← Κύπρος

Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κάτω Πάφου ν. Χαράλαμπου Λεοντίου Μιλτιάδους, Αρ. Υπόθεσης: 7351/12, 27/11/2012

Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κάτω Πάφου ν. Χαράλαμπου Λεοντίου Μιλτιάδους, Αρ. Υπόθεσης: 7351/12, 27/11/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:B58 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7351/12 Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κάτω Πάφου Παραπονουμένων εναντίον Χαράλαμπου Λεοντίου Μιλτιάδους Κατηγορουμένου ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 27/11/2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους παραπονούμενους: κα Σωτηρούλλα Σταυρή - Σωκράτους Για τον κατηγορούμενο: κος Αλέξανδρος Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος : παρών ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά 35 κατηγορίες και που αφορούν πράξη καταδολίευσης εξ΄ αποφάσεως πιστωτών, κατά παράβαση των περί Καταδολίευσης του εκ Δικαστικής Αποφάσεων Πιστωτού Νόμου Ν. 60

(1)/08 άρθρα 2, 3
(1)γ, 3, 4, 4
(1)
(2)
(3)και του άρθρου 84
(1), 87
(1), 90
(1), 91 Α(1, 2 και 3), 91Β
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, όπως αυτός τροποποιήθηκε από τον περί Πολιτικής Δικονομίας ( τροποποιητικός αρ. 2) νόμος 134
(1)/1999 άρθρα 3 και 4 με την αντικατάσταση των μερών VII και XI και άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 καθώς και επί του άρθρου 3 του περί Δικαστηρίων (Προσωριναί Διατάξεις) Ν. 43/
  1. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος κατά ή περί τις 10/8/2008 μέχρι τις 10/6/2011 στην Πάφο της Επαρχίας Πάφου ως εξ΄ αποφάσεως οφειλέτης δυνάμει δικαστικής απόφασης ημερ. 27/2/2006 η οποία λήφθηκε στα πλαίσια της υπ΄ αριθμόν Γενικής Αίτησης 78/06 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, προς καταδολίευση της εξ΄ αποφάσεως πιστωτού Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κάτω Πάφου εκ Πάφου, παρέλειψε να καταβάλει το ποσό των € 170,86 σεντ ( Λ.Κ. 100) το οποίο έχει υπολογιστεί ως δίκαια και εντός των οικονομικών δυνατοτήτων του μηνιαία δόση, και διατάχθηκε να καταβάλει το εν λόγω ποσό κάθε μήνα από 10/8/2008 και κάθε δέκατη ημέρα κάθε επόμενου εκάστου μηνός μέχρι την 10/6/2011 και μέχρι εξόφλησης του εξ αποφάσεως χρέους του δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 20/6/2007 το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της ως άνω αναφερόμενης Γενικής Αίτησης. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης δήλωσε ως παραδεχτά γεγονότα και έγγραφα, αποδεχόμενες και οι δύο πλευρές την αλήθεια του περιεχομένου των τεκμηρίων 1 και 2 με τα οποία συμφώνησε και η ευπαίδευτη συνήγορος των παραπονουμένων και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, τα πιο κάτω: Α) έχει εκδοθεί διάταγμα παραλαβής εναντίον του κατηγορουμένου στις 12/9/2008 και επίσης διάταγμα πτώχευσης στις 22/12/
  2. Β) Σύμφωνα με το τεκμήριο 1 το οποίο κατατέθηκε εκ συμφώνου και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του, στις 27/2/2006 εκδόθηκε διάταγμα εγγραφής και εκτέλεσης στα πλαίσια της γενικής αίτησης 78/06 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 29/7/2005 εναντίον του κατηγορουμένου και άλλων καθ΄ ων η αίτηση, σύμφωνα με την οποία διαιτητική απόφαση ο κατηγορούμενος αποφασίστηκε όπως πληρώσει στους παραπονούμενους το ποσό των Λ.Κ. 1,612,66 πλέον τόκοι 9%, πλέον έξοδα Λ.Κ.
