← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Κωνσταντίνος Καραπίδης , Aρ. Υπόθεσης: 21825/2009 , 1/6/2012

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Κωνσταντίνος Καραπίδης , Aρ. Υπόθεσης: 21825/2009 , 1/6/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:B41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης: 21825/2009 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής - και - Κωνσταντίνος Καραπίδης Κατηγορούμενος ----------------------------- Ημερομηνία: 1 Ιουνίου 2012 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ε. Σάββα Για τον κατηγορούμενο: κα Μ. Σαββίδου Κατηγορούμενος: παρών ----------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος μετά την τροποποίηση του κατηγορητηρίου αντιμετωπίζει την κατηγορία της κοινής επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, όπως επίσης έχουν τροποποιηθεί, ο κατηγορούμενος, στις 6.11.2008 έξω από το Νικολαίδειο Γυμνάσιο επιτέθηκε εναντίον του Μάριου Κάιζερ από την Πάφο. Για την Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσαν ενόρκως 2 μάρτυρες κατηγορίας, η Γ/Αστ. 3420 Γιάννα Νικολάου (Μ.Κ.1) και ο παραπονούμενος Μάριος Κάιζερ (Μ.Κ.2). Στην διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, από την Κατηγορούσα Αρχή, κατατέθηκαν ως τεκμήρια, οι γραπτές καταθέσεις των Μ.Κ.1 και 2 (Τεκμήρια 1 και 5 αντίστοιχα), οι οποίες αποτέλεσαν μέρος της κυρίως εξέτασης τους, η ανακριτική κατάθεση και η γραπτή κατηγορία του κατηγορούμενου (Τεκμήρια 2 και 3), κατάθεση του Γεώργιου Παρασκεύοπουλου (Τεκμήριο 4 ) και ιατρική έκθεση (Τεκμήριο 6). Ο κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε και έδωσε ένορκη κατάθεση και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Τα όσα οι μάρτυρες κατηγορίας και ο κατηγορούμενος έχουν αναφέρει στο δικαστήριο έχουν καταγραφεί στα πρακτικά που τηρήθηκαν, έχουν ληφθεί υπόψη μαζί με τα κατατεθέντα τεκμήρια από το Δικαστήριο και δεν θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω ολόκληρη την μαρτυρία, παρά τα σημεία, τα οποία θα κρίνω ακολούθως ότι είναι σημαντικά σε σχέση με την κρίση του δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία τους. Επίσης λαμβάνω υπόψη μου, οτιδήποτε ανέφεραν οι συνηγόρων αμφοτέρων των πλευρών στις αγορεύσεις τους, οι οποίες ουσιαστικά περιορίστηκαν στο σχολιασμό της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε και στην υπόδειξη των, κατά την άποψη τους, αντιφάσεων στη μαρτυρία του κάθε μάρτυρα με τις αντίστοιχες εισηγήσεις περί αποδοχής της εκδοχής της πλευράς που εκπροσωπούσαν. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ: Στην παρούσα υπόθεση ως ποινική υπόθεση, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Χαρίτωνος κ.α ν. Δημοκρατίας

(1971)2 C.L.R 40. Αποτελεί νομική αρχή ότι έργο της κατηγορούσας αρχής είναι να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν αυτές είναι (βλ. Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 AAΔ 71) . Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Ευριπίδου,
