Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. AHMED HAJTAHER κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15894/2012 , 12/10/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:B48 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15894/2012 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής Και
- AHMED HAJTAHER
- EVA HORVATHOVA Κατηγορουμένων ----------------------- Ημερομηνία: 12.10.2012 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. E. Σάββα Για τους κατηγορούμενους: κα Μ. Παπαδημήτρη Κατηγορούμενοι: παρόντες ----------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης αποτελείται από 270 κατηγορίες. Ο πρώτος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις 268 κατηγορίες από αυτές, τις 230 από τις 268 από κοινού με τον πρώτο κατηγορούμενο αντιμετωπίζει και η δεύτερη κατηγορουμένη, ενώ η δεύτερη κατηγορούμενη αντιμετωπίζει ακόμη δύο κατηγορίες (267η και 269η), δηλαδή η δεύτερη κατηγορούμενη αντιμετωπίζει συνολικά 232 κατηγορίες. Τα αδικήματα καλύπτουν με βάση τις λεπτομέρειες τους ένα μεγάλο χρονικό διάστημα αρχίζοντας από τον Μάιο του 2008 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του
- Μεγάλος αριθμός από αυτές αφορούν το αδίκημα της πλαστογραφίας κατά παράβασης των άρθρων 331, 33 και 337 του Ποινικού Κώδικα, της κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων κατά παράβαση των άρθρων 331,333, 336 και 339 του Ποινικού Κώδικα και της πλαστοπροσωπίας κατά παράβαση του άρθρου 360 του Ποινικού Κώδικα. Η ολοκλήρωση της απάντησης των κατηγορούμενων σε όλες τις κατηγορίες επιτεύχθηκε στις 10.10.
- Οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν όλες τις κατηγορίες και επειδή η κατηγορούσα αρχή ενημέρωσε το δικαστήριο ότι θα ζητήσει την κράτηση τους και η υπεράσπιση ότι θα ενστεί σε ένα τέτοιο αίτημα, ο Δικαστήριο όρισε την υπόθεση την επόμενη ημέρα δηλαδή χθες 11.10.2012 για προγραμματισμό της ακρόασης της και για ακρόαση αναφορικά με το ζήτημα της κράτησης των δύο κατηγορούμενων. Το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής για την κράτηση των δύο κατηγορούμενων μέχρι την δίκη τους στηρίζεται στο ότι σύμφωνα με την κατηγορούσα αρχή υπάρχει κίνδυνος οι κατηγορούμενοι να μην εμφανιστούν σε αυτή, με αναφορά στην σοβαρότητα των αδικημάτων αντιμετωπίζουν, στην πιθανότητα καταδίκης τους και επιβολής αυστηρής ποινής αλλά και στο γεγονός ότι αυτοί δεν χαλαρούς σταθερούς με την Δημοκρατία. Το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής προσέκρουσε στην ένσταση της συνηγόρου των δύο κατηγορούμενων. Η Κατηγορούσα Αρχή, για να στηρίξει το αίτημα της για την κράτηση των κατηγορούμενων, κάλεσε ως μάρτυρα τον Αστ. 3070 Α. Τσεκούρα. Ο πιο πάνω μάρτυρας αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων στην καταγωγή των δύο κατηγορούμενων και στο καθεστώς παραμονής τους στη Δημοκρατία, στην μαρτυρία που η αστυνομία έχει στην διάθεση της για τον καθένα από τους κατηγορούμενος ξεχωριστά για να καταδείξει ότι υπάρχει πιθανότητα καταδίκης τους και στα όσα κατά την άποψη του συνιστούν στοιχεία που ενισχύουν την θέση περί φυγοδικίας τους όπως, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι ο πρώτος κατηγορούμενος οφείλει μεγάλα χρηματικά ποσά στο Φ.Π.Α περί τις €52000.-, ότι κατάγεται Συρία και ενώ έχει προηγουμένως απελαθεί από την Κύπρο 3 φορές κάθε φορά επέστρεφε λίγες ημέρες μετά μέσω κατεχομένων, την ίδια ανησυχία για εγκατάλειψη της Δημοκρατίας μέσω κατεχομένων εξέφρασε και για την δεύτερη κατηγορούμενη, επίσης ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι ο τρόπος με τον οποίο, σύμφωνα με την μαρτυρία που η αστυνομία έχει στην διάθεσης της, έχουν ενεργήσει οι δύο κατηγορούμενοι κατά διάπραξη των αδικημάτων φανερώνουν άτομα ικανά να διαφύγουν, ότι έχουν αλλάξει 5 διευθύνσεις διαμονής από το 2010 μέχρι το
