← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Ελένης Παπαδοπούλου, Aρ. Υπόθεσης: 4111/2010 , 25/5/2012

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Ελένης Παπαδοπούλου, Aρ. Υπόθεσης: 4111/2010 , 25/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:B39 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης: 4111/2010 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής - και - Ελένης Παπαδοπούλου Κατηγορούμενης ----------------------------- Ημερομηνία: 25 Μαΐου 2012 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Χρ. Περγαντή Για την κατηγορούμενη: κ. Ε. Κορακίδης Κατηγορούμενη: παρούσα ----------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, η κατηγορούμενη, στις 4.11.2009 στην είσοδο του 12ου Δημοτικού Σχολείου Πάφου επιτέθηκε εναντίον του Παναγιώτη Κυριάκου από την Πάφο, ηλικίας 8 χρονών και του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Για την Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσαν ενόρκως 5 μάρτυρες κατηγορίας, η Άντρη Σωκράτους, μητέρα του Παναγιώτη (Μ.Κ.1), η Μάρω Χατζησοφοκλέους, δασκάλα του Παναγιώτη (Μ.Κ.2), η Κωνσταντία Κωνσταντίνου, συνοδός του Παναγιώτη (Μ.Κ.3), η γιατρός των Πρώτων Βοηθειών του Νοσοκομείου Πάφου Χρυστάλλα Πρέστου (Μ.Κ.4) και η Γ/Αν. Λοχία Αλεξία Πατριώτη (Μ.Κ.5). Στην διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, από την Κατηγορούσα Αρχή, κατατέθηκαν ως τεκμήρια, οι γραπτές καταθέσεις των Μ.Κ.1, 2, 3 και 5 (Τεκμήρια 1,2,3 και 5 αντίστοιχα), οι οποίες αποτέλεσαν μέρος της κυρίως εξέτασης τους, η έκθεση που ετοίμασε η Μ.Κ.4 (Τεκμήριο 4), η γραπτή κατηγορία και η γραπτή κατάθεση της κατηγορούμενης (Τεκμήρια 6 και 7). Η κατηγορούμενη όταν κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε και έδωσε ένορκη κατάθεση και κάλεσε ως μάρτυρα την Πέννυ Παναγιώτου (Μ.Υ.2). Ως τεκμήρια από την υπεράσπιση κατατέθηκαν δύο επιστολές (Τεκμήρια 8 και 9). Τα όσα οι μάρτυρες κατηγορίας, η κατηγορούμενη και η μάρτυρας της έχουν αναφέρει στο δικαστήριο έχουν καταγραφεί στα πρακτικά που τηρήθηκαν, έχουν ληφθεί υπόψη μαζί με τα κατατεθέντα τεκμήρια από το Δικαστήριο και δεν θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω ολόκληρη την μαρτυρία, παρά τα σημεία, τα οποία θα κρίνω ακολούθως ότι είναι σημαντικά σε σχέση με την κρίση του δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία τους. Επίσης λαμβάνω υπόψη μου και αυτά που αναφέρουν οι συνήγοροι αμφοτέρων των πλευρών στις γραπτές τους αγορεύσει χωρίς ανάγκη επανάληψης. Είναι παραδεκτό στην προκειμένη περίπτωση, ότι ο Παναγιώτης είναι παιδί με σύνδρομο ΔΕΠΥ (Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής - Υπερκινητικότητας) και για αυτό κατόπιν προτροπής παιδοψυχολόγου, που τον παρακολουθούσε, οι γονείς του, ανάθεσαν σε συνοδό την επίβλεψη του κατά τον χρόνο που αυτός φοιτούσε στο 12ου Δημοτικό Σχολείο στη Πάφο. Ο Παναγιώτης κατά τον ουσιώδη για την υπόθεση χρόνο ήταν ηλικίας 8 ετών και φοιτούσε στην δευτέρα τάξη του πιο πάνω Δημοτικού σχολείου. Ως θα φανεί κατωτέρω, συνοψίζοντας την μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί, υπάρχουν δύο διαμετρικά αντίθετες εκδοχές όσον αφορά τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν το μεσημέρι της 4ης Νοεμβρίου 2009. Είναι η θέση της Κατηγορούσας Αρχής, όπως αυτή διαγράφεται μέσα από την μαρτυρία που προσκόμισε, ότι στις 4.11.2009 περί ώρα 13:15 ενώ ο μικρός Παναγιώτης βρισκόταν έξω από την είσοδο του σχολείου του, μαζί με την συνοδό του Κωνσταντίνα Κωνσταντίνου και ανάμεναν την μητέρα του να τον παραλάβει, η κατηγορούμενη, η οποία πήγε και αυτή να παραλάβει τον γιο της, επίσης μαθητής στο ίδιο σχολείο, αρχικά πλησίασε την συνοδό του Παναγιώτη, και την ρώτησε, τι κάνει στο διάλειμμα, αν είναι έξω και αν βλέπει τα παιδιά τι κάνουν, αφού η συνοδός της απάντησε, η κατηγορούμενη, στράφηκε προς τον Παναγιώτη, ο οποίος καθόταν δίπλα στη συνοδό του σε ένα μικρό τοίχο και με πολύ άγριο ύψος του επιτέθηκε, τον άρπαξε από τη φανέλα με το ένα της χέρι και με το άλλο χέρι της άρχισε να τον χτυπά στο πρόσωπο και να του φωνάξει «αν ξαναχτυπήσεις τον Δημήτρη θα έχεις να κάνεις μαζί μου, θα σε σπάσω από το ξύλο». Ο Παναγιώτης λόγω της συμπεριφοράς της κατηγορούμενης, τρομοκρατήθηκε, άρχισε να κλαίει και να την κλωτσά, όμως η κατηγορούμενη συνέχισε να τον χτυπά με τα χέρια της, παρόλο που η συνοδός της φώναζε να σταματήσει. Το περιστατικό έληξε, όταν στο μέρος πήγαν η δασκάλα του Παναγιώτη μαζί με τον βοηθό Διευθυντή του σχολείου, οι οποίοι, σύμφωνα με την συνοδό, ζήτησαν από την κατηγορούμενη να σταματήσει. Στη συνέχεια στο μέρος κατέφθασε η μητέρα του Παναγιώτη, η οποία ενημερώθηκε για το περιστατικό και αφού βρήκε την κατηγορούμενη στο χώρο συζήτησαν με έντονο ύφος μεταξύ τους. Η κατηγορούμενη ανάφερε στην μητέρα του Παναγιώτη ότι ήταν σε άμυνα γιατί ο γιος της επιτέθηκε. Είναι η θέση της υπεράσπισης, ότι η κατηγορούμενη εκείνη την ημέρα, πλησίασε την συνοδό του Παναγιώτη και της είπε ότι έχει μάθει από τον γιο της Δημήτρη, ότι ο Παναγιώτης τις τελευταίες ημέρες τον πήρε 3 φορές από τον λαιμό και ότι την ίδια ημέρα τον κλώτσησε, ρωτώντας την που βρίσκεται η ίδια όταν συμβαίνουν τα πιο πάνω. Η συνοδός στα πιο πάνω ερωτήματα της κατηγορούμενης της απάντησε «τι να κάνω;», λέγοντας της επίσης, ότι πράγματι συμβαίνουν αυτά που της ανάφερε ότι τα έχει συζητήσει με τον διευθυντή του σχολείου και την δασκάλα καθότι το πρόβλημα είναι χρόνιο. Μετά την συζήτηση που είχε με την συνοδό του Παναγιώτη, η κατηγορούμενη, στράφηκε προς τον Παναγιώτη που ήταν δίπλα και του είπε να μην ξανά δείρει τον Δημήτρη, ο Παναγιώτης τότε της απάντησε «Όχι» και η κατηγορούμενη, του ξανά είπε, «Με άκουσες δεν θέλω να ξανά δείρεις τον Δημήτρη», τότε ο Παναγιώτης άρχισε να την κλωτσά στα πόδια και να της δίνει γροθιές φωνάζοντας της «θα τον χτυπάω, θα τον χτυπάω, πουτάνα». Η κατηγορούμενη αρχικά προσπάθησε να τον σταματήσει ακουμπώντας τα χέρια της στο σώμα του. Καθώς έσκυψε, ο Παναγιώτης την άρπαξε από το μαλλιά και της τα τραβούσε χωρίς να της τα αφήνει παρόλες τις προσπάθειες της ίδιας και της συνοδού. Ταυτόχρονα ο Παναγιώτης την ύβριζε και την έφτυνε. Τότε η κατηγορούμενη τον έπιασε από το αυτί στην προσπάθεια της να της αφήσει τα μαλλιά και να σταματήσει να την κλωτσά. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ: Στην παρούσα υπόθεση ως ποινική υπόθεση, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Χαρίτωνος κ.α ν. Δημοκρατίας