(2002)2 AAΔ 246, επισημάνθηκαν τα εξής: « Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικαστεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής». Η κατηγορία της κοινής επίθεσης στηρίζεται στο άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα το οποίο διαλαμβάνει τα εξής: «Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος ....» Επίθεση αποτελεί οποιαδήποτε πράξη που σκόπιμα ή απερίσκεπτα προκαλεί σε κάποιο άλλο την αντίληψη πως απειλείται με άμεση και παράνομη βία. Η έννοια της περικλείει και την πραγματική ή σκοπούμενη χρήση παράνομης βίας σε αυτόν χωρίς την συναίνεση του. Μπορεί να διαπραχθεί ακόμα και χωρίς κάποιος να αγγιχθεί, όταν δε επέλθει ανεπιθύμητη σωματική επαφή, αυτή από μόνη της αρκεί όσο ανεπαίσθητη και αν είναι η εξασκηθείσα βία. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να συνοδεύεται από εχθρική πρόθεση που είναι υπολογισμένη να προκαλέσει την αίσθηση της απειλής για χρήση βίας στο μυαλό του άλλου προσώπου διαφορετικά η επίθεση δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί (βλέπε Georgiou v. The Police
(1961)2 CLR 254, Fairclough v. Whipp
(1951)2 All E.R. 834, Archbold, παρ. 19-166, Gour's, The Penal Law of India 10η έκδοση). O κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, επικαλείται αυτοάμυνα. Στην υπόθεσης Γιάλλουρος ν Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 320 στην σελ. 325, αναφορικά με την υπεράσπιση της αυτοάμυνας, αναφέρθηκαν τα εξής: « Το θέμα της αυτοάμυνας, σε μια υπόθεση όπως την παρούσα είναι από τις σημαντικές υπερασπίσεις. Μάλιστα από τη στιγμή που εγείρεται τέτοια υπεράσπιση το βάρος είναι στην Κατηγορούσα Αρχή να την αποκλείσει και μάλιστα στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας». Συνεπώς δεν είναι στον κατηγορούμενο να αποδείξει τον ισχυρισμό αυτό αλλά στην Κατηγορούσα Αρχή να αποκλείσει την αυτοάμυνα και μάλιστα στο επίπεδο που αναφέρθηκε πιο πάνω δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Οι αρχές που διέπουν την αυτοάμυνα αναφέρθηκαν με σαφήνεια σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Μηλιώτης ν. Αστυνομίας
(1971)2 CLR 292, Μαιφόσιης ν. Αστυνομίας
(1978)2 CLR 9, Καλλίσιης ν. Αστυνομίας
(1981)2 CLR 143 και Likishvilli άλλως Λάτο ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 351 Ιωάννης Μαραγκός ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 251 και Γιάλλουρος ν Αστυνομίας (πιο πάνω). Στην υπόθεση Μαραγκός (πιο πάνω), στην σελ. 255 αναφέρθηκαν τα εξής σε σχέση με την αυτοάμυνα: «Η άμυνα είναι δικαίωμα που καθιστά τη χρήση βίας για αποτροπή επίθεσης, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, νόμιμη. Η αμυντική πράξη δεν είναι, υπό τέτοιες συνθήκες, ποινικά κολάσιμη. Πρέπει να λεχθεί, ότι μια τέτοια θεώρηση λειτουργεί, προς όφελος κατηγορούμενου γιατί με την έγερση του θέματος, αυτός δεν αναλαμβάνει το παραμικρό βάρος απόδειξης. Είναι ευθύνη της Κατηγορούσας Αρχής να εξουδετερώσει το ενδεχόμενο να αμύνθηκε για να παρεμποδίσει την απειλούμενη σε βάρος του βιαιοπραγία». Για τη διαπίστωση του ευλόγου της βίας του χρησιμοποιήθηκε λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων δεν είναι απαραίτητο ο κατηγορούμενος να προσπάθησε να οπισθοχωρήσει ή να κατευνάσει ένα καυγά αν και μια τέτοια μια τέτοια μαρτυρία, αν υπάρχει, ενδέχεται να είναι καθοριστική για την κρίση του Δικαστηρίου (βλ.R.V. Bird 1985 2 All E.R. 513). Περαιτέρω αν η βία που χρησιμοποιήθηκε ήταν εύλογη, ο κατηγορούμενος δικαιούται να υπερασπιστεί όχι μόνο τον εαυτό του ή μέλος της οικογένειας του αλλά ακόμη και ένα εντελώς ξένο άτομο αν ο ξένος υφίσταται παράνομη επίθεση από άλλους (βλ. R. Duffy