- Ο μάρτυρας αντεξέταστηκε αναφορικά με την ύπαρξη επιστημονικής μαρτυρίας ως προς το θέμα της πλαστογραφίας, αναφορικά με τον χρόνο που οι κατηγορούμενοι διαμένουν στην Κύπρο και τις διευθύνσεις διαμονής τους και τις οφειλές στο Φ.Π.Α για να διευκρινίσει ότι τα ποσά που ανάφερε οφείλει η εταιρεία του κατηγορούμενου στην οποία είναι διευθυντής. Η κα Περγαντή αγορεύοντας προς υποστήριξη του αιτήματος για την κράτηση των κατηγορούμενων μέχρι την δίκη τους, αναφέρθηκε στην μαρτυρία που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, στη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι ενόψει και των ποινών που ο νόμος προβλέπει, τόνισε ότι δεσμοί των κατηγορούμενων με την Κύπρο είναι χαλαροί, ότι υπάρχει πιθανότητα καταδίκης τους καθώς και πιθανότητα, όπως αυτή διαφαίνεται από τον όγκο των κατηγοριών και τον χρόνο που καλύπτει η διάπραξη των αδικημάτων, διάπραξης σε περίπτωση που αφεθούν ελεύθεροι νέων αδικημάτων όμοιων ή άλλων. Η κα Παπαδημήτρη σε ότι αφορά την πιθανότητα καταδίκης των δύο κατηγορουμένων ανάφερε ότι το επιχείρημα τούτο καταρρίπτεται από την μη ύπαρξη επιστημονικής μαρτυρίας που να συνδέει τους δύο κατηγορούμενος με τα αδικήματα της πλαστογραφίας γεγονός που συμπαρασύρει και τις κατηγορίας της κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων, ενώ όπως υποστήριξε, η θέση του μάρτυρα για την ύπαρξη μαρτυρίας προσώπων για την υπογραφή των εγγράφων, εντύπων, επιταγών στην παρουσία τους ουδεμία αξία έχει για σκοπούς απόδειξης των πιο πάνω κατηγοριών και στοιχειοθέτησης καταδίκης. Ειδικότερα σε σχέση με την δεύτερη κατηγορούμενη δεν υπάρχει, ανάφερε η κα Παπαδημήτρη, καμία μαρτυρία πέραν του ότι εξαργύρωνε, όπως ο μάρτυρας ανάφερε, κάποιες από τις επιταγές. Αναφορικά με την θέση περί διάπραξης νέων αδικημάτων σε περίπτωση που αφεθούν ελεύθεροι, ανέφερε, ότι δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να συνηγορεί στην αποδοχή της θέση αυτής, και τούτο δεν μπορεί να συναχθεί από απλά και μόνο από τον όγκο των κατηγοριών, οι οποίες ανάφερε είναι πανομοιότυπες και το καταπιεστικό αυτό κατηγορητήριο όπως ανάφερε δεν μπορεί να λειτουργήσει εις βάρος τους. Περαιτέρω αναφέρθηκε στις οφειλές προς το Φ.Π.Α, λέγοντας ότι το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος πλήρωσε ένα μεγάλο ποσό από το οφειλόμενο δείχνει ότι δεν υπάρχει πρόθεση εγκατάλειψης της Δημοκρατίας. Τόνισε ότι ο κατηγορούμενος διαμένει στην Κύπρο από το 2000 και λόγω της μεγάλης του επιθυμίας να μείνει εδώ παρά το ότι απελάθηκε 3 φορές επέστρεψε ενώ την χώρα του, δεν μπορεί να πάει τώρα γιατί γίνεται πόλεμος και η διαμονή του πλέον στην Κύπρο είναι νόμιμη αφού είναι παντρεμένος με την δεύτερη κατηγορούμενη που είναι Ευρωπαία πολίτης. Επίσης αναφέρθηκε στην εταιρεία του κατηγορούμενου και την περιουσία που αυτή διαθέτει, στους λόγους που μετακινήθηκαν σε 5 διαφορετικές οικίες, στα χρόνια που η δεύτερη κατηγορούμενη διαμένει στην Κύπρο, συνοψίζοντας ότι υπό τις περιστάσεις διαφάνηκε ότι έχουν δεσμούς με την Κύπρο και τέλος εισηγήθηκε όρους προς το δικαστήριο για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας τους στην δίκη τους. Οι εξουσίες του Δικαστηρίου, επί του θέματος της κράτησης κατηγορούμενου, εδράζεται στα άρθρα 48 και 157.1 της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155 και η απόλυση ή όχι του Κατηγορουμένου με εγγύηση είναι θέμα που αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία εξασκείται με βάση καλά καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ. κ. Λοϊζου & Πική, στη σελ 35 αναφέρεται ότι: «Θα πρέπει κάποιος να ξεκινά από το σημείο ότι κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα δικαιούται σε απόλυση με εγγύηση εκτός αν υπάρχουν ικανοποιητικοί και πειστικοί λόγοι για το αντίθετο». (σε ελεύθερη μετάφραση) Στην υπόθεση Κάννας ν. Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 444 αναφέρθηκαν τα εξής: « Τρεις είναι οι βασικοί λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο μπορεί να κρίνει επιβεβλημένη την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την δίκη του. Η πιθανότητα: (α) μη προσέλευσης του στη δίκη, (β) διάπραξης του ίδιου ή άλλου εγκλήματος, και (γ) επηρεασμού μαρτύρων. Το πρώτο στοιχείο εξετάζεται στη βάση, και σε συσχετισμό με τη σοβαρότητα του εγκλήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και την πιθανότητα καταδίκης του.» Σύμφωνα με την νομολογία οποιοσδήποτε από τους πιο πάνω λόγους ή συνδυασμός τους είναι αρκετός για να δικαιολογήσει την κράτηση του κατηγορουμένου μέχρι την δίκη του (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 7). Στην Κρίνος Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας,
(2002)2 ΑΑΔ 48 , αναφέρθηκαν τα εξής: «Είναι όμως επίσης νομολογημένο πως σε καμιά περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης και την επιβληθησόμενη ποινή, αυτόματα δηλαδή, χωρίς τον συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων. Το εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικασθεί ο κατηγορούμενος αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος». Άλλοι σχετικοί παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι εκείνοι που συνδέονται με το χαρακτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία του, το επάγγελμά του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με τη χώρα στην οποία διώκεται (βλέπε Neumeister ν. Austria A8 p.39
(1968)). Όλοι αυτοί οι παράγοντες έχουν αναγνωρισθεί από τη Νομολογία μας. Ωστόσο, όπως υπογραμμίσθηκε στη Βασιλείου (πιο πάνω), δεν υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης». Όλες οι πιο πάνω αρχές και παράγοντες επαναβεβαιώθηκαν και στην υπόθεση Ονουφρίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 159, στην οποία επισημαίνονται τα ακόλουθα: «Οι κατηγορούμενοι τεκμαίρεται ότι είναι αθώοι και ως θέμα γενικής αρχής πρέπει να αφήνονται ελεύθεροι εκτός αν συντρέχουν σοβαροί λόγοι περί του αντιθέτου. Η νομολογία έχει συμπεριλάβει σε αυτούς τους λόγους και την πιθανότητα της μη προσέλευσης του κατηγορουμένου κατά τη δίκη. Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και επιβολή αυστηρής ποινής αποτελούν βασικούς δείκτες που αφορούν στην εκτίμηση της πιθανότητας προσέλευσης του κατηγορούμενου στη δίκη του». Με γνώμονα τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω θα προχωρήσω στην εξέταση των παραγόντων που θα ληφθούν υπόψη στην τελική μου απόφαση. Λαμβανομένων υπόψη και των εισηγήσεων όλων των συνηγόρων. Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι δύο κατηγορούμενοι συναρτάται άμεσα με τo ανώτατο ύψος των προβλεπόμενων από το Νόμο ποινών σε περίπτωση καταδίκης τους. Συγκεκριμένα και σε σχέση με τα αδικήματα για τη διάπραξη των οποίων κατηγορούνται, προβλέπονται πολυετής ποινές φυλακίσεως. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι η παρούσα υπόθεση δικάζεται συνοπτικά και συνεπώς η ποινή που μπορεί να επιβάλει το Δικαστήριο δεν μπορεί να ξεπερνά τα πέντε έτη, αυτό όμως το γεγονός δεν μειώνει σε καμία περίπτωση την σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή διαγράφεται μέσα από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Κατά συνέπεια είναι φανερό, ότι τα αδικήματα για τα οποία κατηγορούνται οι κατηγορούμενοι, με βάση τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές είναι σοβαρά. Στην υπόθεση Δαυίδ Θεοδωρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 139, επισημάνθηκε, ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία, ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του υπόδικου να αποφύγει τη δίκη του. Στην Ψύλλας ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 801, αναφέρθηκε ότι: «Ο κίνδυνος να μην παρουσιασθεί ένας Κατηγορούμενος στο Δικαστήριο δεν καταδεικνύεται μόνο από τα στοιχεία που διαθέτει η Κατηγορούσα Αρχή, αλλά θεωρείται πως ελλοχεύει ένεκα της σοβαρότητας των αδικημάτων που αφορούν τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει». Στην υπόθεση Δαυίδ Θεοδωρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 139, επισημάνθηκε, ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία, ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του υπόδικου να αποφύγει τη δίκη του. Στην Ψύλλας ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 801, αναφέρθηκε ότι: «Ο κίνδυνος να μην παρουσιασθεί ένας Κατηγορούμενος στο Δικαστήριο δεν καταδεικνύεται μόνο από τα στοιχεία που διαθέτει η Κατηγορούσα Αρχή, αλλά θεωρείται πως ελλοχεύει ένεκα της σοβαρότητας των αδικημάτων που αφορούν τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει». Ο δεύτερος παράγοντας, που θα εξετασθεί στη συνέχεια, είναι η αξιολόγηση της πιθανότητας καταδίκης των κατηγορουμένων, χωρίς οπωσδήποτε να προβαίνω, με οποιοδήποτε τρόπο, με την εξέτασή μου αυτή σε αξιολόγηση των στοιχείων που έχουν τεθεί ενώπιον μου και στην εξαγωγή ευρημάτων, σε σχέση με τα υπό κατηγορία αδικήματα, έργο το οποίο δεν μπορεί να γίνει στο στάδιο αυτό. Στην απόφαση στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 109 στις σελίδες 118, 119 και υπό τον τίτλο «Τεκμήριο της αθωότητας» αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η αξιολόγηση της πιθανότητας καταδίκης αποτελεί μια απόλυτα θεμιτή διαδικασία η οποία στοχεύει να επιλύσει τα επίδικα θέματα στη διαδικασία τα οποία είναι η κράτηση του υποδίκου ή απόλυσή του με εγγύηση. Δεν έχει σχέση με την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης και δεν την επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο». Στην υπόθεση Alam (πιο πάνω), στην οποία αναφέρθηκε και η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, το πρωτόδικο δικαστήριο τόνισε ότι η πιθανότητα καταδίκης δεν μπορεί να διαφανεί αφού δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου το μαρτυρικό υλικό, όμως το Δικαστήριο παρατήρησε ότι μπορούσε η ποινή φυλάκισης να είναι αρκετά σοβαρή και συγκεκριμένα ποινή φυλάκισης σε περίπτωση καταδίκης και αφού έλαβε υπόψη του ιδιαίτερα την έλλειψη δεσμών με την Κύπρο και την πιθανότητα εγκατάλειψης του εδάφους μέσω των κατεχομένων διάταξε την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την δίκη του. Κατ΄έφεση κρίθηκε ότι δεν υπήρχε στο σύνολο των παραγόντων που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο κάτι το οποίο να επέτρεπε την επέμβαση και τονίστηκαν τα ακόλουθα: «Έχουμε ήδη αναφερθεί στο ότι και βάσει της νομολογίας οι δεσμοί τους οποίους κάποιος έχει με την Κύπρο και η πιθανότητα να εγκαταλείψει την Κύπρο είναι ασφαλώς μεταξύ των δεδομένων τα οποία λαμβάνονται υπ΄ όψη και τα οποία το Δικαστήριο σταθμίζει για να αποφασίσει κατά πόσο υπάρχει κίνδυνος μη προσέλευσης ή όχι.» Από πιο πάνω προκύπτει και συνάγεται ότι η ένδειξη της πιθανότητας