(1971)2 C.L.R 40. Αποτελεί νομική αρχή ότι έργο της κατηγορούσας αρχής είναι να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν αυτές είναι (βλ. Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 AAΔ 71) . Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Ευριπίδου,
(2002)2 AAΔ 246, επισημάνθηκαν τα εξής: « Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικαστεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής». Η κατηγορούμενη στην παρούσα υπόθεση, επικαλείται αυτοάμυνα. Στην υπόθεσης Γιάλλουρος ν Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 320 στην σελ. 325, αναφορικά με την υπεράσπιση της αυτοάμυνας, αναφέρθηκαν τα εξής: « Το θέμα της αυτοάμυνας, σε μια υπόθεση όπως την παρούσα είναι από τις σημαντικές υπερασπίσεις. Μάλιστα από τη στιγμή που εγείρεται τέτοια υπεράσπιση το βάρος είναι στην Κατηγορούσα Αρχή να την αποκλείσει και μάλιστα στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας». Συνεπώς δεν είναι στην κατηγορούμενη να αποδείξει τον ισχυρισμό αυτό αλλά στην Κατηγορούσα Αρχή να αποκλείσει την αυτοάμυνα και μάλιστα στο επίπεδο που αναφέρθηκε πιο πάνω δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Οι αρχές που διέπουν την αυτοάμυνα αναφέρθηκαν με σαφήνεια σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Μηλιώτης ν. Αστυνομίας
(1971)2 CLR 292, Μαιφόσιης ν. Αστυνομίας
(1978)2 CLR 9, Καλλίσιης ν. Αστυνομίας
(1981)2 CLR 143 και Likishvilli άλλως Λάτο ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 351 Ιωάννης Μαραγκός ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 251 και Γιάλλουρος ν Αστυνομίας (πιο πάνω). Στην υπόθεση Μαραγκός (πιο πάνω), στην σελ. 255 αναφέρθηκαν τα εξής σε σχέση με την αυτοάμυνα: «Η άμυνα είναι δικαίωμα που καθιστά τη χρήση βίας για αποτροπή επίθεσης, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, νόμιμη. Η αμυντική πράξη δεν είναι, υπό τέτοιες συνθήκες, ποινικά κολάσιμη. Πρέπει να λεχθεί, ότι μια τέτοια θεώρηση λειτουργεί, προς όφελος κατηγορούμενου γιατί με την έγερση του θέματος, αυτός δεν αναλαμβάνει το παραμικρό βάρος απόδειξης. Είναι ευθύνη της Κατηγορούσας Αρχής να εξουδετερώσει το ενδεχόμενο να αμύνθηκε για να παρεμποδίσει την απειλούμενη σε βάρος του βιαιοπραγία». Για τη διαπίστωση του ευλόγου της βίας του χρησιμοποιήθηκε λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων δεν είναι απαραίτητο ο κατηγορούμενος να προσπάθησε να οπισθοχωρήσει ή να κατευνάσει ένα καυγά αν και μια τέτοια μια τέτοια μαρτυρία, αν υπάρχει, ενδέχεται να είναι καθοριστική για την κρίση του Δικαστηρίου (βλ.R.V. Bird 1985 2 All E.R. 513). Περαιτέρω ότι η βία που χρησιμοποιήθηκε ήταν εύλογη, ο κατηγορούμενος δικαιούται να υπερασπιστεί όχι μόνο τον εαυτό του ή μέλος της οικογένειας του αλλά ακόμη και ένα εντελώς ξένο άτομο αν ο ξένος υφίσταται παράνομη επίθεση από άλλους (βλ. R. Duffy