(1966)1 All. E. R 62). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Κατά την ακροαματική διαδικασία είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις που έδιναν, την συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους και αξιολόγησα αυτή αντιπαραβάλλοντας την επίσης και με σύνολο της μαρτυρίας που προσκομίστηκε, και με επίγνωση της διάκρισης μεταξύ ευρημάτων αξιοπιστίας και βάρους απόδειξης. Παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, τους οποίους και έλαβα υπόψη μου κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες, οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις, τα όσα γνώριζε ο κάθε ένας για τα διαδραματισθέντα κατά τον ουσιώδη χρόνο και περίοδο. H Μ.Κ.1, στις 10.11.2009 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 2) και ακολούθως την ίδια ημέρα τον κατηγόρησε γραπτώς (Τεκμήριο 3). Όπως η ίδια ανάφερε στην αντεξέταση της, ήταν αυτή η εξεταστής της υπόθεσης αλλά δεν μετέβη στο μέρος και ότι γνωρίζει για την υπόθεση είναι μέσα από τις μαρτυρίες. Για ότι η μάρτυρας ανέφερε στο Δικαστήριο και σχετίζεται με τις δικές της ενέργειες, η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Σε ότι αφορά τα ουσιώδη για την υπόθεση γεγονότα, εκ των πραγμάτων, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει οτιδήποτε και η μαρτυρία της δεν μπορεί να βοηθήσει το Δικαστήριο ως προς την ανίχνευση των γεγονότων. Ο παραπονούμενος, που είναι και ο βασικός μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής, δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση και έχω σχηματίσει την εντύπωση ότι αυτός δεν είπε στο Δικαστήριο όλη την αλήθεια. Εξέτασα με ιδιαίτερη προσοχή την μαρτυρία του Μ.Κ.2. Από τον τρόπο γενικά που μαρτυρούσε μου έδωσε την εντύπωση ότι κατά τον ουσιώδη για την υπόθεση χρόνο είχε εχθρική διάθεση απέναντι στον κατηγορούμενο, χωρίς όμως να μπορέσω να αντιληφθώ αν αυτή η διάθεση του ήταν κάπως «δικαιολογημένη», αφού ουσιαστικά ο ίδιος, αναίρεσε με την μαρτυρία του τα όσα ανέφερε στην κατάθεση του, περί προηγουμένων του επεισοδίου, που ισχυρίστηκε ότι έγινε, διαφορών με τον κατηγορούμενο και ότι ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που τον έπαιρνε τηλέφωνο και τον ύβριζε. Ο Μ.Κ.1 υπέπεσε επίσης και σε πολλές αντιφάσεις ενώ απόφευγε να απαντήσει σε σημεία όπου αντιλαμβανόταν ότι αυτά που είπε σε προηγούμενο στάδιο ή στην κατάθεση του ήταν αντιφατικά μεταξύ τους και επικαλείτο για να δικαιολογήσει το γεγονός αυτό ότι είχε υποστεί αμνησία, όχι όμως για αυτά που δεν είπε στην κατάθεση του αλλά για αυτά που είπε. Δεν έδωσε εν πάσει περιπτώσει την εικόνα ανθρώπου ειλικρινή και ανθρώπου που έλεγε την αλήθεια. Σε ότι αφορά τις αντιφάσεις που έχω εντοπίσει στην μαρτυρία του, επισημάνω τις ακόλουθες, σημαντικές κατ΄ εμένα: Ενώ ο κατηγορούμενος στην γραπτή του κατάθεση, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, αναφέρει ότι την 4.11.2008 τον πήρε τηλέφωνο στο κινητό του κάποιος Κώστας Καραπίδης, τον οποίο αναγνώρισε στο Δικαστήριο ως τον κατηγορούμενο, και του μιλούσε με έντονο ύψος και τον ύβριζε, στην αντεξέταση ενώ αρχικά υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος τον έπαιρνε τηλέφωνο, στη συνέχεια είπε ότι ένας φίλος δικός του, ο Βαλεντίνος, είχε παρεξήγηση με τον κατηγορούμενο και καθώς μιλούσε ο Βαλεντίνος με τον κατηγορούμενο αυτός, ο Μ.Κ.2 δηλαδή, έπιασε το τηλέφωνο του Βαλεντίνου και μίλησε στον κατηγορούμενο, ο οποίος κατηγορούμενος, τον ύβρισε. Ερωτηθείς στην αντεξέταση του να πει, αν πριν από εκείνη την ημέρα που μίλησε με τον κατηγορούμενο στο τηλέφωνο, τον γνώριζε ή ξανά μίλησε μαζί του, απάντησε όχι. Στην συνέχεια και πάλι στην αντεξέταση του, είπε ότι πριν από την τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον κατηγορούμενο, δεν τον γνώριζε και του ήταν ένας άγνωστος. Στην κατάθεση του ο Μ.Κ.2, σε αντίθεση με τα πιο πάνω αναφέρει ότι με τον κατηγορούμενο είχαν προηγούμενες διαφορές. Στην αντεξέταση του, αρνήθηκε ότι είχαν προηγούμενες διαφορές και για να δικαιολογήσει αυτό που είπε στην κατάθεση του, ότι δηλαδή «Με τον συγκεκριμένο είχαμε προηγούμενες διαφορές», είπε ότι, στην κατάθεση του έχει πράγματα που δεν θυμάται γιατί ήταν χτυπημένος στην κλινική. Ερωτηθείς στη συνέχεια αν τα έβγαλε από το μυαλό του αυτά που είπε στην κατάθεση του, απάντησε «είχε πράγματα που δεν έλεγα είχα πάθει μια μικρή αμνησία». Ερωτηθείς στη συνέχεια να πει αν εκείνα που έλεγε στην κατάθεσε του τα θυμόταν και τα έλεγε απάντησε, ναι . Αναφορικά με αυτό που είπε στην κατάθεση του για προηγούμενες διαφορές με τον κατηγορούμενο, σε σχέση με αυτό που είπε στην αντεξέταση του ότι δηλαδή δεν είχαν διαφορές, ερωτηθείς πότε λέει την αλήθεια απάντησε «τώρα», ερωτηθείς και πάλι γιατί είπε στην κατάθεση του ότι είχαν προηγούμενες διαφορές με τον κατηγορούμενο το απέδωσε ξανά σε αμνησία Θα μπορούσα να αποδεχτώ την θέση του Μ.Κ.2, περί «αμνησίας», για κάτι το οποίο δεν είπε, ή θυμήθηκε μετά που έδωσε την κατάθεση του, όχι όμως για κάτι που είπε. Παρά ταύτα στο Τεκμήριο 6 που είναι η ιατρική έκθεση, δεν καταγράφεται οτιδήποτε που να σχετίζεται με με την μνήμη του Μ.Κ.2 ή κάτι το οποίο τον επηρέαζε με αποτέλεσμα να λέει πράγματα ότι είχαν συμβεί ενώ στην πραγματικότητα δεν είχαν συμβεί. Στο μόνο που μπορώ να αποδώσω, την πιο πάνω συμπεριφορά του είναι στην ανειλικρίνεια του. Ενώ με τον κατηγορούμενο, παραδέχτηκε αρχικά στην αντεξέταση του ότι δεν είχε καμία άλλη επαφή πέραν της τηλεφωνικής, δηλαδή που πήρε το τηλέφωνο από τον φίλο του τον Βαλεντίνο και του μίλησε, ερωτηθείς γιατί πήγε να βρει τον κατηγορούμενο στο σχολείο του, απάντησε ως εξής: «να περνά πρώτη ημέρα να με ξατιμάζει, δεύτερη, τρίτη το ίδιο, εσηκώστηκα να πάω να το ήβρω». Συνεπώς αυτό το οποίο ο Μ.Κ.2, υποστήριξε, είναι ότι ο κατηγορούμενος για 3 συνεχής ημέρες η φορές τον ύβριζε, συνεπώς ότι δηλαδή είχαν επαφή. Επίσης στην κατάθεση του αναφέρει: «Να σου αναφέρω ότι ο με προκαλεί εδώ και καιρό». Το ότι ο ίδιος, ο Μ.Κ.2, πήγε να βρει τον κατηγορούμενο στο σχολείο του έρχεται σε αντίφαση με αυτό που είπε στην κατάθεση του, ότι δηλαδή, ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που τον «προσκάλεσε» στο σχολείο του λέγοντας του «Αν είσαι άντρας έλα αύριο στο σχολείο μου». Σε ότι αφορά το περιστατικό, στην αντεξέταση του, είπε ότι πήγε στο σχολείο του Κώστα μαζί με 3 - 4 φίλους του και ο ίδιος πήρε τηλέφωνο τον Κώστα, ο Κώστας βγήκε έξω με 3 - 4 παρέες του, του είπε ένα λεπτό, φώναξε τους άλλους και άρχισε ο καυγάς. Στην κατάθεση του αναφέρει ότι όταν πήγαν στο σχολείο του κατηγορούμενου, ο κατηγορούμενος ήταν ήδη έξω και τον περίμενε μαζί με αρκετά άλλα πρόσωπα, τον αριθμό τον οποίο καθόρισε σε 50 - 60, ερωτηθείς σχετικά. Ο Μ.Κ.2 τόσο στην κατάθεση (Τεκμήριο 5) του όσο και στην αντεξέταση του είπε ότι τον πάτησε στον λαιμό και στο κεφάλι κάποιος από το Α' Λύκειο, χωρίς όμως να αναφέρει ούτε στην πρώτη, ούτε στην δεύτερη περίπτωση, οτιδήποτε για τον κατηγορούμενο, ερωτηθείς στην αντεξέταση του αν αυτός ήταν ο Κώστας, δηλαδή αυτός που τον πάτησε ο Μ.Κ.2, απάντησε, τα εξής αντιφατικά «τζαι ότι ο Κώστας με πάτησε, αλλά τζίνος που με πάτησε ήταν ένα παρέας του Κώστα». Απαντώντας, σε ερώτηση αν ο Κώστας τον χτυπούσε, ο Μ.Κ.2 είπε «ήταν φυσιολογικό να με χτυπήσει, κάμνουμε καυγά τζαί δεν θα με χτυπήσει». Με την απάντηση αυτή του μάρτυρα, είναι εμφανές ότι υπολογίζει, ότι τον χτύπησε ο Κώστας. Είναι παραδεκτό ότι στις 6.11.2008 ο Μ.Κ.2, είχε τραυματιστεί και επίσης ότι είχε υποστεί επίθεση από διάφορα πρόσωπα. Στην προκειμένη όμως, το ζητούμενο είναι αν ο κατηγορούμενος ήταν ένα από αυτά τα πρόσωπα. Ενόψει των πιο πάνω αντιφάσεων που εντόπισα στην μαρτυρία του Μ.Κ.2, καθώς και της εικόνας που αποκόμισα από αυτόν ενώ έδιδε μαρτυρία ενόρκως, είμαι βέβαιη ότι δεν κατάθεσε την αλήθεια ενώπιον του δικαστηρίου και ειδικότερα σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο άρχισε, και εξελίχθηκε το όλο επεισόδιο μεταξύ αυτού, του κατηγορούμενου και άλλων προσώπων. Από τα όσα πιο πάνω έχω αναφέρει, η μαρτυρία του Μ.Κ.2, ως η μόνη ουσιαστική μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, δεν μπορεί να γίνει αποδεχτεί ως αξιόπιστη μαρτυρία αποδίδουσα την πραγματικότητα. Ο κατηγορούμενος εγείρει την υπεράσπιση της αυτοάμυνας και όπως πιο πάνω αναφέρεται, «Είναι ευθύνη της Κατηγορούσας Αρχής να εξουδετερώσει το ενδεχόμενο να αμύνθηκε για να παρεμποδίσει την απειλούμενη σε βάρος του βιαιοπραγία» Υπό τις περιστάσεις, η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, με όλες τις πιο πάνω ελλείψεις, κενά και διαπιστώσεις που αφορούν την αξιοπιστία του Μ.Κ.2, καθιστούν αδύνατη την επιτυχία εξουδετέρωσης του πιο πάνω ενδεχόμενου. Από την άλλη, ο κατηγορούμενος, ο οποίος έδωσε ένορκη κατάθεση, μου έκανε πολύ καλή εντύπωση και υποστήριξε την εκδοχή του μέχρι τέλος και σε πλήρη συνάφεια και αρμονία με την αρχική κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία. Αποδέχομαι ότι η εκδοχή του κατηγορούμενου είναι αυτή που ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ενόψει και της καλής εντύπωσης που μου δημιούργησε ενώ κατάθετε ενόρκως. Ήταν σταθερός στην μαρτυρία του και πειστικός με τον τρόπο που κατέθετε. Η εκδοχή υποστηρίζεται από το γεγονός ότι, αυτός που φαίνεται να είχε πρόθεση και εχθρική διάθεση εναντίον του, ήταν ο ίδιος ο Μ.Κ.2, αυτό προκύπτει και από ότι ο Μ.Κ.2 το θεώρησε υποχρέωση του να λύσει την διαφορά που είχε με τον φίλο του Βαλεντίνο όταν μιλούσαν στο τηλέφωνο αλλά και ότι ο ίδιος πήγε να βρει στον κατηγορούμενο στο σχολείο του. Συνεπώς η αντίδραση του κατηγορούμενου, να αρπάξει τον Μ.Κ.2 με τα χέρια του, όταν ο τελευταίος του επιτέθηκε με γροθιά στο στήθος που είχε ως με αποτέλεσμα να χάσει την ισορροπία του και στη συνέχεια αφού έπεσαν στο έδαφος και ο M.K.2 εξακολουθούσε να τον χτυπά, αυτός, o κατηγορούμενος δηλαδή να τον χτυπήσει στην προσπάθεια του να απελευθερωθεί, κρίνω ότι ήταν εύλογες και επιτρεπτές υπό τις περιστάσεις πράξεις άμυνας. Με γνώμονα όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει την κατηγορία εναντίον του κατηγορούμενου και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος αθωώνεται στην κατηγορία. Τα έξοδα της διαδικασίας εκ €95.- να καταβληθούν από την Δημοκρατία. (Υπ.)......... Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.