καταδίκης του κατηγορούμενου δεν κρίνεται απομονωμένα ώστε το δικαστήριο να αποφασίσει το ζήτημα της κράτησης του. Η μη ύπαρξη επιστημονικής μαρτυρίας αλλά και η δυναμικότητα μιας τέτοιας μαρτυρίας για την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής δεν θα εξεταστεί σε αυτό το στάδιο. Ο μάρτυρας εξήγησε και παρέθεσε την μαρτυρία που έχει η αστυνομία έχει στην διάθεση της. Αυτό το οποίο προκύπτει από όλα τα ενώπιον μου στοιχεία και δεν έχει αμφισβητηθεί είναι ότι ο πρώτος κατηγορούμενος ονομάζεται Ahmed Hajtaher και κατάγεται από την Συρία. Σύμφωνα με τον μάρτυρα και στη βάση της μαρτυρίας που εξασφάλισε, ο κατηγορούμενος, ο οποίος αναγνωρίστηκε από διάφορά πρόσωπα, χρησιμοποιούσε δανέζικο διαβατήριο με το όνομα Adam Harvathov, Σλοβάκικο διαβατήριο και άδεια οδηγού με το πιο πάνω όνομα, για το άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών, σε εταιρείες και σε κυβερνητικές υπηρεσίες. Για τους τραπεζικούς λογαριασμούς που ανοίχτηκαν στο πιο πάνω όνομα εκδόθηκαν και βιβλιάρια επιταγών στο όνομα Adam Horvathov, όπου σύμφωνα με γραπτές μαρτυρίες ο πρώτος κατηγορούμενος συμπλήρωσε και υπόγραψε επιταγές στην παρουσία του με το όνομα Adam Horvathov. Ο πρώτος κατηγορούμενος και η δεύτερη κατηγορούμενη είναι παντρεμένη και ενώ ονομάζεται Ahmed Hajtaher και κατάγεται από την Συρία αυτός παρουσιαζόταν ως Adam Horvathov φέροντας το επώνυμο της δεύτερης κατηγορούμενης η οποία εξαρφύρωσε μέρος επιταγών της οποίες της έκδωσε ο δεύτερος κατηγορούμενος ενώ μια από αυτές κατατέθηκε από την δεύτερη κατηγορούμενη σε λογαριασμό που διατηρεί ο πρώτος κατηγορούμενος στην Ελληνική Τράπεζα με τα πραγματικά του στοιχεία. Με βάση όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι υπάρχουν επαρκή και ικανοποιητικά στοιχεία ένδειξης της πιθανότητας καταδίκης των δύο κατηγορουμένων στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Θα πρέπει όμως να αναφέρω ότι σε σχέση με την 4η κατηγορία δεν λέχθηκε οτιδήποτε ώστε να μπορώ να κρίνω ότι υπάρχει μια τέτοια πιθανότητα, τούτο όμως με βάση την υπόθεση Alam (πιο πάνω) δεν επηρεάζει. Συνεπώς, κρίνω σε περίπτωση καταδίκης του κατηγορουμένου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ότι είναι απόλυτα πιθανή η επιβολή ποινών στερητικών της ελευθερίας του, λαμβανομένου υπόψη, τις προβλεπόμενες ποινές, την σχετική νομολογία αλλά και τον τρόπο αντιμετωπίζουν τα δικαστήρια αυτού του είδους τα αδικήματα καθώς και την ύπαρξη προηγούμενων καταδικών. Αναφορικά με το θέμα της πιθανότητας διάπραξης του ιδίου ή άλλων αδικημάτων από τον Κατηγορούμενο, σε περίπτωση που αυτός αφεθεί ελεύθερος, ζήτημα που αποτέλεσε εισήγηση της Κατηγορούσας Αρχής παραθέτω τα εξής: Η ύπαρξη ή μη πιθανότητας διάπραξης του ίδιου ή άλλων αδικημάτων τελεί καταρχήν σε πλήρη συνάρτηση με την ύπαρξη προηγούμενων καταδικών του Κατηγορουμένου και μάλιστα για παρόμοια αδικήματα (βλέπε Ψύλλας ανωτέρω). Στην Τσιάκκας (ανωτέρω) επιδοκιμάσθηκε από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως ήταν τότε, κ. Νικήτα, το εξής απόσπασμα από την σελ. 131 της απόφασης Σιακκαλής ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 130, στο οποίο ο Δικαστής κ. Νικολαϊδης, που εξέδωσε την απόφαση, παρατήρησε ότι: «Η πιθανότητα διάπραξης αδικήματος στο μέλλον, δεν μπορεί να αποδειχθεί με την αυστηρή έννοια του όρου. Εκείνο που μετρά είναι αν με βάση όλα τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα. Δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία για την ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος». Στην πολιτική του δικαίου για την πρόληψη του εγκλήματος εντοπίζεται η προέλευση του κανόνα που επιτρέπει την κράτηση, όπου διαφαίνεται κίνδυνος επανάληψης του αδικήματος. Όπως υπογράμμισε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ο κίνδυνος αυτός πρέπει να είναι ευλογοφανής (plausible) (βλ.Clooth v. Belgium A225 para 40
