← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. ARUXANDEI CRISTIAN , Αρ. Υπόθεσης: 16076/2012 , 9/10/2012

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. ARUXANDEI CRISTIAN , Αρ. Υπόθεσης: 16076/2012 , 9/10/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:B47 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16076/2012 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής Και ARUXANDEI CRISTIAN Κατηγορουμένου ----------------------- Ημερομηνία: 9.10.2012 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. E. Σάββα Για τον κατηγορούμενο: κ. Αλ. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος: παρών ----------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες: 1) Παράνομη είσοδος στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά παράβαση των άρθρων 2, 12

(1)
(2)
(5)και 20 του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ. 105. 2) Απαγορευμένος μετανάστης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(1)(θ) και 19 του ιδίου πιο πάνω νόμου. 3) Παράνομη παραμονή στο έδαφος της Δημοκρατίας, κατά παράβαση των άρθρων 6
(1)(κ) και 19 επίσης του ιδίου πιο πάνω νόμου και 4) Κλοπή κατά παράβαση των άρθρων 255 και 266 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των πιο πάνω κατηγοριών, ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι αλλοδαπός από την Ρουμανία, κατά το έτος 2010, εισήλθε στο έδαφος της Δημοκρατίας από μη εγκεκριμένο Λιμένα μέσω κατεχομένων, χωρίς την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Μετανάστευσης (πρώτη κατηγορία), στις 3.10.2010 ενώ ήταν απαγορευμένος μετανάστης και η είσοδος του στη Δημοκρατία δεν επιτράπηκε, δηλαδή απελάθηκε από την Δημοκρατία δυνάμει διαταγμάτων κράτησης και απέλασης την 26.4.2010, ευρέθηκε στη Δημοκρατία (δεύτερη κατηγορία), κατά το έτος 2010 μέχρι τις 3.10.2012 ενώ είναι αλλοδαπός από την Ρουμανία εισήλθε και παρέμεινε στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, χωρίς την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Μετανάστευσης (τρίτη κατηγορία) και επίσης την 1.10.2012 στο χώρο στάθμευσης της υπεραγοράς «Παπαντωνίου» στην Πάφο έκλεψε από το όχημα φαγώσιμα αξίας €12.50.- (τέταρτη κατηγορία). Στις 5.10.2012, όπου η υπόθεση τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Η Κατηγορούσα Αρχή ζήτησε την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την δίκη του αναφέροντας ότι υπάρχει κίνδυνος ο κατηγορούμενος να μην εμφανιστεί σε αυτή αλλά και επίσης ότι υπάρχει πιθανότητα να διαπράξει σε περίπτωση που αφεθεί ελεύθερος άλλα όμοια ή παρόμοια αδικήματα, αίτημα το οποίο προσέκρουσε σε ένσταση του συνηγόρου του κατηγορούμενου. Η Κατηγορούσα Αρχή, για να στηρίξει το αίτημα της για την κράτηση του κατηγορούμενου, κάλεσε ως μάρτυρα τον Αστ. 3142 Π. Ζωττή, ο οποίος κατάθεσε αρχικά το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου (Τεκμήριο Α). Σε ότι αφορά την ύπαρξη δεσμών του κατηγορούμενου με την Κύπρο, εργασίας και περιουσίας, ο μάρτυρας ερωτηθείς σχετικά, ανάφερε ότι, δεν υπάρχουν οποιαδήποτε στοιχεία/μαρτυρία αναφορικά με τα πιο πάνω και τούτο όπως διευκρίνισε αργότερα στην αντεξέταση του, γιατί ο ίδιος ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να αναφέρει οτιδήποτε σχετικό με τα πιο πάνω ερωτηθείς από την αστυνομία κατά την λήψη της ανακριτικής του κατάθεσης. Ο κατηγορούμενος επίσης κατάθεσε ενόρκως για να πει ότι ήρθε στη Κύπρο από το Βουκουρέστι μέσω αεροδρομίου Λάρνακας στις 26.9.12 (Τεκμήρια Β και Γ), όπου κατά την άφιξη του στη Λάρνακα υπέδειξε την ταυτότητα του και του επιτράπηκε η είσοδος. Ανέφερε επίσης ότι είναι παντρεμένος, ότι έχει 3 παιδία και ότι η οικογένεια του διαμένει στη Πάφο. Κατά την αντεξέταση του αρνήθηκε οτιδήποτε σχετικό με τα διατάγματα απέλασης, είπε ότι στη Κύπρο προτού συλληφθεί εργαζόταν ως εργάτης/πελεκάνος/πογιατζής, ότι έχει δεσμούς με την Κύπρο και αφού η οικογένεια του είναι εδώ η Κύπρος είναι η χώρα του, ενώ συμφώνησε ότι είχε προηγουμένως καταδικαστεί. Η κα Περγαντή αγορεύοντας προς υποστήριξη του αιτήματος για την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την δίκη του, αναφέρθηκε στην μαρτυρία που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, τόνισε ότι ο κατηγορούμενος έχει δεσμούς με άλλη χώρα και επικαλέστηκε, αναφορικά και το ζήτημα αυτό την υπόθεση Alam Alam v. Αστυνομίας Π.Ε. 101/2010 ημερομηνίας 12.11.2010, επίσης ότι υπάρχει κίνδυνος ο κατηγορούμενος για να διαφύγει την δίκη και την τιμωρία του λόγω και της σοβαρότητας των αδικημάτων ενώ οι προηγούμενες καταδίκες του, όπως ανάφερε, καθιστούν δυνατό τον κίνδυνο να διαπράξει εντωμεταξύ άλλα αδικήματα. Ο κ. Αλεξάνδρου αρχικά και σε απάντηση αυτών που ανέφερε η κα Περγαντή είπε ότι είναι άμεσα σχετικό το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε στη Κύπρο μέσω αεροδρομίου Λάρνακας στις 26.9.2012 κατά τρόπο που άμεσα επηρεάζεται και το ζήτημα της πιθανότητας καταδίκης του αφού στην προκειμένη έχουμε νόμιμη είσοδο. Σε ότι αφορά την θέση ότι υπάρχει πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων αναφορικά με τα αδικήματα των κατηγοριών 1 μέχρι και 3, ανάφερε ότι δεν τίθεται ζήτημα να διαπράξει, υπό τις περιστάσεις, αδικήματα αυτής της μορφής σε περίπτωση που αφεθεί ελεύθερος, ενώ σε σχέση με την κατηγορία της κλοπής παρέπεμψε στις λεπτομέρειες για να εισηγηθεί ότι η σοβαρότητα της κατηγορίας διαγράφεται από τις λεπτομέρειες της και δεν μπορεί να διαταχθεί η κράτηση εφόσον η αξία αυτών που έκλεψε περιορίζεται στο ποσό των €12.50.-. Περαιτέρω αναφέρθηκε στα όσα ο ίδιος ο κατηγορούμενος ενάφερε για την ύπαρξη δεσμών με την Κύπρο και στην μαρτυρία του Αστυνομικού ως προς το ζήτημα αυτό και επίσης ότι με βάση την μαρτυρία του αστυνομικού και τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 1 μέχρι και 3 έχει αποδυναμωθεί η θέση της κατηγορούσας αρχής ως προς την πιθανότητα καταδίκης αφού μέσα στο χρονικό διάστημα που αναφέρεται στις κατηγορίες 1 και 3 ο κατηγορούμενος βρισκόταν στη φυλακή. Οι εξουσίες του Δικαστηρίου, επί του θέματος της κράτησης κατηγορούμενου, εδράζεται στα άρθρα 48 και 157.1 της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155 και η απόλυση ή όχι του Κατηγορουμένου με εγγύηση είναι θέμα που αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία εξασκείται με βάση καλά καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ. κ. Λοϊζου & Πική, στη σελ 35 αναφέρεται ότι: «Θα πρέπει κάποιος να ξεκινά από το σημείο ότι κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα δικαιούται σε απόλυση με εγγύηση εκτός αν υπάρχουν ικανοποιητικοί και πειστικοί λόγοι για το αντίθετο». (σε ελεύθερη μετάφραση) Στην υπόθεση Κάννας ν. Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 444 αναφέρθηκαν τα εξής: « Τρεις είναι οι βασικοί λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο μπορεί να κρίνει επιβεβλημένη την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την δίκη του. Η πιθανότητα: (α) μη προσέλευσης του στη δίκη, (β) διάπραξης του ίδιου ή άλλου εγκλήματος, και (γ) επηρεασμού μαρτύρων. Το πρώτο στοιχείο εξετάζεται στη βάση, και σε συσχετισμό με τη σοβαρότητα του εγκλήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και την πιθανότητα καταδίκης του.» Σύμφωνα με την νομολογία οποιοσδήποτε από τους πιο πάνω λόγους ή συνδυασμός τους είναι αρκετός για να δικαιολογήσει την κράτηση του κατηγορουμένου μέχρι την δίκη του (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 7). Στην Κρίνος Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας,
(2002)2 ΑΑΔ 48 , αναφέρθηκαν τα εξής: «Είναι όμως επίσης νομολογημένο πως σε καμιά περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης και την επιβληθησόμενη ποινή, αυτόματα δηλαδή, χωρίς τον συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων. Το εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικασθεί ο κατηγορούμενος αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος». Άλλοι σχετικοί παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι εκείνοι που συνδέονται με το χαρακτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία του, το επάγγελμά του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με τη χώρα στην οποία διώκεται (βλέπε Neumeister ν. Austria A8 p.39
(1968)). Όλοι αυτοί οι παράγοντες έχουν αναγνωρισθεί από τη Νομολογία μας. Ωστόσο, όπως υπογραμμίσθηκε στη Βασιλείου (πιο πάνω), δεν υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης». Όλες οι πιο πάνω αρχές και παράγοντες επαναβεβαιώθηκαν και στην υπόθεση Ονουφρίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 159, στην οποία επισημαίνονται τα ακόλουθα: «Οι κατηγορούμενοι τεκμαίρεται ότι είναι αθώοι και ως θέμα γενικής αρχής πρέπει να αφήνονται ελεύθεροι εκτός αν συντρέχουν σοβαροί λόγοι περί του αντιθέτου. Η νομολογία έχει συμπεριλάβει σε αυτούς τους λόγους και την πιθανότητα της μη προσέλευσης του κατηγορουμένου κατά τη δίκη. Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και επιβολή αυστηρής ποινής αποτελούν βασικούς δείκτες που αφορούν στην εκτίμηση της πιθανότητας προσέλευσης του κατηγορούμενου στη δίκη του». Με γνώμονα τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω θα προχωρήσω στην εξέταση των παραγόντων που θα ληφθούν υπόψη στην τελική μου απόφαση. Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος συναρτάται άμεσα με τo ανώτατο ύψος των προβλεπόμενων από το Νόμο ποινών σε περίπτωση καταδίκης του. Συγκεκριμένα και σε σχέση με τα αδικήματα για τη διάπραξη των οποίων κατηγορείται, προβλέπονται ποινές φυλακίσεως, κατά ανώτατο όριο τρία χρόνια. Κατά συνέπεια είναι φανερό, ότι τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, με βάση τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές είναι σοβαρά. Στην υπόθεση Δαυίδ Θεοδωρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 139, επισημάνθηκε, ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία, ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του υπόδικου να αποφύγει τη δίκη του. Στην Ψύλλας ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 801, αναφέρθηκε ότι: «Ο κίνδυνος να μην παρουσιασθεί ένας Κατηγορούμενος στο Δικαστήριο δεν καταδεικνύεται μόνο από τα στοιχεία που διαθέτει η Κατηγορούσα Αρχή, αλλά θεωρείται πως ελλοχεύει ένεκα της σοβαρότητας των αδικημάτων που αφορούν τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει». Ο δεύτερος παράγοντας, που θα εξετασθεί στη συνέχεια, είναι η αξιολόγηση της πιθανότητας καταδίκης του κατηγορουμένου, χωρίς οπωσδήποτε να προβαίνω, με οποιοδήποτε τρόπο, με την εξέτασή μου αυτή σε αξιολόγηση των στοιχείων που έχουν τεθεί ενώπιον μου και στην εξαγωγή ευρημάτων, σε σχέση με τα υπό κατηγορία αδικήματα, έργο το οποίο δεν μπορεί να γίνει στο στάδιο αυτό. Στην απόφαση στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 109 στις σελίδες 118, 119 και υπό τον τίτλο «Τεκμήριο της αθωότητας» αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η αξιολόγηση της πιθανότητας καταδίκης αποτελεί μια απόλυτα θεμιτή διαδικασία η οποία στοχεύει να επιλύσει τα επίδικα θέματα στη διαδικασία τα οποία είναι η κράτηση του υποδίκου ή απόλυσή του με εγγύηση. Δεν έχει σχέση με την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης και δεν την επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο». Στην υπόθεση Alam (πιο πάνω), στην οποία αναφέρθηκε και η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, το πρωτόδικο δικαστήριο τόνισε ότι η πιθανότητα καταδίκης δεν μπορεί να διαφανεί αφού δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου το μαρτυρικό υλικό, όμως το Δικαστήριο παρατήρησε ότι μπορούσε η ποινή φυλάκισης να είναι αρκετά σοβαρή και συγκεκριμένα ποινή φυλάκισης σε περίπτωση καταδίκης και αφού έλαβε υπόψη του ιδιαίτερα την έλλειψη δεσμών με την Κύπρο και την πιθανότητα εγκατάλειψης του εδάφους μέσω των κατεχομένων διάταξε την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την δίκη του. Κατ΄έφεση κρίθηκε ότι δεν υπήρχε στο σύνολο των παραγόντων που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο κάτι το οποίο να επέτρεπε την επέμβαση και τονίστηκαν τα ακόλουθα: «Έχουμε ήδη αναφερθεί στο ότι και βάσει της νομολογίας οι δεσμοί τους οποίους κάποιος έχει με την Κύπρο και η πιθανότητα να εγκαταλείψει την Κύπρο είναι ασφαλώς μεταξύ των δεδομένων τα οποία λαμβάνονται υπ΄ όψη και τα οποία το Δικαστήριο σταθμίζει για να αποφασίσει κατά πόσο υπάρχει κίνδυνος μη προσέλευσης ή όχι.» Από πιο πάνω προκύπτει και συνάγεται ότι η ένδειξη της πιθανότητας καταδίκης του κατηγορούμενου δεν κρίνεται απομονωμένα ώστε το δικαστήριο να αποφασίσει το ζήτημα της κράτησης του. Δεν θα ήθελα να υπεισέλθω και να αναλύσω τις εισηγήσεις του κ. Αλεξάνδρου γιατί θεωρώ ότι κάποια από αυτά που έχει αναφέρει αγγίζουν την ουσία της υπόθεσης. Ο μάρτυρας αστυνομικός απάντησε και ξεκαθάρισε ότι σύμφωνα με την μαρτυρία που έχει ο κατηγορούμενος απελάθηκε αρχικά τον Απρίλιο του 2010, στη συνέχεια εισήλθε στη Δημοκρατία διάπραξε τα αδικήματα για τα οποία δικάστηκε και καταδικάστηκε και στις 19.1.2012 απελάθηκε ξανά, ενώ τώρα, και τούτο είναι γεγονός, ο κατηγορούμενος βρέθηκε ξανά στη Δημοκρατία. Σε ότι αφορά τον τρόπο εισόδου του κατηγορούμενου στη Δημοκρατία, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε, τούτο δεν επηρεάζει την εγκυρότητα οποιουδήποτε διατάγματος κράτησης και απέλασης στη βάση των οποίων η κατηγορούσα αρχή στηρίζει, μεταξύ άλλων την υπόθεση της και εν πάσει περιπτώσει δεν την ακυρώνει. Παρόλα αυτά, ενόψει και της μαρτυρίας ότι ο κατηγορούμενος απελάθηκε δυνάμει διαταγμάτων κράτησης και απέλασης από την Δημοκρατία, καταλήγω ότι υπάρχουν επαρκή και ικανοποιητικά στοιχεία ένδειξης της πιθανότητας καταδίκης του κατηγορουμένου στις κατηγορίες 1 μέχρι και 3 που αντιμετωπίζει. Θα πρέπει όμως να αναφέρω ότι σε σχέση με την 4η κατηγορία δεν λέχθηκε οτιδήποτε ώστε να μπορώ να κρίνω ότι υπάρχει μια τέτοια πιθανότητα, τούτο όμως με βάση την υπόθεση Alam (πιο πάνω) δεν επηρεάζει. Συνεπώς, κρίνω σε περίπτωση καταδίκης του κατηγορουμένου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ότι είναι απόλυτα πιθανή η επιβολή ποινών στερητικών της ελευθερίας του, λαμβανομένου υπόψη, τις προβλεπόμενες ποινές, την σχετική νομολογία αλλά και τον τρόπο αντιμετωπίζουν τα δικαστήρια αυτού του είδους τα αδικήματα καθώς και την ύπαρξη προηγούμενων καταδικών. Αναφορικά με το θέμα της πιθανότητας διάπραξης του ιδίου ή άλλων αδικημάτων από τον Κατηγορούμενο, σε περίπτωση που αυτός αφεθεί ελεύθερος, ζήτημα που αποτέλεσε εισήγηση της Κατηγορούσας Αρχής παραθέτω τα εξής: Η ύπαρξη ή μη πιθανότητας διάπραξης του ίδιου ή άλλων αδικημάτων τελεί καταρχήν σε πλήρη συνάρτηση με την ύπαρξη προηγούμενων καταδικών του Κατηγορουμένου και μάλιστα για παρόμοια αδικήματα (βλέπε Ψύλλας ανωτέρω). Στην Τσιάκκας (ανωτέρω) επιδοκιμάσθηκε από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως ήταν τότε, κ. Νικήτα, το εξής απόσπασμα από την σελ. 131 της απόφασης Σιακκαλής ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 130, στο οποίο ο Δικαστής κ. Νικολαϊδης, που εξέδωσε την απόφαση, παρατήρησε ότι: «Η πιθανότητα διάπραξης αδικήματος στο μέλλον, δεν μπορεί να αποδειχθεί με την αυστηρή έννοια του όρου. Εκείνο που μετρά είναι αν με βάση όλα τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα. Δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία για την ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος». Στην πολιτική του δικαίου για την πρόληψη του εγκλήματος εντοπίζεται η προέλευση του κανόνα που επιτρέπει την κράτηση, όπου διαφαίνεται κίνδυνος επανάληψης του αδικήματος. Όπως υπογράμμισε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ο κίνδυνος αυτός πρέπει να είναι ευλογοφανής (plausible) (βλ.Clooth v. Belgium A225 para 40
(1991). Στην υπόθεση Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας Ποινική Εφεση 6297 ημερομηνίας 14.5.97 αναφέρθηκαν τα εξής: « Όπως τονίζεται και στην υπόθεση Φώτος Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 6285 ημερ. 5.3.97 η πρόβλεψη αναφορικά με την ύπαρξη και αποτίμηση των διαφόρων κινδύνων που σταθμίζονται κατά την εξέταση του ενδεχόμενου κράτησης, όπως είναι η πιθανότητα διάπραξης στο μεταξύ άλλων αδικημάτων, δεν μπορεί παρά να στηρίζεται είτε σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υπόδικου ή της υπόθεσης είτε σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της. Τα στοιχεία που είναι σχετικά περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου σε προηγούμενες περιπτώσεις ή η προηγούμενη καταδίκη για παρόμοια αδικήματα, αλλά και οι τάσεις που επιδεικνύει και οι οποίες ανάγονται βέβαια στο μέλλον όπως είναι η πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων ή η πιθανολόγηση περί της διάπραξης και άλλων αδικημάτων. Για κατάληξη σε συμπέρασμα για την ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Αρκεί αν με βάση όλα τα ενώπιον του δικαστηρίου στοιχεία δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει η πιθανότητα. Πλήρης απόδειξη της πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν είναι εξάλλου ούτε και θεωρητικά δυνατή. Διερωτάται κανείς πως μπορεί να αποδειχθεί μια πιθανολόγηση. Το δικαστήριο μπορεί, τηρώντας πάντα ορισμένους κανόνες, να καταλήξει σε συμπεράσματα ως προς την πιθανότητα διάπραξης αδικήματος στο μέλλον. Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο μέλλον για την οποία το δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα βασιζόμενο μεταξύ άλλων στο ιστορικό του ή σε άλλες διάφορες περιστάσεις..» Δεν θα εξετάσω αν για κάθε ένα από τα αδικήματα που αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση , όπως ο κ. Αλεξάνδρου το έθεσε τίθεται ένα τέτοιο ζήτημα, αλλά λαμβάνοντας υπόψη τις προηγούμενες καταδίκες του κατηγορουμένου (βλ. Τεκμήριο Α), καταλήγω ότι υπάρχει σοβαρή ένδειξη μια τέτοιας πιθανότητας. Ενώπιον του δικαστηρίου έχουν τεθεί επαρκεί στοιχεία ως προς συμπεριφορά και τάση του κατηγορουμένου τα οποία δημιουργούν στο δικαστήριο ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει πιθανότητα διάπραξης ιδίων, παρόμοιων ή και άλλων αδικημάτων σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος. Ο κατηγορούμενος βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες (βλ. Τεκμήριο Α) για παρά πολύ σοβαρά αδικήματα και αδικήματα όμοια με αυτά της παρούσας υπόθεσης, όπως είναι και η κλοπή, απόπειρα κλοπής κ.α Καταλήγω στο σημείο αυτό αφού προέβηκα στις πιο πάνω διαπιστώσεις ότι οι πιθανότητες και ο κίνδυνος να μην παρουσιαστεί στην δίκη του ο κατηγορούμενος είναι ορατές, λαμβανομένων επίσης υπόψη και των δεσμών αυτού με άλλη χώρα και τον όσον έχουν διαφανεί και σχετίζονται με τις συχνές μετακινήσεις του, εντός και εκτός Κύπρου, επίσης με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία έχει διαφανεί ότι υπάρχει και σοβαρό ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος αν αφεθεί ελεύθερος να διαπράξει άλλα αδικήματα. Έχοντας κατά νου όλα όσα ανέφερα προηγουμένως έχω ικανοποιηθεί υπό τις περιστάσεις ότι πρέπει να διατάξω την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την δίκη του και κατά συνέπεια, ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, εκδίδω διάταγμα για την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την 6.11.2012 όπου η υπόθεση ορίζεται για ακρόαση στις 10:30 π.μ Μάρτυρες να κλητευτούν. (Υπ.) ........................................ Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.