πρέπει να καταδειχθεί ότι η παράλειψη πληρωμής των δόσεων που αναφέρονται στις 18 κατηγορίες οφείλονται σε άλλο λόγο από οικονομική ή φυσική αδυναμία του κατηγορουμένου. Απουσιάζει παντελώς οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με το συστατικό αυτό στοιχείο του αδικήματος. Η Μ.Κ. έχει αναφέρει κατά τη μαρτυρία της ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε ανάφερε στους παραπονούμενους ή στους δικηγόρους τους ούτε έπραξε γενικά οτιδήποτε που να δείχνει ότι αντιμετωπίζει οποιαδήποτε οικονομική ή φυσική αδυναμία η οποία τον εμποδίζει στην αποπληρωμή του εξ΄ αποφάσεως χρέους του, ότι δεν καταχωρήθηκε οποιαδήποτε αίτηση τροποποίησης ή ακύρωσης του εν λόγω διατάγματος μηνιαίων δόσεων και ότι αυτό που δήλωσε στους παραπονούμενους ότι αμφισβητεί είναι το ύψος του υπολοίπου του εξ΄ αποφάσεως χρέους του το οποίο σύμφωνα με τους δικούς του υπολογισμούς και του υπολογισμούς του λογιστή του θεωρεί ότι είναι μικρότερο. Αναφέρει ακόμα ότι ο κατηγορούμενος δεν πλήρωσε στους παραπονούμενους ούτε το ποσό που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι οφείλει. Με βάση τα πιο πάνω η Μ.Κ. θεωρεί ότι υπάρχει πρόθεση καταδολίευσης των παραπονουμένων από μέρους του κατηγορούμενου. Οι αναφορές όμως αυτές της Μ.Κ. είναι δικά της συμπεράσματα και σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν μαρτυρία. Η πλευρά των παραπονουμένων στο στάδιο αυτό έχει υποχρέωση στοιχειοθέτησης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και αυτό θα πρέπει να γίνει μέσω μαρτυρίας και όχι μέσω συμπερασμάτων. Απουσιάζει δηλαδή οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει όσον αφορά το ζήτημα της ύπαρξης οικονομικής ή όχι αδυναμίας π.χ. κατά πόσο ο κατηγορούμενος εργάζεται ή έχει οποιαδήποτε επιχείρηση ή είναι κάτοχος οποιασδήποτε κινητής ή ακίνητης περιουσίας κ.λ.π. ενώ όσον αφορά το ζήτημα της ύπαρξης φυσικής ή όχι αδυναμίας π.χ. κατά πόσο θεάθηκε ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο που οι δόσεις που αναφέρονται στις κατηγορίες θα έπρεπε να καταβληθούν και κατά πόσο έδινε την εντύπωση ότι αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας ή οποιοδήποτε άλλο πρόβλημα που να του δημιουργεί ή όχι φυσική αδυναμία κ.λ.π.. Το μόνο που έχει αναφερθεί κατά τη μαρτυρία της Μ.Κ. είναι ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία στην αγωγή 3822/99 Ε. Δ. Πάφου ανήκει στον κατηγορούμενο χωρίς όμως περαιτέρω στοιχεία, δηλαδή κατά πόσο αυτή η εταιρεία εξακολουθεί να υφίσταται, αν εξακολουθεί να λειτουργεί, αν έχει κύκλο εργασιών, έσοδα, περιουσία κλπ. Μάλιστα ο κατηγορούμενος υπέβαλε στη Μ.Κ. ότι η εν λόγω εταιρεία λειτούργησε για περίοδο έξι μηνών μόνο και στη συνέχεια «έκλεισε». Επομένως ούτε αυτή η αναφορά της Μ.Κ. αποτελεί επαρκή ή ικανοποιητική μαρτυρία στοιχειοθέτησης του ως άνω συστατικού στοιχείου του αδικήματος στο βαθμό που απαιτείται στο στάδιο αυτό. Ακόμα και αν οι ως άνω αναφορές της Μ.Κ. αποτελούν εύλογες υποψίες της ότι η μη πληρωμή των δόσεων εκ μέρους του κατηγορούμενου δεν οφείλεται σε οικονομική ή φυσική αδυναμία του, αυτό δεν αρκεί αφού η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, καθότι η εύλογη υποψία δεν εξομοιώνεται με μαρτυρία (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9, Shaaban Bin Hussien v. Chong Fook Kam
(1969)3 ALL E.R. 1626.). Κρίνω επομένως ότι υπάρχει απουσία του ως άνω συστατικού στοιχείου του αδικήματος και ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να απαλλαγεί σε όλες τις κατηγορίες από το στάδιο αυτό. Τυχόν κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία θα είναι άδικη γι΄ αυτόν γιατί ενδεχομένως θα δώσει την ευκαιρία στην κατηγορούσα αρχή να συμπληρώσει κενά ή αδυναμίες που παρουσιάζονται σήμερα στη μαρτυρία της. Είναι η κατάληξη μου ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου σε όλες τις κατηγορίες. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ............... Α. Ν. Κονής, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής. ../ΑΜ, Ε.Π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.