(1991). Στην υπόθεση Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας Ποινική Εφεση 6297 ημερομηνίας 14.5.97 αναφέρθηκαν τα εξής: « Όπως τονίζεται και στην υπόθεση Φώτος Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 6285 ημερ. 5.3.97 η πρόβλεψη αναφορικά με την ύπαρξη και αποτίμηση των διαφόρων κινδύνων που σταθμίζονται κατά την εξέταση του ενδεχόμενου κράτησης, όπως είναι η πιθανότητα διάπραξης στο μεταξύ άλλων αδικημάτων, δεν μπορεί παρά να στηρίζεται είτε σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υπόδικου ή της υπόθεσης είτε σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της. Τα στοιχεία που είναι σχετικά περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου σε προηγούμενες περιπτώσεις ή η προηγούμενη καταδίκη για παρόμοια αδικήματα, αλλά και οι τάσεις που επιδεικνύει και οι οποίες ανάγονται βέβαια στο μέλλον όπως είναι η πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων ή η πιθανολόγηση περί της διάπραξης και άλλων αδικημάτων. Για κατάληξη σε συμπέρασμα για την ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Αρκεί αν με βάση όλα τα ενώπιον του δικαστηρίου στοιχεία δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει η πιθανότητα. Πλήρης απόδειξη της πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν είναι εξάλλου ούτε και θεωρητικά δυνατή. Διερωτάται κανείς πως μπορεί να αποδειχθεί μια πιθανολόγηση. Το δικαστήριο μπορεί, τηρώντας πάντα ορισμένους κανόνες, να καταλήξει σε συμπεράσματα ως προς την πιθανότητα διάπραξης αδικήματος στο μέλλον. Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο μέλλον για την οποία το δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα βασιζόμενο μεταξύ άλλων στο ιστορικό του ή σε άλλες διάφορες περιστάσεις..» Δεν θα εξετάσω αν για κάθε ένα από τα αδικήματα που αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση , όπως ο κ. Αλεξάνδρου το έθεσε τίθεται ένα τέτοιο ζήτημα, αλλά λαμβάνοντας υπόψη τις προηγούμενες καταδίκες του κατηγορουμένου (βλ. Τεκμήριο Α), καταλήγω ότι υπάρχει σοβαρή ένδειξη μια τέτοιας πιθανότητας. Ενώπιον του δικαστηρίου έχουν τεθεί επαρκεί στοιχεία ως προς συμπεριφορά και τάση του κατηγορουμένου τα οποία δημιουργούν στο δικαστήριο ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει πιθανότητα διάπραξης ιδίων, παρόμοιων ή και άλλων αδικημάτων σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος. Ο κατηγορούμενος βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες (βλ. Τεκμήριο Α) για παρά πολύ σοβαρά αδικήματα και αδικήματα όμοια με αυτά της παρούσας υπόθεσης, όπως είναι και η κλοπή, απόπειρα κλοπής κ.α Καταλήγω στο σημείο αυτό αφού προέβηκα στις πιο πάνω διαπιστώσεις ότι οι πιθανότητες και ο κίνδυνος να μην παρουσιαστεί στην δίκη του ο κατηγορούμενος είναι ορατές, λαμβανομένων επίσης υπόψη και των δεσμών αυτού με άλλη χώρα και τον όσον έχουν διαφανεί και σχετίζονται με τις συχνές μετακινήσεις του, εντός και εκτός Κύπρου, επίσης με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία έχει διαφανεί ότι υπάρχει και σοβαρό ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος αν αφεθεί ελεύθερος να διαπράξει άλλα αδικήματα. Έχοντας κατά νου όλα όσα ανέφερα προηγουμένως έχω ικανοποιηθεί υπό τις περιστάσεις ότι πρέπει να διατάξω την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την δίκη του και κατά συνέπεια, ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, εκδίδω διάταγμα για την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την 6.11.2012 όπου η υπόθεση ορίζεται για ακρόαση στις 10:30 π.