(1966)1 All. E. R 62). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Κατά την ακροαματική διαδικασία είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις που έδιναν, την συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους και αξιολόγησα αυτή αντιπαραβάλλοντας την επίσης και με σύνολο της μαρτυρίας που προσκομίστηκε, και με επίγνωση της διάκρισης μεταξύ ευρημάτων αξιοπιστίας και βάρους απόδειξης. Παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, τους οποίους και έλαβα υπόψη μου κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες, οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις, τα όσα γνώριζε ο κάθε ένας για τα διαδραματισθέντα κατά τον ουσιώδη χρόνο και περίοδο. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του εκάστοτε μάρτυρα είχα παράλληλα κατά νου την μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων, ιδιαίτερα την αλληλουχία των λεχθέντων του υπό αξιολόγηση μάρτυρα και των υπολοίπων μαρτύρων. H Μ.Κ.5, στις 4.11.2009 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη (Τεκμήριο 7) και ακολούθως την ίδια ημέρα την κατηγόρησε γραπτώς (Τεκμήριο 8). Όπως η ίδια ανάφερε στην αντεξέταση της, δεν ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης, δεν είχε καμία άλλη ανάμιξη στην υπόθεση ενώ για να λάβει κατάθεση από την κατηγορούμενη και να την κατηγορήσει τις είχαν δοθεί οδηγίες από τον υπεύθυνο του σταθμού. Παρά το ότι μελέτησε τον ανακριτικό φάκελο, αφού απάντησε ότι διάβασε τις καταθέσεις, δεν ήταν σε θέση να απαντήσει, μάλλον απόφυγε εντέχνως να απαντήσει, ερωτηθείσα σχετικά, αν μέσα στις καταθέσεις της υπόθεση υπήρχε και κατάθεση του βοηθού Διευθυντή του σχολείου και αν λήφθηκε κατάθεση από τον Παναγιώτη. Της καταλογίστηκε ότι υπήρξε αμέλεια στην διερεύνηση της υπόθεσης, και εφόσον η ίδια ανάφερε ότι δεν ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης, η πιο πάνω μομφή αφορούσε γενικότερα τα μέλη εκείνα της αστυνομίας που είχαν επιφορτίσει με το ανακριτικό έργο. Η μάρτυρας εμφανώς με τα όσα υποστήριξε, χωρίς όμως να είναι σε θέση να υποστηρίξει με επιχειρήματα την θέση της, προσπάθησε να πείσει ότι δεν έγινε κάτι τέτοιο, λέγοντας ότι, όπως σε κάθε υπόθεση που η αστυνομία διερευνά, έτσι και σε αυτή, έχει εκτελέσει με επάρκεια το έργο και το καθήκον της εξετάζοντας την με αμεροληψία και αντικειμενικότητα. Η προσήλωση της μάρτυρας να υπερασπιστεί το έργο της αστυνομίας, χωρίς όμως να μπορέσει να δώσει σαφή απάντηση, αφού δεν γνώριζε τον λόγο ή αν πράγματι λήφθηκε κατάθεση από τον Διευθυντή του σχολείου, δεν δίδουν την εικόνα μάρτυρα αντικειμενικού. Δεν ανάμενα φυσικά από την μάρτυρα να αποδεχτεί την πιο πάνω θέση, που της υποβλήθηκε, εφόσον όμως σε προηγούμενο στάδιο αποποιήθηκε της ευθύνης του ανακριτικού έργου, αναλόγως θα ανάμενα να απαντήσει και να τοποθετηθεί και στο συγκεκριμένο ερώτημα. Παρόλα αυτά, σε ότι αφορά τις δικές της ενέργειες που περιορίστηκαν στα πιο πάνω, δηλαδή στη λήψη των Τεκμηρίων 7 και 8, η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Η Μ.Κ.4, ήταν μια ανεξάρτητη μάρτυρας. Στις 4.11.2009 στις πρώτες βοήθειες του Νοσοκομείου Πάφου, εξέτασε τον Παναγιώτη και διαπίστωσε ότι έφερε ήπια ερυθρότητα στο κάτω μέρος του δεξιού οφθαλμού, ήπια ερυθρότητα τον αριστερό λοβό και εκδορά στο αντίχειρα του δεξιού χεριού. Τα ευρήματα της η Μ.Κ.4 κατέγραψε σε σχετικό έντυπο κάτω από το μέρος έκθεση γιατρού (Τεκμήριο 4). Πέραν των όσων η Μ.Κ.4 περιγράφει στην έκθεση της, ήταν εμφανές ότι δεν μπορούσε να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες, αφού όπως η ίδια ανάφερε δεν μπορούσε να θυμηθεί λόγω των πολλών περιστατικών. Δεν μπορούσε να αναφερθεί στο μήκος και την κατεύθυνση της εκδοράς, λόγω του ότι αυτά δεν τα έχει καταγράψει στην έκθεση που ετοίμασε αλλά και λόγω του χρόνου του παρήλθε, όπως εξήγησε. Στην αντεξέταση της επίσης, ερωτηθείσα να εξηγήσει, τι εννοεί, με την λέξη ήπια ερυθρότητα, η μάρτυρας απάντησε, ότι αν ήταν ερυθρότητα που συνηθίζουν να βλέπουν δεν θα χρησιμοποιούσε τον όρο ήπια, πιθανόν είπε, η πίεση που ασκήθηκε στην περιοχή να μην ήταν έντονη. Η μάρτυρας, γιατρός μου δημιούργησε καλή εντύπωση. Το ότι δεν ήταν σε θέση να δώσει πλήρεις και επαρκείς λεπτομέρειες σε ότι αφορά την εκδορά, βρίσκω αυτό λογικό, με βάση και την εξήγηση που έδωσε, δηλαδή του όγκου των περιστατικών που εξετάζουν και του χρόνου που παρήλθε από την συγκεκριμένη εξέταση. Το ότι δεν προσπάθησε να καλύψει οποιοδήποτε κενά ή ελλείψεις που φαίνεται να υπήρχαν στο πιστοποιητικό, αυτό δείχνει ότι ήταν αντικειμενική. Η μαρτυρία της, η γνώμη της και τα συμπεράσματα της γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση, Ανδρέας Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ, η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. Σοφοκλή ν. Λεωνίδου
(1993)1 ΑΑΔ 1003, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 51). Σε ότι αφορά την μητέρα του Παναγιώτη και την δασκάλα, όπως κατέθεσαν στο δικαστήριο, δεν είχαν καμία προσωπική αντίληψη που να σχετίζεται με την επίθεση που καταλογίζει η κατηγορούσα αρχή στη κατηγορούμενη. Η μαρτυρία τους έχει σημασία, από την μια γιατί είχαν μεταβεί στο σημείο μετά που έληξε το «περιστατικό» και ίσως αυτό βοηθήσει στην ανίχνευση κάποιων γεγονότων, αλλά κυρίως γιατί σχετίζονται και με την αξιοπιστία της Μ.Κ.3, η οποία ήταν το πρόσωπο, που σύμφωνα με τις πιο πάνω, τους ενημέρωσε, ότι ήταν η κατηγορούμενη που επιτέθηκε στον Παναγιώτη. Το γεγονός ότι η δασκάλα του Παναγιώτη, όπως προκύπτει από την κατάθεση της (Τεκμήριο 2) και ανάφερε και στο Δικαστήριο κατά την μαρτυρία της, ουδέποτε είδε την κατηγορουμένη να χτυπά τον Παναγιώτη, διαψεύδει την Μ.Κ.3 η οποία ισχυρίζεται στην κατάθεση της ότι η κατηγορούμενη σταμάτησε να χτυπά τον Παναγιώτη όταν η δασκάλα του και ο βοηθός Διευθυντή έφτασαν στο μέρος, συγκεκριμένα στη κατάθεση της η Μ.Κ.3 αναφέρει τα ακόλουθα: «Αυτή συνέχιζε να χτυπά τον Παναγιώτη, εγώ της έλεγα να σταματήσει, πράγμα που δεν έκανε, μέχρι που ήρθε στο μέρος η δασκάλα του Παναγιώτη, Μαρία Χατζησοφοκλέους, και ο βοηθός Διευθυντή Ανδρέας Ηλιάδης, ο βοηθός και η δασκάλα της ζήτησαν αμέσως να σταματήσει και αυτή άρχισε να φωνάζει .» Η μητέρα του Παναγιώτη, ενημερώθηκε φτάνοντας στο μέρος από την δασκάλα και την συνοδό του Παναγιώτη. Η δασκάλα, όπως ανέφερε, επίσης ενημερώθηκε από την συνοδό και άρα στη μητέρα του Παναγιώτη μετάφερε αυτά που της είπε η συνοδός. Η μητέρα του Παναγιώτη, όπως και πιο πάνω αναφέρω δεν αντιλήφθηκε ή περιέπεσε στην αντίληψη της οποιοδήποτε περιστατικό. Η μητέρα του Παναγιώτη, στη κατάθεση της αναφέρει, «Όπως μου είπε η δασκάλα και η συνοδός», η μητέρα του Δημήτρη, την οποία αναγνώρισε ως την κατηγορούμενη, χτύπησε με την τσάντα το γιό της στο κεφάλι, τον τραβούσε από τα αυτιά, τα μαλλιά και τον κλωτσούσε σε διάφορα μέρη του σώματος του. Η Μ.Κ. 1, έδωσε κατάθεση την ίδια ημέρα και δεν πιστεύω να είχε λόγο να παραποιήσει αυτά που της είχαν λεχθεί από την συνοδό, άλλωστε όπως ανέφερα, η ίδια δεν είχε προσωπική αντίληψη, ενημερώθηκε αμέσως μετά το περιστατικό και όπως κάθε μητέρα θα έδιδε πίστη σε μια τέτοια αναφορά, για αυτό και αμέσως μετά, δικαιολογημένα, ζήτησε τον λόγο από την κατηγορούμενη την οποία εντόπισε στο μέρος. Αυτό το οποίο έχει σημασία και σχετίζεται με την αξιοπιστία της συνοδού, είναι ο διαφορετικός τρόπος που η τελευταία περιγράφει στη κατάθεσης της, αλλά και στη μαρτυρία της ενώπιον του δικαστηρίου την επίθεση που δέχτηκε ο Παναγιώτης από την κατηγορούμενη. Πουθενά δεν αναφέρει στην κατάθεση της ότι η κατηγορουμένη χτύπησε τον Παναγιώτη με την τσάντα της στο κεφάλι και αρνήθηκε ερωτηθείσα σχετικά κατά την μαρτυρία της ότι είπε κάτι τέτοιο στην μητέρα του. Το να αναφέρει στην κατάθεση της η μητέρα του Παναγιώτη ότι της είπε η συνοδός ότι χτύπησε τον γιο της η κατηγορούμενη με την τσάντα της, δηλαδή με ένα αντικείμενο, σίγουρα αυτό είναι κάτι το οποίο θα θυμόταν, όπως ο καθένας, σε αντίθεση δηλαδή αν της έλεγε με το χέρι ή με το πόδι ή το δεξί ή αριστερό χέρι κτλ, ώστε να αποδεχτώ ότι μεταφέρθηκαν από την μητέρα τα όσα της ειπώθηκαν από την συνοδό με λανθασμένο τρόπο. Περαιτέρω, η πραγματική μαρτυρία, ήτοι τα τραύματα που έχουν διαπιστωθεί στο σώμα του Παναγιώτη από την Μ.Κ.4, δεν συνάδουν με την αγριότητα της επίθεσης που η συνοδός περίγραψε ότι δέχτηκε ο Παναγιώτης από την κατηγορούμενη, επίσης ούτε με την διάρκεια της, αφού σύμφωνα με την συνοδό η ίδια προσπαθούσε να τον απεγκλωβίσει από τα χέρια της κάτι που δεν κατάφερε και κλήθηκαν ενισχύσεις για να επιτευχθεί τούτο. Από την άλλη, η κατηγορούσα αρχή, με διάφορες ερωτήσεις προς τους μάρτυρες της, ειδικότερα προς την μητέρα του Παναγιώτη και την συνοδό του, αλλά και μέσω υποβολών κατά την αντεξέταση της κατηγορούμενης, με δεδομένο ότι ο Παναγιώτης ήταν μόλις 8 χρονών και μικρής σωματικής διάπλασης, προσπάθησε να δείξει ότι η κατηγορουμένη δεν ήταν δυνατό να δέχτηκε επίθεση από τον Παναγιώτη αλλά ούτε λόγω της δικής της σωματικής διάπλασης αλλά και μυικής υπεροχής της θα αναγκαζόταν να προβεί σε αμυντικές πράξεις για να τον απωθήσει. Όμως, ο τρόπος που περίγραψε η συνοδός την επίθεση, η διάρκεια της, η σωματική διάπλαση του Παναγιώτη, η ηλικία του και αντίστοιχα η σωματική διάπλαση της κατηγορούμενης και η ηλικία της, σίγουρα θα επέφεραν τραύματα μεγαλύτερης έκτασης και σοβαρότητας από αυτά που διαπίστωσε η Μ.Κ.4 και τα οποία με βάση την μαρτυρία της μπορώ να καταλήξω ότι ήταν επιπόλαια. Η Μ.Κ.4 με την μαρτυρία της σε ότι αφορά την ερυθρότητα την οποία περίγραψε ως ήπια στην έκθεση της, υποβάθμισε την «σοβαρότητα» της λέγοντας ότι ο όρος ήπια χρησιμοποιήθηκε γιατί δεν ήταν από τις ερυθρότητες που συνηθίζουν να βλέπουν, εννοώντας στα περιστατικά των πρώτων βοηθειών. Από τα όσα πιο πάνω έχω αναφέρει, η μαρτυρία της Μ.Κ.3, ως η μόνη ουσιαστική μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, δεν μπορεί να γίνει αποδεχτεί ως αξιόπιστη μαρτυρία αποδίδουσα την πραγματικότητα. Όπως πιο πάνω αναφέρω, η δασκάλα διαψεύδει την συνοδό ότι αυτή (η δασκάλα) και ο βοηθός διευθυντή ζήτησαν από την κατηγορούμενη να σταματήσει να χτυπά τον Παναγιώτη. Η δασκάλα στην κατάθεση της, αναφέρει ότι όταν εξήλθε του γραφείου είδε τον βοηθό Διευθυντή να προσπαθεί να ηρεμήσει την κατηγορούμενη, χωρίς να περιγράφει οποιοδήποτε περιστατικό βίας. Η σημασία της παρουσίας του βοηθού Διευθυντή στο μέρος ήταν συνεπώς εμφανής. Δεν διευκρινίστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή αν λήφθηκε τελικά κατάθεση από το πιο πάνω πρόσωπο, η Μ.Κ.5 δεν ήταν διαφωτιστική επί τούτο και ο εξεταστής που ήταν άλλος, δεν κατάθεσε ως μάρτυρας. Το όνομα του Βοηθού Διευθυντή, Ανδρέα Ηλιάδη, δεν περιλαμβάνεται στα ονόματα των μαρτύρων στο κατηγορητήριο και αν ακόμα όμως περιλαμβανόταν, αυτό δεν θα σήμαινε και υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να τον παρουσιάσει ως μάρτυρα της. Αυτό το οποίο όμως έχει σημασία, είναι ότι η Κατηγορούσα Αρχή με την μαρτυρία της συνοδού, επικαλείται την παρουσία του στο μέρος και τον ρόλο του ως καταλυτικό, αφού σύμφωνα με την συνοδό αυτός ήταν το πρόσωπο που παρενέβει ώστε η κατηγορούμενη να σταματήσει να χτυπά τον Παναγιώτη. Συνεπώς θεωρώ, ότι θα έπρεπε να είχε ληφθεί κατάθεση από το εν λόγω πρόσωπο ή έστω να ξεκαθαριστεί το θέμα αν πράγματι του λήφθηκε κατάθεση. Σε περίπτωση που λήφθηκε κατάθεση από την αστυνομία, χωρίς να σημαίνει ότι ήταν και υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να τον καλέσει ως μάρτυρας, θεωρώ υπό τις περιστάσεις ότι η παρουσία του στο εδώλιο θα εξυπηρετούσε του σκοπούς της δικαιοσύνης αλλά και το ευρύτερο καθήκον της Κατηγορούσας Αρχής να δώσει πλήρη, σαφή και ξεκάθαρη εικόνα ως προς τα γεγονότα. Επιπρόσθετα θα καθιστούσε και το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας της συνοδού αλλά και της εκδοχής της κατηγορούμενης ευκολότερο. Η κατηγορούμενη εγείρει την υπεράσπιση της αυτοάμυνας και όπως πιο πάνω αναφέρεται «Είναι ευθύνη της Κατηγορούσας Αρχής να εξουδετερώσει το ενδεχόμενο να αμύνθηκε για να παρεμποδίσει την απειλούμενη σε βάρος της βιαιοπραγία» Υπό τις περιστάσεις, η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής με όλες τις πιο πάνω ελλείψεις, κενά και διαπιστώσεις που αφορούν την αξιοπιστία της συνοδού του Παναγιώτη (Μ.Κ.3) αλλά και της πραγματικής μαρτυρίας, καθιστούν αδύνατη την επιτυχία εξουδετέρωσης του πιο πάνω ενδεχόμενου. Από την άλλη η κατηγορούμενη, η οποία έδωσε ένορκη κατάθεση, η μάρτυρας της αλλά και η πραγματική μαρτυρία καθιστούν την εκδοχή της κατηγορούμενης πειστικότερη και αποδεχτή. Η Μ.Υ.2 επίσης δεν γνώριζε οτιδήποτε σχετικό με το γεγονότα της υπόθεσης για αυτό και η μαρτυρία της δεν ήταν ιδιαίτερα υποβοηθητική για το Δικαστήριο. Αποδέχομαι ότι και η ίδια είχε δεχτεί παράπονο από το παιδί της σε σχέση με την συμπεριφορά του Παναγιώτη, χωρίς όμως να μπορώ να προβώ σε διαπιστώσεις και ευρήματα αν πράγματι αυτά που της έχουν αναφερθεί από το παιδί της είχαν συμβεί κιόλας. Η Μ.Υ.2 έκανε καλή εντύπωση και δεν μου έδωσε καθόλου την εντύπωση ατόμου που θα ερχόταν στο Δικαστήριο να καταθέσει ψέματα για να βοηθήσει την κατηγορούμενη και μάλιστα όπως και η ίδια ανάφερε, να δημιουργήσει μια ιστορία, με αναφορά στο δικό της περιστατικό με τον Παναγιώτη, εις βάρος ενός παιδιού. Απόλυτα συγκροτημένη, σταθερή και πειστική στη μαρτυρία της με την οποία επιβεβαιώνει την συμπεριφορά του Παναγιώτη και τις αντιδράσεις του. Σε ότι αφορά την σύνταξη του Τεκμηρίου 8, η ίδια ανάφερε ότι της ζητήθηκε από την κατηγορούμενη να περιγράψει το δικό της περιστατικό και δεν θα υπόγραφε ποτέ κάτι το οποίο δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Αποδέχομαι την μαρτυρία της. Η κατηγορούμενη λογικό ήταν, αφού δέχτηκε παράπονο την συγκεκριμένη ημέρα από το παιδί της αλλά και σε προηγούμενο στάδιο, να αντέδρασε με τον τρόπο που αντέδρασε δηλαδή να αποτάθηκε αρχικά, προς την συνοδό, θεωρώντας την υπεύθυνη, για να της ζητήσει εξηγήσεις σε σχέση με τις δικές της ευθύνες ως προς τη συμπεριφορά του Παναγιώτη. Επίσης λογικό ήταν να μιλήσει και να αποταθεί και στον Παναγιώτη που ήταν δίπλα της. Η πιο πάνω αντίδραση της ήταν απόλυτα φυσιολογική και αναμενόμενη από μια μητέρα που δέχεται παράπονα από το παιδί της για επίθεση από συμμαθητή του. Αν όμως η κατηγορούμενη είχε σκοπό να χτυπήσει τον Παναγιώτη ποιος ήταν ο λόγος να στραφεί πρώτα και να ζητήσει εξηγήσεις από την συνοδό του; Η κατηγορούμενη ανάφερε ότι έσκυψε το σώμα της με σκοπό να τον απωθήσει με τα χέρια της, όταν άρχισε ο Παναγιώτης να την κλωτσά, από αυτό καθίσταται προφανές ότι έφερε το κεφάλι της σε χαμηλότερο σημείο του αναστήματος της και πλησιέστερα προς το δικό του Παναγιώτη. Η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι η κατηγορούμενη έσπευσε να πει ότι τότε είχε μακρύτερα μαλλιά, αφού όταν άρχισε η ακρόαση της υπόθεσης τα μαλλιά της ήταν κοντά, με σκοπό να πείσει για την εκδοχή της, κρίνεται άστοχη. Το γεγονός ότι κάποιος έχει κοντά μαλλιά δεν σημαίνει ότι αυτό αποκλείει την δυνατότητα κάποιου άλλου να του τα τραβήξει. Αποδέχομαι για τους λόγους που εξηγώ πιο πάνω ότι η εκδοχή της κατηγορούμενης είναι αυτή που ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ενόψει και της καλής εντύπωσης που η κατηγορούμενη μου δημιούργησε ενώ κατάθετε ενόρκως. Ήταν σταθερή στην μαρτυρία της και πειστική με τον τρόπο που κατέθετε. Συνεπώς η αντίδραση της κατηγορούμενης, να σπρώξει αρχικά με τα χέρια της τον Παναγιώτη όταν της επιτέθηκε και στη συνέχεια, για να απελευθερώσει τον εαυτό της από τα χέρια του ο οποίος την είχε αρπάξει από τα μαλλιά και την κλωτσούσε, να του τραβήξει το αυτί του, κρίνω ότι ήταν εύλογες και επιτρεπτές υπό τις περιστάσεις πράξεις άμυνας. Με γνώμονα όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει την κατηγορία εναντίον της κατηγορούμενης και ως εκ τούτου η κατηγορούμενη αθωώνεται στην κατηγορία. Τα έξοδα της διαδικασίας εκ €100.- να καταβληθούν από την Δημοκρατία. (Υπ.)......... Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.