  3. Επίσης στα πλαίσια του διατάγματος ημερομηνίας 27/2/2006 ο κατηγορούμενος διατασσόταν να καταβάλει στους παραπονούμενους τα έξοδα της αίτησης και έκδοσης του διατάγματος που ανέρχονταν σε Λ.Κ. 133,50 σεντ πλέον τόκο προς 8% τον χρόνο από 27/1/2006 μέχρι εξόφλησης, πλέον Φ.Π.Α πλεόν Λ.Κ. 9 έξοδα επίδοσης. Γ) Σύμφωνα με το τεκμήριο 2 το οποίο κατατέθηκε εκ συμφώνου και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του, στις 20/6/2007 ο κατηγορούμενος στα πλαίσια της γενικής αίτησης με αριθμό 78/06 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, διατάχθηκε όπως πληρώσει το πιο πάνω χρέος του με μηνιαίες δόσεις από Λ.Κ. 50 κάθε 1η δόση πληρωτέα την 10/7/2007 και μετέπειτα κάθε 10 κάθε επόμενου μήνα μέχρι 10/12/07 και από 10/1/2008 Λ.Κ. 100 μηνιαίως την 10ην ημέρα κάθε επόμενου μήνα και κάθε μήνα μέχρι εξόφληση, πλέον Λ.Κ. 112, 50 έξοδα αίτησης και εκδοθέντος διατάγματος, πλέον τόκους προς 8% τον χρόνο από 30/5/2007 μέχρι εξόφλησης, πλεόν Φ.Π.Α. πλέον Λ.Κ. 30 έξοδα επίδοσης. Ως Μ.Κ 1 κατέθεσε η κα Μαρία Φιλίππου. Ανέφερε ότι εργάζεται στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κάτω Πάφου και ως προς τα καθήκοντα της ανέφερε ότι είναι στο τμήμα δανείων και διερευνά τα προβληματικά δάνεια που περιλαμβάνουν και Δικαστικές Αποφάσεις. Ο κατηγορούμενος καθυστερεί 35 δόσεις από 10/8/08 μέχρι 10/6/2011 και η κάθε δόση ήταν Λ.Κ. 100 ήτοι € 170,86 σεντ. σύνολο € 5,980,10 σεντ και κατέθεσε προς αυτόν τον σκοπό την σχετική κατάσταση λογαριασμού - τεκμήριο
  4. Ο κατηγορούμενος στην εν λόγω διαιτητική απόφαση είναι πρωτοφειλέτης. Περιγράφοντας τις πιστώσεις, η μάρτυρας ανέφερε ότι έγινε κατάθεση από τον κ. Ανδρέα Κυριάκου για το ποσό των € 1,000 και κατάθεση επιταγής από τον κ. Παναγιώτη Χρίστου επίσης για το ποσό των € 1,000 οι οποίοι είναι εγγυητές και που αφορούσαν έξοδα αίτησης πτώχευσης € 588, 80 σεντ όπως φαίνεται στο τεκμήριο 3 11/7/2008 και τα υπόλοιπα αφαιρέθηκαν από το κεφάλαιο, ήτοι τα έξοδα αίτησης πτώχευσης αφορούσαν τους εγγυητές και έχουν αφαιρεθεί απί τις € 2,000 που κατατέθηκαν από τους εγγυητές και ήταν δύο οι αιτήσεις πτώχευσης. Αναλύοντας το τεκμήριο 3, ανέφερε ότι το ποσό των € 2,755,39 σεντ αντιστοιχεί στο ποσό των Λ.Κ. 1,612,66 σεντ, τα έξοδα της διαιτησίας ήταν Λ.Κ. 46 ήτοι € 78,60 σεντ και τα έξοδα εγγραφής διαιτητικής απόφασης είναι από Λ.Κ. 133,50 σεντ πλέον Φ.Π.Α. και Λ.Κ. 9 έξοδα επίδοσης που ήταν € 269,41 σεντ όπως φαίνεται στο εν λόγω τεκμήριο στο οποίο φαίνονται και τα έξοδα των αίτησης μηνιαίων δόσεων και ο λογαριασμός έχει χρεωθεί. Η μάρτυρας ανέφερε ότι σύμφωνα με πληροφορίες που είχε από συναδέλφους της και από τους εγγυητές του κατηγορουμένου, είναι οδηγός ΤΑΞΙ. Ο κατηγορούμενος δεν πλήρωσε καμία δόση με βάση το διάταγμα και οι παραπονούμενοι έστελναν επιστολές και τηλεφωνούσαν, αλλά ο κατηγορούμενος αγνοούσε να προσέλθει στην τράπεζα και τους έλεγε να περιμένουν και έδειχναν ανοχή ως συνεργατικό ίδρυμα, όμως ο κατηγορούμενος αμελούσε να προσέλθει. Ο κατηγορούμενος δεν υπέβαλε αίτηση για ακύρωση και τροποποίηση του διατάγματος διότι δεν επιδόθηκε στους παραπονούμενους κάτι για μείωση ή ακύρωση του διατάγματος. Ο κατηγορούμενος δηλώνει και το ξέρει και η μάρτυρας από τον εγγυητή του κατηγορουμένου τον κ. Παναγιώτη Χρίστου, ότι είναι ακόμα οδηγός ΤΑΞΙ. Όταν ερωτήθηκε κατά πόσο γνωρίζει εάν ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει πρόβλημα υγείας, ανέφερε ότι οι εγγυητές του κατηγορούμενου αλλά και οι συνάδελφοι της λένε ότι δεν τους έχει αναφερθεί κάτι για αυτό. Οι παραπονούμενοι ζητούν την καταδίκη του κατηγορουμένου, τα έξοδα και την καταβολή των οφειλόμενων ποσών. Ετοίμασε η ίδια το τεκμήριο 3 και αναγνώρισε επί αυτού την υπογραφή της και ανέφερε ότι ήθελε να ξέρει ότι τα ποσά είναι ορθά υπολογισμένα με βάση την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης πλέον τόκοι όπως αναγράφονται στα διατάγματα, τόκοι, δικηγορικά έξοδα και οι καταθέσεις που έγιναν από τους δύο εγγυητές και το κεφάλαιο. Μετά την καταχώρηση της υπόθεσης δεν πληρώθηκε κανένα ποσό από κανένα εγγυητή και ούτε μετά την σύνταξη του τεκμηρίου
  5. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι είδε το κατηγορητήριο και ότι το σύνολο των κατηγοριών είναι 35 προς Λ.Κ. 100 ή € 170,86 σεντ η κάθε μια και στο σύνολο τους είναι Λ.Κ. 3,500 ή € 5,980,10 σεντ. Όταν ερωτήθηκε ποιο ήταν το υπόλοιπο του λογαριασμού στις 10/6/2011, ανέφερε ότι έχει σημασία οι δόσεις υπολογίστηκαν με βάση το υπόλοιπο που υπήρχε κατά την καταχώρηση της υπόθεσης στις 16/5/2012 και που ανερχόταν στις € 6,024,64 σεντ πλέον τόκοι, αλλά στις 10/6/2011 το οφειλόμενο ποσό ήταν € 5,091,88 σεντ πλέον τόκοι από 1/1/2011 μέχρι 10/6/2011 και συνεπώς το χρέος στις 10/6/2011 ανερχόταν στις € 5,294,02 σεντ. Οι προηγούμενες δόσεις πριν την 10/8/2008 δεν έχουν πληρωθεί. Οι παραπονούμενοι επικοινωνούσαν με τον κατηγορούμενο αλλά αυτός αμελούσε να προσέλθει παρόλο που έλεγε ότι θα το έκαμνε, αγνοούσε τις επιστολές και τα τηλεφωνήματα, δεν έχουν εγκαταλειφθεί αυτές οι δόσεις που ήταν πριν τις 10/8/2008 αλλά ως Συνεργατική θεωρούνται ως πιο ανθρώπινοι και δίνουν πίστωση όπως έγινε και στην παρούσα υπόθεση και θεωρήθηκε ως μη αναγκαίο να γίνει από τότε η ποινική υπόθεση. Έχει γίνει και κατάθεση από τους εγγυητές που κάλυψε μέρος του κεφαλαίου και από τότε δεν διεκδίκησαν τις προηγούμενες δόσεις διότι εάν το έκαναν θα ζητούσαν πιο πολλά χρήματα από τον κατηγορούμενο. Διευκρίνησε ότι οι προηγούμενες δόσεις πριν την 10/8/2008 και που αφορούν ποσό € 1,623,17 σεντ, δεν έχουν εγκαταλειφθεί αλλά απλά δεν τις διεκδικούν αυτήν την στιγμή. Όταν ερωτήθηκε επί του τεκμηρίου 3 τι αντιπροσωπεύει το ποσό των € 999,92 σεντ, ανέφερε ότι είναι δικηγορικά έξοδα αλλά δεν είχε τον φάκελλο του πελάτη μαζί της για να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες αλλά διευκρίνησε ότι αφορά χρέωση μελλοντικής ημερομηνίας από τις δόσεις για τις οποίες κατηγορείται ο κατηγορούμενος. Όταν ερωτήθηκε επί του τεκμηρίου 3 τι αντιπροσωπεύει το ποσό των € 474,50 σεντ με ημερομηνία 10/4/2012, δήλωσε άγνοια. Το ποσό των € 588, 80 σεντ που αναγράφεται επί του τεκμηρίου 3 αφορά τα έξοδα της αίτησης πτώχευσης των εγγυητών και όχι τον κατηγορούμενο. Αναφορικά με τις πληροφορίες που είχε για την εργασία του κατηγορούμενου ήταν εντός των τελευταίων ημερών και δεν αφορούσαν τα παλιά. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν ήρθε να πει στους παραπονούμενους ότι κηρύχθηκε σε πτώχευση και όταν η μάρτυρας ερωτήθηκε εάν οι τράπεζες πληροφορούνται από τον Επίσημο Παραλήπτη αν κάποιος κηρυχθεί σε πτώχευση, ανέφερε ότι δεν εστάληκε κάτι προς τους παραπονούμενους αλλά ούτε και οι εγγυητές τους ανέφεραν κάτι. Ο κ. Παναγιώτης Χρίστου, ο οποίος είναι εγγυητής του κατηγορούμενου και πελάτης των παραπονουμένων, ανέφερε στους παραπονούμενους τηλεφωνικώς και προσωπικά ότι ο κατηγορούμενος εργάζεται ως οδηγός ΤΑΞΙ. Όταν της υποβλήθηκε η θέση ότι ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει αρκετά προβλήματα υγείας, ανέφερε ότι από ότι γνωρίζει από τους συναδέλφους της και πιο συγκεκριμένα από την τομεάρχη της την κα Έλενα Χαραλάμπους, αλλά και από τους εγγυητές του κατηγορουμένου, ο κατηγορούμενος εργαζόταν κανονικά και δεν υπήρχε πρόβλημα υγείας που να μην του επιτρέπουν να εργάζεται. Όταν της υποβλήθηκε η θέση ότι οποιαδήποτε πληροφόρηση είχε για τον κατηγορούμενο αυτή δεν είναι έγκυρη και σωστή διότι ο κατηγορούμενος είχε προβλήματα υγείας, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν ανέφερε στους παραπονούμενους οτιδήποτε αλλά ούτε και ο κατηγορούμενος έκανε αίτηση για τροποποίηση ή ακύρωση του διατάγματος και ότι απλά αμελούσε ο κατηγορούμενος να πληρώσει τις δόσεις. Η μάρτυρας ανέφερε ότι για τουλάχιστον δύο χρόνια είναι υπεύθυνη στο τμήμα της και ο κατηγορούμενος δεν της ανέφερε ότι έχει οποιοδήποτε οικονομικό πρόβλημα ή πρόβλημα υγείας. Ως προς το επιτόκιο που γινόταν η χρέωση αυτό ανερχόταν στο ποσό των 9%. Όταν της υποβλήθηκε η θέση ότι δεν ήταν σε θέση να δώσει πληροφορίες για κάποιες χρεώσεις, ανέφερε ότι την στιγμή που κατέθετε δεν είχε κάτι στην κατοχή της και ότι θεωρεί ότι ήδη απάντησε σε υποβληθείσες θέση ότι οι παραπονούμενοι εγκατέλειψαν τις αρχικές 12 δόσεις και ότι ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας. Επανεξεταζόμενη ανέφερε ότι στο ποσό των € 5,294,02 σεντ συμπεριλαμβάνονται και οι τόκοι μέχρι τις 10/6/
  6. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της Μ.Κ. 1, οι παραπονούμενοι έκλεισαν την υπόθεση τους και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος επέλεξε όπως μην κλητεύσει μάρτυρες και προέβη σε ανώμοτη δήλωση λέγοντας ΄΄ είμαι αθώος΄΄. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναμφίβολα, η νομική βάση που εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση, είναι η αυτή των άρθρων 3
(1)(γ)
(2)του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμο 60
(1)2008 τα οποία προνοούν τα ακόλουθα: <<
(3)
(1)Οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους (γ) παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 4>>.
(2)Ουδεμία δίωξη ασκείται, δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου 1 εναντίον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, εκτός εάν αυτός παραλείπει να καταβάλει την πληρωμή τουλάχιστον τριών δόσεων. Νοείται ότι σε περίπτωση που οι δόσεις που υπολείπονται προς εξόφληση του χρέους είναι λιγότερες από τρεις, δύναται να ασκηθεί ποινική δίωξη αν παραλείπει να καταβάλει οποιαδήποτε δόση>>. Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 2 του πιο πάνω νόμου, εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής, εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης, εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος και διάταγμα πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, έχουν την έννοια που αποδίδεται δυνάμει του άρθρου 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Μέσα λοιπόν από τις πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις, συνάγεται ότι οι παραπονούμενοι θα πρέπει να αποδείξουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα πιο κάτω συστατικά στοιχεία του αδικήματος: Α) ότι οι παραπονούμενοι είναι εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτές, με την έννοια που αποδίδεται δυνάμει του άρθρου 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Β) ότι ο κατηγορούμενος είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης, με την έννοια που αποδίδεται δυνάμει του άρθρου 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Γ) ότι υπάρχει εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος, το οποίο βεβαίως να μην έχει ακόμα εξοφληθεί, με την έννοια που αποδίδεται δυνάμει του άρθρου 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Δ) ότι υπάρχει διάταγμα πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, με την έννοια που αποδίδεται δυνάμει του άρθρου 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Ε) ότι ο κατηγορούμενος παρέλειψε να καταβάλει στους παραπονούμενους κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής, τουλάχιστον τρεις δόσεις, εκτός εάν το οφειλόμενο χρέος που υπολείπεται για να εξοφληθεί, είναι ολιγότερο από το ποσό που αντιστοιχεί σε τρεις δόσεις και ο κατηγορούμενος παραλείπει να τις καταβάλει αυτές. Εφ΄ όσον οι παραπονούμενοι αποδείξουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα πιο πάνω αναφερόμενα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, τότε ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αποδείξει με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, την υπεράσπιση που προνοεί το άρθρο
(3)4(γ) του ιδίου νόμου που προνοεί τα ακόλουθα: <<
(4)Σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία για αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1)αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο αν αποδείξει: (γ) προκειμένου περί κατηγορίας δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1), ότι έχει συμμορφωθεί με το διάταγμα πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις ή ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σ' αυτόν.» Προτού προχωρήσω για να εξετάσω κατά πόσο οι παραπονούμενοι απέδειξαν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα πιο πάνω αναφερόμενα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, θα εξετάσω κατά πόσο ο κατηγορούμενος έχει αποδείξει με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, οιανδήποτε από τις υπερασπίσεις που του παρέχει η νομοθετική διάταξη του άρθρου
(3)4(γ) του πιο πάνω νόμου. Εν΄ όψει του γεγονότος ότι η κατηγορούμενος δεν κατέθεσε ενόρκως αλλά ούτε και κάλεσε οποιονδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης, κρίνω ότι ο κατηγορούμενος απέτυχε να αποδείξει οιανδήποτε από τις υπερασπίσεις που προνοούνται στον εν λόγω νόμο, διότι δεν υπάρχει καν σχετική μαρτυρία επί τούτου. Εν τούτοις, αυτό δεν σημαίνει ότι οι παραπονούμενοι απέδειξαν αυτομάτως την υπόθεση τους και συνακόλουθα το Δικαστήριο θα εξετάσει με βάσει με βάση την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του και την αξιολόγηση που θα κάνει, κατά πόσο οι παραπονούμενοι απέδειξαν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αποδειχτικά αποδεχτή μαρτυρία, όλα τα πιο πάνω αναφερόμενα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή την μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά της στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία της με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχε να παρακολουθήσει τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια της, τη μνήμη και τους λόγους που είχε για να θυμάται ή να πιστεύει αυτά για τα οποία κατέθετε, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων της ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Όσον αφορά την επιλογή του κατηγορουμένου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ,κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι αυτό αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση η επιλογή του αυτή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία της, είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι η χωρίς όρκο δήλωση ενός κατηγορούμενου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 CLR 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές που διέπουν το ζήτημα της ανώμοτης δηλωσης, το ούτως ή άλλως καθήκον των παραπονουμένων να αποδείξουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του κατηγορουμένου, το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης αλλά και της απουσίας προσκόμισης οποιασδήποτε μαρτυρίας εκ μέρους της υπεράσπισης, το Δικαστήριο δεν δύναται να προσδώσει στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου οποιαδήποτε βαρύτητα. Η Μ.Κ 1 άφησε πολύ θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο διέκρινε μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να πει την αλήθεια και να παραθέσει στο Δικαστήριο το όλο πλέγμα γεγονότων που ενέπιπτε στην σφαίρα της δικής της γνώσης και αποκάλυπτε την πηγή των γνώσεων της όταν αυτό δεν ήταν προιόν της άμεσης προσωπικής της γνώσης όπως είναι π.χ. η εργασία του κατηγορουμένου. Δεν δίστασε να παραδεχθεί την στιγμή που έδιδε μαρτυρία ότι δεν ήταν σε θέση να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες για συγκεκριμένα ποσά και που συνίσταντο σε δικηγορικά έξοδα. Έδωσε όμως διαφωτιστικές απαντήσεις για την ακριβή πορεία του εξ΄ αποφάσεως χρέους μέχρι σήμερα αλλά και σε συγκεκριμένες επίδικες περιόδους. Η αξιοπιστία της δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση αλλά απεναντίας στο στάδιο της αντεξέτασης και δια μέσου των ερωτήσεων από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης, έδωσε μια ακόμα πληρέστερη και διαφωτιστική εικόνα στο Δικαστήριο από αυτή που υπήρχε κατά την κύρια εξέταση, βοηθώντας έτσι το Δικαστήριο να έχει μια αποκρυσταλλωμένη εικόνα ως προς το επίδικο χρέος στις επίδικες περιόδους. Η μάρτυρας έδιδε τις απαντήσεις με σαφήνεια, πληρότητα, αμεσότητα και με πηγαίο τρόπο και το Δικαστήριο δεν έχει διακρίνει οποιαδήποτε προσπάθεια προσφυγής στην ασάφεια, στην υπεκφυγή, στην υπερβολή και στο ψεύδος και συνεπώς το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της στην ολότητα της ως αληθή και αξιόπιστη. Βεβαίως, το Δικαστήριο για να εξάξει ασφαλή συμπεράσματα και να διαπιστώσει κατά πόσο οι παραπονούμενοι απέδειξαν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων όπως έχουν καταγραφεί και πιο πάνω, θα πρέπει να υπάρχει το ασφαλές μαρτυρικό υπόβαθρο που να αποδεικνύει ότι κάθε φορά που ο κατηγορούμενος ήταν υπόχρεος να καταβάλει την πιο πάνω μηνιαία δόση, υπήρχε υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό από το εξ΄ αποφάσεως χρέος. Το Δικαστήριο δυνάμει της πιο πάνω μαρτυρίας η οποία κρίθηκε ως αληθή και αξιόπιστη και έχοντας υπ΄ όψην το περιεχόμενο του τεκμηρίου 3, και έχοντας συνεπώς ως δεδομένο ότι, Α) το σύνολο των 35 επίδικων μηνιαίων δόσεων που αντιστοιχούν στις επίδικες περιόδους και που είναι η περίοδος από 10/8/2008 μέχρι τις 10/6/2011 και Β) ότι το ποσό που αντιστοιχεί στις πιο πάνω δόσεις ανέρχεται στο ποσό των € 5,980,10 σεντ και Γ) λαμβάνοντας υπ΄ όψη ότι το οφειλόμενο ποσό στις 10/6/2011, ήτοι την τελευταία επίδικη περίοδο, ανερχόταν χωρίς τους τόκους, στο ποσό των € 5,091,88 σεντ και Δ) λαμβάνοντας υπ΄ όψη ότι το οφειλόμενο ποσό στις 10/6/2011, ήτοι την τελευταία επίδικη περίοδο, ανερχόταν με τους τόκους από 1/11/2011 μέχρι 10/6/2011, στο ποσό των € 5,292,02 σεντ και Ε) λαμβάνοντας υπ΄ όψη ότι από το ποσό των € 5,292,02 σεντ θα πρέπει απαραιτήτως να αφαιρεθεί το ποσό των € 999,92 σεντ το οποίο αντιπροσωπεύει δικηγορικά έξοδα με ημερομηνία χρέωσης 22/12/2008, διότι δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε σαφής μαρτυρία και δικαιολογία για την εν λόγω χρέωση αλλά και επειδή δεν καλύπτεται από το περιεχόμενο του εξ΄ αποφάσεως χρέους και του διατάγματος μηνιαίων δόσεων και Ζ) λαμβάνοντας υπ΄ όψη ότι από το ποσό των € 5,292,02 σεντ θα πρέπει απαραιτήτως να αφαιρεθεί το ποσό των € 588,80 σεντ, διότι αντιπροσωπεύει έξοδα αίτησης πτώχευσης εναντίον όχι του κατηγορουμένου αλλά των εγγυητών του αλλά και επειδή αυτό το ποσό δεν καλύπτεται ασφαλώς από το περιεχόμενο του εξ΄ αποφάσεως χρέους και του διατάγματος μηνιαίων δόσεων και Η) επειδή οι τόκοι που έχουν επιβληθεί στον κατηγορούμενο όπως φαίνεται στο τεκμήριο 3 στις 31/12/2008, 31/12/2009, 31/12/2010 και 31/12/2011 για το ποσό των € 392, 03 σεντ, € 385,71 σεντ, € 420,43 σεντ και € 458,26 σεντ έχουν υπολογιστεί έχοντας υπόψη τα ποσά των € 588, 80 σεντ και € 999,92 σεντ τα οποία θα πρέπει να αφαιρεθούν για τους λόγους που έχουν αναφερθεί και συνεπώς το Δικαστήριο δεν δύναται να λάβει υπόψην του αυτούς τους τόκους για να εξακριβώσει το ακριβές ύψος του εξ΄ αποφάσεως χρέους ως είχε κατά τις επίδικες περιόδους και Θ) έχοντας υπόψη ότι στις 10/8/2008, που είναι και η πρώτη επίδικη περίοδος, υπήρχε σίγουρα υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό καθ΄ ότι υπήρχαν δόσεις που δεν έχουν πληρωθεί και που αντιστοιχούσαν στο ποσό των € 1,623,12 σεντ και Ι) έχοντας υπ΄ όψην ότι στο τεκμήριο 3 αναγράφεται ότι στις 7/11/2008 το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό του εξ΄ αποφάσεως χρέους μετά και από την καταβολή των ποσών των € 2,000, ήτοι από € 1,000 από τους Ανδρέα Κυριάκου και Παναγιώτη Χρίστου αντίστοιχα, ανερχόταν στο ποσό των € 2, 893,79 σεντ και Κ) έχοντας υπ΄ όψην ότι πριν από την καταβολή των ποσών των € 2,000, ήτοι από € 1,000 από τους Ανδρέα Κυριάκου και Παναγιώτη Χρίστου αντίστοιχα, το οφειλόμενο ποσό του εξ΄ αποφάσεως χρέους ανερχόταν στις 24/7/2008 στο ποσό των € 4,893,79 σεντ Λ) έχοντας υπ΄ όψην ότι το ποσό των € 474,50 σεντ που αναγράφεται επί του τεκμηρίου 3 και φέρει ημερομηνία χρέωσης 10/4/2012 δεν μπορεί να αφαιρεθεί από οποιοδήποτε από τα πιο πάνω προαναφερόμενα ποσά διότι αφορά χρέωση που έγινε σε χρόνο μεταγενέστερο των επίδικων περιόδων και ουδόλως επηρεάζει τα εν λόγω ποσά και συνεπώς αγνοείται και Μ) έχοντας κατά νου ότι από την στιγμή που ο κατηγορούμενος διατασσόταν όπως καταβάλει από την 10/7/2007 Λ.Κ. 50 και μετέπειτα κάθε 10 κάθε επόμενου μήνα μέχρι 10/12/07 και από 10/1/2008 Λ.Κ. 100 μηνιαίως την 10ην ημέρα κάθε επόμενου μήνα και κάθε μήνα μέχρι εξόφληση, τότε συνάγεται το μόνο ασφαλές συμπέρασμα ότι το εξ΄ αποφάσεως χρέος του κατηγορουμένου στις 10/8/2008 ανερχόταν στις € 4,893,79 σεντ το οποίο είναι και το ποσό που αναφράφεται στο τεκμήριο 3 και που είναι το τελευταίο υπόλοιπο που φαίνεται πριν τις πληρωμές των εγγυητών του κατηγορουμένου. Συνακόλουθα στις 10/11/2008, όταν δηλαδή ο κατηγορούμενος έπρεπε να καταβάλει την τέταρτη δόση σύμφωνα με το παρόν κατηγορητήριο, το εξ΄ αποφάσεως χρέος του ανερχόταν στο ποσό των € 2,893,79 σεντ μετά και από τις πληρωμές των εγγυητών του κατηγορουμένου. Οι υπόλοιπες χρεώσεις που φαίνονται επί του τεκμηρίου 3 μετά και από την αναγραφή του ποσού των € 2,893,79 σεντ αγνοούνται για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Επομένως από την στιγμή που ο κατηγορούμενος όταν είχαν διαρρεύσει ήδη τέσσερις δόσεις από την 10/8/2008 μέχρι την 10/11/2008 και σε αυτήν την περίοδο υπήρχε εξ΄ αποφάσεως χρέος, το Δικαστήριο θα εξετάσει κατά πόσο το εναπομείναν ποσό των € 2,893,79 σεντ καλύπτει ή όχι όλες τις επόμενες επίδικες κατηγορίες, ήτοι τις κατηγορίες 5 έως
  1. Για να γίνει αυτό θα πρέπει να γίνει ασφαλώς η απαραίτητη διαίρεση και συνεπώς από το αποτέλεσμα της διαίρεσης του ποσού των € 2,893,79 σεντ δια του ποσού της μηνιαίας δόσης που είναι € 170,86 σεντ ( Λ.Κ. 100), συνάγεται ότι το εξ΄ αποφάσεως χρέος καλύπτει τις επόμενες 16 δόσεις, ήτοι τις κατηγορίες 5 έως 20 και μέρος της 21ης που ανέρχεται στο ποσό των € 160,03 σεντ. Από την στιγμή λοιπόν που οι παραπονούμενοι απέδειξαν ότι σύμφωνα με το τεκμήριο 1 το οποίο κατατέθηκε εκ συμφώνου και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του, στις 27/2/2006 εκδόθηκε διάταγμα εγγραφής και εκτέλεσης στα πλαίσια της γενικής αίτησης 78/06 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 29/7/2005 εναντίον του κατηγορουμένου και άλλων καθ΄ ων η αίτηση, σύμφωνα με την οποία διαιτητική απόφαση ο κατηγορούμενος αποφασίστηκε όπως πληρώσει στους παραπονούμενους το ποσό των Λ.Κ. 1,612,66 πλέον τόκοι 9%, πλέον έξοδα Λ.Κ. 46 και από την στιγμή που απέδειξαν ότι στα πλαίσια του διατάγματος ημερομηνίας 27/2/2006 ο κατηγορούμενος διατασσόταν να καταβάλει στους παραπονούμενους τα έξοδα της αίτησης και έκδοσης του διατάγματος που ανέρχονταν σε Λ.Κ. 133,50 σεντ πλέον τόκο προς 8% τον χρόνο από 27/1/2006 μέχρι εξόφλησης, πλέον Φ.Π.Α πλεόν Λ.Κ. 9 έξοδα επίδοσης και από την στιγμή που απέδειξαν με το τεκμήριο 2 το οποίο κατατέθηκε εκ συμφώνου και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του, στις 20/6/2007 ο κατηγορούμενος στα πλαίσια της γενικής αίτησης με αριθμό 78/06 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, διατάχθηκε όπως πληρώσει το πιο πάνω χρέος του με μηνιαίες δόσεις από Λ.Κ. 50 κάθε 1η δόση πληρωτέα την 10/7/2007 και μετέπειτα κάθε 10 κάθε επόμενου μήνα μέχρι 10/12/07 και από 10/1/2008 Λ.Κ. 100 μηνιαίως την 10ην ημέρα κάθε επόμενου μήνα και κάθε μήνα μέχρι εξόφληση, πλέον Λ.Κ. 112, 50 έξοδα αίτησης και εκδοθέντος διατάγματος, πλέον τόκους προς 8% τον χρόνο από 30/5/2007 μέχρι εξόφλησης, πλεόν Φ.Π.Α. πλέον Λ.Κ. 30 έξοδα επίδοσης, συνάγεται ότι: Α) ότι είναι εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτές, με την έννοια που αποδίδεται δυνάμει του άρθρου 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου και Β) ότι ο κατηγορούμενος είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης, με την έννοια που αποδίδεται δυνάμει του άρθρου 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Γ) ότι υπάρχει εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος, το οποίο βεβαίως να μην έχει ακόμα εξοφληθεί, με την έννοια που αποδίδεται δυνάμει του άρθρου 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Δ) ότι υπάρχει διάταγμα πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, με την έννοια που αποδίδεται δυνάμει του άρθρου 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Ε) ότι ο κατηγορούμενος παρέλειψε να καταβάλει στους παραπονούμενους κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής, τουλάχιστον τρεις δόσεις, εκτός εάν το οφειλόμενο χρέος που υπολείπεται για να εξοφληθεί, είναι ολιγότερο από το ποσό που αντιστοιχεί σε τρεις δόσεις και ο κατηγορούμενος παραλείπει να τις καταβάλει αυτές. Συνακόλουθα οι παραπονούμενοι πέτυχαν και απέδειξαν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αφορούν τις κατηγορίες 1 έως 21, αλλά απέτυχαν να αποδείξουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλες τις επόμενες κατηγορίες διότι δεν έχει αποδειχθεί, για τους λόγους που επεξηγήθηκαν πιο πάνω, ότι υπήρχε εξ΄ αποφάσεως χρεος, και που αφορούσαν το μη δικαιολογημένο των χρεώσεων που δεν αφορούσαν τον κατηγορούμενο, αλλά και την μη αποδεχτότητα των χρεώσεων των τόκων μετά την 7/11/2008 διότι λήφθηκαν υπόψη χρεώσεις που δεν αφορούσαν τον κατηγορούμενο. Δηλαδή δεν υπήρχε υπόλοιπο οφειλόμενο εξ΄ αποφάσεως χρέος κατά τις περιόδους που αφορούν οι εν λόγω κατηγορίες 22 έως 35 διότι το ποσό που το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχτεί ως το μόνο ασφαλές για τις επίδικες περιόδους και για τους λόγους που επεξηγήθηκαν πιο πάνω, είναι το ποσό που υπήρχε στις 10/8/2008 και που ανερχόταν στις € 4,893,79 σεντ αλλά και το ποσό των € 2,893,79 σεντ που υπήρχε στις 10/11/2008 μετά και από τις πληρωμές των εγγυητών του κατηγορουμένου. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, οι παραπονούμενοι πέτυχαν και απέδειξαν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων στις κατηγορίες 1 έως 20, αλλά απέτυχαν να αποδείξουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των υπόλοιπων κατηγοριών, και συνακόλουθα ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 1 έως 21 και αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες 22 έως
  2. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.