μ Μάρτυρες να κλητευτούν. (Υπ.) ........................................ Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολ Στην υπόθεση Alam Alam ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 101/2010 ημερομηνίας 12.11.2010, το πρωτόδικο δικαστήριο τόνισε ότι η πιθανότητα καταδίκης δεν μπορεί να διαφανεί αφού δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου το μαρτυρικό υλικό, όμως το Δικαστήριο παρατήρησε ότι μπορούσε η ποινή φυλάκισης να είναι αρκετά σοβαρή και συγκεκριμένα ποινή φυλάκισης σε περίπτωση καταδίκης και αφού έλαβε υπόψη του ιδιαίτερα την έλλειψη δεσμών με την Κύπρο και την πιθανότητα εγκατάλειψης του εδάφους μέσω των κατεχομένων διάταξε την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την δίκη του. Κατ΄έφεση κρίθηκε ότι δεν υπήρχε στο σύνολο των παραγόντων που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο κάτι το οποίο να επέτρεπε την επέμβαση και τονίστηκαν τα ακόλουθα: «Έχουμε ήδη αναφερθεί στο ότι και βάσει της νομολογίας οι δεσμοί τους οποίους κάποιος έχει με την Κύπρο και η πιθανότητα να εγκαταλείψει την Κύπρο είναι ασφαλώς μεταξύ των δεδομένων τα οποία λαμβάνονται υπ΄ όψη και τα οποία το Δικαστήριο σταθμίζει για να αποφασίσει κατά πόσο υπάρχει κίνδυνος μη προσέλευσης ή όχι.» Τα πιο πάνω απαντούν σε πολλά από το εγειρόμενα ζητήματα από τους συνηγόρους των κατηγορούμενων καθώς και το ζήτημα που ανέφερε ο κ. Καραμανής περί προκατάληψης. Σε περίπτωση καταδίκης των δύο κατηγορουμένων στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν είναι απόλυτα πιθανή η επιβολή ποινών στερητικών της ελευθερίας τους, λαμβανομένου υπόψη, των προβλεπόμενων ποινών, την σχετική νομολογία αλλά και τον τρόπο που αντιμετωπίζουν τα δικαστήρια αυτού του είδους τα αδικήματα. Και οι δύο κατηγορούμενοι κατάγονται από το Μπαγκαλατέζ και διαμένουν προσωρινά στη Δημοκρατία. Ο πρώτος κατηγορούμενος με άδεια παραμονής ως φοιτητής η οποία λήγει στις 28.2.12. Ο δεύτερος κατηγορούμενος, καταχώρησε έφεση στην Αναθεωρτική Αρχή λόγω του ότι η αίτηση του για πολιτικό άσυλο απορρίφθηκε, και η έφεση εκκρεμεί. Πρόκειται για κλασική περίπτωση ανυπαρξίας δεσμών με την Δημοκρατία και το συμπέρασμα δεν μπορεί να είναι άλλο από το οι κατηγορούμενοι δεν έχουν κανένα δεσμό με την Δημοκρατία. Το δικαίωμα διαμονής και παραμονής στη Δημοκρατία για περιορισμένο χρόνο, λόγο και διάρκεια δεν δημιουργεί σαφώς δεσμούς με μια χώρα. Το γεγονός ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος διατηρεί δεσμό και μάλιστα με αλλοδαπή γυναίκα δεν προσθέτει οτιδήποτε. Συνεπώς καταλήγω στο σημείο αυτό αφού προέβηκα στις πιο πάνω διαπιστώσεις ότι οι πιθανότητες και ο κίνδυνος να μην παρουσιαστούν οι δύο κατηγορούμενοι στην δίκη τους είναι ορατές. Πρόκειται για αλλοδαπά πρόσωπα, που αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα σοβαρά αδικήματα, δεν έχουν δεσμούς με τη Δημοκρατία και υπάρχει πιθανότητα εγκατάλειψης του εδάφους της Δημοκρατίας μέσω των κατεχομένων. Έχοντας κατά νου όλα όσα ανέφερα προηγουμένως έχω ικανοποιηθεί υπό τις περιστάσεις ότι πρέπει να διατάξω την κράτηση των κατηγορούμενων 1 και 2 μέχρι την δίκη τους και κατά συνέπεια, ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, εκδίδω διάταγμα για την κράτηση των κατηγορούμενων 1 και 2 μέχρι την 22.11.2012 όπου η υπόθεση ορίζεται για ακρόαση στις 11:00 π.μ. (Υπ.) ........................................ Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο